Στις 24 Σεπτεμβρίου ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ, σὲ ἡλικία 93 ἐτῶν, ἕνα ἀκόμη πνευματικό τέκνο τοῦ π. Αὐγουστίνου Καντιώτη, ὁ ἀκούραστος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου ἀρχιμανδρίτης Ιερόθεος Κοκονός.
Γεννήθηκε τὸ 1933 στὸν Κούτουρλα — Μετοχίου Εὐβοίας καὶ στὸ ἅγιο βάπτισμα ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἰωάννης. Πρωτότοκο τέκνο τοῦ Λάμπρου καὶ τῆς Σταμάτως, γόνος πολύτεκνης οικογενείας (4 αγόρια και 2 κορίτσια).
Ὡς μαθητὴς ἔφθασε μέχρι τὴν Δ ́ τάξι Δημοτικοῦ· ὁ τότε ἐμφύλιος δὲν τοῦ ἐπέτρεψε να τελειώσῃ τὸ σχολεῖο.
Στὰ ἐφηβικά του χρόνια, εργαζόμενος ὡς ἀρτοποιὸς στὴν Κύμη Εὐβοίας, γνώρισε τὸν ἱεροκήρυκα τῆς μητροπόλεως Καρυστίας ἀρχιμανδρίτη Αὐγουστῖνο Καντιώτη, παρακολουθοῦσε τὰ κατηχητικά μαθήματά του στὰ ἐργαζόμενα παιδιά, καὶ τὸν ἔκανε πνευματικό του πατέρα.
Μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ π. Αὐγουστίνου ὁ Ἰωάννης συνέχισε τις σπουδές του· ὡλοκλήρωσε το Δημοτικὸ καὶ ἀκολούθως τὸ νυκτερινὸ Γυμνάσιο, καὶ ἔπειτα εἰσήχθη στη Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ ̓Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἀπ’ ὅπου καὶ ἔλαβε τὸ πτυχίο του.
Τὸ 1966 ὑπῆρξε ιδρυτικό μέλος τῆς ἱεραποστολικῆς ἀδελφότητος «Ὁ Σταυρός».
Το 1967 ὁ π. Αὐγουστῖνος ἐκλέγεται ἐπίσκοπος καὶ ὁ Ἰωάννης, ὡς ἀφωσιομένος μαθητής του, τὸν ἀκολουθεῖ στὴ Φλώρινα.
Μετὰ ἀπὸ λίγο ὁ Ἰωάννης κείρεται μοναχός, λαμβάνει τὸ ὄνομα Ἱερόθεος, καὶ χειροτονεῖται διάκονος μὲν στις 21 Ιανουαρίου, πρεσβύτερος δὲ στὶς 14 Απριλίου 1968.
Ὑπηρετεῖ ἀρχικὰ ὡς ἐφημέριος στὴν ἐνορία ἄνω Κλεινῶν καὶ ἀργότερα τοποθετεῖται προϊστάμενος τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ Αγ. Παντελεήμονος, γενικὸς ἀρχιερατικὸς ἐπίτροπος καὶ ὑπεύθυνος τοῦ Γενικοῦ Φιλοπτώχου Ταμείου. Ὡς ἀρχιμανδρίτης ὁρίζεται ἡγούμενος τῆς ἱ. μονῆς Κλαδορράχης.
Τὰ ἔτη 1971–1972 πρωτοστατεῖ στὴν ἀνέγερσι τοῦ νέου ναοῦ τοῦ Αγ. Παντελεήμονος. Στὸ ἑξῆς ἐξειδικεύεται στὴν ἀνέγερσι ναῶν καὶ κτηρίων σὲ ὅλη τή μητρόπολι Φλωρίνης. Ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα ἔργα του ἦταν ἡ ἀνοικοδόμησι τοῦ ἱ. ναοῦ Αγ. Αὐγουστίνου, καθολικοῦ τῆς ἐν συνεχείᾳ ἱδρυθείσης ὁμωνύμου γυναικείας κοινοβιακῆς μονῆς, τῶν μοναζουσῶν τῆς ὁποίας ἦταν πνευματικὸς πατὴρ καὶ πρὸ τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς.
Ἡ σπουδαιότερη ὅμως προσφορά του ἦταν ἡ ἀθόρυβη οἰκοδομὴ τῶν ψυχῶν στὸ ἐξομολογητήριο. Ἐκεῖ ἐνέπνεε τὸν φόβο Κυρίου, τὴν ἁγία μετάνοια, τὸ γνήσιο ἐκκλησιαστικό φρόνημα, τὴν ἀκεραιότητα πίστεως καὶ ζωῆς. Αὐτὴ ἡ προσφορά του τὸν ἐπέβαλε ὡς πνευματικὸ πατέρα πλήθους πιστῶν. Τὰ πνευματικά του τέκνα, συγγενεῖς, φίλοι, συνεργάτες, ἀκόμη καὶ ἐχθροὶ μαρτυροῦν πῶς τὸν γνώρισαν τίμιο, ἁπλό, συνεπή, καθαρό, σταθερό, ἀνεξίκακο, ταπεινό, θυσιαστικό πρότυπο κληρικοῦ, σέμνωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Αξιοσημείωτη ἡ ἑξῆς σύμπτωσι. Τὴν ἴδια ἡμέρα καὶ ὥρα τῆς ἐκδημίας του π. Ἱεροθέου, στὴν ἱ. μονὴ ̔Αγ. Παρασκευῆς Μηλοχωρίου Πτολεμαΐδος ἐξεδήμησε προς Κύριον σὲ βαθὺ γῆρας καὶ ὁ ἡγούμενος αὐτῆς μαχητικὸς καὶ ὁμολογητὴς ἀρχιμ. Μάξιμος Δ. Καραβᾶς, πνευματικὸ τέκνο τοῦ π. Αὐγουστίνου Καντιώτη, καὶ μέλος τῆς ὀρθοδόξου ἱεραποστολικῆς ἀδελφότητος «Ὁ Σταυρός».
Εὐχόμασθε ὁ Κύριος νὰ τοὺς κατατάξῃ μετὰ τῶν Ἁγίων του, καὶ νὰ εὔχωνται γιὰ μᾶς τοὺς παραλειπομένους. Αἰωνία ἡ μνήμη τους!
(* Γιὰ τὸ παρὸν κείμενο τῆς νεκρολογίας ἐλήφθησαν πολλὰ στοιχεῖα καὶ ἐκφράσεις ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος» φ. 2560 / 10–10-25, σ. 1, ἄρθρο: «Τιμὴ εἰς κοιμηθέντα, λευκανθέντα κληρικόν»).