ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ

Ευαγγελική Περικοπή και Κηρύγματα Αγίων Πατέρων

by admin

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ — ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑ (ΙΒ΄ 16 — 21)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παρα­βο­λὴν ταύ­την· Ἀνθρώ­που τινὸς πλου­σί­ου εὐφό­ρη­σεν ἡ χώρα· 17καὶ διε­λο­γί­ζε­το ἐν ἑαυ­τῷ λέγων· τί ποι­ή­σω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνά­ξω τοὺς καρ­πούς μου; 18καὶ εἶπε· τοῦ­το ποι­ή­σω· καθε­λῶ μου τὰς ἀπο­θή­κας καὶ μεί­ζο­νας οἰκο­δο­μή­σω, καὶ συνά­ξω ἐκεῖ πάν­τα τὰ γεν­νή­μα­τά μου καὶ τὰ ἀγα­θά μου, 19καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολ­λὰ ἀγα­θὰ κεί­με­να εἰς ἔτη πολ­λά· ἀνα­παύ­ου, φάγε, πίε, εὐφραί­νου. 20εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύ­τῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαι­τοῦ­σιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοί­μα­σας τίνι ἔσται; 21οὕτως ὁ θησαυ­ρί­ζων ἑαυ­τῷ καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλου­τῶν. Ταῦ­τα λέγων ἐφώ­νει· . Ὁ ἔχων ὦτα ἀκού­ειν, ἀκουέ­τω.

16 Είπε δε προς αυτούς και την εξής παρα­βο­λήν· “κάποιου πλου­σί­ου ανθρώ­που εση­μεί­ω­σαν εξαι­ρε­τι­κήν ευφο­ρί­αν τα χωρά­φια του. 17 Και αυτός έπε­σεν αμέ­σως εις αγω­νιώ­δην συλ­λο­γήν και μέρι­μναν, λέγων· Τι να κάμω, διό­τι δεν έχω που να συγ­κεν­τρώ­σω και απο­θη­κεύ­σω τους καρ­πούς των χωρα­φιών μου; 18 Και ύστε­ρα από μεγά­λην σκέ­ψιν είπε· τού­το θα κάμω· Θα κρη­μνί­σω τας απο­θή­κας μου και θα οικο­δο­μή­σω άλλας μεγα­λυ­τέ­ρας, και θα συγ­κεν­τρώ­σω εκεί όλα τα γεν­νή­μα­τά μου και τα αγα­θά μου. 19 Και θα πω εις την ψυχήν μου· Ψυχή, έχεις πολ­λά αγα­θά απο­θη­κευ­μέ­να για έτη πολ­λά· από­λαυ­σε την ζωήν, ανα­παύ­ου, φάγε, πίε, ευφραί­νου. 20 Αφού δε ετοί­μα­σε όλα και πριν προ­λά­βη τίπο­τε από αυτά να απο­λαύ­ση, του είπεν ο Θεός· ανόη­τε από την κακί­αν σου άνθρω­πε και απε­ρί­σκε­πτε, αυτήν την νύκτα, που επί­στευ­σες ότι θα αρχί­ση η απο­λαυ­στι­κή ζωη σου, απαι­τούν να πάρουν από σε χωρίς ανα­βο­λήν την ψυχήν σου· αυτά δε που έχεις ετοι­μά­σει, εις ποί­ον τώρα ανή­κουν; 21 Ετσι παθαί­νει και αυτό το τέλος έχει εκεί­νος, που εγω­ϊ­στι­κά θησαυα­ρί­ζει δια τον ευα­τόν του και δεν προ­σπα­θεί να απο­κτή­ση τον πλού­τον των καλών έργων, εις τα οποία ευχα­ρι­στεί­ται ο Θεός”.

16 Τους είπε μάλι­στα και μία παρα­βο­λή: Κάποιου πλου­σί­ου ανθρώ­που τα εκτε­τα­μέ­να του χωρά­φια απέ­δω­σαν άφθο­νη σοδειά και μεγά­λη παρα­γω­γή. 17 Αντί όμως να ευχα­ρι­στή­σει τον Θεό και να ευχα­ρι­στη­θεί κι ο ίδιος για την ευφο­ρία αυτή, συλ­λο­γι­ζό­ταν μέσα του, αγω­νιού­σε κι ανα­στα­τω­νό­ταν λέγον­τας: Τί να κάνω, διό­τι δεν έχω που να μαζέ­ψω τους καρ­πούς των χωρα­φιών μου που μου περισ­σεύ­ουν; Θέλω να γίνουν όλοι δικοί μου, για να τους απο­λαύ­σω μόνος μου. 18 Τελι­κά, ύστε­ρα από μεγά­λη σκέ­ψη και συλ­λο­γι­σμό, είπε: Αυτό θα κάνω: Θα γκρε­μί­σω τις απο­θή­κες μου και θα κτί­σω μεγα­λύ­τε­ρες και πιο ευρύ­χω­ρες. Και θα μαζέ­ψω εκεί όλη τη σοδιά μου και τα αγα­θά μου, 19 και σαν άνθρω­πος που μόνο τις απο­λαύ­σεις της κοι­λιάς γνώ­ρι­σα θα πω στην ψυχή μου: Ψυχή, έχεις πολ­λά αγα­θά, που είναι απο­θη­κευ­μέ­να και σου φτά­νουν για πολ­λά χρό­νια. Μη σκο­τί­ζε­σαι πλέ­ον για τίπο­τε, αλλά από­λαυ­σε μια ζωή ανα­παυ­τι­κή? φάε, πιες, γέμι­σε χαρά. 20 Αφού όμως τα ετοί­μα­σε όλα, πριν ακό­μη προ­φθά­σει να πει στην ψυχή του τα όσα σχε­δί­α­ζε, του είπε ο Θεός είτε μέσα από τη συνεί­δη­σή του είτε στον ύπνο του: Άμυα­λε και ανόη­τε άνθρω­πε, που στή­ρι­ξες την ευτυ­χία σου μόνο στις απο­λαύ­σεις της κοι­λιάς και νόμι­σες ότι η μακρο­ζω­ία σου εξαρ­τιό­ταν από τα πλού­τη σου και όχι από μένα? τη νύχτα αυτή, που εδώ και πολύ και­ρό ονει­ρευό­σουν ως νύχτα ευτυ­χί­ας και νόμι­ζες ότι θα άρχι­ζε από δω και πέρα η ανα­παυ­τι­κή και απο­λαυ­στι­κή ζωή σου, οι φοβε­ροί δαί­μο­νες απαι­τούν να πάρουν την ψυχή σου. Σε λίγο θα πεθά­νεις. Αυτά λοι­πόν που ετοί­μα­σες και απο­θή­κευ­σες σε ποιόν θα ανή­κουν και σε ποιούς κλη­ρο­νό­μους θα περιέλ­θουν; 21 Έτσι θα την πάθει και τέτοιο τέλος θα έχει εκεί­νος που θησαυ­ρί­ζει για τον εαυ­τό του, για να απο­λαμ­βά­νει εγωι­στι­κά αυτός και μόνο τα αγα­θά της γης, και δεν απο­τα­μιεύ­ει με τα έργα της αγά­πης στον ουρα­νό θησαυ­ρούς πνευ­μα­τι­κούς. Μόνο σ’ αυτούς τους θησαυ­ρούς ευα­ρε­στεί­ται ο Θεός.

16  Eἶπε δὲ καὶ μία παρα­βο­λὴ σ’ αὐτοὺς λέγον­τας: «Kάποιου πλου­σί­ου ἀνθρώ­που καρ­πο­φό­ρη­σαν πλου­σί­ως τὰ χωρά­φια. 17  Kαὶ σκε­πτό­ταν μέσα του λέγον­τας: “Tί νὰ κάνω, διό­τι δὲν ἔχω ποῦ νὰ συνά­ξω τοὺς καρ­πούς μου;”. 18  Ἔπει­τα εἶπε: “Tοῦ­το θὰ κάνω· θὰ γκρε­μί­σω τὶς ἀπο­θῆ­κες μου, καὶ θὰ οἰκο­δο­μή­σω μεγα­λύ­τε­ρες, καὶ θὰ συνά­ξω ἐκεῖ ὅλα τὰ γενή­μα­τά μου καὶ τὰ ἀγα­θά μου, 19  καὶ θὰ εἰπῶ στὸν ἑαυ­τό μου: Ἑαυ­τέ μου, ἔχεις πολ­λὰ ἀγα­θά, ποὺ ἀρκοῦν γιὰ ἔτη πολ­λά· ἀνα­παύ­ου, φάγε, πίε, εὐφραί­νου”. 20  Ἀλλ’ ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε: “Ἀνόη­τε! Aὐτὴ τὴ νύκτα ἀπαι­τοῦν ἀπὸ σένα τὴ ζωή σου. Aὐτὰ δέ, ποὺ ἑτοί­μα­σες, τίνος θὰ εἶναι;”. 21  Ἔτσι παθαί­νει ὅποιος θησαυ­ρί­ζει γιὰ τὸν ἑαυ­τό του καὶ δὲν πλου­τί­ζει (γιὰ νὰ κάνῃ καλὰ ἔργα) γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ».

Ιερός Χρυ­σό­στο­μος (ΓΙΑ ΤΟ ΨΥΧΟΦΘΟΡΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΠΛΕΟΝΕΞΙΑΣ)

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΨΥΧΟΦΘΟΡΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΠΛΕΟΝΕΞΙΑΣ

Έχεις λίγα χρή­μα­τα και ζητάς πολ­λά. Έχεις πολ­λά και ονει­ρεύ­ε­σαι περισ­σό­τε­ρα. Όσα κι αν έχεις, δεν είσαι ικα­νο­ποι­η­μέ­νος. Για­τί άφη­σες την πλε­ο­νε­ξία να σε αιχ­μα­λω­τί­σει, άνθρω­πέ μου; Δεν ξέρεις ότι σε άλλους θα μεί­νουν το χρυ­σά­φι και το ασή­μι, ενώ σε εσέ­να οι κατά­ρες και οι κατη­γό­ριες; Δεν αντι­λαμ­βά­νε­σαι ότι θα σε κατα­διώ­κουν αμεί­λι­κτα, και σε τού­τη τη ζωή και στην άλλη, τα δάκρυα, οι βαρυγ­κώ­μιες και οι ανα­στε­ναγ­μοί του φτω­χού που εξου­θέ­νω­σες, του συνερ­γά­τη που αδί­κη­σες, του δου­λευ­τή που εκμε­ταλ­λεύ­τη­κες, του οφει­λέ­τη που φυλά­κι­σες; Όταν όλοι οι ζημιω­μέ­νοι από σένα θα παρου­σια­στούν μαζί σου στο φοβε­ρό δικα­στή­ριο του Χρι­στού, τι θα πεις στον αδέ­κα­στο Κρι­τή, μην έχον­τας μάλι­στα κανέ­να συνή­γο­ρο για να σε υπε­ρα­σπί­σει;

Τους δικα­στές της γης μπο­ρείς να τους ξεγε­λά­σεις ή και να τους εξα­γο­ρά­σεις. Τον Δικα­στή του ουρα­νού ποτέ. Τους ανθρώ­πι­νους νόμους μπο­ρείς να τους παρα­βείς με τεχνά­σμα­τα νομι­μο­φα­νή δίχως συνέ­πειες. Τον θεϊ­κό νόμο όχι· για­τί ο Κύριος βλέ­πει τις πρά­ξεις σου. Και αργά ή γρή­γο­ρα θα λογο­δο­τή­σεις σε Εκεί­νον, που στέ­κε­ται πλάι στους αδι­κη­μέ­νους και προ­στα­τεύ­ει όσους δεν μπο­ρούν να διεκ­δι­κή­σουν το δίκιο τους.

Και μη μου πεις: «Ο τάδε, μολο­νό­τι κακός και πλε­ο­νέ­κτης, είναι ευτυ­χι­σμέ­νος». Για τώρα ναι, δεν θα είναι όμως ως το τέλος. «Μὴ παρα­ζή­λου ἐν πονη­ρευο­μέ­νοις μηδὲ ζήλου τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομί­αν(:Μη ζηλεύ­εις και μην ποθείς τη φαι­νο­με­νι­κή ευτυ­χία εκεί­νων, οι οποί­οι σκέ­πτον­ται το πονη­ρό. Μη ζηλεύ­εις εκεί­νους, οι οποί­οι πράτ­τουν την ανο­μία)», λέει η Γρα­φή [Ψαλμ.36,1], «ὅτι ὡσεὶ χόρ­τος ταχὺ ἀποξη­ραν­θή­σον­ται καὶ ὡσεὶ λάχα­να χλόης ταχὺ ἀποπε­σοῦνται(:για­τί γρή­γο­ρα σαν το χορ­τά­ρι θα ξερα­θούν και σαν την πρά­σι­νη χλόη θα μαρα­θούν και θα πέσουν στο έδα­φος)».

Η πλε­ο­νε­ξία είναι σαν το χαλα­σμέ­νο προ­ζύ­μι, που κατα­στρέ­φει όλο το ζυμά­ρι. Έτσι, αν από την αδι­κία κερ­δί­ζεις έστω και λίγα, ολό­κλη­ρη η περιου­σία σου σπι­λώ­νε­ται. Γι’ αυτό, πολ­λές φορές, λίγα που κερ­δή­θη­καν άνο­μα, έγι­ναν αιτία να χαθούν πολύ περισ­σό­τε­ρα, που απο­κτή­θη­καν καλά.

Μα, θα με ρωτή­σεις, όλοι οι πλε­ο­νέ­κτες θα δοκι­μά­σουν συμ­φο­ρές; Οπωσ­δή­πο­τε, μολο­νό­τι όχι όλοι τις ίδιες. Κι αν δεν τιμω­ρη­θούν στην παρού­σα ζωή, τότε να τους λυπη­θείς περισ­σό­τε­ρο, για­τί τους περι­μέ­νει μεγα­λύ­τε­ρη κόλα­ση στη μέλ­λου­σα. Στην περί­πτω­ση αυτή, μάλι­στα, τις συνέ­πειες των αδι­κιών τους, θα τις υπο­στούν στη γη οι κλη­ρο­νό­μοι της περιου­σί­ας τους, εφό­σον γνω­ρί­ζουν ότι απο­κτούν αγα­θά μαζε­μέ­να με αδι­κί­ες, αγα­θά που ανή­κουν σε άλλους. Αυτό, άλλω­στε, επι­τάσ­σει και ο ανθρώ­πι­νος νόμος, που δίνει το δικαί­ω­μα στον καθέ­να να διεκ­δι­κή­σει τα πράγ­μα­τά του όχι από εκεί­νον που του τα άρπα­ξε, αλλά από οποιον­δή­πο­τε τα έχει στην κατο­χή του.

Αν λοι­πόν γνω­ρί­ζεις εκεί­νους που αδι­κή­θη­καν, δώσε τους όσα τους ανή­κουν, ή μάλ­λον πολύ περισ­σό­τε­ρα, όπως έκα­νε ο Ζακ­χαί­ος του Ευαγ­γε­λί­ου. Αν πάλι δεν τους γνω­ρί­ζεις, τότε μοί­ρα­σέ τα σε φτω­χούς. Έτσι θα απο­τρέ­ψεις τη συμ­φο­ρά που σε απει­λεί. Για­τί, αν απο­δώ­σεις μόνο όσα άρπα­ξες ή κλη­ρο­νό­μη­σε από άρπα­γα πλε­ο­νέ­κτη, κανέ­να κέρ­δος δεν έχεις. Αυτό απο­δει­κνύ­ει η περί­πτω­ση του Ζακ­χαί­ου, που ανέ­φε­ρα. Μόνο όταν ο αρχι­τε­λώ­νης εκεί­νος υπο­σχέ­θη­κε «Ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρ­χόν­των μου, Κύριε, δίδω­μι τοῖς πτω­χοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκο­φάν­τη­σα, ἀποδί­δω­μι τετρα­πλοῦν(:Θα δώσω τα μισά από τα υπάρ­χον­τά μου στους φτω­χούς· Και αν τυχόν, σαν τελώ­νης που είμαι, αδί­κη­σα με ψευ­δείς μαρ­τυ­ρί­ες κάποιον και εισέ­πρα­ξα περισ­σό­τε­ρα, του τα επι­στρέ­φω τετρα­πλά­σια)», ο Κύριος βεβαί­ω­σε: «Σήμε­ρον σωτη­ρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένε­το(:Σήμε­ρα στον οίκο αυτόν ήλθε σωτη­ρία εκ μέρους του Θεού)»[Λουκ.19,8–9].

Εμείς, αντί­θε­τα, αρπά­ζου­με αμέ­τρη­τα και δίνου­με λίγα, νομί­ζον­τας ότι έτσι εξα­λεί­φου­με την αδι­κία και ικα­νο­ποιού­με τον Θεό. Αν όμως ο Κάιν, που πρό­σφε­ρε θυσία στον Θεό από τα χει­ρό­τε­ρα γεν­νή­μα­τά του, χωρίς ωστό­σο και να αδι­κή­σει κάποιον άλλον, τιμω­ρή­θη­κε πολύ αυστη­ρά, πώς δεν θα πάθου­με χει­ρό­τε­ρα εμείς, που από τα απο­κτή­μα­τα της αδι­κί­ας και της πλε­ο­νε­ξί­ας προ­σφέ­ρου­με μερι­κά ψίχου­λα στον φτω­χό συνάν­θρω­πο, δηλα­δή στον ίδιο τον Χρι­στό; Για­τί προ­σβάλ­λεις τον Κύριο, προ­σφέ­ρον­τάς Του μικρά δώρα; Τέτοια τρο­φή δεν δέχε­ται, έστω και αν πεθαί­νει από την πεί­να. Καλύ­τε­ρα να μην Του δώσεις τίπο­τα, παρά να δώσεις εκεί­να που ανή­κουν σε άλλους.

Πες μου, αν δεις δύο ανθρώ­πους, από τους οποί­ους ο ένας είναι γυμνός και ο άλλος ντυ­μέ­νος, και γδύ­σεις τον δεύ­τε­ρο για να ντύ­σεις τον πρώ­το, δεν θα δια­πρά­ξεις αδι­κία; Αναμ­φί­βο­λα ναι. Αν λοι­πόν δια­πράτ­τεις αδι­κία και όχι ελεη­μο­σύ­νη, δίνον­τας σε άλλον όλα όσα άρπα­ξες, πώς λογα­ριά­ζεις σαν ελεη­μο­σύ­νη το να δώσεις ένα ασή­μαν­το μέρος, ένα τίπο­τα;

Ο πλού­σιος της ευαγ­γε­λι­κής παρα­βο­λής δεν έκα­νε καμιά αδι­κία σε βάρος του φτω­χού Λαζά­ρου. Μόνο και μόνο επει­δή δεν τον συμ­πό­νε­σε, επει­δή δεν τον ελέη­σε, κατα­δι­κά­στη­κε να βασα­νί­ζε­ται στον Άδη [Λουκ.16,19–25]. Ποιαν απο­λο­γία, επο­μέ­νως, θα βρουν εκεί­νοι που όχι μόνο δεν ελε­ούν, αλλά και αδι­κούν τους άλλους;

Όταν ο Κύριος θα έρθει πάλι με όλη Του την δόξα για να κρί­νει τον κόσμο, θα πει στους άσπλα­χνους και ανε­λε­ή­μο­νες, που θα είναι συναγ­μέ­νοι στα αρι­στε­ρά Του: «Πορεύεσθε ἀπ᾽ ἐμοῦ οἱ κατη­ραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοι­μα­σμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· ἐπείνασα γὰρ καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με(:Φύγε­τε από μπρο­στά μου εσείς, που από τα έργα σας γίνα­τε κατα­ρα­μέ­νοι. Φύγε­τε μακριά από εμέ­να και πηγαί­νε­τε στην αιώ­νια φωτιά, που έχει ετοι­μα­στεί για τον διά­βο­λο και τους δικούς του αγγέ­λους. Για­τί πεί­να­σα και δεν μου δώστε να φάω· δίψα­σα και δεν μου δώσα­τε να πιω· ξένος ήμου­να, και δεν με περι­μα­ζέ­ψα­τε· γυμνός ήμου­να, και δεν με ντύ­σα­τε· άρρω­στος και φυλα­κι­σμέ­νος ήμου­να και δεν ήρθα­τε να με δεί­τε)» [Ματθ. 25,41–42].

Αν λοι­πόν κατα­δι­κά­ζον­ται μαζί με τον διά­βο­λο στην αιώ­νια φωτιά, όσοι δεν έδω­σαν τρο­φή και νερό στον Χρι­στό, όταν πει­νού­σε και διψού­σε, τι θα πάθουν όσοι Τον παρα­δί­νουν στην πεί­να, με εκεί­να που αρπά­ζουν; Τι θα πάθουν όσοι όχι μόνο δεν Τον ντύ­νουν, όταν είναι γυμνός, αλλά και Τον γδύ­νουν, όταν είναι ντυ­μέ­νος; Τι θα πάθουν όσοι όχι μόνο δεν Τον περι­μα­ζεύ­ουν, όταν είναι ξένος, αλλά και Τον απο­διώ­χνουν; Τι θα πάθουν όσοι όχι μόνο δεν Τον ανα­κου­φί­ζουν, όταν είναι άρρω­στος, αλλά και Τον βλά­πτουν; Τι θα πάθουν, τέλος, όσοι όχι μόνο δεν Τον επι­σκέ­πτον­ται, όταν είναι φυλα­κι­σμέ­νος, αλλά και όταν είναι ελεύ­θε­ρος, ό, τι μπο­ρούν κάνουν για να Τον κλεί­σουν στη φυλα­κή;

Ο Κύριος είπε: «Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρ­τω­λοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι(:Αν αγα­πά­τε μόνο εκεί­νους που σας αγα­πούν, ποια εύνοια και ποια αμοι­βή σας ανή­κει απ΄ τον Θεό; Καμία· διό­τι και οι αμαρ­τω­λοί αγα­πούν εκεί­νους που τους αγα­πούν)»[Λουκ. 6,32].Αν λοι­πόν είναι αμαρ­τω­λός όποιος αγα­πά μόνο όσους τον αγα­πούν, τι είναι εκεί­νος που βλά­πτει όσους δεν τον αδί­κη­σαν; Αν είναι αξιο­κα­τά­κρι­τος όποιος δεν ελε­εί από τα δικά του αγα­θά, τι είναι εκεί­νος που αρπά­ζει και τα ξένα; Για­τί το ξέρε­τε, όχι μόνο το να αρπά­ζει κανείς τα ξένα, αλλά και το να μη δίνει από τα δικά του σε όσους έχουν ανάγ­κη, είναι αδι­κία και πλε­ο­νε­ξία, είναι παρά­βα­ση θεϊ­κής εντο­λής και αμαρ­τία.

Ας απο­φύ­γου­με, αδελ­φοί μου, αυτήν την αμαρ­τία. Και θα την απο­φύ­γου­με, αν φέρου­με στον νου μας όσους άρπα­γες και πλε­ο­νέ­κτες έζη­σαν πριν από μας, όσους δηλα­δή έχουν ήδη πεθά­νει. Πού βρί­σκον­ται αυτοί; Στην κόλα­ση! Και τα χρή­μα­τά τους; Τα απο­λαμ­βά­νουν άλλοι! Δεν είναι επο­μέ­νως ανόη­το να βασα­νι­ζό­μα­στε και σε τού­τη τη ζωή και στην άλλη; Σε τού­τη με τα καθη­με­ρι­νά τρε­χά­μα­τα, τις αγω­νί­ες, τους κόπους και τους μόχθους που απαι­τούν­ται για τη συσ­σώ­ρευ­ση μάταιου πλού­του, και στην άλλη με τις ασύλ­λη­πτες τιμω­ρί­ες της αιώ­νιας γέε­νας;

Ποιος είναι αλή­θεια, ελε­ει­νό­τε­ρος, από τον άρπα­γα που φεύ­γει από τον κόσμο παίρ­νον­τας μαζί του μόνο τις αμαρ­τί­ες του, για τις οποί­ες θα λογο­δο­τή­σει στον Θεό, και αφή­νον­τας όσα μάζευε σε άλλους πολ­λές φορές και εχθρούς του; Και ποιος είναι αθλιό­τε­ρος από τον πλε­ο­νέ­κτη, που σιγο­λιώ­νει από τις έγνοιες και τους φόβους, διώ­χνον­τας από την ψυχή του τη γαλή­νη και κάνον­τας τη ζωή του χει­ρό­τε­ρη από κάθε θάνα­το; Όταν κερ­δί­σει δεν αισθά­νε­ται ευχα­ρί­στη­ση, για­τί ζητά­ει περισ­σό­τε­ρα. Όταν πάλι χάσει έστω κι ένα νόμι­σμα, νομί­ζει ότι παθαί­νει το μεγα­λύ­τε­ρο κακό.. Φίλους δεν έχει παρά μόνο εκεί­νους από τους οποί­ους κερ­δί­ζει· τους άλλους τους βλέ­πει σαν εχθρούς. Μα και την οικου­μέ­νη ολό­κλη­ρη την απο­στρέ­φε­ται. Τους φτω­χούς τους μισεί, για­τί του ζητούν βοή­θεια. Τους πλού­σιους τους φθο­νεί, για­τί θα ήθε­λε να έχει τα πλού­τη τους. Όταν οι άλλοι ευτυ­χούν, αυτός λυπά­ται. Θαρ­ρεί πως όλοι κατέ­χουν δικά του αγα­θά. Φέρε­ται σε όλους σαν να τον έχουν αδι­κή­σει. Υπο­φέ­ρει, για­τί η γη δεν παρά­γει χρυ­σά­φι αντί για σιτά­ρι, για­τί ο πηγές δεν δίνουν ασή­μι αντί για νερό, για­τί τα βου­νά δεν έχουν πολύ­τι­μα πετρά­δια αντί για λιθά­ρια.

Ο πλού­τος για τον φιλάρ­γυ­ρο είναι ό,τι το μαχαί­ρι για τον μανια­κό ή μάλ­λον κάτι πολύ χει­ρό­τε­ρο. Για­τί ο μανια­κός, αφού αρπά­ξει το μαχαί­ρι και το καρ­φώ­σει στο στή­θος του, απαλ­λάσ­σε­ται μια για πάν­τα από τη μανία του και δεν δέχε­ται δεύ­τε­ρη πλη­γή. Ο φιλάρ­γυ­ρος όμως και αμέ­τρη­τες πλη­γές δέχε­ται καθη­με­ρι­νά και ποτέ δεν απαλ­λάσ­σε­ται από τη μανία του. Απε­ναν­τί­ας, μάλι­στα, όσο πλη­γώ­νε­ται, τόσο πιο μανια­σμέ­να ξανα­καρ­φώ­νει το μαχαί­ρι στην ψυχή του.

Ποιος είναι λοι­πόν χει­ρό­τε­ρος από τον πλε­ο­νέ­κτη, που και την ψυχή του θανα­τώ­νει με τις αδι­κί­ες και τη ζωή του σπα­τα­λά­ει με τις περιτ­τές φρον­τί­δες και τον εαυ­τό του στε­ρεί από κάθε ευχα­ρί­στη­ση και τους ανθρώ­πους όλους τους κάνει εχθρούς του; Όλους;, θα απο­ρή­σε­τε. Ναι, όλους. Βλέ­πε­τε, δεν τον μισούν μόνο όσοι έχουν κακο­πα­θή­σει από την πλε­ο­νε­ξία τους, μα και οι άλλοι, επει­δή συμ­πο­νούν τα θύμα­τά του και φοβούν­ται μήπως βρε­θούν στην οδυ­νη­ρή θέση τους. Το φοβε­ρό­τε­ρο, όμως, δεν είναι αυτό. Για­τί, όταν έχει κάνει εχθρό του τον ίδιο τον Θεό, ποια παρη­γο­ριά ή ελπί­δα τού απο­μέ­νει;

Είναι πλού­τος αυτός, πες μου, το να αδι­κείς; Και είσαι πλού­σιος εσύ, ο πλε­ο­νέ­κτης, ή κατά­δι­κος; Μάλ­λον χει­ρό­τε­ρος κι από κατά­δι­κο είσαι. Και ξέρεις για­τί; Εκεί­νος έχει χάσει τη σωμα­τι­κή του ελευ­θε­ρία, ενώ εσύ την ψυχι­κή. Εκεί­νον τον έδε­σαν άλλοι χωρίς τη θέλη­σή του, ενώ εσύ δέθη­κες μόνος σου.

Αν ο βασι­λιάς με νόμο μας επι­βά­λει όχι μόνο να μην παίρ­νου­με περιου­σια­κά στοι­χεία άλλου, μα κι από τα δικά μας να δώσου­με ένα μέρος, θα υπα­κού­σου­με δίχως αντίρ­ρη­ση. Τώρα, όμως, που ο νόμος τους Θεού μάς επι­βάλ­λει να μην αρπά­ζου­με τα ξένα πράγ­μα­τα, ασύ­στο­λα τον κατα­πα­τά­με. Τον θνη­τό βασι­λιά, τον άνθρω­πο, τον σεβό­μα­στε· τον αθά­να­το Βασι­λιά, τον Δημιουρ­γό και Κύριο του σύμ­παν­τος, Τον περι­φρο­νού­με. Δεν είναι φοβε­ρό; Για­τί, αν δια­πράτ­του­με ασέ­βεια όταν τιμά­με τον Θεό όσο κι έναν άνθρω­πο, τότε τι κάνου­με όταν τιμά­με έναν άνθρω­πο περισ­σό­τε­ρο από τον Θεό;

Βαριά είναι τα λόγια μου, το ξέρω. Αλλά δείξ­τε πραγ­μα­τι­κά ότι σας φοβί­ζουν και σας λυπούν, απο­φεύ­γον­τας τις κακές πρά­ξεις. Αν δεν φοβά­στε τις κακές πρά­ξεις, πώς μπο­ρώ να σας πιστέ­ψω, όταν λέτε ότι φοβά­στε τα λόγια μου κα λυπά­στε με αυτά; Εσείς με τα έργα σας επι­βα­ρύ­νε­τε τον εαυ­τό σας, όχι εγώ με τα λόγια μου. Για­τί όποιος σκά­βει λάκ­κο για τον άλλο, πέφτει ο ίδιος μέσα. Και όπως οι επί­το­κες γυναί­κες υπο­φέ­ρουν από τους κοι­λό­πο­νους, έτσι κι εκεί­νος που ετοι­μά­ζει μιαν άνο­μη πρά­ξη, πριν αδι­κή­σει τον άλλον, υπο­φέ­ρει και πονά­ει ο ίδιος. Όσο κακός, βλέ­πε­τε, κι αν είναι κανείς, δεν μπο­ρεί να φιμώ­σει τη συνεί­δη­σή του και να απο­φύ­γει τον έλεγ­χό της· για­τί αυτός ο έλεγ­χος είναι κάτι το φυσι­κό, που εξαρ­χής έβα­λε ο Θεός μέσα μας. Όσο κι αν τον αγνο­ή­σου­με, όσο κι αν τον πολε­μή­σου­με, ορθώ­νε­ται πάν­το­τε αμεί­λι­κτος, και φωνά­ζει και μας κατα­δι­κά­ζει και μας τιμω­ρεί.

Θυμά­στε πόσο κακός ήταν ο Αχα­άβ, ο βασι­λιάς της Σαμά­ρειας; Και όμως ακό­μα κι εκεί­νος, όταν θέλη­σε να αρπά­ξει το αμπέ­λι του Ναβου­θαί, πόση οδύ­νη δοκί­μα­σε! Μολο­νό­τι ήταν από­λυ­τος άρχον­τας, μολο­νό­τι κανέ­νας δεν υπήρ­χε που να τον ελέγ­ξει, επει­δή δεν μπο­ρού­σε να υπο­φέ­ρει τον έλεγ­χο της συνει­δή­σε­ώς του, ήταν σκυ­θρω­πός, ταραγ­μέ­νος, ανό­ρε­χτος, με τη θλί­ψη ζωγρα­φι­σμέ­νη στο πρό­σω­πό του [Γ΄Βασ. 20,1–29].

Θέλε­τε να σας ανα­φέ­ρω κι ένα περι­στα­τι­κό σύγ­χρο­νο, για να κατα­λά­βε­τε ότι η πλε­ο­νε­ξία κάνει τους ανθρώ­πους θηρία και δαί­μο­νες; Πριν από και­ρό είχα­με στην πόλη μας μεγά­λη ανομ­βρία. Ο ουρα­νός είχε στε­ρέ­ψει και είχε πάρει το χρώ­μα του χαλ­κού. Όλοι περι­μέ­να­με καθη­με­ρι­νά το θάνα­το, ένα θάνα­το φοβε­ρό­τε­ρο από κάθε άλλο, και παρα­κα­λού­σα­με τον Θεό να μας απαλ­λά­ξει από αυτή τη συμ­φο­ρά. Ξάφ­νου, ανέλ­πι­στα, χάρη στην απέ­ραν­τη φιλαν­θρω­πία του Κυρί­ου, έπε­σε από τον ουρα­νό άφθο­νη βρο­χή. Ενώ λοι­πόν όλοι πανη­γύ­ρι­ζαν και γιόρ­τα­ζαν, κάποιος πλού­σιος τρι­γυρ­νού­σε στην πόλη σκυ­φτός, κατσου­φια­σμέ­νος, κατα­λυ­πη­μέ­νος και κίτρι­νος σαν νεκρός. Όταν κάποιοι ζήτη­σαν να μάθουν την αιτία της λύπης του, δεν μπό­ρε­σε να την κρύ­ψει, για­τί τον βασά­νι­ζε και τον έπνι­γε το πάθος του. «Έχω στις απο­θή­κες μου δέκα χιλιά­δες μέτρα σιτά­ρι», είπε, «και τώρα, που έβρε­ξε, δεν ξέρω πώς θα το που­λή­σω».

Τι είναι αυτά που λες, αθε­ό­φο­βε; Υπο­φέ­ρεις, επει­δή δεν χάθη­καν όλοι, για να μαζέ­ψεις εσύ χρυ­σά­φι; Δεν έχεις ακού­σει τι λέει ο Σολο­μών; «Ὁ συνέ­χων σῖτον ὑπολεί­ποι­το αὐτὸν τοῖς ἔθνε­σιν, εὐλογί­αν δὲ εἰς κεφαλὴν τοῦ μετα­δι­δόν­τος(:Για εκεί­νον, που συνά­γει και κρύ­πτει το σιτά­ρι εν και­ρώ λιμού, με τον σκο­πό να το που­λή­σει πανά­κρι­βα, όλοι εύχον­ται να του το λεη­λα­τή­σουν ξένοι επι­δρο­μείς και εχθροί. Η ευλο­γία δε του Θεού χορη­γεί­ται πλού­σια σε εκεί­νον που δίδει και στους άλλους)» [Παροιμ. 11,26].Είσαι εχθρός του Θεού και φίλος, ή μάλ­λον δού­λος, του μαμω­νά. Η γλώσ­σα σου ‚που είπε τα ανή­κου­στα αυτά λόγια, θα έπρε­πε να κοπεί. Η καρ­διά σου, που ξεχει­λί­ζει από τόσο απάν­θρω­πα αισθή­μα­τα, θα έπρε­πε να πάψει να χτυ­πά­ει. Τι άνθρω­πος, αλή­θεια, είσαι εσύ, που υπο­φέ­ρεις όχι για­τί έχεις λίγα, όπως οι φτω­χοί, μα απε­ναν­τί­ας, για­τί έχεις πολ­λά και θέλεις να τα κάνεις ακό­μα περισ­σό­τε­ρα με την εκμε­τάλ­λευ­ση της δυστυ­χί­ας των συναν­θρώ­πων σου;

Πώς να σκια­γρα­φή­σω τα πάθη του πλε­ο­νέ­κτη; Τι πιο μια­ρό υπάρ­χει από τα χέρια του; Και τι πιο άπλη­στο, πιο αδιάν­τρο­πο, πιο κυνι­κό από τα μάτια του; Δεν βλέ­πει τους ανθρώ­πους ως ανθρώ­πους, ούτε τον ουρα­νό ως ουρα­νό, ούτε κανέ­να από τα επί­γεια πράγ­μα­τα όπως πραγ­μα­τι­κά είναι. Όλα τα βλέ­πει σαν χρή­μα και όλα τα μετρά­ει με το χρή­μα. Οι αλη­θι­νοί άνθρω­ποι βλέ­πουν τους φτω­χούς, εξαν­τλη­μέ­νους και συγ­κι­νούν­ται· οι πλε­ο­νέ­κτες βλέ­πουν τους φτω­χούς και αγριεύ­ουν. Οι αλη­θι­νοί άνθρω­ποι όχι μόνο δεν βάζουν στο μάτι τα ξένα πράγ­μα­τα, μα κι από τα δικά τους δίνουν σε όσους έχουν ανάγ­κη· οι πλε­ο­νέ­κτες δεν ησυ­χά­ζουν, ώσπου να αρπά­ξουν το βιός των άλλων και να το κάνουν δικό τους. Οι αλη­θι­νοί άνθρω­ποι δεν ανέ­χον­ται να δουν γυμνό τον πλη­σί­ον τους· οι πλε­ο­νέ­κτες, αν δεν τους γδύ­σουν όλους, δεν ικα­νο­ποιούν­ται· ή μάλ­λον, ούτε και τότε ικα­νο­ποιούν­ται.

Γι’ αυτό μπο­ρεί κανείς πως είναι όχι θηρία, μα κι απ’ αυτά πολύ χει­ρό­τε­ροι. Τα θηρία, βλέ­πε­τε, όταν χορ­τά­σουν απο­μα­κρύ­νον­ται από τα θύμα­τά τους, ενώ οι πλε­ο­νέ­κτες δεν έχουν χορ­τα­σμό. Τα θηρία, άλλω­στε είναι από τη φύση τους άγρια, ενώ οι πλε­ο­νέ­κτες μετα­βάλ­λουν θελη­μα­τι­κά τη φυσι­κή τους ημε­ρό­τη­τα σε αγριό­τη­τα. Τα στό­μα­τά τους ξερ­νούν δηλη­τή­ριο, όπως τα στό­μα­τα των φαρ­μα­κε­ρών φιδιών. Τα χέρια τους δεν κου­ρά­ζον­ται να κάνουν κακό στους άλλους. Όσο για τον νου τους, αν μπο­ρού­σε κανείς να τον εξε­τά­σει, θα τους ονό­μα­ζε όχι μόνο θηρία, αλλά και δαί­μο­νες· για­τί δεν κρύ­βουν μέσα τους παρά σκλη­ρό­τη­τα και μοχθη­ρία για κάθε συνάν­θρω­πο τους. Οι δαί­μο­νες μάλι­στα, σχε­δόν ποτέ δεν μπο­ρούν να βλά­ψουν έναν άνθρω­πο δίχως τη θέλη­ση και τη συνερ­γα­σία του ιδί­ου, ενώ οι πλε­ο­νέ­κτες πάν­τα βλά­πτουν το συνάν­θρω­πό τους χωρίς τη θέλη­σή του και παρά το γογ­γυ­σμό του. Όλους και όλα, ακό­μα και την ψυχή τους, θυσιά­ζουν στο βωμό του κέρ­δους. Άλλο τίπο­τα δεν σκέ­φτον­ται, άλλο τίπο­τα δεν τους ενδια­φέ­ρει, παρά μόνο το χρή­μα. Ούτε την Ουρά­νια Βασι­λεία ποθούν, ούτε την κόλα­ση φοβούν­ται, ούτε τους ανθρώ­πους ντρέ­πον­ται ούτε τον Θεό σέβον­ται. Τους νόμους τους κατα­πα­τούν, την τιμιό­τη­τα την περι­γε­λούν, το Ευαγ­γέ­λιο το περι­φρο­νούν, τη ζωή μετά τον θάνα­το τη θεω­ρούν ανύ­παρ­κτη.

Ώστε δεν υπάρ­χει, σοφέ μου πλε­ο­νέ­κτη, ζωή μετά τον θάνα­το; Δεν υπάρ­χει ούτε κρί­ση ούτε απο­λο­γία ούτε αντα­πό­δο­ση; «Όχι», θα μου πεις, για­τί έτσι σε συμ­φέ­ρει. Μήπως όμως δεν υπάρ­χει ούτε θάνα­τος; Μπο­ρείς να τον αμφι­σβη­τή­σεις κι αυτόν; Μολο­νό­τι πολύ θα το ήθε­λες, δεν μπο­ρείς. Πάρε το από­φα­ση λοι­πόν· ότι δεν θα αργή­σεις να πεθά­νεις. Βλέ­πεις τη μέλισ­σα; Σε όλη της τη ζωή εργά­ζε­ται φιλό­τι­μα, παρά­γον­τας το γλυ­κό και ωφέ­λι­μο μέλι. Σε όλη της τη ζωή κάνει το καλό. Μόλις, όμως, κάνει το κακό, μόλις κεν­τρί­σει άνθρω­πο ή ζώο, πεθαί­νει μαζί με το κεν­τρί της. Από τη μέλισ­σα μάθε να μη βλά­πτεις τον πλη­σί­ον· για­τί εσύ ο ίδιος θα πεθά­νεις πρώ­τος. Τον πλη­σί­ον θα τον βλά­ψεις και θα τον λυπή­σεις πρό­σκαι­ρα, εσύ όμως θα πεθά­νεις για πάν­τα.

Τα χρή­μα­τα λέγον­ται χρή­μα­τα, επει­δή χρη­σι­μεύ­ουν και χρη­σι­μο­ποιούν­ται, όταν πρέ­πει, για την ικα­νο­ποί­η­ση των βιο­τι­κών αναγ­κών μας. Σκο­πός μας, επο­μέ­νως, δεν είναι να απο­κτή­σου­με όσο το δυνα­τόν περισ­σό­τε­ρα, για­τί τότε ανα­τρέ­πε­ται η φυσιο­λο­γι­κή τάξη και αντί να τα ορί­ζου­με, υπο­τασ­σό­μα­στε σε αυτά. Η συγ­κέν­τρω­ση πλού­του είναι υπο­δού­λω­ση του λογι­κού ανθρώ­που στην άλο­γη ύλη. Φανε­ρώ­νει ακό­μη απι­στία στη Θεία πρό­νοια, αλλά και μεγά­λη ανο­η­σία. Ναι, ανο­η­σία. Ανόη­τος δεν είσαι, αφού όλα όσα με κάθε αθέ­μι­το μέσο απο­κτάς, θα τα εγκα­τα­λεί­ψεις έπει­τα από λίγο; «Μα θα μεί­νουν στα παι­διά μου», λες. Και τα παι­διά σου, όμως, θα εγκα­τα­λεί­ψουν τη γη ύστε­ρα από σένα. Τι λέω; Ίσως και πριν από εσέ­να…

Η αλή­θεια είναι ότι με τη συγ­κέν­τρω­ση πλού­του απο­βλέ­πεις στην ικα­νο­ποί­η­ση δύο φοβε­ρών παθών σου, της κενο­δο­ξί­ας και της φιλη­δο­νί­ας. Καμα­ρώ­νεις για τα μέγα­ρά σου, τα αμά­ξιά σου, τους υπη­ρέ­τες σου· ευχα­ρι­στιέ­σαι προ­κα­λών­τας τον θαυ­μα­σμό και τη ζήλεια των άλλων· παρα­δί­νε­σαι στις αισχρές επι­θυ­μί­ες· κυλιέ­σαι στη λάσπη της κραι­πά­λης και της ακο­λα­σί­ας. Να για­τί είσαι πλε­ο­νέ­κτης, να για­τί θέλεις να αρπά­ζεις το βιος των άλλων. Για να ικα­νο­ποιείς τα πάθη σου, δεν διστά­ζεις να πετάς στο δρό­μο και να ρίχνεις σε συμ­φο­ρές τους αδελ­φούς σου, τα μέλη του Χρι­στού, περι­φρο­νών­τας με αυτόν τον τρό­πο τον ίδιο τον Χρι­στό.

Είτε το πιστεύ­εις είτε όχι, η αιώ­νια κόλα­ση σε περι­μέ­νει, αν δεν μετα­νο­ή­σεις και δεν διορ­θω­θείς. Για­τί ο δίκαιος Θεός, που «ἀποδώ­σει ἑκάστῳ κατὰ ἔργα αὐτοῦ(:θα πλη­ρώ­σει τον καθέ­να κατά τα έργα του)»[Ρωμ. 2,6], δεν θα αφή­σει ατι­μώ­ρη­τη τη διπλή σου παρα­νο­μία, τόσο δηλα­δή την άδι­κη συνά­θροι­ση, όσο και την κακή χρή­ση του πλού­του. «θυμὸς καὶ ὀργή(: Ο θυμός και η οργή του Θεού)», γρά­φει ο Από­στο­λος Παύ­λος, «τοῖς πει­θο­μέ­νοις τῇ ἀδικίᾳ(:περι­μέ­νουν όσους υπη­ρε­τούν την αδι­κία)»[Ρωμ.2,8].Και πώς να μην προ­κα­λέ­σεις την οργή του Θεού, όταν από τη μια σκορ­πάς τα λεφτά σου στις πόρ­νες κι από την άλλη αδια­φο­ρείς για τους φτω­χούς; Κι αν ακό­μα όσα σπα­τα­λάς τα κέρ­δι­ζες με τον τίμιο κόπο σου, θα αμάρ­τα­νες βαριά αγο­ρά­ζον­τας με αυτά την ασέλ­γεια. Ε, ανα­λο­γί­σου πόσο αμαρ­τά­νεις τώρα, που την αγο­ρά­ζεις με άνο­μα κέρ­δη.

Για να απο­φύ­γεις, λοι­πόν, τη δίκαιη κατα­δί­κη από τον αδέ­κα­στο Κρι­τή, πάψε να πλου­τί­ζεις αθέ­μι­τα, αδι­κών­τας τους συναν­θρώ­πους σου. Στη ζωή αυτή έχεις τη δύνα­μη του χρή­μα­τος, την προ­στα­σία των αρχόν­των , την εύνοια των δικα­στών. Στην άλλη ζωή, όμως, τι θα έχεις; Εκεί θα σε ακο­λου­θούν μόνο οι αμαρ­τω­λές πρά­ξεις σου και οι στε­ναγ­μοί των αδι­κη­μέ­νων, που φτά­νουν ως τον υπε­ρου­ρά­νιο θρό­νο του Θεού και προ­κα­λούν την ευσπλα­χνία Του. Μακά­ρι να γνω­ρί­σεις κι εσύ την ανεί­κα­στη θεία ευσπλα­χνία με την έγκαι­ρη μετά­νοιά σου.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επι­μέ­λεια: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ :

  • Θέμα­τα ζωής, Από τις ομι­λί­ες του αγί­ου Ιωάν­νου του Χρυ­σο­στό­μου, τόμος Β΄, εκδό­σεις Ιεράς Μονής Παρα­κλή­του, Ωρω­πός Αττι­κής 2010, σελ. 51–63.

  • Π. Τρεμ­πέ­λα, Η Και­νή Δια­θή­κη με σύν­το­μη ερμη­νεία (από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2014.

  • Η Και­νή Δια­θή­κη, Κεί­με­νον και ερμη­νευ­τι­κή από­δο­σις υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τρια­κο­στή τρί­τη, Αθή­να 2009.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη κατά τους εβδο­μή­κον­τα, Κεί­με­νον και σύν­το­μος από­δο­σις του νοή­μα­τος υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2005.

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

Αρχιμ. Αθα­νά­σιος Μυτι­λη­ναί­ος (ΜΗΠΩΣ ΕΧΩ ΑΦΡΟΣΥΝΗ;)

Απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ομι­λία μακα­ρι­στού γέρον­τος Αθα­να­σί­ου Μυτι­λη­ναί­ου με θέμα:

«ΜΗΠΩΣ ΕΧΩ ΑΦΡΟΣΥΝΗ;»

[εκφω­νή­θη­κε στην Ιερά Μονή Κομνη­νεί­ου Λαρί­σης στις 22-11-1998]

[Β 387]

Είναι βαρύ να σου δίνει ο Θεός τον χαρα­κτη­ρι­σμό ότι είσαι άφρων, άμυα­λος, αγα­πη­τοί μου. Ο Θεός χαρα­κτη­ρί­ζει με επαί­νους τον άνθρω­πον, όταν είναι σωστός άνθρω­πος, όπως τον θέλει ο Θεός. Αλλά και απο­δί­δει βαρείς χαρα­κτη­ρι­σμούς, όταν ο άνθρω­πος έχει απο­κλί­νει από το θέλη­μα το δικό Του. Και τού­το φαί­νε­ται στην παρα­βο­λή του άφρο­νος πλου­σί­ου που ακού­σα­με σήμε­ρα, αγα­πη­τοί, στην ευαγ­γε­λι­κή μας περι­κο­πή.

Μας λέγει ο Κύριος στην παρα­βο­λή αυτή ότι ενός ανθρώ­που τα χωρά­φια εκεί­νη τη χρο­νιά είχαν εξαι­ρε­τι­κή ευφο­ρία. Και ο άνθρω­πος αυτός, σημειώ­νει, ήταν πλού­σιος. Έπε­σε λοι­πόν σε περί­σκε­ψη. Εσκέ­πτε­το πού θα μπο­ρού­σε να απο­θη­κεύ­σει την και­νού­ρια του σοδειά. Βλέ­πε­τε; Έπε­σε σε μέρι­μνα. Όπως βλέ­πε­τε, σε μέρι­μνα πέφτει και ο φτω­χός. Και ο φτω­χός και ο πλού­σιος. Και οι δύο κατη­γο­ρί­ες πέφτουν σε μία μέρι­μνα. Ο ένας λέει: «Τι θα φάω;». Ο άλλος λέγει: «Όλα αυτά που έχω, πώς θα τα φάω;».

Ωστό­σο, ο πλού­σιος, δεν σκέ­φτη­κε να δώσει από τη σοδειά της προ­η­γου­μέ­νης χρο­νιάς στους φτω­χούς, αλλά ήθε­λε να συγ­κεν­τρώ­σει ό,τι είχε σε και­νού­ριες απο­θή­κες. Τον πλού­σιο τον χαρα­κτη­ρί­ζει, τον πλού­σιον εννο­εί­ται της παρα­βο­λής, τον χαρα­κτη­ρί­ζει η φοβε­ρή φιλαυ­τία, η αγά­πη προς τον εαυ­τόν του. Και φαί­νε­ται αυτό από την λεκτι­κή δια­τύ­πω­ση της όλης παρα­βο­λής, με την επα­νά­λη­ψη της αντω­νυ­μί­ας «μου». «…Καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». Βλέ­πε­τε; «Τα αγα­θά μου. Τα δικά μου. Δεν με ενδια­φέ­ρει τι κάνουν οι άλλοι. Με ενδια­φέ­ρει τι κάνω εγώ. Πώς εγώ θα καλο­πε­ρά­σω». Ουδε­μία σκέ­ψις για φιλαν­θρω­πία, για παρου­σία πλη­σί­ον.

Όμως την νύχτα εκεί­νη που έκα­νε αυτές τις φίλαυ­τες σκέ­ψεις, όπως μας παρου­σιά­ζει ο Κύριος στην παρα­βο­λή, εμφα­νί­ζε­ται ο Θεός στον ύπνο του και του λέγει: «Ἂφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαι­τοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;». «Άμυα­λε, ἂφρον, άμυα­λε, αυτή τη νύχτα ζητά­νε την ψυχή σου -Ποιοι; Οι δαί­μο­νες- . Εκεί­να όλα που έχεις ετοι­μά­σει, σε ποιον θα μεί­νουν;».

Φοβε­ρή, αγα­πη­τοί μου, η φωνή του Θεού. Φοβε­ρός και ο χαρα­κτη­ρι­σμός «άφρων». Να σε πει ο Θεός «άφρων»… Μπο­ρού­με αλή­θεια να συλ­λά­βο­με να μας λέγει ο Θεός αυτόν τον χαρα­κτη­ρι­σμόν; Μπο­ρού­με να το συλ­λά­βο­με αυτό τι σημαί­νει; Αλλά τι σημαί­νει άφρων; Είναι το αντί­θε­τον του έμφρο­νος ανθρώ­που. Η αφρο­σύ­νη είναι το αντί­θε­τον της φρο­νή­σε­ως. Αυτός που δεν είναι συνε­τός, αυτός που δεν είναι φρό­νι­μος, αυτός είναι ο άφρων. Είναι από το στε­ρη­τι­κό α-, όπως λέμε στη Γραμ­μα­τι­κή, αλλά και της λέξε­ως «φρήν- φρε­νός», δηλα­δή μυα­λό, του μυα­λού, δηλα­δή χωρίς μυα­λό, χωρίς φρό­νη­ση, άμυα­λος.

Είναι γνω­στό ότι στον άνθρω­πον υπάρ­χουν τέσ­σε­ρις κεφα­λαιώ­δεις αρε­τές· από τις οποί­ες εκπη­γά­ζουν όλες οι αρε­τές. Πολ­λές φορές έχω ανα­φερ­θεί στις ομι­λί­ες μου γι’ αυτές τις κεφα­λαιώ­δεις αρε­τές. Δεν πει­ρά­ζει αν τις ξανα­πού­με, διό­τι ένα κήρυγ­μα δεν είναι ένα δια­κο­σμη­τι­κό στοι­χείο, αλλά είναι ένα μάθη­μα, είναι μία κατή­χη­ση. Και όπως ο εκπαι­δευ­τι­κός στο σχο­λειό λέει και ξανα­λέ­ει και ξανα­λέ­ει τα ίδια πράγ­μα­τα, με σκο­πό όχι να αρέ­σει εις τους μαθη­τάς του αλλά εκεί­να τα οποία λέγει να εμπε­δω­θούν εις την γνώ­σιν των μαθη­τών του. Είναι λοι­πόν η φρό­νη­σις, η σωφρο­σύ­νη, η ανδρεία και η δικαιο­σύ­νη. Αυτά τα τέσ­σε­ρα.

Λέγει εις το 4ο βιβλίο των Μακ­κα­βαί­ων, ανα­φε­ρό­με­νος εις αυτό το τετρά­πτυ­χον. Λέγει ‑είναι στο πρώ­το κεφά­λαιο στον 18ο στί­χο: «Τῆς δέ σοφί­ας ἰδέαι καθε­στή­κα­σι τέσ­σα­ρες, φρό­νη­σις καί δικαιο­σύ­νη καί ἀνδρεία καί σωφρο­σύ­νη». Πρέ­πει να πού­με ότι αυτές οι τέσ­σε­ρις κεφα­λαιώ­δεις αρε­τές, βρί­σκον­ται και εις τους παρ’ ἡμῖν σοφούς, τους Έλλη­νας σοφούς. Κι εκεί συναν­τού­με αυτές τις τέσ­σε­ρις κεφα­λαιώ­δεις αρε­τές.

Η φρό­νη­σις αντι­στοι­χεί εις την νόη­σιν, στο μυα­λό. Εξ ου και το «ἂφρον», άμυα­λε. Φρό­νι­μος εκεί­νος που έχει μυα­λό. Στην σωφρο­σύ­νη αντι­στοι­χεί το συναί­σθη­μα, η καρ­διά. Στην ανδρεία αντι­στοι­χεί η βού­λη­σις. Και στην δικαιο­σύ­νη, που και διά­κρι­σις λέγε­ται, υπάρ­χει εκ μέρους της, της δικαιο­σύ­νης, η ισο­στάθ­μι­σις των τριών πρώ­των. Όταν λέμε δικαιο­σύ­νη, πάν­τα εννο­ού­με μία ζυγα­ριά. Το σύμ­βο­λον της δικαιο­σύ­νης είναι η ζυγα­ριά. Είναι εκεί­νη η οποία, ξανα­λέ­γω, ισο­σταθ­μί­ζει την φρό­νη­ση, την σωφρο­σύ­νη και την ανδρεία. Τι θα πει «ισο­σταθ­μί­ζει»; Όχι το ένα να είναι πολύ μεγά­λο, το άλλο να είναι πολύ μικρό. Δηλα­δή σαν ένα τρί­γω­νο αν το θέλε­τε, ορθο­γώ­νιο τρί­γω­νο, που το ένα σκέ­λος να είναι πολύ μεγά­λο, φερει­πείν η νόη­σις, ενώ το από κάτω σκέ­λος να είναι πολύ μικρό, δηλα­δή ας πού­με η ανδρεία. Να έχεις γερό μυα­λό, αλλά να μην έχεις ανδρεία, πολ­λή εννο­εί­ται. Αλλά να έχεις μικρού­τσι­κη, να έχεις νηπιώ­δη ανδρεία. Έτσι η αρε­τή της δικαιο­σύ­νης ισο­σταθ­μί­ζει τις τρεις άλλες αρε­τές. Και επέρ­χε­ται μία ισορ­ρο­πία. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαν­τι­κόν.

Και τώρα να δού­με πώς εμφα­νί­ζε­ται η αφρο­σύ­νη, περί της οποί­ας και ο λόγος σήμε­ρα. Δημιουρ­γεί την πλά­νη ότι η ευτυ­χία βρί­σκε­ται στα πολ­λά. «Πω, ευτυ­χία! Ω πολ­λά, ω πολ­λά αγα­θά μου! Και πέρυ­σι μου ‘μει­ναν πάρα πολ­λά. Ίσως και από πρό­περ­σι. Και φέτος, πω, πολ­λά αγα­θά!». Έτσι λοι­πόν δημιουρ­γεί­ται αυτή η πλά­νη, πλά­νη, ότι η ευτυ­χία βρί­σκε­ται στα πολ­λά. Ότι αν δεν έχω χρή­μα­τα, όπως λέγει ο άγιος Κασ­σια­νός ο Ρωμαί­ος, και δυστυ­χώς ανα­φέ­ρε­ται σε κάποιον μονα­χόν, ο οποί­ος μάζευε χρή­μα­τα και τα έβα­ζε κάτω από μία σανί­δα του σανι­δέ­νιου πατώ­μα­τος του κελιού του, ότι «αν δεν έχω χρή­μα­τα ἀθλί­ως ἀποθα­νοῦμαι». Η φρά­σις είναι από κει. Ότι θα πεθά­νω άθλια. Προ­σέξ­τε, να κάνω μία διά­κρι­ση. Όχι βεβαί­ως το να πω στα παι­διά μου : «Παι­διά, κοι­τάξ­τε, ε, αυτά τα χρή­μα­τα τα έχω για την κηδεία μου»· ή: «Αυτό το σάβα­νο-που αγο­ρά­ζουν από τους Αγί­ους Τόπους- θα μου το βάλε­τε όταν θα με κηδεύ­σε­τε». Δεν εννο­ού­με αυτό το πράγ­μα. Κάθε άλλο. Δεν έχει καμία σχέ­ση.

Η εκου­σία πτω­χεία, η θελη­μα­τι­κή πτω­χεία είναι εκεί­νη που θερα­πεύ­ει το πράγ­μα. Αυτή δε, η εκου­σία πτω­χεία, είναι η πρώ­τη, κατά τους Πατέ­ρες, του κατα­λό­γου των αρε­τών. Ο Κύριος πώς άρχι­σε τους Μακα­ρι­σμούς Του; «Μακά­ριοι οἱ πτω­χοί τῷ πνεύ­μα­τι». Τι σημαί­νει αυτό; «Τῷ πνεύ­μα­τι» θα πει «εκεί­νοι που είναι φτω­χοί δια της ιδί­ας των προ­αι­ρέ­σε­ως». Θέλουν. Δεν είναι χαζοί. Δεν είναι κου­τοί. Δεν είναι ανί­κα­νοι να βγά­λουν χρή­μα­τα. Αλλά θέλουν να είναι πτω­χοί. Το για­τί; Για κάποιο σκο­πό. Φερει­πείν, διό­τι θέλω να εργα­στώ για την Βασι­λεία του Θεού. Όπως και η αγα­μία. Δεν είμαι ανί­κα­νος. Όπως θα ‘λεγε κάποιος: «Ξύσε με λιγά­κι, να δεις αν είμαι ανί­κα­νος». Αλλά για την Βασι­λεία του Θεού.

Λοι­πόν, «μακά­ριοι οἱ πτω­χοί τῷ πνεύ­μα­τι». Δηλα­δή δια της ιδί­ας των προ­αι­ρέ­σε­ως. Για­τί σ’ αυτούς ανή­κει η Βασι­λεία του Θεού. Αν θα ανοί­ξε­τε τα Άπαν­τα του αγί­ου Ισα­άκ του Σύρου, θα δεί­τε ότι πρώ­τη ομι­λία — η πρώ­τη, έχει πολ­λές ομι­λί­ες, 80–90 ομι­λί­ες έχει- η πρώ­τη ομι­λία ανα­φέ­ρε­ται εις την εκου­σί­αν, την θελη­μα­τι­κήν πτω­χεί­αν. Για­τί; Για­τί είναι η αφε­τη­ρία όλων των άλλων αρε­τών. Όχι βεβαί­ως ότι ένας πλού­σιος δεν μπο­ρεί να σωθεί. Αν και ο Κύριος είπε ότι ένας πλού­σιος δύσκο­λα μπαί­νει στην Βασι­λεία του Θεού, για­τί πλα­νά­ται από τα πράγ­μα­τα που έχει, από τον πλού­τον που έχει. Και τότε είπαν οι μαθη­ταί: «Α, τότε ποιος μπο­ρεί να σωθεί;». Και είπε ο Κύριος: «Εκεί­να που είναι αδύ­να­τα στους ανθρώ­πους, είναι δυνα­τά στον Θεό». Μπο­ρείς να είσαι πλού­σιος και να σωθείς. Όταν όμως είσαι ο φιλάν­θρω­πος, ο ελε­ή­μων, που δεν εμπο­δί­ζε­σαι να κάνεις το αγα­θόν. Και δεν κολ­λά­ει η καρ­διά σου στα υλι­κά αγα­θά.

Έτσι λοι­πόν εκεί­νος ο οποί­ος είναι πλε­ο­νέ­κτης, θέλει να μαζέ­ψει, στο βάθος είναι υπε­ρή­φα­νος. Έχει αλα­ζο­νεία του σώμα­τος. Ξέρε­τε εκεί­νος που δεν νηστεύ­ει, έχει την αλα­ζο­νεία του σώμα­τος, όχι του πνεύ­μα­τος. Η αλα­ζο­νεία του σώμα­τος είναι «Εγώ τρώ­γω, θέλω να θρέ­ψω το σώμα μου». Αντι­θέ­τως, η νηστεία είναι η ταπεί­νω­ση του σώμα­τος. Δηλα­δή ταπει­νώ­νω το σώμα μου με του να του δώσω… ε, μέτρια τρο­φή, και στην ποσό­τη­τα και στην ποιό­τη­τα. Η νηστεία λοι­πόν σπά­ζει αυτήν την αλα­ζο­νεία του σώμα­τος. Εξάλ­λου η πλε­ο­νε­ξία οδή­γη­σε τον Κύριον να πει την παρα­βο­λή του άφρο­νος πλου­σί­ου. Είχε μία συζή­τη­ση προ­η­γου­μέ­νως. Και ο Κύριος για να δεί­ξει τα πράγ­μα­τα, είπε την παρα­βο­λή του άφρο­νος πλου­σί­ου. Αυτή Του έδω­σε την αφορ­μή.

Και είπε: «Ὁρᾶτε καί φυλάσ­σε­σθε ἀπό πάσης πλε­ο­νε­ξί­ας· ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισ­σεύ­ειν τινί ἡ ζωή αὐτοῦ ἐστίν ἐκ τῶν ὑπαρ­χόν­των αὐτῷ». Προ­σέ­χε­τε, φυλά­γε­σθε, μη νομί­σε­τε ότι θα απο­κτή­σεις περίσ­σια ζωή από τα πολ­λά σου αγα­θά. Είναι η πλά­νη που σας ανέ­φε­ρα ότι ο άνθρω­πος εκεί κινεί­ται. Πλα­νά­ται. Το μέτρο ποιο είναι; Μας το λέγει ο Από­στο­λος Παύ­λος: «Ἡ εὐσέβεια μετ’ αὐταρ­κεί­ας». «Να είσαι ευσε­βής με εκεί­να που έχεις. Να είσαι και ευσε­βής και με εκεί­να που έχεις. Να περιο­ρί­ζε­σαι». «Ἔχον­τες -λέει ο Από­στο­λος Παύ­λος, να ολο­κλη­ρώ­σω- σκε­πά­σμα­τα καί δια­τρο­φάς, τού­τοις ἀρκε­σθη­σό­με­θα». Τα σκε­πά­σμα­τα ποια είναι; Τα ρού­χα που φορού­με. Το καλο­καί­ρι, κατά τον Μέγα Βασί­λειο, βάζο­με ελα­φρά ρού­χα, τον χει­μώ­να βάζο­με θερ­μά ρού­χα. Και παρα­πα­νί­σια. Σκέ­πα­σμα είναι ακό­μη και η σκε­πή, τα κερα­μί­δια. Δηλα­δή το σπι­τά­κι μας. Το σπί­τι μας, ο ιμα­τι­σμός μας. «Ἒχον­τες», λέει, «καί δια­τρο­φάς». Έχο­με να φάμε. Δόξα τω Θεώ. Μη γυρεύ­ο­με να γίνο­με πλού­σιοι. Για­τί εκεί­νο που γυρεύ­ουν να γίνουν πλού­σιοι και τα πάν­τα μηχα­νεύ­ον­ται για τού­το, πέφτουν, λέει, σε παγί­δες και μπή­γουν, λέει ο Από­στο­λος Παύ­λος, στο σώμα τους καρ­φιά και τον καρ­φώ­νουν τον εαυ­τόν τους. Πράγ­μα­τι, ο πλού­σιος έχει πολ­λήν μέρι­μνα, πολύ περισ­σο­τέ­ρα από τον φτω­χόν. Ναι. Αλλά σχε­δόν καθό­λου δεν έχει μέρι­μνα εκεί­νος που αρκεί­ται στα λίγα και έχει το μερο­κά­μα­τό του κ.ο.κ.

Στην αφρο­σύ­νη, περί της οποί­ας, πάν­τα υπεν­θυ­μί­ζω, ο λόγος, απου­σιά­ζει η αντί­λη­ψις του πλη­σί­ον. Είναι ένα άλλο σημείο αυτό. «Καλά, υπάρ­χουν άλλοι άνθρω­ποι;». Ναι, άνθρω­πε. Υπάρ­χουν κι άλλοι άνθρω­ποι. «Υπάρ­χουν κι άλλοι άνθρω­ποι;». Ξέρε­τε τι λέγω; «Αχ, εμείς έχο­με το καλο­ρι­φέρ μας, έχο­με να φάμε, έχο­με το τρα­πέ­ζι μας, τα ρού­χα μας. Πόσοι άνθρω­ποι αυτή την στιγ­μή σε όλο τον κόσμο και μάλι­στα στο βόρειο ημι­σφαί­ριο, που τώρα έχο­με χει­μώ­να, κοι­μών­ται κάτω από τα γεφύ­ρια των ποτα­μών! Στο Παρί­σι, κάτω από τα γεφύ­ρια του Σηκουά­να. Εκεί κοι­μών­ται φτω­χοί. Στο Λον­δί­νο, κάτω από το ποτά­μι του Τάμε­ση, κοι­μών­ται εκεί στα γεφύ­ρια από κάτω, κοι­μών­ται φτω­χοί… Στις μισο­τε­λειω­μέ­νες οικο­δο­μές, κοι­μών­ται φτω­χοί και πει­να­σμέ­νοι». Δεν είναι γνω­στό αυτό; Και είναι, θα λέγα­με, τεί­χη αδια­πέ­ρα­στα, επει­δή ο νους νοσεί, η παρου­σία των φτω­χών. Δεν κατα­λα­βαί­νει τίπο­τα. Τεί­χη αδια­πέ­ρα­στα. Επει­δή ο νους νοσεί. Και η φρό­νη­σις, αυτό το θαυ­μά­σιο προ­ϊ­όν του νου, είναι σχε­δόν ανύ­παρ­κτη. Για­τί είμα­στε άφρο­νες…Έτσι η ελεη­μο­σύ­νη και η κοι­νω­νι­κή αντί­λη­ψις δεν μπο­ρούν να ανα­πτυ­χθούν.

Ακό­μη στην αφρο­σύ­νη γεν­νιέ­ται η αντί­λη­ψις ότι «Όλοι μπο­ρούν να πεθά­νουν εκτός από μένα». Πέθα­νε ο τάδε. «Ε, πέθα­νε αυτός. Δεν πέθα­να εγώ». Έτσι δημιουρ­γεί­ται η πλά­νη ότι «όλοι μπο­ρούν να πεθά­νουν εκτός από μένα». Ο θάνα­τος δια τον τέτοιον άνθρω­πο, τον άφρο­να, να βάλει μυα­λό, δεν υπάρ­χει, δεν υπάρ­χει θάνα­τος. Έτσι δεν υπε­λό­γι­σε και ο πλού­σιος της παρα­βο­λής ότι μπο­ρού­σε να πεθά­νει. «Α», λέγει, «έχεις ‘’ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά‘’. Έχεις ζωή μπρο­στά σου». Και έρχε­ται η έκπλη­ξη ότι «ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαι­τοῦσιν ἀπὸ σοῦ». Φοβε­ρό! Ο τόνος πέφτει σ’ αυτό το «ταύτῃ τῇ νυκτὶ», από­ψε, από­ψε θα πεθά­νεις! Σε όλους μας, συμ­βαί­νει, αγα­πη­τοί μου, αυτό. Ότι δεν θα πεθά­νο­με. Αν το προ­σέ­ξε­τε… βέβαια υπάρ­χει μία εσω­τά­τη ερμη­νεία, ότι ο Θεός έκα­νε τον άνθρω­πο για την αθα­να­σία. Γι΄αυτό δεν πιστεύ­ει στον θάνα­το. Εσω­τά­τη ερμη­νεία. Όμως εδώ έχο­με την περί­πτω­ση ότι δεν πεθαί­νω για να απο­λαύ­σω τα αγα­θά μου. Ο νους λέγει: «Θα πεθά­νεις. Είναι λογι­κό. Αφού όλοι πεθαί­νουν». Η καρ­διά λέγει: «Όχι, δεν θα πεθά­νεις».

Κι ακό­μη μία πλά­νη. Στην αφρο­σύ­νη καλ­λιερ­γεί­ται η ολε­θρία αντί­λη­ψις ότι δεν υπάρ­χει άλλη ζωή. «Και ποιος πήγε και είδε και γύρι­σε για να μας πει ότι υπάρ­χει και άλλη ζωή;». Η αντί­λη­ψις αυτή είναι πραγ­μα­τι­κά μία καθα­ρή αυτο­κτο­νία της υπάρ­ξε­ώς μας. Αφού υπάρ­χει; Εσύ λες ότι δεν υπάρ­χει. Δεν αυτο­κτο­νείς; Δηλα­δή δεν πορεύ­ε­σαι προς την αιω­νία τιμω­ρία και την αιω­νία κόλα­ση; Κι όμως πολ­λοί έτσι θέλουν να σκέ­πτον­ται: «Δεν υπάρ­χει άλλη ζωή. Ό,τι φας και ό,τι πιεις. Αυτό είναι η ζωή. Τίποτ’ άλλο παρα­κά­τω». Ένας χον­τρός υλι­σμός. Στο βάθρο, αγα­πη­τοί μου, του αγάλ­μα­τος του Σαρ­δα­νά­πα­λου, του τελευ­ταί­ου βασι­λιά των Ασσυ­ρί­ων, ο ίδιος έδω­σε εντο­λή να γρά­ψουν από κάτω την εξής επι­γρα­φή: «Δια­βά­τη, η ζωή είναι ό,τι φας και ό,τι πιεις και ό,τι αφρο­δι­σιά­σεις». «Αφρο­δι­σιά­ζω» θα πει συνέρ­χο­μαι και κάνω γενε­τή­σιαν πρά­ξιν, ερω­τι­κή ζωή. Δηλα­δή να φας, να πιεις και να ασκή­σεις και τον έρω­τα. Και να φαν­τα­στεί­τε ότι ο Σαρ­δα­νά­πα­λος ήταν σε… υπερ­θε­τι­κόν βαθ­μόν ομο­φυ­λό­φι­λος. Αυτο­κρά­τωρ… Και φορού­σε γυναι­κεία ενδύ­μα­τα εμφα­νι­ζό­με­νος στον λαό… Φρι­κτές κατα­στά­σεις! Τέλος πάν­των…Και αυτός ο λαν­θα­σμέ­νος πνευ­μα­τι­κός προ­σα­να­το­λι­σμός, δίδε­ται και δια­δί­δε­ται, «είναι γνω­στό ότι δεν υπάρ­χει άλλη ζωή, άφθο­να και από τον τύπο και από τα Μαζι­κά Μέσα Ενη­με­ρώ­σε­ως. «Τι υπάρ­χει παρα­κά­τω; Τίπο­τα. Πού θα πάμε; Στα αστέ­ρια θα πάμε; Στ’ αστέ­ρια, ξέρω ‘γω; Και μετά τι θα κάνου­με; Τίπο­τα».

Στην συνέ­χεια της φωνής του Θεού, αγα­πη­τοί μου, στον άφρο­να πλού­σιο, είναι: «Ἅ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;». «Εκεί­να που ετοί­μα­σες, ποια­νού θα μεί­νουν;». Χμ, πράγ­μα­τι, έρχον­ται οι κλη­ρο­νό­μοι να πουν αυτό που λέει ο λαός: «Φασού­λι το φασού­λι ο θανών». Δηλα­δή μαζεύ­ει φασο­λά­κι-φασο­λά­κι εκεί­νος που θέλει να κάνει περιου­σία. «Φασού­λι το φασού­λι ο θανών… Φασου­λά­δα ο κλη­ρο­νο­μών!». Τα παίρ­νει όλα ο κλη­ρο­νο­μών και τα τρώ­ει. Πραγ­μα­τι­κά, πραγ­μα­τι­κά, μαζεύ­εις άνθρω­πε, μαζεύ­εις, για ποιους; Για τα παι­διά σου; Για τα ανί­ψια σου; Να θα τα φάνε. Εσύ μαζεύ­εις φασό­λι-φασό­λι, αυτοί θα κάνουν φασο­λά­δα για όλα μαζί. Δηλα­δή θα τα φάνε όλα. Πόσο ανόη­τος, αλή­θεια, είναι ο άνθρω­πος!

Όταν όμως τρέ­φε­ται με αυτόν τον τρό­πο η αφρο­σύ­νη, η αμυα­λο­σύ­νη, τότε γεν­νά­ει ένα τέρας, που λέγε­ται αθε­ΐα. Για έναν τέτοιον άφρο­να λέγει ο Ψαλ­μω­δός στον 13ο Ψαλ­μό: «Εἶπεν ἄφρων ἐν καρ­δίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός». Ποιος είπε δεν υπάρ­χει Θεός; Ο άφρων, ο άμυα­λος άνθρω­πος. Ναι. Η απου­σία της φρο­νή­σε­ως γεν­νά την αθε­ΐα· διό­τι αυτή η ίδια η φύσις, η αισθη­τή φύσις, είναι εκεί­νη η οποία μπο­ρεί να μας ανοί­ξει σαν βιβλίο να μάθο­με Ποιος την δημιούρ­γη­σε. Και συ λες «Δεν υπάρ­χει Θεός»; Κι εσύ λες ότι όλα ‘γίναν τυχαία; Τυχαία; Τυχαία; Τι τυχαί­ον υπάρ­χει; Και λες ότι όλα αυτά είναι μόνα τους που έχου­νε γίνει; Μόνα τους; Αυτό­μα­τος γένε­σις;(με ένα ‑ν-). Δηλα­δή έχουν γίνει όλα μόνα τους; Είσαι άφρων. Είσαι άφρων! «Μα, είμαι σοφός επι­στή­μων». Είσαι άφρων! Είσαι άμυα­λος άνθρω­πος. Η απου­σία λοι­πόν της φρο­νή­σε­ως οδη­γεί και εις αυτήν την αθε­ΐ­αν.

Ο άθε­ος είναι άφρων καθ’ όλο το μήκος και πλά­τος και ύψος που υπάρ­χει γύρω του. Ο άθε­ος δεν έχει «σώας τάς φρέ­νας». Βάζω το «σώας τάς φρέ­νας» εντός εισα­γω­γι­κών. Δηλα­δή δεν είναι τρε­λός για το τρε­λο­κο­μείο. Αλλά είναι τρε­λός όμως. Είναι άφρων. Είναι άμυα­λος. Για­τί η αθε­ΐα είναι ένας παρα­λο­γι­σμός. Λέγει ο Μέγας Βασί­λειος: «Τούτῳ γάρ τῷ ἄφρο­νι εἶπεν ὁ Θεός δια τήν ἐνυπάρ­χου­σαν αὐτῷ ἀθεΐ­αν». Του είπε, λέγει, ο Θεός, τον ονό­μα­σε άφρο­να, επει­δή μες στην ψυχή του έβλε­πε ο Θεός ότι υπάρ­χει αθε­ΐα. Και η αφρο­σύ­νη δυστυ­χώς σήμε­ρα είναι πολύ απλω­μέ­νη. Πρέ­πει να το πού­με αυτό, εάν είμε­θα ειλι­κρι­νείς. Λέει ο Ψαλ­μω­δός πάλι: «Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέ­κυ­ψεν –Ο Κύριος, λέει, από τον ουρα­νό έσκυ­ψε να δει. Σαν να είναι ένα πάτω­μα και βγαί­νει από ένα παρά­θυ­ρο ο Θεός. Δηλα­δή είναι μία ωραία εικό­να αυτό- ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώ­πων τοῦ ἰδεῖν- να δει τους ανθρώ­πους- εἰ ἔστι συνιὼν ἢ ἐκζητῶν τὸν Θεόν-αν υπάρ­χει κάποιος που να έχει μυα­λό. Αν υπάρ­χει κάποιος που επι­τέ­λους να ψάχνει να βρει τον Θεό-. Πάν­τες ἐξέκλι­ναν -Όλοι πήραν τον στρα­βό δρό­μο-, ἅμα ἠχρειώ­θη­σαν -συγ­χρό­νως έγι­ναν και αχρεί­οι-, οὐκ ἔστι ποιῶν χρη­στό­τη­τα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός». «Δεν υπάρ­χει άνθρω­πος να ποιεί χρη­στό­τη­τα(το χρη- με ήτα, δηλα­δή αγα­θό πράγ­μα-. Μέχρις ενός!», λέει στον 13ο Ψαλ­μό ο Δαβίδ.

Αγα­πη­τοί, μεγά­λη συμ­φο­ρά η έλλει­ψις φρο­νή­σε­ως. Ο Θεός μάς έδω­σε τον νου· να είναι προ­σα­να­το­λι­σμέ­νος πάν­το­τε σε ό,τι είναι αλη­θι­νό, πραγ­μα­τι­κό και συμ­φέ­ρον. Και μας αγα­πά. Και βοά προς ημάς: «Δρά­ξα­σθε παι­δεί­ας-‘’δράτ­το­μαι με την φού­χτα μου’’. Φου­χτιά­σα­τε, λέει, την παι­δεία-, μήπο­τε ὀργι­σθῇ Κύριος καὶ ἀπολεῖσθε ἐξ ὁδοῦ δικαί­ας», λέει στον 2ο Ψαλ­μό. Ποια είναι αυτή η Παι­δεία; Είναι ένα από τα πολ­λά ονό­μα­τα του δευ­τέ­ρου προ­σώ­που της Αγί­ας Τριά­δος. Όπως είναι και το όνο­μα Σοφία. Έτσι λοι­πόν, μας λέει εδώ: «Αρπάξ­τε τον Χρι­στόν. Μήπο­τε ὀργι­σθῇ ο Κύριος. Για­τί Εκεί­νος θα σας δώσει την φρό­νη­σιν». Ναι. Λέει στο βιβλίο των Παροι­μιών: «Ὁ ἐνδε­ής ταῖς φρε­σίν ἐκκλι­νά­τω πρός με». Μιλά­ει ο Παροι­μια­στής εξ ονό­μα­τος της Ενυ­πο­στά­του Σοφί­ας. «Εκεί­νος που είναι φτω­χός», λέει, «στο μυα­λό, ας έρθει κον­τά μου να απο­κτή­σει φρό­νη­σιν».

Τι είναι φρό­νη­σις; «Γνῶσις - λέγει ο άγιος Πέτρος ο Δαμα­σκη­νός- τῶν τε ποι­η­τέ­ων καί οὐ ποι­η­τέ­ων, καί ἐγρή­γορ­σις νοῦ». Τι πρέ­πει να κάνω; Τι δεν πρέ­πει να κάνω; Και η εγρή­γορ­ση του νου, το ξύπνιο του νου. Και ποιος μας δίνει την φρό­νη­ση; Η Ενυ­πό­στα­τος Σοφία του Θεού. Τότε θα έχο­με την αλη­θι­νή φρό­νη­ση και όχι την κοσμι­κή φρό­νη­ση, όπως ο πλού­σιος της παρα­βο­λής. Την φρό­νη­ση εκεί­νη που δεί­χνει κυριό­τα­τα την Βασι­λεία του Θεού. Όλα τα άλλα είναι σχε­τι­κά. Η αφρο­σύ­νη ποτέ, αγα­πη­τοί μου, μην κυριεύ­σει την καρ­διά μας. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απρο­σμέ­τρη­τη ευγνω­μο­σύ­νη στον πνευ­μα­τι­κό μας καθο­δη­γη­τή  μακα­ρι­στό γέρον­τα Αθα­νά­σιο Μυτι­λη­ναίο,

ψηφιο­ποί­η­ση και επι­μέ­λεια της απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νης ομι­λί­ας: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απο­μα­γνη­το­φώ­νη­ση ομι­λί­ας δια χει­ρός του αξιο­τί­μου κ. Αθα­να­σί­ου Κ.

  • http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_779.mp3

Αρχιμ. Αθα­νά­σιος Μυτι­λη­ναί­ος (Η ΦΡΟΝΗΣΙΣ)

Απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ομι­λία μακα­ρι­στού γέρον­τος Αθα­να­σί­ου Μυτι­λη­ναί­ου με θέμα:

«Η ΦΡΟΝΗΣΙΣ»

[εκφω­νή­θη­κε στην Ιερά Μονή Κομνη­νεί­ου Λαρί­σης στις 17-11-1996]

[Β 348] (Έκδο­σις Β΄)

Την αφορ­μή, αγα­πη­τοί μου, της παρα­βο­λής του άφρο­νος πλου­σί­ου, που ακού­σα­με σήμε­ρα ως ευαγ­γε­λι­κή περι­κο­πή, έδω­σε κάποιος νεα­ρός, που ζήτη­σε από τον Κύριον να στα­θεί μερι­στής της πατρι­κής περιου­σί­ας. Μετα­ξύ αυτού και του μεγα­λυ­τέ­ρου του αδελ­φού. Ο Κύριος φυσι­κά αρνή­θη­κε. «Ποιος», λέει, «με έβα­λε μερι­στήν σας ή δικα­στήν σας;» κ.λπ. Διέ­κρι­νε όμως στον νεα­ρόν αυτόν μία πλε­ο­νε­ξία· που ερχό­ταν να αντι­με­τω­πί­σει την πλε­ο­νε­ξία του μεγα­λυ­τέ­ρου αδελ­φού. Βλέ­πε­τε, ήρθαν σε σύγ­κρου­ση δύο πλε­ο­νε­ξί­ες. Κατά τον νόμο, βέβαια, ο μεγα­λύ­τε­ρος έπαιρ­νε μεγα­λύ­τε­ρο μερί­διο, επει­δή υπο­τί­θε­ται ότι αυτός κρα­τού­σε τους γονείς του. Όμως στο βάθος ήταν σύγ­κρου­σις δύο πλε­ο­νε­ξιών.

Τότε ο Κύριος, αφού διέ­κρι­νε αυτό το πάθος και μάζε­ψε και τον κόσμο γύρω, για­τί αντε­λή­φθη­σαν περί τίνος επρό­κει­το, είπε την παρα­βο­λήν του άφρο­νος πλου­σί­ου, που, όπως σας είπα, ακού­σα­με σήμε­ρα, για να δεί­ξει πόσο φοβε­ρό πάθος είναι η φιλαρ­γυ­ρία. Η φιλαρ­γυ­ρία, όχι με την έννοια που λέμε σήμε­ρα, της τσιγ­κου­νιάς, αλλά με την έννοια της αγά­πης προς τα χρή­μα­τα. Αυτό που λέμε εμείς σήμε­ρα η φιλο­χρη­μα­τία. Να αγα­πά­ει κανείς τα χρή­μα­τα. Και έρχε­ται βέβαια να συν­δρά­μει σε αυτό το πάθος και η πλε­ο­νε­ξία.

Η παρα­βο­λή είναι κατά­φορ­τη βέβαια από σπου­δαιό­τα­τα νοή­μα­τα, αλλά εμείς θα μεί­νου­με μόνο σε έναν χαρα­κτη­ρι­σμό που έδω­σε ο Κύριος, που δίδει μάλ­λον ο Θεός, όπως φαί­νε­ται μες στην παρα­βο­λή, εις τον πλε­ο­νέ­κτη και ανε­λε­ή­μο­να εκεί­νον πλού­σιον. Τον απε­κά­λε­σε ο Ίδιος ο Θεός, «ἂφρο­να». Τι του είπε; «Ἂφρον», «Άμυα­λε, που δεν έχεις μυα­λό. Εγώ σε έκα­να κατ’ εικό­να δική μου. Κι εσύ δεν έχεις μυα­λό». «Ἂφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαι­τοῦσιν ἀπὸ σοῦ ‑Ποιοι απαι­τούν; Οι δαί­μο­νες-·ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;». «Εκεί­να δε τα οποία έχεις ετοι­μά­σει, κατά το ‘’Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, κι εκεί θα βάλω τα γεν­νή­μα­τά μου και θα πω εις την ψυχήν μου: ‘’Ψυχή μου έχεις για πολ­λά χρό­νια να φας και να πιεις. Φάγε, πίε, εὐφραίνου ἀναπαύου ’’, όλα αυτά τι θα γίνουν;».

Αν προ­σέ­ξο­με, ο χαρα­κτη­ρι­σμός του «ἂφρο­νος», είναι φοβε­ρός. Και αλί­μο­νο στον άνθρω­πο που δεν έχει βέβαια φρό­νη­ση. Καλό θα ήταν όμως να δού­με αυτήν την αρε­τήν της φρο­νή­σε­ως, σαν πράγ­μα­τι αρε­τή αναγ­καιο­τά­τη.

Τι είναι η φρό­νη­σις; Πριν απαν­τή­σο­με, θα λέγα­με ότι είναι η πρώ­τη και κορυ­φαία, μαζί με άλλες τρεις αρε­τές, που συνι­στούν την βάσιν και το κεφα­λά­ρι και την πηγή όλων των αρε­τών, που οφεί­λουν να κοσμούν τον άνθρω­πον. Αυτές είναι: Η φρό­νη­σις, η σωφρο­σύ­νη, η ανδρεία και η δικαιο­σύ­νη.

Η φρό­νη­σις ανα­φέ­ρε­ται εις την περιο­χήν της νοή­σε­ως. Η σωφρο­σύ­νη ανα­φέ­ρε­ται στην περιο­χή της καρ­δί­ας και του συναι­σθή­μα­τος. Η ανδρεία κινεί­ται στην περιο­χή της βου­λή­σε­ως. Σ’ αυτό το τρι­με­ρές, θα λέγα­με, της ψυχής, τρεις συμ­πε­ρι­φο­ρές της ψυχής. Και η δικαιο­σύ­νη, δεν είναι η γνω­στή μας δικαιο­σύ­νη. Είναι η αρε­τή της δια­κρί­σε­ως· η οποία ισο­σταθ­μί­ζει και θέτει σε αρμο­νία τις τρεις πρώ­τες αρε­τές. Να μην είναι μία από τις τρεις ανα­φερ­θεί­σες περισ­σό­τε­ρο ή ολι­γό­τε­ρο από κάποιαν άλλη. Αλλά πρέ­πει να είναι ισο­σταθ­μι­σμέ­νες. Αυτή είναι η δικαιο­σύ­νη: η διά­κρι­σις να έχουν ίσον ύψος, ισο­ϋ­ψείς αρε­τές.

Λοι­πόν, τι είναι η φρό­νη­σις; Συν­δέ­ε­ται βέβαια με την ευφυ­ΐα. Αλλά δεν είναι η ευφυ­ΐα. Συν­δέ­ε­ται και με την σοφία. Αλλά δεν είναι η σοφία. Λέγει ο Μέγας Βασί­λειος: «Διπλοῦν ἐστὶν τὸ τῆς φρο­νή­σε­ως ὄνομα(:Το όνομα, λέγει, της φρο­νή­σε­ως είναι διπλοῦν). Ἡ μὲν γὰρ τὶς ἐστὶν φυλακὴ τοῦ οἰκεί­ου συμ­φέ­ρον­τος, οἶα ἡ τοῦ ὄφεως, τὴν κεφαλὴν ἑαυτοῦ συν­τη­ροῦντος». «Η μία», λέγει, «πλευ­ρά της φρο­νή­σε­ως είναι εκεί­νη η οποία φρον­τί­ζει δια τα ίδια συμ­φέ­ρον­τα. Όπως ο όφις, ήταν», λέει, «φρο­νι­μό­τα­τος», δηλα­δή είχε μυα­λό. Αυτό θα πει. Και ήταν το φρο­νι­μό­τε­ρον ζώον μέσα εις τον Παρά­δει­σον. Και είναι γνω­στό ότι το φίδι, όταν αντι­λη­φθεί κίν­δυ­νον, προ­σπα­θεί να περι­σώ­σει την κεφα­λή. Διό­τι αν κοπεί ένα μέρος της ουράς, ξανα­γί­νε­ται. Ενώ όταν συν­τρι­βεί η κεφα­λή, τελεί­ω­σε. Γι’ αυτό λοι­πόν η φρό­νη­σις ανα­φέ­ρε­ται εις το ίδιον συμ­φέ­ρον. Δηλα­δή εις την ιδί­αν ύπαρ­ξιν, εις την συν­τή­ρη­σιν της ιδί­ας υπάρ­ξε­ως. «…ἡ δὲ ἀληθὴς φρό­νη­σις- συνε­χί­ζει ο Μέγας Βασί­λειος- διά­γνω­σις ἐστὶν τῶν ποι­η­τέ­ων καὶ οὐ ποι­η­τέ­ων». «Αλλά τι είναι», λέγει, «η αλη­θής φρό­νη­σις; Η άλλη πλευ­ρά. Το να δια­κρί­νει κανείς, να δια­γνώ­σει κανείς, τι πρέ­πει να κάνει και τι δεν πρέ­πει να κάνει»- ᾗ (:τῇ ὁποίᾳ) ὁ ἀκολουθῶν οὐδέπο­τε τῷ τῆς κακί­ας περι­πα­ρή­σε­ται». «Αν κανείς ακο­λου­θεί την φρό­νη­σιν, ποτέ», λέει, «δεν θα εμπλα­κεί σε ατυ­χή­μα­τα» (του ρήμα­τος «περι­πεί­ρω»). Σπου­δαίο αυτό. Να ξέρεις πώς θα κανο­νί­σεις τα πράγ­μα­τα. Δηλα­δή είναι ο ρυθ­μι­στής και της ευφυ­ΐ­ας, θα έλε­γα ακό­μα, και της σοφί­ας. Η σοφία ξέρε­τε πώς δύνα­ται να χαρα­κτη­ρι­στεί; Σαν μία απο­θή­κη με πλού­σιον υλι­κόν. Με ένα ντε­πό­ζι­το γεμά­το, ας πού­με, πετρέ­λαιο για την σόμπα, να το πω έτσι. Τι είναι εκεί­νο που θα ρυθ­μί­σει πώς θα χρη­σι­μο­ποι­η­θεί αυτό το υλι­κό; Λέμε, στο αυτο­κί­νη­το ή στη σόμπα πετρε­λαί­ου, είναι το καρ­πυ­ρα­τέρ κ.τ.λ. Αυτό θα ρυθ­μί­σει. Αυτό λοι­πόν λέγε­ται φρό­νη­σις: πώς θα ρυθ­μί­σω την υπάρ­χου­σα εις εμέ­να ευφυ­ΐα, την υπάρ­χου­σα εις εμέ­να σοφία.

Ακό­μη, η «Προς Διό­γνη­τον» επι­στο­λή, είναι ένα αρχαίο βιβλίο, πολύ αρχαίο, συνι­στά το εξής: «Ἴδε (: «Δες», λέει) μὴ μόνον τοῖς ὀφθαλ­μοῖς, ἀλλὰ καὶ τῇ φρο­νή­σει». «Να μη βλέ­πεις μόνο με τα μάτια, αλλά να βλέ­πεις και με τη φρό­νη­ση. Όχι όπως βλέ­πεις τα πράγ­μα­τα. Αλλά όπως η φρό­νη­σή σου σού υπα­γο­ρεύ­ει». Είναι. άρα, η φρό­νη­σις οι έσω οφθαλ­μοί της ψυχής. Τι είναι η φρό­νη­σις; Ο νους, τα μάτια της ψυχής.

Την φρό­νη­σιν, ο Μεθό­διος Ολύμ­που την απο­κα­λεί «διο­ρα­τικὸν ὀφθαλ­μόν». Να μπο­ρείς να είσαι διο­ρα­τι­κός και να βλέ­πεις πιο πέρα από εκεί­νο το οποίο δεν φαί­νε­ται. Ο δε Κλή­μης ο Αλε­ξαν­δρεύς λέγει ότι είναι «δύνα­μις ψυχῆς θεω­ρη­τικὴ τῶν ὄντων». Είναι μία δύνα­μις της ψυχής, που μπο­ρεί να δια­κρί­νει τις δια­φο­ρές. Ακό­μη, κατά τον αυτόν, Κλη­μέν­τα, είναι πολυ­με­ρής. Έχει πολ­λές πλευ­ρές. Και παίρ­νει ποι­κί­λα ονό­μα­τα: «Νόη­σις», «γνῶσις τε καὶ σοφία καὶ ἐπιστή­μη», «πίστις», «δόξα ὀρθή», «τέχνη», «ἐμπει­ρία». Όλα μαζί κάνουν αυτό που λέμε φρό­νη­ση. Ή, ανα­λυο­μέ­νη η φρό­νη­σις, δίδει αυτές τις επι­μέ­ρους θέσεις.

Η φρό­νη­σις είναι η πρώ­τη αρε­τή, όπως σας είπα. Αλλά και η συνι­στα­μέ­νη και ο καρ­πός των άλλων αρε­τών. Α, επί παρα­δείγ­μα­τι, σ’ αυτόν τον πλού­σιο της παρα­βο­λής… Άνθρω­πε, τι λες; Έχεις κεί­με­να ἀγαθὰ πολλά εἰς ἔτη πολλά… Άνθρω­πε, θα πεθά­νεις. Άνθρω­πος είσαι. Αλλά επει­δή του έλει­πε η φιλαν­θρω­πία, η ελεη­μο­σύ­νη, η αγά­πη, δεν μπο­ρού­σε να ιδεί. Και νόμι­ζε ότι θα μπο­ρού­σε έτσι να φρον­τί­ζει μόνο για τον εαυ­τό του. Βλέ­πε­τε λοι­πόν ότι είναι η συνι­στα­μέ­νη και ο καρ­πός των αρε­τών η φρό­νη­σις.

Ο Ιερός Χρυ­σό­στο­μος μάς λέγει ότι «πηγὴ ὄντως καὶ ῥίζα φρο­νή­σε­ως ἐστὶ ἡ ἀρετή». Αυτό που είπα­με. Και αφού ο άνθρω­πος είναι εικό­να του Χρι­στού, ο Χρι­στός είναι η πηγή της φρο­νή­σε­ως δια τον άνθρω­πον. Ο Χρι­στός είναι η πηγή της φρο­νή­σε­ως δια τον άνθρω­πον. Πρέ­πει να ζητά ο πιστός από τον Χρι­στόν φρό­νη­σιν. Να είμαι ακρι­βέ­στε­ρος: «Χρι­στέ μου, Εσέ­να θέλω. Για­τί, αν Εσέ­να έχω, τότε έχω και την φρό­νη­σιν. Αν δεν έχω Εσέ­να, τότε δεν έχω ούτε την φρό­νη­σιν». Κάπο­τε επέ­πλη­ξε ο Κύριος τους μαθη­τάς Του και τους είπε: «Ἀκμὴν καὶ ὑμεῖς ἀσύνε­τοι ἐστέ;». Δηλα­δή, «Δεν έχε­τε μυα­λό;». Για­τί λέγανε…Τι λέγα­νε; «Δεν πήρα­με ψωμί μαζί μας». «Καλά, δεν σας δίδα­ξε τίπο­τε το θαύ­μα του χορ­τα­σμού των πεν­τα­κι­σχι­λί­ων;». Τους επι­πλήτ­τει. Για­τί; Για­τί απο­τε­λεί κύριον σημεί­ον της ἐν ἡμῖν εικό­νος του Χρι­στού. Του Χρι­στού, προ­σέξ­τε. Του Χρι­στού. Δεν έκα­να λάθος. Δεν είπα «του Θεού». Του Χρι­στού.

Ο δε Ωρι­γέ­νης γρά­φει τα εξής (εκκλη­σια­στι­κός συγ­γρα­φεύς): «Εὑρήσεις ἐν ταῖς Παροι­μί­αις λεχθὲν(«Στο βιβλίο των Παροι­μιών», λέγει, στην Παλαιά Δια­θή­κη, θα βρεις γραμ­μέ­νο το εξής) Ὁ Θεὸς ἡτοί­μα­σεν δὲ οὐρανοὺς ἐν φρο­νή­σει(:Ο Θεός, λέει, ετοί­μα­σε τους ουρα­νούς με φρό­νη­σιν). Ἔστιν οὗν τις φρό­νη­σις Θεοῦ, ἵνα μὴ ζῆ τί εἰ μὴ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Πάν­τα γὰρ ὅσα τοῦ Θεοῦ τοιαῦτα ἐστίν. Ὁ Χριστὸς ἐστίν. Οὕτως, φρό­νη­σις Αὐτὸς ἐστὶν Θεοῦ». Πώς έγι­νε το σύμ­παν; Αυτό το «Ο Θεός ετοί­μα­σε τους ουρα­νούς με φρό­νη­ση». Τους ουρα­νούς Του τους ετοί­μα­σε δια του Ιησού Χρι­στού, δια του Θεού Λόγου. Συνε­πώς, όταν λέμε «η φρό­νη­σις του Θεού» είναι ο Ιησούς Χρι­στός. Είναι ο Θεός Λόγος. Ο μετέ­πει­τα Ιησούς Χρι­στός. Βλέ­πε­τε λοι­πόν; Έχω τον Χρι­στόν; Έχω φρό­νη­ση. Δεν έχω τον Χρι­στόν; Δεν έχω φρό­νη­σιν.

Αλλά και ο Μέγας Αθα­νά­σιος λέγει: «Ὁ ἄρα τοῦ Θεοῦ Υἱός, οὗτος ἐστὶν ὁ Λόγος καὶ ἡ σοφία, Αὐτὸς ἡ φρό­νη­σις καὶ ἡ ζῶσα βου­λή». «Ώστε, λοι­πόν», λέγει, «ο Υιός του Θεού είναι ο Λόγος, η Σοφία, η Ενυ­πό­στα­τος Σοφία, Αυτός είναι η φρό­νη­σις, Αυτός είναι η ζων­τα­νή, ζώσα βου­λή του Θεού».

Όταν κατά την παρα­βο­λή του πλου­σί­ου, που ακού­σα­με, αγα­πη­τοί, ο Κύριος είπε εκεί­νο το «ἂφρον», «άμυα­λε», είναι σαν να του έλε­γε: ‑για­τί ξέρε­τε, πρέ­πει να πηγαί­νο­με στο βάθος των πραγ­μά­των-· είναι σαν να του έλε­γε: «Συ, που δεν έχεις τον Λόγον του Θεού, δεν έχεις τον Υιόν του Θεού. Συ, δεν έχεις Εκεί­νον που είναι η Σοφία και η Φρό­νη­σις». Η Ενυ­πό­στα­τος. Και ως φρό­νη­σις και ως Σοφία. Ενυ­πό­στα­τος θα πει πρό­σω­πον. Για­τί ούτε η φρό­νη­σις, ούτε η σοφία, δεν είναι αφη­ρη­μέ­νες έννοιες. Οι αρχαί­οι Έλλη­νες την φρό­νη­ση και την σοφία τις θεω­ρού­σαν αφη­ρη­μέ­νες έννοιες. Δεν είναι αφη­ρη­μέ­νες έννοιες. Αλλά ανή­κουν σε ένα πρό­σω­πο. Στον Υιόν του Θεού. Τον Ιησούν Χρι­στόν. Γι’αυ­τό λέγε­ται η Ενυ­πό­στα­τος Σοφία. Η Σοφία του Θεού, που είναι πρό­σω­πον.

Ο Κύριος ονό­μα­σε τον άνθρω­πο που ακού­ει και εφαρ­μό­ζει τον λόγο Του με άνδρα φρό­νι­μον. Έτσι τελειώ­νει μάλι­στα με μια παρα­βο­λή, μικρή παρα­βο­λή η επί του Όρους ομι­λία του Κυρί­ου, που κτί­ζει επά­νω εις την πέτραν. Και ποιος είναι, τι είναι η πέτρα; Ο Χρι­στός. Και η οικο­δο­μή Του είναι ανθε­κτι­κή στην αιω­νιό­τη­τα. Μην ξεχνά­τε, σε μιαν άλλη παρα­βο­λή, την παρα­βο­λή των πέν­τε παρ­θέ­νων, «Αἱ πέν­τε», λέγει, «ἦσαν μωραί, αἱ πέν­τε φρό­νι­μοι». Οι μωρές παρ­θέ­νες, οι ανόη­τες, οι στε­ρού­με­νες της φρο­νή­σε­ως, έμει­ναν απέ­ξω. Χάνεις την Βασι­λεία του Θεού. Μένεις απέ­ξω.

Η φρό­νη­σις είναι το αντί­θε­το, λοι­πόν, της μωρί­ας. Πόσες φορές είπε ο Χρι­στός στους Φαρι­σαί­ους, στους Γραμ­μα­τείς: «Μωροί καί τυφλοί». «Σεις που έχε­τε μωρί­αν, σεις που έχε­τε τύφλω­σιν πνευ­μα­τι­κήν. Δηλα­δή δεν έχε­τε φρό­νη­σιν». Πόσο τους επέ­πλη­ξε ο Κύριος τους Φαρι­σαί­ους και τους Γραμ­μα­τείς και τους νομι­κούς.

Έτσι, λέγει ο Θεο­δώ­ρη­τος, ένας εκκλη­σια­στι­κός συγ­γρα­φεύς: «Εἶναι ἡ φρό­νη­σις τοῦ ἐν ἡμῖν λογι­κοῦ ἡ ἐγρή­γορ­σις». Είναι η ετοι­μό­τη­τα του λογι­κού μας. Και ο ίδιος ο Κύριος εντέλ­λε­ται· είναι στο κατά Ματ­θαί­ον: «Γίνε­σθε φρό­νι­μοι ὡς οἱ ὄφεις». «Γίνε­τε», λέει, «φρό­νι­μοι σαν τα φίδια». Ο Θεός έκα­νε με κάποιες αρε­τές τα ζώα. Σ’ αυτό το ζώο εκεί­νο, σε εκεί­νο το ζώο εκεί­νο. Και ακό­μη αν θέλε­τε, έδω­σε και ελατ­τώ­μα­τα στα ζώα. Δεν φταί­νε. Ούτε έπαι­νον έχουν δια τις αρε­τές, ούτε κατη­γο­ρία δια τις ελλεί­ψεις. Κι όπως λέει ο Μέγας Βασί­λειος, ο Θεός έκα­νε το ζωι­κό βασί­λειο για να διδά­σκει τον άνθρω­πο. Αλλά λέει ένας ερμη­νευ­τής ότι είναι κατάν­τη­μα δια τον άνθρω­πο αν πρέ­πει να παίρ­νει παρα­δείγ­μα­τα από τα ζώα. «Έλα εδώ τεμ­πέ­λη», λέει η Αγία Γρα­φή, «δες το μυρ­μήγ­κι, δες τη μέλισ­σα». Αλλά είναι ντρο­πή να σκύ­ψω να δω τη μέλισ­σα, να σκύ­ψω να δω το μυρ­μήγ­κι, για­τί είμαι τεμ­πέ­λης.

Οι πρω­τό­πλα­στοι, αγα­πη­τοί, δεν ενερ­γο­ποί­η­σαν την φρό­νη­σιν. Για­τί; Επει­δή τους πρό­φθα­σε η επι­θυ­μία, η πονη­ρά επι­θυ­μία. Έτσι το λογι­κό τους δεν ήτο σε εγρή­γορ­ση. Για να μπο­ρούν να δια­θέ­τουν φρό­νη­σιν. Εκεί­νο που πραγ­μα­τι­κά, κυριο­λε­κτι­κά κατα­στρέ­φει την φρό­νη­σιν, αν υπάρ­χει, ή δεν την αφή­νει να ανα­πτυ­χθεί, είναι τα πάθη. Μην το ξεχνού­με. Επη­ρε­ά­ζουν τα πάθη την φρό­νη­σιν. Σίγου­ρα. Πολ­λές φορές βλέ­πο­με κατα­στά­σεις ανθρώ­πων, παίρ­νουν απο­φά­σεις, υψη­λά ιστα­μέ­νων και λέμε: «Καλά, δεν έχουν λίγο μυα­λό αυτοί οι άνθρω­ποι!». Έχου­νε μυα­λό. Αλλά τα πάθη σκο­τί­ζουν το μυα­λό και δεν μπο­ρούν να σκε­φθούν.

Πάλι το Πνεύ­μα το Άγιον μάς προ­τρέ­πει και μας λέγει στο βιβλίο των Παροι­μιών: «Ζητή­σα­τε φρό­νη­σιν». «Ανα­ζη­τή­σα­τε την φρό­νη­σιν». Να βρει κανείς γυναί­κα φρό­νι­μη; Λέγει πάλι στο βιβλίο των Παροι­μιών: «Ποιος», λέει, «βρή­κε γυναί­κα ανδρεία;». Ανδρεία θα πει πολ­λά πράγ­μα­τα. Πρώ­το η φρό­νη­ση. Βρή­κε τέτοια γυναί­κα; Φρό­νι­μη; «Βρή­κε θησαυ­ρόν». Ναι. Θησαυ­ρόν. Στο βάθος σημαί­νει: «Ζητή­σα­τε την Ενυ­πό­στα­τον Σοφί­αν». Όταν λέγει το Πνεύ­μα του Θεού: «Ζητή­σα­τε φρό­νη­σιν». Γι’αυ­τό, όταν ετοι­μά­ζει η Ενυ­πό­στα­τος Σοφία το μεγά­λο της τρα­πέ­ζι, δια­βά­ζο­με πάλι, στο βιβλίο της Σοφί­ας Σολο­μών­τος- λέει: «Καλεῖ μετὰ ὑψηλοῦ κηρύγ­μα­τος» και λέει στους ανθρώ­πους: «Ὃς ἐστὶν ἄφρων(: Όποιος είναι άφρων) ἐκκλι­νά­τω πρὸς μὲ(:ας ξεκό­ψει από τον δρό­μο του να ‘ρθει σε μένα). Καὶ τοῖς ἐνδε­έ­σι φρενῶν εἶπεν(:Κι εκεί­νοι που ΄ναι φτω­χοί στις φρέ­νες, στο μυα­λό, τους είπε): Ἔλθε­τε, φάγε­τε τὸν ἐμὸν ἄρτον καὶ πίε­τε οἶνον, ὀν ἐκέρα­σα ὑμῖν. Ἀπολεί­πε­τε ἀφρο­σύ­νην(:αφή­στε την αφρο­σύ­νην), ἵνα εἰς τὸν αἰῶνα βασι­λεύ­ση­τε καὶ ζητή­σα­τε φρό­νη­σιν καὶ κατορ­θώ­σα­τε ἐν γνώ­σει σύνε­σιν». Δεν το μετα­φρά­ζω, είναι εύκο­λο. Είδα­τε; Ποιος καλεί; Η Ενυ­πό­στα­τος Σοφία. Ποιος; Ο Χρι­στός. Η πηγή της φρο­νή­σε­ως. Γι’αυ­τό πάλι λέγει η Γρα­φή: «Μακά­ριος ὃς εὗρε φρό­νη­σιν», λέγει η Σοφία Σει­ράχ.

Και τέλος, ο συγ­γρα­φεύς του Δ΄ βιβλί­ου των Μακ­κα­βαί­ων παρα­τη­ρεί: «Κυριω­τά­τη δὲ πάν­των ἡ φρό­νη­σις». Κυριω­τά­τη. Στην κορυ­φή. Εκεί είναι μάλι­στα, εις το Δ΄Μακκαβαίων, οι τέσ­σε­ρις ανα­φερ­θεί­σες αρε­τές που προ­η­γου­μέ­νως σας είπα. Έτσι, κυριω­τά­τη λοι­πόν είναι η φρό­νη­σις. Κορυ­φαία.

Και όσο υπάρ­χει ευσέ­βεια, τότε είναι αδιά­πτω­τος η ρίζα της φρο­νή­σε­ως· που είναι η αρε­τή, όπι­σθεν της οποί­ας είναι ο Χρι­στός. Και όταν η φρό­νη­σις δεν υπάρ­χει, τότε γι’ αυτόν τον άνθρω­πον δεν υπάρ­χει ο Θεός. Βαρύς ο λόγος; Ο Κύριος το είπε: «Εἶπεν ἄφρων ἐν καρ­δίᾳ αὐτοῦ ‑είναι στὸν 13ον Ψαλ­μόν. Το Πνεύ­μα το Άγιον το είπε -«Εἶπεν ἄφρων ἐν καρ­δίᾳ αὐτοῦ(:στον νου του) οὐκ ἔστι Θεός». Πότε είπε «οὐκ ἔστι Θεός»; Δηλα­δή «δεν υπάρ­χει ο Θεός». Ο άφρων, ο άμυα­λος. Εκεί­νος λοι­πόν που λέγει ότι δεν υπάρ­χει ο Θεός, είναι άμυα­λος, είναι άφρων. Δεν έχει μυα­λό. Για­τί αν είχε μυα­λό, ποτέ δεν θα έλε­γε: «Δεν υπάρ­χει ο Θεός».

Ανα­φέ­ρει ο προ­φή­της Βαρούχ ότι εκεί­νοι οι προϊ­στο­ρι­κοί γίγαν­τες, είναι στο 3ο του κεφά­λαιο, χάθη­καν. Ένας ήταν απ’ αυτούς από τους σωζο­μέ­νους ήταν και ο Γολιάθ. «Χάθη­καν», λέει, «για­τί δεν είχαν φρό­νη­ση». Ακού­στε να σας το δια­βά­σω. Δεν θα σας το ερμη­νεύ­σω περισ­σό­τε­ρο. Δεν έχο­με χρό­νο δηλα­δή: «Ἐκεῖ ἐγεν­νή­θη­σαν οἱ γίγαν­τες οἱ ὀνομα­στοὶ οἱ ἀπ’ ἀρχῆς, γενό­με­νοι εὐμεγέ­θεις(:τερά­στιοι — μεγά­λο σώμα, δυνα­τό σώμα, σαν κάπου περί­που με τους συγ­χρό­νους μας αθλη­τάς) ἐπιστά­με­νοι πολέ­μου(:γνω­ρί­ζον­τες να πολε­μούν). Οὐ τού­τους ἐξελέ­ξα­το ὁ Θεὸς οὐδὲ ὁδὸν ἐπιστή­μης ἔδωκεν αὐτοῖς· καὶ ἀπώλον­το παρὰ τὸ μὴ ἔχειν φρό­νη­σιν». Χάθη­καν για­τί δεν είχαν φρό­νη­σιν. Είπα για τους αθλη­τάς. Ξέρε­τε ότι πολ­λοί από τους αθλη­τάς μας, φρον­τί­ζουν πάρα πολύ το σώμα τους, όχι το μυα­λό τους. Και με τον τρό­πον αυτόν, αγα­πη­τοί μου, ανα­πτύσ­σε­ται ο λεγό­με­νος «βιτα­λι­στι­κός άνθρω­πος». Vita θα πει ζωή, λατι­νι­κά. Ο «βιτα­λι­στι­κός» άνθρω­πος, ο «ζωι­κός» άνθρω­πος. Να το πω πιο έτσι; Ο ζωώ­δης άνθρω­πος. Τι κρί­μα! Τι κρί­μα!

Και οι λαοί που δεν έχουν φρό­νη­σιν, χάνον­ται ιστο­ρι­κά. Πολ­λές φορές ο Θεός απε­κά­λε­σε τον λαόν Του του Ισρα­ήλ, τον απε­κά­λε­σε «μωρόν». «Μωροί», λέγει, «είσα­στε;». Αγα­πη­τοί, η φρό­νη­σις είναι μεγί­στη αρε­τή. Και συνε­πώς «Μακά­ριος ἄνθρω­πος ὃς εἶδε φρό­νη­σιν», λέει το βιβλί­ον των Παροι­μιών. Αλλά η φρό­νη­σις πρέ­πει να προ­έρ­χε­ται από τον Θεό. Για­τί; Για­τί σ’ αυτήν αντι­τάσ­σε­ται η ανθρω­πί­νη φρό­νη­ση, που τις πιο πολ­λές φορές είναι έξω από την σώζου­σα φρό­νη­σιν. Γι’ αυτήν, μάλι­στα, την κοσμι­κήν φρό­νη­σιν, ο Χρι­στός είπε μία παρα­βο­λή. Δεν είναι της ώρας. Ας πού­με: «Πού θα επεν­δύ­σω τα χρή­μα­τά μου;». Φρό­νη­σις είναι. Αλλά δεν είναι σώζου­σα φρό­νη­σις.

Ακό­μη, αν θέλε­τε, έχο­με και την δαι­μο­νι­κήν φρό­νη­σιν. Γι΄ αυτό ο διά­βο­λος πήρε την μορ­φήν του φιδιού και ήρθε στους πρω­το­πλά­στους. Έχο­με και την δαι­μο­νι­κήν φρό­νη­σιν. Προ­σέξ­τε επά­νω σ’ αυτό. Διό­τι απλού­στα­τα ο διά­βο­λος πρέ­πει να δια­θέ­τει μίαν φρό­νη­σιν για να σε εξα­πα­τή­σει. Αλλά θα σε εξα­πα­τή­σει για την απώ­λειά σου. Θα εξα­πα­τή­σει και για την δική του την απώ­λεια. Αυτή είναι η δαι­μο­νι­κή φρό­νη­σις.

Εμείς, ας ζητού­με, αγα­πη­τοί, επι­μό­νως από τον Κύριον την δική Του την φρό­νη­ση, την θεί­αν φρό­νη­σιν· πίσω από την οποί­αν είναι Αυτός ο Ιησούς Χρι­στός, όπως σας εξή­γη­σα. Ή , αν θέλε­τε, να γνω­ρί­ζο­με περισ­σό­τε­ρο και περισ­σό­τε­ρο τον Ιησούν Χρι­στόν. Είναι εκεί­νο που λέγει ο Από­στο­λος Παύ­λος χρη­σι­μο­ποιών­τας την εξής λέξη: «Εἰς ἐπίγνω­σιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ». Δεν λέει «εἰς γνῶσιν». Λέει «εἰς ἐπίγνω­σιν». Δηλα­δή σε μια βαθιά και καλή γνώ­ση πρέ­πει να φτά­σο­με να γνω­ρί­σο­με τον Ιησούν Χρι­στόν. Τότε, εάν έχο­με τον Χρι­στόν ἐν ἐπιγνώ­σει, τότε, αγα­πη­τοί, τότε θα έχο­με απο­κτή­σει την τόσο σπου­δαία και αναγ­καιο­τά­την φρό­νη­σιν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απρο­σμέ­τρη­τη ευγνω­μο­σύ­νη στον πνευ­μα­τι­κό μας καθο­δη­γη­τή  μακα­ρι­στό γέρον­τα Αθα­νά­σιο Μυτι­λη­ναίο,

ψηφιο­ποί­η­ση και επι­μέ­λεια της απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νης ομι­λί­ας: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απο­μα­γνη­το­φώ­νη­ση ομι­λί­ας δια χει­ρός του αξιο­τί­μου κ. Αθα­να­σί­ου Κ.

  • https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_701.mp3

Άγιος Κύριλ­λος Αλε­ξαν­δρεί­ας (ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ)

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ

«Εἶπεν δὲ πρὸς αὐτούς, ῾Ορᾶτε καὶ φυλάσσε­σθε ἀπὸ πάσης πλε­ο­νεξίας, ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισ­σεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ(:Και είπε σε όσους τον άκου­γαν: ‘’Να προ­σέ­χε­τε και να προ­φυ­λά­γε­στε από κάθε είδος πλε­ο­νε­ξί­ας. Η πλε­ο­νε­ξία δεν μπο­ρεί καθό­λου να κάνει τη ζωή σας άνε­τη και χαρού­με­νη· διό­τι η ζωή του ανθρώ­που δεν εξαρ­τά­ται από τα περίσ­σια πλού­τη του και δεν δια­τη­ρεί­ται από τα υπάρ­χον­τά του. Τα πολ­λά του πλού­τη δεν μπο­ρούν να του εξα­σφα­λί­σουν τη μακρο­ζω­ία και την ευχά­ρι­στη ζωή’’)»[Λουκ.12,16].

Μας παρου­σί­α­σε ο Κύριος την πλε­ο­νε­ξία ως βόθρο δια­βο­λι­κό, την οποία ο σοφός από­στο­λος Παύ­λος, όπως είπα­με, την ονο­μά­ζει και ειδω­λο­λα­τρία: «Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορ­νείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλε­ο­νεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλο­λατρία(:Νεκρώ­στε λοι­πόν τα μέλη σας που επι­θυ­μούν τις γήι­νες απο­λαύ­σεις και ηδο­νές. Νεκρώ­στε την πορ­νεία, την ακα­θαρ­σία, κάθε πάθος και υπο­δού­λω­ση στο κακό, κάθε κακή επι­θυ­μία και την πλε­ο­νε­ξία, η οποία είναι λατρεία στο είδω­λο του χρή­μα­τος)»[Κολ.3,5], επει­δή αυτή ται­ριά­ζει μόνο σε εκεί­νους που δε γνω­ρί­ζουν τον Θεό, ή και είναι ισο­βα­ρείς σε βεβή­λω­ση με εκεί­νους που λατρεύ­ουν ξύλα και πέτρες. Γι’ αυτό λέγει ο Κύριός μας Ιησούς Χρι­στός: «῾Ορᾶτε καὶ φυλάσσε­σθε ἀπὸ πάσης πλε­ο­νεξίας(:Να προ­σέ­χε­τε και να προ­φυ­λά­γε­στε από κάθε είδος πλε­ο­νε­ξί­ας)», δηλα­δή και μικρή και μεγά­λη· για­τί ο πλε­ο­νέ­κτης είναι ασθε­νής, και σηκώ­νει τα μάτια του παρα­κλη­τι­κά μόνο σε Εκεί­νον που με όσα έπα­θε μπο­ρεί να τον αγα­να­κτή­σει.

Και Εκεί­νος, επει­δή είναι και δίκαιος και αγα­θός, δέχε­ται βέβαια την παρά­κλη­ση, αλλά σε αυτούς που έχουν δια­πρά­ξει αδι­κί­ες, επι­βάλ­λει τις τιμω­ρί­ες. Και αυτό θα το μάθεις από αυτά που λέγει με τη φωνή των αγί­ων προ­φη­τών: «Διὰ τοῦτο ἀνθ᾿ ὧν κατε­κον­δυ­λί­ζε­τε πτω­χοὺς καὶ δῶρα ἐκλεκτὰ ἐδέξα­σθε παρ᾿ αὐτῶν, οἴκους ξεστοὺς ᾠκοδο­μή­σα­τε καὶ οὐ μὴ κατοι­κή­ση­τε ἐν αὐτοῖς, ἀμπελῶνας ἐπιθυ­μη­τοὺς ἐφυτεύ­σα­τε καὶ οὐ μὴ πίη­τε τὸν οἶνον αὐτῶν. ὅτι ἔγνων πολλὰς ἀσεβεί­ας ὑμῶν, καὶ ἰσχυ­ραὶ αἱ ἁμαρ­τί­αι ὑμῶν, κατα­πα­τοῦντες δίκαιον, λαμ­βά­νον­τες ἀλλάγ­μα­τα καὶ πένη­τας ἐν πύλαις ἐκκλί­νον­τες(:Για τού­το τον λόγο, επει­δή γρον­θο­κο­πού­σα­τε και μωλω­πί­ζα­τε τους φτω­χούς και λαμ­βά­να­τε εκβια­στι­κώς δώρα από αυτούς, με τα οποία ανοι­κο­δο­μή­σα­τε πολυ­τε­λείς οίκους με λαξευ­τούς λίθους, σας λέγω ότι δεν θα κατοι­κή­σε­τε σε αυτούς. Φυτέ­ψα­τε ωραί­ους καρ­πο­φό­ρους αμπε­λώ­νες και δεν θα πιεί­τε οίνο από αυτούς. Θα βαδί­σε­τε σε κατα­στρο­φή και αφα­νι­σμό, διό­τι εγώ γνώ­ρι­σα ότι οι ασέ­βειές σας είναι πολ­λές, οι αμαρ­τί­ες σας βαριές, διό­τι κατα­πα­τού­σα­τε το δίκαιο, λαμ­βά­να­τε ανταλ­λάγ­μα­τα και παρα­βλέ­πα­τε το δίκαιο των φτω­χών, όταν ως δικα­στές κλη­θή­κα­τε να δικά­σε­τε κον­τά στις πύλες της πόλε­ως)» [Αμώς, 5,11–12].

Και πάλι: «Οὐαὶ οἱ συνά­πτον­τες οἰκίαν πρὸς οἰκίαν καὶ ἀγρὸν πρὸς ἀγρὸν ἐγγί­ζον­τες, ἵνα τοῦ πλη­σί­ον ἀφέλων­ταί τι. μὴ οἰκήσε­τε μόνοι ἐπὶ τῆς γῆς; ἠκού­σθη γὰρ εἰς τὰ ὦτα Κυρί­ου σαβαὼθ ταῦτα· ἐὰν γὰρ γένων­ται οἰκίαι πολ­λαί, εἰς ἔρημον ἔσον­ται μεγά­λαι καὶ καλαί, καὶ οὐκ ἔσον­ται οἱ ἐνοι­κοῦντες ἐν αὐταῖς. οὗ γὰρ ἐργῶνται δέκα ζεύ­γη βοῶν, ποι­ή­σει κερά­μιον ἕν, καὶ ὁ σπεί­ρων ἀρτά­βας ἓξ ποι­ή­σει μέτρα τρία(:Αλί­μο­νο σε εκεί­νους, οι οποί­οι συν­δέ­ουν την οικία τους στην οικία του άλλου και τον αγρό τους με τον αγρό του άλλου, για να αφαι­ρέ­σουν κάτι από την ιδιο­κτη­σία του πλη­σί­ον! Μήπως πρό­κει­ται να κατοι­κή­σε­τε μόνοι εσείς και δια παν­τός επά­νω στη γη; Οι πονη­ρί­ες και οι αδι­κί­ες αυτές έφθα­σαν στα ώτα Κυρί­ου του Παν­το­κρά­το­ρος, ο οποί­ος και είπε: “και εάν ακό­μη οικο­δο­μη­θούν πολ­λές και περισ­σό­τε­ρες οικί­ες, μεγά­λες και ωραί­ες, θα προ­ο­ρι­σθούν για την κατα­στρο­φή και την ερή­μω­ση. Κανείς δεν θα υπάρ­χει, που θα κατοι­κεί σε αυτές! Αγρός, τον οποίο όργω­σαν δέκα ζεύ­γη βοδιών, θα απο­δώ­σει καρ­πό, ο οποί­ος μόλις και θα γεμί­ζει μία μόνο στά­μνα. Και εκεί­νος ο οποί­ος στους αγρούς του έσπει­ρε έξι αρτά­βες, θα λάβει ως από­δο­ση το ήμι­συ αυτών, μόνο τρία μέτρα’’)» [Ησ.5,8–10].

Λοι­πόν με κάθε τρό­πο η πλε­ο­νε­ξία είναι ανώ­φε­λη, είναι όμως ανω­φε­λής και με άλλο τρό­πο. «Για­τί η ζωή κάποιου», λέγει, «δεν εξαρ­τά­ται από το αν είναι πλού­σιος, δηλα­δή δεν παρα­τεί­νε­ται το μέτρο της ζωής ανά­λο­γα με τον πλού­το». Και αυτό μας το έδει­ξε ο Σωτή­ρας με σαφή­νεια και ολο­κά­θα­ρα, συν­θέ­τον­τας πολύ εύστο­χα την παρα­βο­λή που είναι συν­δε­δε­μέ­νη με αυτά που ειπώ­θη­καν. Διδά­σκει λοι­πόν ο Χρι­στός τα πιο εξαι­ρε­τι­κά από όλα, και πριν από όλες τις αρε­τές το επι­στέ­γα­σμα, δηλα­δή την αγά­πη, της οποί­ας το πιο καλό είναι η ελεη­μο­σύ­νη. Αλλά ο Σατα­νάς που μισεί το καλό, ο εφευ­ρέ­της που πολε­μά εκεί­νους που προ­κό­βουν πνευ­μα­τι­κά, δημιουρ­γεί πολ­λές φορές επι­ζή­μια οκνη­ρία σε εκεί­νους που μπο­ρούν να κάνουν ευερ­γε­σί­ες.

Και ο νόμος βέβαια του Θεού μάς παρα­κι­νεί προς ελεη­μο­σύ­νη λέγον­τας: «Ἐὰν δὲ γένη­ται ἐν σοὶ ἐνδεὴς ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ἐν μιᾷ τῶν πόλε­ών σου ἐν τῇ γῇ, ᾗ Κύριος ὁ Θεός σου δίδω­σί σοι, οὐκ ἀποστέρ­ξεις τὴν καρ­δί­αν σου οὐδ᾿ οὐ μὴ συσφίγξῃς τὴν χεῖρά σου ἀπὸ τοῦ ἀδελ­φοῦ σου τοῦ ἐπιδε­ο­μέ­νου· ἀνοί­γων ἀνοί­ξεις τὰς χεῖράς σου αὐτῷ καὶ δάνειον δανειεῖς αὐτῷ ὅσον ἐπιδέ­ε­ται, καθό­τι ἐνδεεῖται (:Εάν συμ­βεί, ώστε σε μία από τις πόλεις της χώρας, που σου έδω­σε Κύριος ο Θεός σου, να υπάρ­ξει φτω­χός μετα­ξύ των αδελ­φών σου, εσύ να μην κλεί­σεις τα σπλάγ­χνα σου, να μη σκλη­ρύ­νεις και απο­τρα­βή­ξεις την καρ­δία σου από αυτόν, να μην κλεί­σεις σφι­κτά τα χέρια σου, για να μη δώσεις τίπο­τε στον πει­να­σμέ­νο και πονε­μέ­νο αδελ­φό σου. Αλλά πλού­σια θα ανοί­ξεις τα χέρια σου προς αυτόν, θα του προ­σφέ­ρεις και θα του δανεί­σεις όσο και ό,τι του χρειά­ζε­ται, αφού βρί­σκε­ται σε ανάγ­κη)» [Δευτ.15,8]· ο Σατα­νάς όμως αντι­στέ­κε­ται και μας πεί­θει να μαζεύ­ου­με το χέρι και να συσ­σω­ρεύ­ου­με τον πλού­το στη γη και μας υπο­δει­κνύ­ει απο­λαύ­σεις σαρ­κι­κές. Οδη­γεί βέβαια και στη λήθη του θανά­του και δεν μας αφή­νει να δού­με το μέλ­λον, ούτε να σκε­φτού­με κάτι ανθρώ­πι­νο. Και πρό­σε­χε το πράγ­μα ζωγρα­φι­σμέ­νο σαν σε εικό­να με την παρα­βο­λή που αμέ­σως παρα­κά­τω μας διη­γεί­ται ο Κύριός μας:

«᾽Ανθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα. καὶ διε­λογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων, Τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρ­πούς μου;(:Κάποιου πλου­σί­ου ανθρώ­που τα εκτε­τα­μέ­να του χωρά­φια απέ­δω­σαν άφθο­νη σοδειά και μεγά­λη παρα­γω­γή. Αντί όμως να ευχα­ρι­στή­σει τον Θεό και να ευχα­ρι­στη­θεί κι ο ίδιος για την ευφο­ρία αυτή, συλ­λο­γι­ζό­ταν μέσα του, αγω­νιού­σε και ανα­στα­τω­νό­ταν λέγον­τας: ‘’Τι να κάνω, διό­τι δεν έχω πού να μαζέ­ψω τους καρ­πούς των χωρα­φιών μου που μου περισ­σεύ­ουν; Θέλω να γίνουν όλοι δικοί μου, για να τους απο­λαύ­σω μόνος μου’’)»[Λουκ.12,16–17]..

Εσύ όμως σε παρα­κα­λώ να προ­σέ­ξεις καλά, για να θαυ­μά­σεις τη σοφή δια­τύ­πω­ση του λόγου. Για­τί δεν έδει­ξε σε εμάς ότι ευφό­ρη­σε ένα χωρά­φι, αλλά είπε ότι ευφό­ρη­σε όλη η χώρα που κατεί­χε αυτός, για να μάθεις το μέγε­θος του πλού­του. Τι γίνε­ται λοι­πόν; Ο πλού­σιος, που περι­βαλ­λό­ταν από τόσο πολ­λά και αμέ­τρη­τα αγα­θά, στε­νο­χω­ρεί­ται για τις φρον­τί­δες και βγά­ζει τις φωνές που προ­φα­νώς θα έβγαι­ναν από το στό­μα του φτω­χού. Για­τί εκεί­νος που βρί­σκε­ται σε έλλει­ψη των αναγ­καί­ων για τη ζωή, λέγει: «Τι να κάνω;». Πάν­το­τε βγά­ζει την τόσο άθλια φωνή.

Αλλά να, τα ίδια λόγια λέει και ο πλού­σιος, πονών­τας πολύ και υπο­φέ­ρον­τας: «καὶ εἶπεν, Τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὸν σῖτον καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου, Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου (:Τελι­κά, ύστε­ρα από μεγά­λη σκέ­ψη και συλ­λο­γι­σμό, είπε: «Αυτό θα κάνω: Θα γκρε­μί­σω τις απο­θή­κες μου και θα κτί­σω μεγα­λύ­τε­ρες και πιο ευρύ­χω­ρες. Και θα μαζέ­ψω εκεί όλη τη σοδειά μου και τα αγα­θά μου και σαν άνθρω­πος που μόνο τις απο­λαύ­σεις της κοι­λιάς γνώ­ρι­σα, θα πω στην ψυχή μου: ‘’Ψυχή μου, έχεις πολ­λά αγα­θά, που είναι απο­θη­κευ­μέ­να και σου φτά­νουν για πολ­λά χρό­νια. Μη σκο­τί­ζε­σαι πλέ­ον για τίπο­τε, αλλά από­λαυ­σε μία ζωή ανα­παυ­τι­κή· φάε, πιες, γέμι­σε χαρά’’)»[Λουκ.12,18–19].

Σκε­φτό­ταν να οικο­δο­μή­σει απο­θή­κες πλα­τύ­τε­ρες, ήθε­λε να απο­λαμ­βά­νει μόνος αυτά που είχε. Δεν αγα­πά τη φτώ­χεια, δεν επι­θυ­μεί τα καυ­χή­μα­τα από αυτά, αλλά λέγει: «Θα γκρε­μί­σω τις απο­θή­κες μου». Πρό­σε­χε και άλλον ανόη­το λόγο του· για­τί λέγει: «Θα μαζέ­ψω εκεί όλη τη σοδειά μου». Δεν πίστευε ότι αυτά τα είχε από τον Θεό, όπως ο Ιώβ, για­τί τότε θα φρόν­τι­ζε γι’ αυτά σαν να ήταν οικο­νό­μος του Θεού, αλλά τα θεω­ρού­σε καρ­πούς των κόπων του. Ότι δεν θεω­ρού­σε ότι η ευη­με­ρία του προ­ερ­χό­ταν από τον Θεό, το δεί­χνει καθα­ρά με αυτά που λέγει. Για­τί λέγει: «Θα συγ­κεν­τρώ­σω τη σοδειά μου και δεν θα δώσω σε κανέ­να τα αγα­θά μου, αλλά θα τα απο­τα­μιεύ­σω όλα για τον εαυ­τό μου και την κοι­λιά μου». Ποιος όμως θα μπο­ρού­σε να σκε­φτεί έτσι γι΄αυτούς που έχουν ανάγ­κη, γνω­ρί­ζον­τας ότι ο Θεός είναι ο χορη­γός αυτών που έχει απο­κτή­σει; Για­τί σε αυτούς ανή­κει το να έχουν κάτι από τον Θεό, και πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποιούν όπως θέλει ο Θεός, αυτά που έχουν.

Αλλά ο πλού­σιος αυτός δεν κτί­ζει τις απο­θή­κες που μένουν, αλλά εκεί­νες που κατα­στρέ­φον­ται. Και το ακό­μα πιο παρά­λο­γο από αυτό, ορί­ζει για τον εαυ­τό του διάρ­κεια ζωής, σαν να τη θέρι­σε και αυτήν από τη γη· για­τί λέγει: «Και θα πω στην ψυχή μου: ‘’Ψυχή, έχεις πολ­λά αγα­θά που αρκούν για πολ­λά χρό­νια’’». «Αλλά ω πλού­σιε», θα μπο­ρού­σε να πει κάποιος, «τους καρ­πούς βέβαια τους έχεις στις απο­θή­κες, έτη όμως πολ­λά από πού μπο­ρείς να λάβεις;». Τέτοιος είναι και ο εδώ πλού­σιος, ο οποί­ος σκύ­βει πάνω στην κοι­λιά του, έχον­τας λαι­μό αντί λογι­σμού, αλλά δεν ζει σύμ­φω­να με το παρά­δειγ­μα του μόνου αγα­θού. Γι’ αυτό την ψυχή του την περι­ποιεί­ται με τις τρο­φές της σάρ­κας, και επι­βάλ­λει στην ψυχή τη μιση­τή ηδο­νή που ακο­λου­θεί αυτές. Για­τί με τρό­πο εύφη­μο ο Κύριος με το «να ευφραί­νε­σαι», φανέ­ρω­σε τα υπο­γά­στρια πάθη, τα οποία είναι συνέ­πεια του χορ­τα­σμού, για­τί τον χορ­τα­σμό τον ακο­λου­θούν τα αφρο­δί­σια.

Και βέβαια έπρε­πε να τρώ­γει για να ζει, όχι όμως να ζει για να τρώ­γει, σύμ­φω­να με εκεί­νους που θεο­ποιούν την κοι­λιά και λένε: «Αὐτοὶ δὲ ἐποι­ή­σαν­το εὐφρο­σύ­νην καὶ ἀγαλ­λί­α­μα σφά­ζον­τες μόσχους καὶ θύον­τες πρό­βα­τα, ὥστε φαγεῖν κρέ­α­τα καὶ πιεῖν οἶνον λέγον­τες· φάγω­μεν καὶ πίω­μεν, αὔριον γὰρ ἀποθνή­σκο­μεν(:Αυτοί όμως οργά­νω­σαν συμ­πό­σια ευφρο­σύ­νης και αγαλ­λιά­σε­ως της κοι­λί­ας τους. Έσφα­ξαν μοσχά­ρια, θυσί­α­σαν πρό­βα­τα, ώστε να τρώ­νε κρέ­α­τα και να πίνουν οίνο λέγον­τας: “ας φάμε και ας πιού­με, διό­τι αύριο πεθαί­νου­με”!)» [Ησ.22,13] και: «Εἰ κατὰ ἄνθρω­πον ἐθηριομάχησα ἐν ᾽Εφέσῳ, τί μοι τὸ ὄφελος; εἰ νεκροὶ οὐκ ἐγείρον­ται, Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκο­μεν(: Εάν, από κίνη­τρα και υπο­λο­γι­σμούς που κάνουν όσοι άνθρω­ποι επι­ζη­τούν επί­γειες τιμές και απο­λα­βές, κιν­δύ­νε­ψα να κατα­σπα­ρα­χθώ θηριο­μα­χών­τας την Έφε­σο, τι κέρ­δι­σα από αυτό; Εάν οι νεκροί δεν ανα­σταί­νον­ται, τότε ας εφαρ­μό­σου­με εκεί­νο που λένε οι άπι­στοι και υλι­στές: ‘’Ας φάμε και ας πιού­με, διό­τι αύριο πεθαί­νου­με’’)» [Α΄Κορ.15,32]. Έπρε­πε όμως να λένε το αντί­θε­το: «Επει­δή αύριο πεθαί­νου­με, ας μη φάμε, ούτε να πιού­με».

Σε τι ωφέ­λη­σε αυτόν τον πλού­σιο η μεγά­λη φρον­τί­δα; Ολό­κλη­ρος είναι της σάρ­κας. Βλέ­πεις όμως πόση ζημιά υπέ­στη αυτός που για κανέ­να από τους άλλους δεν ήταν καλός, αλλά μόνο για τον εαυ­τό του πλού­σιος. Είχε φρον­τί­σει να πλου­τί­σει· αγρύ­πνη­σε για να συγ­κεν­τρώ­σει πολ­λά· συγ­χαί­ρει την κοι­λιά του, επει­δή έχει πολ­λά από αυτά που είναι αναγ­καία· ολό­κλη­ρος είναι προ­σκολ­λη­μέ­νος στα γήι­να πράγ­μα­τα· δε βλέ­πει προς τα επά­νω στον Θεό· δεν βλέ­πει αυτά που θα γίνουν, δεν σκέ­φτε­ται τον Θεό που δικά­ζει καθι­σμέ­νος στο θεϊ­κό βήμα· δεν βλέ­πει τον γεί­το­να θάνα­το· για­τί κατα­δι­κά­στη­κε με απρό­σμε­νο θάνα­το ο πλού­σιος που μισού­σε τους φτω­χούς. Ενώ σκε­φτό­ταν το βρά­δυ την πρωι­νή τρο­φή, δεν έφτα­σε να δει την ακτί­να του όρθρου· για­τί άκου­σε ότι συν­το­μεύ­τη­κε η ζωή του με από­φα­ση του Θεού.

«Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός·῎Αφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαι­τοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται;(: Αφού όμως τα ετοί­μα­σε όλα, πριν ακό­μη προ­φθά­σει να πει στην ψυχή του τα όσα σχε­δί­α­ζε, του είπε ο Θεός ‑είτε μέσα από τη συνεί­δη­σή του είτε στον ύπνο του-: ’’Άμυα­λε και ανόη­τε άνθρω­πε, που στή­ρι­ξες την ευτυ­χία σου μόνο στις απο­λαύ­σεις της κοι­λιάς και νόμι­σες ότι η μακρο­ζω­ία σου εξαρ­τιό­ταν από τα πλού­τη σου και όχι από μένα· τη νύχτα αυτή, που εδώ και πολύ και­ρό ονει­ρευό­σουν ως νύχτα ευτυ­χί­ας και νόμι­ζες ότι θα άρχι­ζε από δω και πέρα η ανα­παυ­τι­κή και απο­λαυ­στι­κή ζωή σου, οι φοβε­ροί δαί­μο­νες απαι­τούν να πάρουν την ψυχή σου. Σε λίγο θα πεθά­νεις. Αυτά λοι­πόν που ετοί­μα­σες και απο­θή­κευ­σες σε ποιον θα ανή­κουν και σε ποιους κλη­ρο­νό­μους θα περιέλ­θουν;’’)»[Λουκ.12, 20].

Έχον­τας δηλα­δή την από­λαυ­ση εντε­λώς για μια στιγ­μή και για περιο­ρι­σμέ­νο χρό­νο· για­τί θα εξα­φα­νι­στεί σαν σκό­νη, και θα στα­λεί σε άλλους, και πολ­λές φορές σε εκεί­νους που δεν γνω­ρί­ζου­με ή ίσως και σε εχθρούς. Άρα λοι­πόν είναι αλή­θεια ότι όταν παρα­τεί­νε­ται σε κάποιον ή ζωή του, αυτό δεν οφεί­λε­ται στα υπάρ­χον­τά του. Τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νος όμως είναι και με λαμ­πρές ελπί­δες αυτός που πλου­τί­ζει με τρό­πο αρε­στό στον Θεό· για­τί αυτός που φθεί­ρε­ται με τις γήι­νες φρον­τί­δες έχει επι­ζή­μιο τέλος και θα φύγει φτω­χός προς τον Θεό, ενώ εκεί­νος που φρον­τί­ζει αυτά που θέλει ο Κύριος, θα πλου­τί­σει με έργα αγα­θά και θα έχει θησαυ­ρό ασύ­λη­το στους ουρα­νούς.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επι­μέ­λεια κει­μέ­νου: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • Αγί­ου Κυρίλ­λου, αρχιε­πι­σκό­που Αλε­ξαν­δρεί­ας, Εξή­γη­σις υπο­μνη­μα­τι­κή εις το κατά Λου­κάν ευαγ­γέ­λιον, Πανε­πι­στή­μιο Αιγαί­ου, ερευ­νη­τι­κό έργο «Οι δρό­μοι της πίστης: Ψηφια­κή Πατρο­λο­γία».

(https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/09/commentarii-in-lucam_.pdf)

Άγιος Νικό­λα­ος Βελι­μί­ρο­βιτς (Ομι­λία)

Από το βιβλίο: Ομι­λί­ες Αγ. Βελι­μί­ρο­βιτς — Τόμος ΣΤ (Κυρια­κο­δρό­μιο Γ΄)

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χρι­στός ἦρθε στή γῆ γιά να θερα­πεύ­σει τούς ἀνθρώ­πους ἀπό τά φθο­ρο­ποιά πάθη καί τίς ροπές τους. Τα πάθη κι οἱ ροπές είναι σοβα­ρές ψυχι­κές παθή­σεις. Κλέ­βει ποτέ ἕνας γιός ἀπό τόν πατέ­ρα του; Ὄχι. Ὁ δοῦ­λος ὅμως κλέ­βει ἀπό τ’ αφεν­τι­κό του. Τη στιγ­μή πού ὁ Ἀδάμ ἐγκα­τέ­λει­ψε την ιδιό­τη­τα τοῦ υἱοῦ κι ἀπό­κτη­σε τήν ἰδιό­τη­τα του δού­λου, τό χέρι του ἁπλώ­θη­κε για να πιά­σει τόν ἀπα­γο­ρευ­μέ­νο καρ­πό. Για­τί ὁ ἄνθρω­πος κλέ­βει αὐτό πού ἀνή­κει σ’ ἕναν ἄλλο; Εἶναι ἐπει­δή τό χρειά­ζε­ται; Ὁ Ἀδάμ τά εἶχε ὅλα, δέν τοῦ ἔλει­πε τίπο­τα. Παρ’ ὅλ’ αὐτά ὅμως προ­χώ­ρη­σε στην κλο­πή. Για­τί ο ἄνθρω­πος κλέ­βει ἄλλον ἄνθρω­πο κι ὁ δοῦ­λος ἄλλο δοῦ­λο; Ἐπει­δή ἔμα­θαν πρῶ­τα να κλέ­βουν ἀπό τ’ ἀφεν­τι­κό τους. Οἱ ἄνθρω­ποι συνή­θως κλέ­βουν πρῶ­τα ἀπό τό Θεό κι ἔπει­τα ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο. Ὁ προ­πά­το­ρας τοῦ ἀνθρώ­πι­νου γένους ἅπλω­σε το χέρι του να κλέ­ψει πρῶ­τα αὐτό πού ἀνῆ­κε στό Θεό κι ἔπει­τα, σάν ἀπο­τέ­λε­σμα, οἱ ἀπό­γο­νοί του ἄρχι­σαν να κλέ­βουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο.

Οἱ ἄνθρω­ποι κλέ­βουν από Θεό καί ἀνθρώ­πους, ἀπό τή φύση κι ἀπό τόν ἑαυ­τό τους. Ὁ ἄνθρω­πος δέν κλέ­βει μόνο μέ τίς σωμα­τι­κές αισθή­σεις του, ἀλλά καί μέ τήν καρ­διά, την ψυχή καί τό νοῦ του. Δέν ὑπάρ­χει πρά­ξη κλο­πῆς πού ὁ διά­βο­λος νά μήν εἶναι συνερ­γός τοῦ ἀνθρώ­που. Εἶναι ὁ ὑπο­βο­λέ­ας καί ὑπο­κι­νη­τής κάθε κλο­πῆς. Εἶναι ὁ εἰση­γη­τής και καθο­δη­γη­τής κάθε σκέ­ψης για κλο­πή. Κανέ­νας κλέ­φτης στον κόσμο δέν ἦταν ποτέ μόνος του. Συνή­θως ὑπάρ­χουν του­λά­χι­στο δύο πού συμ­με­τέ­χουν σε μια κλο­πή κι ἕνας τρί­τος πού παρα­κο­λου­θεῖ. Ὁ ἄνθρω­πος κι ὁ διά­βο­λος πᾶνε γιά νά κλέ­ψουν κι ὁ Θεός πού τούς βλέ­πει. Ὅπως ἡ Εὔα δέν ἔκλε­ψε μόνη της, αλλά παρέα μέ τό διά­βο­λο, ἔτσι κανέ­νας ἄνθρω­πος δέν ἔχει τελέ­σει μιά πρά­ξη κλο­πῆς μόνος του, ἀλλά πάν­τα μέ τήν παρέα τοῦ δια­βό­λου.

Ὁ διά­βο­λος ὅμως δέν εἶναι μόνο καθο­δη­γη­τής καί συνο­δός στην κλο­πή, αλλά κι ἐκεῖ­νος πού τή δια­δί­δει. Δέν τόν ἐνδια­φέ­ρουν τα κλεμ­μέ­να, ἀλλά ἡ ἀπώ­λεια τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώ­που, ἡ διχό­νοια καί τό μίσος ἀνά­με­σα στούς ἀνθρώ­πους κι ἡ ἀπώ­λεια ὁλό­κλη­ρης τῆς ἀνθρω­πό­τη­τας. Δέν πηγαί­νει να κλέ­ψει για χάρη τῆς κλο­πῆς, ἀλλ ̓ «ὡς λέων ὀρυό­με­νος περι­πα­τεί ζητῶν τίνα κατα­πίῃ» (Α’ Πέτρ. ε ́ 8). Τό ὅτι εἶναι ὁ διά­βο­λος που παρα­κι­νεῖ τήν ψυχή σε κάθε πονη­ρό ἔργο καί σπέρ­νει κάθε πονη­ριά στην ψυχή, τό βεβαιώ­νει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος (βλ. Ματθ. ιγ’ 39). Μέ κάθε κλο­πή που κάνει ὁ ἄνθρω­πος, ὁ διά­βο­λος κλέ­βει ἕνα μέρος ἀπό τήν ψυχή του. Ἡ ψυχή τοῦ κλέ­φτη συρ­ρι­κνώ­νε­ται όλο καί περισ­σό­τε­ρο, μαραί­νε­ται καί πεθαί­νει, ὅπως ὁ πνεύ­μο­νας πού ἔχει προ­σβλη­θεῖ ἀπό φυμα­τί­ω­ση.

Γιά ν’ ἀπαλ­λα­γεῖ κανείς ἀπό τό πάθος τῆς κλο­πῆς, πρέ­πει να λογα­ριά­σει πώς ὅλα ὅσα ἔχει εἶναι τοῦ Θεοῦ κι ὄχι δικά του. Ὅταν χρη­σι­μο­ποιεί τά ὑπάρ­χον­τά του, πρέ­πει να έχει κατά νοῦ πώς αὐτά εἶναι τοῦ Θεοῦ, ὄχι δικά του. Ὅταν τρώ­ει στο τρα­πέ­ζι, πρέ­πει νά εὐχα­ρι­στεῖ τό Θεό, για­τί τό ψωμί δέν εἶναι δικό του, αλλά τοῦ Θεοῦ. Γιά νά θερα­πευ­τεῖ ὁ ἄνθρω­πος ἀπό τήν ἀρρώ­στια τῆς κλο­πῆς, πρέ­πει να λογα­ριά­σει πώς καί τά ὑπάρ­χον­τα τῶν ἄλλων εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἑπο­μέ­νως ὅταν κλέ­βει ἀπό τούς ἀνθρώ­πους, εἶναι σά νά κλέ­βει ἀπό τό Θεό. Εἶναι δυνα­τό να κλέ­ψει κανείς ἀπό Ἐκεῖ­νον πού βλέ­πει τα πάν­τα; Γιά νά κατα­διώ­ξει ὁ ἄνθρω­πος τόν πονη­ρό συνερ­γό του στην κλο­πή, τόν σπο­ρέα κάθε κακοῦ, πρέ­πει ν’ ἀγρυ­πνεῖ γιά τήν ψυχή του, ὥστε ὁ διά­βο­λος νά μή σπεί­ρει μέσα του ἐπι­θυ­μί­ες κλο­πής. Κι ὅταν τίς βρί­σκει σπαρ­μέ­νες μέσα του, πρέ­πει να παλέ­ψει γιά νά τις κάψει μέ τή φωτιά τῆς προ­σευ­χῆς. Δέν εἶναι παρά­φρο­νας ὁ ἄνθρω­πος πού τρέ­χει πίσω ἀπό τό κακό, ὅταν ἔχει γνω­ρί­σει το καλ­λί­τε­ρο; Δέν εἶναι ἀνόη­τος καί γελοῖ­ος ὁ κλέ­φτης πού ἐπι­σκέ­πτε­ται το σπί­τι κάποιου άλλου τή νύχτα γιά νά κλέ­ψει βαμ­βα­κε­ρά εμπο­ρεύ­μα­τα, ὅταν βλέ­πει τό φίλο του νά τόν ἐπι­σκέ­πτε­ται γιά νά τοῦ χαρί­σει ἕνα φορ­τίο γεμά­το βαμ­βα­κε­ρά καί μετα­ξω­τά;

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς πού ἀγα­πᾶ τό ἀνθρώ­πι­νο γένος, ἔφε­ρε μαζί Του καί ἄνοι­ξε γιά τόν ἄνθρω­πο ἀμέ­τρη­τα κι ἀσύγ­κρι­τα οὐρά­νια δῶρα και κάλε­σε ὅλους τούς ἀνθρώ­πους να τα πάρουν, φανε­ρά κι ἐλεύ­θε­ρα, μέ ἕναν ὅρο: ν’ ἀπο­σπά­σουν πρῶ­τα τήν ψυχή τους ἀπό τά φθαρ­τά ἐπί­γεια ἀγα­θά. Μερι­κοί ἄνθρω­ποι τόν ὑπά­κου­σαν, πῆραν τά δῶρα τους καί πλού­τι­σαν. Ἄλλοι ὅμως δέν τόν ὑπά­κου­σαν καί ἔμει­ναν μέ τά φθαρ­τά και κλεμ­μέ­να πλού­τη τους. Σάν προ­ει­δο­ποί­η­ση σ’ αὐτούς τούς τελευ­ταί­ους, ὁ Κύριος εἶπε τήν παρα­βο­λή τοῦ σημε­ρι­νοῦ εὐαγ­γε­λί­ου.

«Εἶπε δέ παρα­βο­λήν πρός αὐτούς λέγων· ἀνθρώ­που τινός πλου­σί­ου εὐφό­ρη­σεν ἡ χώρα. καί διε­λο­γί­ζε­το ἐν ἑαυ­τῷ λέγων· τί ποι­ή­σω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνά­ξω τους καρ­πούς μου;» (Λουκ. ιβ ́16,17). Ὁ ἄνθρω­πος αὐτός δέν ἦταν ἁπλά πλού­σιος. Ἡ σοδειά του ἦταν τόσο πλού­σια ἀπό τό θερι­σμό, ὥστε δέν εἶχε ποῦ νά βάλει τούς καρ­πούς. Ὁ πλού­σιος αὐτός ἄνθρω­πος ἔβλε­πε τά χωρά­φια μέ τά σιτη­ρά του, τα περι­βό­λια καί τ’ ἀμπέ­λια του πού ἔγερ­ναν ἀπό τό βάρος τῶν καρ­πῶν, τούς κήπους του πού ἦταν γεμά­τοι από κάθε λογής λαχα­νι­κά και τις κυψέ­λες του πού ἦταν γεμά­τες μέλι, ἀλλά δέ γύρι­σε πρός τόν οὐρα­νό ν’ ἀνα­φω­νή­σει: «Δόξα σοι, Ὕψι­στε και πολυέ­λεε Κύριε! Πόσα πλού­τη ἔχει ἡ δύνα­μη κι ἡ σοφία Σου, πόσα βγά­ζεις ἀπό τή μαύ­ρη γη! Μέ τίς ἀκτί­νες τοῦ ἥλιου Σου δίνεις γλυ­κύ­τη­τα σ’ ὅλα τα φροῦ­τα στή γῆ! Σε κάθε φροῦ­το ἔχεις δώσει ἕνα πανέ­μορ­φο σχῆ­μα κι ἕνα κατα­πλη­κτι­κό άρω­μα! Τούς λιγο­στούς μου κόπους τους αντά­μει­ψες έκα­τον­τα­πλά­σια! Ἐλέη­σες τό δοῦ­λο Σου κι ἔδω­σες μέ τα χέρια Σου τόσο πλού­σια δώρα στήν ἀγκα­λιά του! Παν­το­δύ­να­με Κύριε, δίδα­ξέ με να δώσω χαρά στ’ ἀδέρ­φια και στους συναν­θρώ­πους μου μέ τά δῶρα Σου αὐτά. Ἔτσι ἐκεῖ­νοι θά εὐχα­ρι­στή­σουν καί θά δοξο­λο­γή­σουν μαζί μου τό ἅγιο ὄνο­μά Σου καί τήν ἀνέκ­φρα­στη ἀγα­θό­τη­τά Σου».

Μήπως εἶπε τέτοια λόγια ὁ πλού­σιος; Ὄχι! Αντί νά θυμη­θεῖ τό Δοτή­ρα κάθε ἀγα­θοῦ, ἀρχι­κά σκέ­φτη­κε που να μαζέ­ψει και να φυλά­ξει τ’ αγα­θά του, ὅπως ὁ κλέ­φτης πού βρί­σκει μιά τσάν­τα μέ χρή­μα­τα στο δρό­μο καί δέν τόν ἀπα­σχο­λεῖ σέ ποιόν ἀνή­κουν αυτά, ποιός τά ‘χασε, ἀλλά πρώ­τη σκέ­ψη του εἶναι τοῦ νά τά κρύ­ψει. Ὁ πλού­σιος αὐτός ἄνθρω­πος στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι ἕνας κλέ­φτης. Δέν μπο­ρεῖ νά ἰσχυ­ρι­στεῖ πώς ὅλ’ αὐτά τά ἀγα­θά βγῆ­καν από δικούς του κόπους. Ὁ κλέ­φτης ἀσχο­λεῖ­ται μέ τήν κλο­πή και χρη­σι­μο­ποιεῖ κάθε ἐπι­δε­ξιό­τη­τα κι ἐξυ­πνά­δα. Συχνά χρη­σι­μο­ποιεῖ περισ­σό­τε­ρη εξυ­πνά­δα και πονη­ριά ἀπό τόν σπο­ριά ἤ τόν ζευ­γο­λά­τη. Ὁ πλού­σιος δέν εἶχε κάνει ἀπο­λύ­τως τίπο­τα. Δέν μπο­ροῦ­σε νά κάνει τίπο­τα γιά τόν ἥλιο, τη βρο­χή, τούς ἀνέ­μους καί τή γῆ. Αὐτά εἶναι τά τέσ­σε­ρα κύρια στοι­χεία – χῶμα, ἀέρας, ἥλιος καί νερό – πού μέ τό θέλη μα τοῦ Θεοῦ κάνουν τά δέν­τρα καί τά φυτά να καρ­πο­φο­ροῦν. Ἡ ἀφθο­νία τῶν φρού­των ἑπο­μέ­νως δέν εἶναι δικό του κατόρ­θω­μα οὔτε ἀπο­τέ­λε­σμα τῆς ἐργώ­δους προ­σπά­θειάς του. Ἀλλ ̓ οὔτε μέ τό δικαί­ω­μα κατο­χῆς τοῦ ἀνή­κουν, ἀφοῦ δέν εἶναι δικά του οὔτε ὁ ἥλιος οὔτε ἡ βρο­χή οὔτε ὁ ἄνε­μος οὔτε ἡ γῆ.

Ἡ ἀφθο­νία τῶν καρ­πῶν εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Στά μάτια τῶν ἀνθρώ­πων φαί­νε­ται ἀγνώ­μων ἐκεῖ­νος πού δέχε­ται δῶρο ἀπό ἕναν ἄλλο καί δέ λέει «εὐχα­ρι­στῶ» οὔτε καί δίνει κάποια προ­σο­χή στο δωρη­τή, ἀλλά βιά­ζε­ται να κρύ­ψει τό δῶρο σε ἀσφα­λές μέρος. Ἕνας συμ­πα­θής ζητιά­νος, ὅταν τοῦ δίνουν ἕνα κομ­μά­τι ξερό ψωμί, εὐχα­ρι­στεῖ ἐκεῖ­νον πού τοῦ τό πρό­σφε­ρε. Ὁ πλού­σιος ὅμως δέν ἔκα­νε οὔτε μια σκέ­ψη, δέ βρῆ­κε οὔτε ἕνα λόγο νά εὐχα­ρι­στή­σει το Θεό γιά τόσο πλού­σια σοδειά. Οὔτε ἕνα μικρό χαμό­γε­λο χαρᾶς δέ ζωγρα­φί­στη­κε στα χεί­λη του γιά τήν τόσο θαυ­μα­στή και μεγά­λη χάρη πού ἔλα­βε ἀπό τό Θεό. Αντί γιά προ­σευ­χή εὐχα­ρι­στί­ας καί δοξο­λο­γί­ας στό Θεό καί καρ­δια­κή χαρά, ἄρχι­σε ἀμέ­σως ν’ ἀνη­συ­χεῖ, να σκέ­φτε­ται πῶς θά μαζέ­ψει τόσα αγα­θά καί νά τά δια­χει­ρι­στεῖ μέ τέτοιο τρό­πο, ὥστε νά μή μεί­νει πίσω οὔτε ἕνα σπυ­ρί γιά τά που­λιά, οὔτε ἕνα μονα­δι­κό μῆλο να πέσει στα χέρια τῶν φτω­χῶν γει­τό­νων του.

«Καί εἶπε· τοῦ­το ποι­ή­σω· καθε­λῶ μου τάς ἀπο­θή­κας καί μεί­ζο­νας οἰκο­δο­μή­σω, και συνά­ξω ἐκεῖ πάν­τα τά γενή­μα­τά μου καί τά ἀγα­θά μου» (Λουκ. ιβ ́ 18). Προ­σέξ­τε σε τί μεγά­λους κόπους προ­βαί­νει ἕνας ἀσυλ­λό­γι­στος ἄνθρω­πος! Αντί νά προ­σπα­θή­σει να σκο­τώ­σει τόν παλαιό ἄνθρω­πο μέσα του και ν’ ἀνα­στή­σει τό νέο, ἐξαν­τλεῖ ὅλες του τις προ­σπά­θειες στο να γκρε­μί­σει τις παλιές ἀπο­θῆ­κες, τους στά­βλους καί τά ὑπο­στα­τι­κά του, για να χτί­σει και­νούρ­για. Ἄν ἡ πλού­σια συγ­κο­μι­δή του συνε­χι­στεῖ καί τά ἑπό­με­να χρό­νια, θά πρέ­πει να μεγα­λώ­σει πάλι τίς σιτα­πο­θή­κες του ἤ να χτί­σει και­νούρ­γιες. Ἔτσι οἱ σιτα­πο­θή­κες του ἀπό χρό­νο σε χρό­νο αὐξά­νον­ται ἤ μεγε­θύ­νον­ται, ἐνῶ ἡ ψυχή του ὁλο­έ­να στε­νεύ­ει και παλιώ­νει κι οι παλιοί καρ­ποί του σαπί­ζουν, ὅπως κι ἡ ψυχή του. Γύρω του σωρεύ­ε­ται το μίσος κι ἐναν­τί­ον του ἐκτο­ξεύ­ον­ται κατά­ρες. Οἱ φτω­χοί θά βλέ­πουν μέ φθό­νο τα πλού­τη του κι οἱ πει­να­σμέ­νοι θά κατα­ριοῦν­ται τη σκλη­ρό­τη­τα, τη φιλαυ­τία καί τήν ἰδιο­τέ­λειά του. Ἔτσι τα πλού­τη του φέρ­νουν τήν κατα­στρο­φή τόσο στόν ἴδιο ὅσο καί στούς ἀνθρώ­πους πού ζοῦν κον­τά του. Ἡ ψυχή του θα χαθεῖ ἀπό τή σκλη­ρο­καρ­δία καί τή φιλαυ­τία του. Οἱ ψυχές τῶν ἄλλων θά βλα­φτοῦν ἀπό τό φθό­νο και τις κατά­ρες. Βλέ­πε­τε πῶς χρη­σι­μο­ποιεῖ τά δῶρα τοῦ Θεοῦ ἕνας ἄνθρω­πος χωρίς ἐπί­γνω­ση, τόσο για τή δική του ὅσο καί γιά τῶν ἄλλων τήν ἀπώ­λεια. Ὁ Θεός τοῦ ἔδω­σε τα πλού­τη για να βοη­θή­σουν στη σωτη­ρία τόσο τη δική του ὅσο καί τῶν ἄλλων, ἐκεῖ­νος ὅμως τά χρη­σι­μο­ποί­η­σε για κατά­ρα, για τό κακό το δικό του, μά καί τῶν ἄλλων.

Ὁ ἅγιος Ἰωάν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος συμ­βου­λεύ­ει ὅλους ἐκεί­νους πού εἶναι πρό­θυ­μοι να δεχτοῦν συμ­βου­λή: «Έφα­γες μέχρι κορε­σμοῦ; Θυμή­σου τούς πει­να­σμέ­νους. Ικα­νο­ποί­η­σες τη δίψα σου; Θυμή­σου τούς διψα­σμέ­νους. Ζεσταί­νε­σαι καλά; Θυμή­σου αὐτούς πού κρυώ­νουν. Ζεῖς σ’ ἕνα πλού­σια ἐπι­πλω­μέ­νο σπί­τι; Βάλε μέσα καί τούς ἄστε­γους. Ἔνιω­σες εὐτυ­χι­σμέ­νος σέ μιά γιορ­τή; Προ­σπά­θη­σε να χαρο­ποι­ή­σεις τούς λυπη­μέ­νους καί τούς θλιμ­μέ­νους. Σέ τιμοῦν ὡς ἄνθρω­πο πλού­σιο; Προ­σπά­θη­σε νά ἐπι­σκε­φτεῖς καί ν’ ἀνα­κου­φί­σεις τούς ἐνδε­είς. Εἶσαι εὐχα­ρι­στη­μέ­νος ἀπό τόν προϊ­στά­με­νό σου; Κάνε καί τούς υφι­στα­μέ­νους σου χαρού­με­νους. Ἄν εἶσαι σπλα­χνι­κός κι ευγε­νι­κός μαζί τους, θά βρεῖς ἔλε­ος κι εὐσπλα­χνία ὅταν ἡ ψυχή σου ἀνα­χω­ρή­σει ἀπό τό σῶμα σου».

Δυο μεγά­λοι ἀσκη­τές στήν ἔρη­μο τῆς Αἰγύ­πτου προ­σευ­χή­θη­καν στό Θεό νά τούς ἀπο­κα­λύ­ψει ἄν ὑπάρ­χει ἄνθρω­πος στον κόσμο πού νά ὑπη­ρε­τεῖ το Θεό καλύ­τε­ρα ἀπ’ αὐτούς. Καί τούς ἀπο­κα­λύ­φτη­κε τό ἑξῆς: Δέχτη­καν τήν ἐντο­λή να πάνε σ’ ἕνα συγ­κε­κρι­μέ­νο μέρος καί σ’ ἕνα συγ­κε­κρι­μέ­νο ἄνθρω­πο, γιά νά βροῦν ἀπάν­τη­ση στο ερώ­τη­μά τους. Πῆγαν στόν τόπο πού τούς ἀπο­κα­λύ­φτη­κε καί βρῆ­καν ἕναν ἁπλοϊ­κό ἄνθρω­πο πού τόν ἔλε­γαν Εὐχά­ρι­στο. Ἦταν κτη­νο­τρό­φος. Οἱ ἀσκη­τές δέ βρῆ­καν τίπο­τα αξιό­λο­γο στόν ἄνθρω­πο αὐτό, ἀλλά τόν ρώτη­σαν πῶς προ­σπα­θοῦ­σε να τηρή­σει τό θέλη­μα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Εὐχά­ρι­στος δίστα­σε ἀρκε­τά κι ὕστε­ρα τούς εἶπε πώς μοί­ρα­ζε ὅσα κέρ­δι­ζε ἀπό τά ζων­τα­νά του σε τρία μερί­δια: Τό ένα μερί­διο το ἔδι­νε στους φτω­χούς καί τούς ἀπό­ρους, ἄλλο ἕνα γιά νά περι­ποιεί­ται τους ξένους καί τό τρί­το τό κρα­τοῦ­σε γιά τόν ἑαυ­τό του καί τή σεμνή σύζυ­γό του. Οἱ ἀσκη­τές τ ̓ ἄκου­σαν αυτά, εὐχα­ρί­στη­σαν τόν εὐερ­γέ­τη τους και γύρι­σαν στα κελ­λιά τους. Βλέ­που­με ἀπό τό παρά­δειγ­μα αὐτό πώς ὁ Θεός λογα­ριά­ζει μεγα­λύ­τε­ρη ἀρε­τή τήν ἐλεη­μο­σύ­νη καί τή φιλαν­θρω­πία ἀπό τόν αυστη­ρό ασκη­τι­σμό. Ὁ ἄπλη­στος πλού­σιος τῆς παρα­βο­λῆς μας δέ σκε­φτό­ταν καθό­λου το Θεό, την ψυχή του ἤ τή φιλαν­θρω­πία. Μονα­δι­κή του σκέ­ψη ήταν νά ἐπε­κτεί­νει τις σιτα­πο­θή­κες του, γιά νά στοι­βά­σει μέσα ὅλα τά γεν­νή­μα­τα ἀπό τούς ἀγρούς του. Καί τί θά γίνει ὅταν θά ‘χει κάνει ολ’ αυτά; Ἄς ἀκού­σου­με τόν ἴδιο:

«Καί ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολ­λά ἀγα­θά κεί­με­να εἰς ἔτη πολ­λά· ἀνα­παύ­ου, φάγε, πίε, εὐφραί­νου» (Λουκ. ιβ’ 19). Μπο­ρεῖ ἡ ψυχή να φάει ἤ νά πιεῖ; Τό σῶμα κατα­να­λώ­νει τη σοδειά του, ὄχι ἡ ψυχή. Ὁ πλού­σιος ἄνθρω­πος ὅταν μιλά­ει γιά τήν ψυχή του ἐννο­εῖ τό σῶμα του. Ἡ ψυχή ἀνα­πτύ­χθη­κε μέσα στό σῶμα του, ἔγι­νε ἕνα μαζί του, ὁ πλού­σιος ξέχα­σε ὥς καί τ’ ὄνο­μά της. Δέν μπο­ρεῖ νά βρε­θεί καλ­λί­τε­ρη έκφρα­ση γιά τόν κατα­στρο­φι­κό θρί­αμ­βο τοῦ σώμα­τος κατά τῆς ψυχῆς. Φαν­τα­στεί­τε ἕνα ἀρνί παγι­δευ­μέ­νο στη φωλιά ενός σκύ­λου, ξεχα­σμέ­νο μέσα ἐκεῖ. Ὁ σκύ­λος γυρί­ζει και φέρ­νει στη φωλιά τρο­φή γιά τόν ἴδιο. Ὅταν γεμί­σει τη φωλιά του μέ σάπια κρέ­α­τα καί κόκ­κα­λα, φωνά­ζει το πει­να­σμέ­νο ἀρνί: «Τώρα, ἀγα­πη­τό μου ἀρνί, φάγε, πίε, εὐφραί­νου. Ἔχου­με φαγη­τό για πολ­λές μέρες». Κι ὕστε­ρα πέφτει στο φαγη­τό και τρώ­ει, ἐνῶ τό ἀρνί θά μεί­νει νηστι­κό καί θά πεθά­νει ἀπό τήν πεί­να. Μέ τόν ἴδιο τρό­πο συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται στην ψυχή του ὁ πλού­σιος, ὅπως κι ὁ σκύ­λος στο πει­να­σμέ­νο αρνί.

Ἡ ψυχή δέν τρέ­φε­ται μέ φθαρ­τή τρο­φή, αὐτός ὅμως τέτοια τρο­φή της προ­σφέ­ρει. Η ψυχή νοσταλ­γεί τήν οὐρά­νια πατρί­δα της. Ἐκεῖ βρί­σκον­ται οἱ σιτα­πο­θῆ­κες κι ἡ πηγή τῆς ζωῆς της. Αὐτός ὅμως τήν καρ­φώ­νει στή γῆ. Ορκί­ζε­ται πώς θά τήν κρα­τή­σει ἔτσι καρ­φω­μέ­νη για πολ­λά χρό­νια. Ἡ ψυχή εὐφραί­νε­ται κον­τά στο Θεό. Ἐκεῖ­νος ὅμως δέν προ­φέ­ρει ποτέ τ’ ὄνο­μα τοῦ Θεοῦ μέ τά χεί­λη του. Ἡ ψυχή τρέ­φε­ται μέ ἀγά­πη κι εὐσπλα­χνία. Σ’ αὐτόν ὅμως δέν ἔτυ­χε ποτέ να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τα πλού­τη του γιά νά δεί­ξει ἀγά­πη κι ἔλε­ος στους φτω­χούς, στούς ἄπο­ρους καί τούς ἀνά­πη­ρους πού βρί­σκον­ταν στη γει­το­νιά του. Ἡ ψυχή ἐπι­θυ­μεῖ ἁγνή ἀγά­πη, οὐρά­νια. Ἐκεῖ­νος ὅμως ρίχνει λάδι στο καμί­νι τῶν παθῶν του, λιβα­νί­ζει την ψυχή του μέ τό δύσο­σμο ἄρω­μα που αυτά παρά­γουν. Ἡ ψυχή ἀνα­ζη­τά το στο­λι­σμό της, δηλα­δή ἀγά­πη, χαρά, εἰρή­νη, μακρο­θυ­μία, χρη­στό­τη­τα, ἀγα­θο­σύ­νη, πίστη, πρα­ό­τη­τα, ἐγκρά­τεια (πρβλ. Γαλ. ε’ 22,23). Ἐκεῖ­νος ὅμως τη φορ­τώ­νει με μέθη, λαι­μαρ­γία, μοι­χεία καί ματαιό­τη­τα. Πῶς θά μπο­ροῦ­σε νά μην πεθά­νει ἕνα χορ­το­φά­γο αρνί, ὅταν ἔχει για συν­τρο­φιά ἕνα σαρ­κο­βό­ρο σκυ­λί; Πῶς μπο­ρεῖ νά ζήσει ἡ ψυχή ὅταν κατα­πιέ­ζε­ται ἀπό ἕνα βαρύ πτώ­μα;

Ολό­κλη­ρη ἡ ἀνο­η­σία τοῦ πλου­σί­ου βέβαια δέν ἐξαν­τλεῖ­ται στό γεγο­νός ὅτι προ­σφέ­ρει κρέ­ας στο ἀρνί ἢ μᾶλ­λον σαρ­κι­κή τρο­φή στην ψυχή. Εἶναι καί τό ὅτι μετα­βά­λει τόν ἑαυ­τό του σε κυρί­αρ­χο τοῦ χρό­νου καί τῆς ζωῆς. Βλέ­που­με πώς προ­ε­τοι­μά­ζει γιά τόν ἑαυ­τό του τρο­φές και ποτά γιά ἔτη πολ­λά. Ἄς ἀκού­σου­με ἐδῶ ὅμως καί τή φωνή τοῦ Θεοῦ:

«Εἶπε δέ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύ­τῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαι­τοῦ­σιν ἀπό σοῦ· ἅ δέ ἡτοί­μα­σας τίνι ἔσται;» (Λουκ. ιβ’ 20). Ἔτσι μίλη­σε ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ κόσμου, ὁ δημιουρ­γός τοῦ χρό­νου καί τοῦ θανά­του, πού «ἐν χει­ρί αὐτοῦ ψυχή πάν­των ζών­των και πνεῦ­μα παν­τός ἀνθρώ­που» (Ἰώβ, ιβ’ 10).

Ανόη­τε ἄνθρω­πε! Για­τί σκέ­φτε­σαι μέ τήν κοι­λιά σου κι ὄχι μέ τό νοῦ σου; Ὅπως δέν ἦταν στη δική σου δύνα­μη νά ὁρί­σεις τήν ἡμέ­ρα πού θα γεν­νη­θεῖς, ἔτσι δέν μπο­ρεῖς νά ὁρί­σεις καί τή μέρα πού θά πεθά­νεις. Ὁ Κύριος ἄνα­ψε το καν­τή­λι τῆς ἐπί­γειας ζωής σου ὅταν Ἐκεῖ­νος ἔκρι­νε πώς ἦταν ὁ κατάλ­λη­λος χρό­νος. Ὁ ἴδιος θά τό σβή­σει ὅταν τό ἀπο­φα­σί­σει. Ὅπως τα πλού­τη σου δέν ὅρι­σαν τό χρό­νο τῆς ἔλευ­σής σου στον κόσμο, ἔτσι δέν μπο­ροῦν νά καθυ­στε­ρή­σουν καί τό χρό­νο τῆς ἀνα­χώ­ρη­σής σου. Μήπως ἡ αὐγή ή το σού­ρου­πο ἐνα­πό­κει­ται σε σένα; Ὄχι, βέβαια. Τό ἴδιο δέν ἐνα­πό­κει­ται σε σένα κι ὁ χρό­νος πού θα δια­νύ­σεις στή γῆ, οἱ σιτα­πο­θή­κες καί τά κελ­λά­ρια σου, τα πρό­βα­τα κι οἱ στά­νες σου. Ὅλ’ αὐτά ἀνή­κουν στό Θεό, ὅπως κι ἡ ψυχή σου. Κάθε μέρα και κάθε ὥρα ὁ Θεός μπο­ρεῖ νά πάρει αὐτά πού ἀνή­κουν σε σένα καί νά τά δώσει σε κάποιον ἄλλο. Ὅσο ζεῖς ὅλα εἶναι δικά του, ὅπως δικά Του θά εἶναι καί μετά το θάνα­τό σου. Ἡ ζωή κι ὁ θάνα­τός σου βρί­σκον­ται στα χέρια Του. Για­τί λοι­πόν προ­γραμ­μα­τί­ζεις γιά ἔτη πολ­λά; Ἡ ζωή σου εἶναι μετρη­μέ­νη ὥς τό τελευ­ταῖο λεπτό. Ἡ τελευ­ταία σου στιγ­μή θα τελειώ­σει τού­τη τη νύχτα. Μή λοι­πόν σκέ­φτε­σαι τό αὔριο, τί θά φᾶς ἤ τί θά πιεῖς ἢ τί θα φορέ­σεις. Σκέ­ψου όμως και ξανα­σκέ­ψου την ψυχή σου πού θά παρου­σιά­σεις ἐνώ­πιον τοῦ Θεοῦ, τοῦ Δημιουρ­γοῦ καί Κυρί­ου σου. Σκέ­ψου περισ­σό­τε­ρο τη βασι­λεία τοῦ Θεοῦ, για­τί αὐτή ἀπο­τε­λεῖ τήν τρο­φή τῆς ψυχῆς σου (βλ. Ματθ. στ’ 31–33).

Ὁ Κύριος τέλειω­σε την παρα­βο­λή μέ τά ἑξῆς λόγια: «Οὕτως ὁ θησαυ­ρί­ζων ἑαυ­τῷ, καί μή εἰς Θεόν πλου­τῶν» (Λουκ. ιβ’ 21). Τί θά πάθει ὁ πλού­σιος; Θ’ ἀπο­χω­ρι­στεί ξαφ­νι­κά τα πλού­τη του, ὅπως κι ἡ ψυχή του θα χωρι­στεῖ ἀπό τό σῶμα του. Τα πλού­τη του θα δοθοῦν σέ ἄλλους, τό σῶμα του θα παρα­δο­θεῖ στή γῆ κι ἡ ψυχή του θα ὁδη­γη­θεῖ σέ τόπο σκο­τει­νό, ὅπου «ὁ βρυγ­μός καί ὁ τρυγ­μός τῶν ὀδόν­των». Οὔτε ἕνα καλό ἔργο δέ θα βρε­θεί γιά νά τόν ὑπο­δε­χτεί στη βασι­λεία τῶν οὐρα­νῶν, νά βρεῖ ἡ ψυχή του κάποιον τόπο ἐκεῖ. Τό ὄνο­μά του δέ θα βρε­θεί γραμ­μέ­νο στο Βιβλίο τῆς Ζωῆς. Δέ θά τόν γνω­ρί­σουν καί δέ θά βρε­θεῖ ἀνά­με­σα στούς εὐλο­γη­μέ­νους τοῦ Πατρός. Τήν ἀντα­πό­δο­σή του τήν ἔλα­βε ὁλό­κλη­ρη στή γῆ, τ’ ἀρίφ­νη­τα οὐρά­νια πλού­τη τοῦ Θεοῦ δέ θ’ ἀπο­κα­λυ­φτοῦν στό πνεῦ­μα του.

Πόσο φοβε­ρός εἶναι ὁ ξαφ­νι­κός θάνα­τος! Ὅταν ὁ ἄνθρω­πος νομί­ζει πώς είναι στα­θε­ρά ἐγκα­τε­στη­μέ­νος, πώς πατά­ει γερά στή γῆ, ἡ ἴδια γῆ ἀνοί­γει ξαφ­νι­κά καί τόν κατα­πί­νει, ὅπως κατά­πιε τόν Δαθάν καί τόν Αβει­ρών (βλ. Αριθ. ιστ’ 32). Ὅταν κάποιος ἀγνο­εῖ τό Θεό κι ἐπι­διώ­κει για πολ­λά χρό­νια απο­κλει­στι­κά τήν εὐω­χία, πέφτει φωτιά ἀπό τόν οὐρα­νό καί τόν κατα­καί­ει, ὅπως τά Σόδο­μα καί τά Γόμο­ρα (βλ. Γέν. ιθ’ 24). Ὅταν ὁ ἄνθρω­πος πιστεύ­ει πως ἔχει ἐξα­σφα­λί­σει τη θέση του καί τά ‘χει καλά τόσο μέ τό Θεό ὅσο καί μέ τόν συνάν­θρω­πό του, θα πεθά­νει ξαφ­νι­κά, ὅπως ὁ Ἀνα­νί­ας καί ἡ Σαπ­φεί­ρα (βλ. Πράξ. ε ́ 5,10).

O ἁμαρ­τω­λός δημιουρ­γεί διπλή ἀπώ­λεια μέ τόν ξαφ­νι­κό του θάνα­το: πρῶ­τα στόν ἑαυ­τό του κι ἔπει­τα στην οικο­γέ­νειά του. Στον ἑαυ­τό του ἐπει­δή πεθαί­νει ἀμε­τα­νόη­τος. Στήν οἰκο­γέ­νειά του ἐπει­δή αἰφ­νι­διά­ζει τους συγ­γε­νείς του μ’ ἕνα ἀνα­πάν­τε­χο χτύ­πη­μα κι ἀφή­νει πίσω του ἐκκρε­μό­τη­τες. Μακά­ριος εἶναι ἐκεῖ­νος πού προ­τοῦ πεθά­νει δοκι­μά­ζε­ται ἀπό κάποια ἀρρώ­στια, ἀπό τόν πόνο. Σ’ αὐτόν δίνε­ται ἡ εὐκαι­ρία να κάνει μιά ἀνα­σκό­πη­ση τῆς ζωῆς του, νά ἐξε­τά­σει τίς ἁμαρ­τί­ες του, να μετα­νο­ή­σει γιά ὅλα τά κακά πού ἔχει κάνει, γιά ὅλα τά καλά πού δέν ἔκα­νε, νά θρη­νή­σει μέ μετά­νοια ἐνώ­πιον τοῦ Θεοῦ, νά καθα­ρί­σει την ψυχή του με δάκρυα και να ζητή­σει συχώ­ρε­ση από το Θεό. Θά ‘χει τήν εὐκαι­ρία να συγ­χω­ρέ­σει κι αὐτός ἐκεί­νους πού τόν πρό­σβα­λαν, πού τόν ἔβλα­ψαν στη ζωή του, να χαι­ρε­τή­σει ὅλους τούς φίλους ἤ ἐχθρούς του, να θυμή­σει στα παι­διά του το φόβο τοῦ Θεοῦ, νά ‘χουν στό νοῦ τήν ὥρα τοῦ δικοῦ τους θανά­του καί νά ὁπλί­σουν την ψυχή τους μέ πίστη, προ­σευ­χή καί καλά ἔργα.

Ἄς δοῦ­με στην Παλαιά Δια­θή­κη πῶς πέθα­ναν οἱ ἄνθρω­ποι πού εὐα­ρέ­στη­σαν στο Θεό: ὁ Ἀβρα­άμ, ὁ Ἰσα­άκ, ὁ Ἰακώβ, ὁ Ἰωσήφ, ὁ Μωυ­σῆς κι ὁ Δαβίδ. Προ­τοῦ πεθά­νουν, ὅλοι τους εἶχαν ἀρρω­στή­σει. Ὅσο κρά­τη­σε ἡ ἀρρώ­στια τους, τό ὄνο­μα τοῦ Θεοῦ δέν ἔλει­πε ἀπό τά χεί­λη τους. Ἄφη­σαν ὅλοι καλή κλη­ρο­νο­μιά στούς ἀπο­γό­νους τους καί τούς εὐλό­γη­σαν. Αὐτός εἶναι θάνα­τος δίκαιου ἀνθρώ­που.

Ἴσως διε­ρω­τη­θεῖς: Μά δέν πέθα­ναν πολ­λοί ἀπό τούς δίκαιους στη μάχη, απρο­ε­τοί­μα­στοι; Ὄχι! Οἱ δίκαιοι ποτέ δεν πεθαί­νουν απρο­ε­τοί­μα­στοι! Προ­ε­τοι­μά­ζον­ται πάν­τα γιά τό θάνα­τό τους, περι­μέ­νουν ἀπό μέρα σε μέρα τήν ἀνα­χώ­ρη­σή τους ἀπ’ αὐτή τή ζωή. Η καρ­διά τους βρί­σκε­ται σε διαρ­κή μετά­νοια, ἐξο­μο­λο­γοῦν­ται στό Θεό καί τόν δοξο­λο­γοῦν. Οἱ δίκαιοι τό κάνουν αὐτό σέ και­ρούς εἰρή­νης και ευμά­ρειας. Το κάνουν ὅμως πολύ περισ­σό­τε­ρο σε περιό­δους πολέ­μου, βίας και ταρα­χῶν. Ἡ ζωή τους ολό­κλη­ρη είναι μια διαρ­κής προ­ε­τοι­μα­σία γιά τό θάνα­το κι ἔτσι δέν πεθαί­νουν ποτέ ἀπρο­ε­τοί­μα­στοι.

Προ­ε­τοι­μα­σία γιά τό θάνα­το σημαί­νει επί­σης το «να πλου­τί­ζει κανείς ἐν Χρι­στῷ». Μόνο ἐκεῖ­νοι πού πιστεύ­ουν πραγ­μα­τι­κά στο Θεό καί στή μέλ­λου­σα ζωή προ­ε­τοι­μά­ζον­ται γιά τό θάνα­το, γιά τήν αἰώ­νια ζωή. Οἱ ἄπι­στοι δέν προ­ε­τοι­μά­ζον­ται ποτέ γιά τό θάνα­το. Το μόνο που φρον­τί­ζουν, εἶναι νά ζήσουν ὅσο γίνε­ται περισ­σό­τε­ρο στή γῆ. Φοβοῦν­ται ἀκό­μα καί νά σκε­φτούν το θάνα­το και κάνουν ἐλά­χι­στη προ­σπά­θεια για «να πλου­τί­σουν ἐν Χρι­στῷ». Ὅποιος προ­ε­τοι­μά­ζε­ται γιά τό θάνα­το, προ­ε­τοι­μά­ζε­ται καί γιά τήν αἰώ­νια ζωή. Τη φύση τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας αὐτῆς γιά τήν αἰώ­νια ζωή, τή γνω­ρί­ζει κάθε χρι­στια­νός.

Ὁ συνε­τός ἄνθρω­πος δοκι­μά­ζει κάθε μέρα τήν πίστη του στό Θεό, προ­φυ­λάσ­σει την καρ­διά του ἀπό τήν ἀπι­στία, τήν ἀμφι­βο­λία καί τήν κακία, ὅπως ὁ συνε­τός ἀγρό­της προ­φυλ­λάσ­σει τό ἀμπέ­λι του ἀπό τά ἔντο­μα καί τίς ἀκρί­δες. Ὁ συνε­τός ἄνθρω­πος δοκι­μά­ζει καθη­με­ρι­νά τόν ἑαυ­τό του ἄν τηρεῖ τίς ἐντο­λές τοῦ Θεοῦ μέ πρά­ξεις συγ­γνώ­μης, ἀγά­πης καί ἐλεη­μο­σύ­νης. Μ’ αὐτόν τόν τρό­πο «πλου­τί­ζει ἐν Χρι­στῷ». Ὁ συνε­τός ἄνθρω­πος δεν ἀπο­θη­κεύ­ει τά ἀγα­θά του σέ ἀπο­θῆ­κες, αλλά τά ἐμπι­στεύ­ε­ται στη φύλα­ξη τοῦ Θεοῦ. Τό πιό πολύ­τι­μο πράγ­μα γι’ αὐτόν εἶναι ἡ ψυχή του. Εἶναι ὁ μεγα­λύ­τε­ρος θησαυ­ρός του, το μόνο πού δέ φθεί­ρε­ται καί δέν πεθαί­νει. Ὁ συνε­τός ἄνθρω­πος ρυθ­μί­ζει τα θέμα­τά του μέ τόν κόσμο ισορ­ρο­πη­μέ­να, καθη­με­ρι­νά. Εἶναι ἕτοι­μος κάθε στιγ­μή να πεθά­νει με στα­θε­ρή την πίστη πώς θα παρου­σια­στεῖ ἐνώ­πιον τοῦ Θεοῦ καί κεῖ τόν περι­μέ­νει ζωή αἰώ­νια. Ὁ ὅσιος Αντώ­νιος ἔλε­γε: «Να σκέ­φτε­σαι μέσα σου και να λές: “Σήμε­ρα εἶναι ἡ τελευ­ταία μέρα τῆς ζωῆς μου”. Ἔτσι δέ θ ̓ ἁμαρ­τή­σεις ποτέ στο Θεό».

Δέν ὑπάρ­χει πιο ανόη­το πράγ­μα ἀπό τό νά πεῖς: «Καλύ­τε­ρα να πεθά­νω ξαφ­νι­κά, νά μή νιώ­σω τό θάνα­τό μου!» Ἔτσι μιλᾶ­νε οἱ ἐλα­φρό­μυα­λοι κι οἱ ἄθε­οι. Ὁ συνε­τός κι ἀφο­σιω­μέ­νος πιστός λέει: «Γενη­θή­τω τό θέλη­μα τοῦ Θεοῦ!» Καλύ­τε­ρα να μεί­νεις χρό­νια στο κρε­βά­τι μέ ἀρρώ­στιες καί πόνους, παρά να πεθά­νεις ἀπρο­ε­τοί­μα­στος κι ἀμε­τα­νόη­τος. Οἱ πόνοι σ’ αὐτόν τόν κόσμο περ­νοῦν γρή­γο­ρα, όπως κι οἱ χαρές. Στόν ἄλλο κόσμο ὅμως δέν ὑπάρ­χει τίπο­τα εφή­με­ρο και παρο­δι­κό. Ὅλα εἶναι αἰώ­νια, εἴτε βάσα­να εἴτε χαρά. Γι’ αὐτό εἶναι καλύ­τε­ρα νά ὑπο­φέ­ρεις λίγο ἐδῶ παρά ἐκεῖ, ὅπου το μέτρο τόσο τοῦ πόνου ὅσο καί τῆς χαρᾶς εἶναι ἀσύγ­κρι­τα μεγα­λύ­τε­ρο.

Γενη­θή­τω το θέλη­μα τοῦ Θεοῦ! Προ­σευ­χό­μα­στε στον παν­τε­πό­πτη Θεό μας νά μή μᾶς στεί­λει ξαφ­νι­κό θάνα­το, ἐνῶ βρι­σκό­μα­στε μέσα στην ἁμαρ­τία, στις κακές μας πρά­ξεις, ἀλλά νά μᾶς λυπη­θεῖ, ὅπως λυπή­θη­κε τό βασι­λιά Εζε­κία (βλ. Ησ. λη 1–5) καί νά μᾶς δώσει χρό­νο μετά­νοιας. Νά μᾶς ἐλε­ή­σει καί νά μᾶς δώσει κάποια ἔνδει­ξη ὅτι ὁ θάνα­τος εἶναι κον­τά, ὥστε νά βια­στού­με να ζήσου­με κάπως καλύ­τε­ρα και να γλι­τώ­σου­με την ψυχή μας ἀπό τό «αἰώ­νιο πῦρ». Ἔτσι τά ὀνό­μα­τά μας θα γρα­φτούν στη Βίβλο τῆς Ζωῆς καί τά πρό­σω­πά μας θά εἶναι ὁρα­τά στη βασι­λεία τοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ Θεοῦ μας.

Δόξα καί αἶνος στον Κύριο καί Σωτή­ρα μας Ἰησοῦ Χρι­στό, στον Πατέ­ρα καί τό Ἅγιο Πνεῦ­μα, τήν ὁμο­ού­σια και αδιαί­ρε­τη Τριά­δα, τώρα και πάν­τα καί στούς αἰῶ­νες τῶν αἰώ­νων. Ἀμήν.

Αυγου­στί­νος Καν­τιώ­της (Από το βιβλίο “ΚΥΡΙΑΚΗ”)

Ὁ αἰφ­νί­διος θάνα­τος

«Ταύ­τῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχὴν σοῦ ἀπαι­τοῦ­σαν ἀπὸ σοῦ…» (Λουκ. 12, 20)

Ὁ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ἀγα­πη­τοί μου, εἶνε ἕνα θαυ­μά­σιο ἀρι­στούρ­γη­μα. Καὶ ὅσο κανεὶς διὰ τῆς ἐπι­στή­μης το ἔρευ­να, τόσο περισ­σό­τε­ρο θαυ­μά­ζει το Δημιουρ­γό, ποὺ ἐκ τοῦ μηδε­νὸς τὸ δημιούρ­γη­σε. Γιὰ πολ­λὰ πράγ­μα­τα εἶνε θαυ­μα­στὸς ὁ ἄνθρω­πος. Γίνε­ται ὅμως ἀκό­μη πιὸ θαυ­μα­στός, ὅταν κανεὶς σκε­φθῇ, ὅτι, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἁγία Γρα­φή, πλά­σθη­κε νὰ εἶνε ἀθά­να­τος.

Ἤμα­σταν, λοι­πόν, γιὰ τὴν ἀθα­να­σία! Ἀλλὰ δυστυ­χῶς, ὅπως εἶνε γνω­στό, ὁ πρῶ­τος ἄνθρω­πος δὲν ὑπή­κου­σε στὸ Θεό. Ἁμάρ­τη­σε καὶ παρέ­βῃ τὴν ἐντο­λή του νὰ μὴ φάη ἀπὸ τὸν ἀπη­γο­ρευ­μέ­νο καρ­πό. Ἔτσι ἔγι­νε θνη­τός. Μετὰ τὸν Ἀδὰμ ὅλοι οἱ ἄνθρω­ποι ὑπό­κειν­ται σὲ θάνα­το. Ἀλλος μικρὸς καὶ ἄλλος μεγά­λος, ὅλοι φεύ­γου­με ἀπ’ αὐτὸ τὸν κόσμο. Ὁ θάνα­τος δὲν κάνει καμ­μιὰ ἐξαί­ρε­σι. Ἕνας μόνο νίκη­σε τὸ θάνα­το καὶ ἀνα­στή­θη­κε μόνος του ἐκ νεκρῶν, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χρι­στός.

Ἀλλ’ ἐνῶ εἶνε βέβαιο, ὅτι ὅλοι πεθαί­νου­με, ἡ ὥρα ὅμως τοῦ θανά­του εἶνε ἄγνω­στη. Ἄλλος πεθαί­νει μὲ φυσι­κὸ θάνα­το, ἄλλος μὲ βίαιο θάνα­το, ἀπὸ ἀτύ­χη­μα ἢ ἀπὸ δολο­φο­νι­κὴ ἐνέρ­γεια. Ἄλλος φεύ­γει σὲ γερον­τι­κή, ἄλλος σὲ ὥρι­μη, ἄλλος σὲ νεα­νι­κή, καὶ ἄλλος σὲ παι­δι­κὴ ἢ καὶ σὲ νηπια­κὴ ἀκό­μη ἡλι­κία. Λυπη­ρὸ γεγο­νὸς ὁ θάνα­τος. Καὶ πιὸ λυπη­ρό, ὅταν συμ­βαί­νῃ σὲ παι­διὰ καὶ σὲ νέους. Οἱ ἀρχαῖ­οι βέβαια, ἔχον­τας ὑπ’ ὄψι τους τίς ταλαι­πω­ρί­ες αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἔλε­γαν: «Ὅν οἱ θεοὶ φιλoύ­σιν ἀπο­θνή­σκει νέος», δηλα­δὴ Ὅποιον οἱ θεοι τὸν ἀγα­ποῦν πεθαί­νει νέος. Ἐμεῖς οἱ χρι­στια­νοί, ἔχον­τας ὑπ’ ὄψι πιὸ πολὺ τίς ἁμαρ­τί­ες ποὺ φορ­τώ­νε­ται ὁ ἄνθρω­πος ὅσο προ­χω­ρεῖ ἡ ἡλι­κία, λέμε, ὅτι ὅσοι πεθαί­νουν νέοι εἶνε μακά­ριοι, για­τί φεύ­γουν φορ­τω­μέ­νοι μὲ λιγό­τε­ρο βάρος. Πάν­τως, ὅσο καὶ νὰ ζήσῃ κανείς, δὲν ξεπερ­νᾷ ὡρι­σμέ­να ὅρια. Λίγοι, ἐλά­χι­στοι, φθά­νουν σὲ βαθειὰ γερον­τι­κὴ ἡλι­κία καὶ ξεπερ­νοῦν τὰ ἑκα­τὸ χρό­νια. Ἡ Γρα­φὴ ἀνα­φέ­ρει μερι­κὰ παρά­δειγ­μα ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐπο­χή, ὅπως τοῦ ‘Ἀδάμ, τοῦ Μαθου­σά­λα κ.α., ποὺ ἔζη­σαν πολ­λὰ χρό­νια, παρα­πά­νω ἀπὸ ἐνια­κό­σια (Γέν. 5, 5, 27). Γιὰ τὴ μετέ­πει­τα ὅμως ἐπο­χὴ ἰσχύ­ει τὸ ρητὸ τοῦ προ­φή­του Δαυίδ: «Αἱ ἡμέ­ραι τῶν ἐτῶν ἡμῶν ἐν αὐτοῖς ἑβδο­μή­κον­τα ἔτη, ἐὰν δὲ ἐν δυνα­στεί­αις, ὀγδο­ή­κον­τα ἔτη, καὶ τὸ πλεῖ­ον αὐτῶν κόπος καὶ πόνος», δηλα­δή: Τὰ χρό­νια τῆς ζωῆς μας περί­που ἑβδο­μῆν­τα, ἢ στὴν καλυ­τέ­ρα περί­πτω­ση ὀγδόν­τα, καὶ τὸ μεγα­λύ­τε­ρο μέρος τους κόπος καὶ πόνος (Ψαλμ. 89, 10).

Ἄγνω­στο λοι­πὸν τὸ πότε θὰ κοπῇ τὸ νῆμα τῆς ζωῆς. Αὐτὸ εἶνε γνω­στὸ μόνο στὸ Θεό.

Τὸ σημε­ρι­νὸ Εὐαγ­γέ­λιο μιλά­ει γιὰ ἕναν ἄνθρω­πο ποὺ πλού­τι­σε καὶ σχε­δί­α­ζε νὰ γκρε­μί­σῃ τίς παλιὲς ἀπο­θῆ­κες του, γιὰ νὰ χτί­σῃ νέες κ’ ἐκεῖ νὰ συγ­κεν­τρώ­σῃ τὰ πλού­σια ἀγα­θά του. Σχε­δί­α­ζε νὰ ζήσῃ ζωὴ ἀπο­λαύ­σε­ων καὶ ἡδο­νῶν. Ποτὲ δὲν φαν­τα­ζό­ταν, ὅτι ὁ θάνα­τος εἶνε κον­τά. Ἀλλ’ ἐνῶ ἦταν βυθι­σμέ­νος μέσα σ’ αὐτὲς τίς σκέ­ψεις, ξαφ­νι­κὰ ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ τὸν εἰδο­ποιεῖ «Ἄφρον, ταύ­τῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχὴν σοῦ ἀπαι­τοῦ­σιν ἀπό σου· ἂ δὲ ἡτοί­μα­σας τίνι ἔσται;», δηλα­δὴ Ἀπε­ρί­σκε­πτε, τὴ νύχτα ἐτού­τη κιό­λας σοῦ παίρ­νουν τὴν ψυχὴ κι αὐτὰ ποὺ ἔχεις ἑτοι­μά­σει σὲ ποιόν θὰ μεί­νουν; (Λουκ. 12, 20). Αὐτὰ τὰ λόγια μᾶς δίνουν ἀφορ­μὴ νὰ μιλή­σου­με ἐδῶ γιὰ τὸν αἰφ­νί­διο θάνα­το.

Ἕνας λαϊ­κὸς μῦθος ἀνα­φέ­ρει τὸ ἑξῆς χαρα­κτη­ρι­στι­κὸ διή­γη­μα. Κάπο­τε ὁ Χάρος, ὅπως ὀνο­μά­ζει ὁ λαός το θάνα­το, πῆρε τὴν ἐντο­λὴ νὰ παρα­λά­βῃ τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἀνθρώ­που. Ἦταν νύχτα καὶ ὁ Χάρος περι­πλα­νή­θη­κε, ἔχα­σε το δρό­μο. Ἀντὶ λοι­πὸν νὰ πάη ἐκεῖ ποὺ εἶχε ἐντο­λή, χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώ­που. Ἦταν ἕνας πολύ­τε­κνος, καὶ τὴν ἡμέ­ρα ἐκεί­νη ἡ γυναῖ­κα του εἶχε γεν­νή­σει τὸ πέμ­πτο τους παι­δί. Ὁ Χάρος εἶπε στὸ νοι­κο­κύ­ρη

-Ἦρθα νὰ πάρω τὴν ψυχὴ κάποιου, ἀλλὰ βλέ­πω πῶς ἔκα­να λάθος. Χτύ­πη­σα τὴ δική σου πόρ­τα σὲ μιὰ ὥρα ποὺ ἐσὺ ἔχεις χαρὰ για­τί ἀπέ­κτη­σες νέο παι­δί. Μὲ συγ­χω­ρεῖς. Ἀλλά, μιὰ καὶ ἦρθαν ἔτσι τὰ πράγ­μα­τα, ἂς συν­δε­θοῦ­με κι ἂς γίνου­με κουμ­πά­ροι.

Ὁ φτω­χὸς ἄνθρω­πος δέχτη­κε τὴν πρό­τα­ση καὶ συν­δέ­θη­κε μὲ πνευ­μα­τι­κὴ συγ­γέ­νεια μέ το Χάρο. Μὲ τὴν οἰκειό­τη­τα ὅμως ποὺ ἀπέ­κτη­σε τόλ­μη­σε νὰ παρα­κα­λέ­σῃ το Χάρο νὰ τοῦ κάνῃ, μιὰ χάρι.

-Τί χάρι ζητᾷς; τοῦ λέει ὁ Χάρος.

-Θὰ σὲ παρα­κα­λέ­σω, ὅταν πλη­σιά­ζῃ τὸ τέλος μου, νὰ μὲ προ­ει­δο­ποι­ή­σῃς πρὶν ἔρθῃς νὰ μὲ πάρῃς.

-Αὐτό, τοῦ λέει ὁ Χάρος, εἶνε εὔκο­λο γιὰ μένα. Θὰ σὲ προ­ει­δο­ποι­ή­σω..

Κάποια ἄλλη νύχτα, ὄχι πολὺ μακρι­νή, ὁ Χάρος χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα τοῦ κουμ­πά­ρου του.

-Ἦρθα, τοῦ λέει. Ἔχω ἐντο­λὴ νὰ πάρω τὴν ψυχή σου.

Ταρά­χτη­κε ὁ ταλαί­πω­ρος ἄνθρω­πος καὶ δια­μαρ­τυ­ρή­θη­κε

-Μὰ εἴχα­με κλεί­σει συμ­φω­νία, νὰ μὲ προ­ει­δο­ποι­ή­σῃς. Πῶς τώρα ἔρχε­σαι ἔτσι ξαφ­νι­κά;

Καὶ ὁ Χάρος ἀπαν­τᾷ

-Δὲν ἔχεις δίκιο νὰ δια­μαρ­τύ­ρε­σαι. Ἐγὼ σὲ προ­ει­δο­ποί­η­σα πολ­λὲς φορὲς ὡς τώρα.

-Πῶς καὶ πότε; Κι ὁ Χάρος του ὑπεν­θυ­μί­ζει

-Δὲν ἔνιω­θες, ποῦ καὶ ποῦ, δια­φό­ρους πόνους σὲ πολ­λὰ σημεῖα τοῦ σώμα­τός σου; πότε στὰ πόδια, πότε στὸ στῆ­θος, πότε στὴν καρ­διά, πότε…; Ὅλοι αὐτοὶ οἱ πόνοι ἦταν προ­ει­δο­ποι­ή­σεις, ὅτι πλη­σιά­ζει τὸ τέλος. Ἀλλὰ ἐσὺ ἀδια­φό­ρη­σες, νομί­ζον­τας πῶς θὰ ζήσῃς ἐδῶ γιὰ πάν­τα. Καὶ νὰ ἐγὼ τώρα, χωρὶς ἄλλη εἰδο­ποί­η­ση, παίρ­νω τὴν ψυχή σου!

Αἰφ­νί­διος θάνα­τος! Δυστυ­χῶς ἐλά­χι­στοι σκέ­πτον­ται το θάνα­το καὶ μάλι­στα τὸν ξαφ­νι­κὸ θάνα­το. Ἄν εἴχα­με διαρ­κῶς στὴ μνή­μη μας τὸ ἐνδε­χό­με­νο τοῦ αἰφ­νι­δί­ου θανά­του, ἡ ζωή μας θὰ ἄλλα­ζε ριζι­κῶς. Ὅσοι ἀπὸ τοὺς μεγα­λυ­τέ­ρους θυμοῦν­ται τίς φρι­κτὲς ἡμέ­ρες ποὺ πέρα­σε ἡ πατρί­δα μας στὸ παρελ­θόν, μπο­ροῦν νὰ κατα­λά­βουν τί ἐννο­οῦ­με. Τότε βρά­δια­ζε, καὶ δὲν ξέρα­με ἂν θὰ ξημε­ρώ­σου­με ξημέ­ρω­νε, καὶ δὲν ξέρα­με ἂν θὰ βρα­διά­σου­με. Τὸ φάσμα τοῦ θανά­του ἦταν διαρ­κῶς ἐμπρὸς στὰ μάτια ὅλων. Καὶ ὅταν ὁ θάνα­τος εἶνε τόσο κον­τά, ἡ ζωὴ γίνε­ται πολὺ δια­φο­ρε­τι­κή…

Λένε γιά το Φίλιπ­πο, τὸν πατέ­ρα τοῦ Μ. Ἀλε­ξάν­δρου, ὅτι εἶχε δια­τά­ξει ἕνα στρα­τιώ­τη νὰ παρου­σιά­ζε­ται κάθε πρωὶ ἐμπρός του, μόλις ξυπνοῦ­σε ὁ βασι­λιᾶς, καὶ νὰ τοῦ λέη «Φίλιπ­πε, θυμή­σου πὼς εἶσαι θνη­τός». Καὶ ἕνας ἄλλος βασι­λιᾶς, ὁ Ξέρ­ξης ὁ βασι­λιᾶς τῆς Περ­σί­ας, ὅταν ἐξε­στρά­τευ­σε ἐναν­τί­ον τῆς μικρᾶς μας πατρί­δος, παρέ­τα­ξε στὴν πεδιά­δα τῆς Θεσ­σα­λί­ας τὸν ἀμέ­τρη­το στρα­τό του. Παρή­λαυ­ναν ἐνώ­πιόν του ἀτέ­λειω­τες σει­ρὲς ὁπλο­φό­ρων, ἀξιω­μα­τού­χων, ἁρμά­των… Ὅλοι χαί­ρον­ταν καὶ καμά­ρω­ναν. Ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ βασι­λιᾶ, ποὺ σὲ κάποια στιγ­μὴ τὸν εἶδαν νὰ δακρύ­ζῃ. Τότε κάποιος ἀπὸ τοὺς ἐπι­τε­λεῖς του τὸν ρώτη­σε

-Βασι­λιᾶ μου, εἶσαι ὁ ἐνδο­ξό­τε­ρος βασι­λιᾶς τοῦ κόσμου, για­τί λυπᾶ­σαι;

-Τὴν ὥρα ποὺ παρή­λαυ­ναν τὰ στρα­τεύ­μα­τα, ἀπαν­τᾷ ὁ Ξέρ­ξης, μοῦ ἦρθε μία σκέ­ψι. Σκέ­φτη­κα, ὅτι ὕστε­ρα ἀπὸ ἑκα­τὸ χρό­νια δὲν θὰ ζῆ κανεὶς ἀπ’ ὅλους μας οὔτε αὐτοὶ ποὺ παρε­λαύ­νουν, ἀλλ’ οὔτε ἐγὼ ποὺ τοὺς ἐπι­θε­ω­ρῶ!

Πράγ­μα­τι «ματαιό­της ματαιο­τή­των, τὰ πάν­τα ματαιό­της» (Ἐκκλ. 1, 2).

Αἰφ­νί­διος θάνα­τος! Εὐτυ­χι­σμέ­νοι ἐκεῖ­νοι ποὺ ἔχουν πάν­το­τε ἐμπρός τους το θάνα­το, ἐκεῖ­νοι ποὺ διαρ­κῶς σκέ­πτον­ται ὅτι σήμε­ρα — αὔριο ἔρχε­ται, ἐκεῖ­νοι ποὺ προ­ε­τοι­μά­ζον­ται ὅπως προ­ε­τοι­μά­ζε­ται ἕνας ταξι­διώ­της ποὺ πρό­κει­ται ν’ ἀνα­χω­ρή­σῃ γιὰ χώρα μακρι­νή. Καὶ πῶς μπο­ρεῖ καὶ ἄνθρω­πος νὰ προ­ε­τοι­μα­στῇ γιὰ τὸ μεγά­λο ταξί­δι τοῦ θανά­του; Ἡ προ­ε­τοι­μα­σία εἶνε, νὰ ἔχῃ μετα­νο­ή­σει καὶ νὰ ἔχῃ ἐξο­μο­λο­γη­θῇ γιὰ ὅσα ἁμαρ­τή­μα­τα ἔκα­νε καὶ νὰ ἔχῃ κοι­νω­νή­σει τὰ ἄχραν­τα μυστή­ρια. Τότε, σὲ ὁποια­δή­πο­τε στιγ­μὴ καὶ νὰ ἔρθῃ ὁ θάνα­τος, ὁ ἄνθρω­πος εἶνε ἀσφα­λής.

Ἡ ἁγία Γρα­φὴ λέει: «Μνή­σθη­τι τὰ ἔσχα­τα καὶ παῦ­σαι ἐχθραί­νων, κατα­φθο­ρὰν καὶ θάνα­τον, καὶ ἔμμε­νε ἐντο­λαῖς», δηλα­δὴ Νὰ θυμᾶ­σαι τὰ τελευ­ταῖα σου, καὶ στα­μά­τη­σε τίς ἐχθρό­τη­τες (νὰ θυμᾶ­σαι) τὴ φθο­ρὰ καί το θάνα­τό σου, καὶ μένε πιστὸς στὶς ἐντο­λὲς (Σ. Σειρ. 28, 6). Στὰ πατε­ρι­κὰ βιβλία δια­βά­ζου­με: «Ὄρος,Ὅρος φιλο­σο­φί­ας μνή­μη θανά­του», δηλα­δή. Προ­ϋ­πό­θε­σις γιὰ νὰ προ­ο­δεύ­σῃς στὴν ἐν Χρι­στῷ ζωὴ εἶνε το νὰ θυμᾶ­σαι το θάνα­το. Συγ­κλο­νι­στι­κὰ δὲ εἶνε τὰ τρο­πά­ρια ποὺ ψάλ­λον­ται κατὰ τὴ νεκρώ­σι­μο ἀκο­λου­θία: «Ὡς ἄνθος μαραί­νε­ται καὶ ὡς ὄναρ παρέρ­χε­ται καὶ δια­λύ­ε­ται πᾶς ἄνθρω­πος…».… «…Μία ροπή, καὶ ταῦ­τα πάν­τα θάνα­τος δια­δέ­χε­ται». «Πάν­τα ματαιό­της τὰ ἀνθρώ­πι­να, ὅσα οὐχ ὑπάρ­χει μετὰ θάνα­τον οὐ,οὗ παρα­μέ­νει ὁ πλοῦ­τος, οὐ,οὗ συνο­δεύ­ει ἡ δόξα, ἐπελ­θὼν γὰρ ὁ θάνα­τος, ταῦ­τα πάν­τα ἐξη­φά­νι­σται…».… Ἡ Ἐκκλη­σία σὲ κάποια ἀπὸ τίς δεή­σεις της πρὸς τὸν Κύριο εὔχε­ται γιὰ τὴν ἀπο­μά­κρυν­ση δια­φό­ρων συμ­φο­ρῶν, καὶ μετα­ξύ αὐτῶν τῶν ἀπει­λη­τι­κῶν κιν­δύ­νων συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει καὶ τὸν αἰφ­νί­διο θάνα­το «Ἔτι δεό­με­θα ὑπὲρ τοῦ δια­φυ­λα­χθῆ­ναι… ἀπὸ ὀργῆς, λοι­μοῦ, λιμοῦ, σει­σμοῦ, κατα­πον­τι­σμοῦ, πυρός, μαχαί­ρας, ἐπι­δρο­μῆς ἀλλο­φύ­λων, ἐμφυ­λί­ου πολέ­μου καὶ αἰφ­νι­δί­ου θανά­του…».… Εἶνε ἐπι­κίν­δυ­νος, πνευ­μα­τι­κῶς, ὁ αἰφ­νί­διος θάνα­τος. Διό­τι ἔτσι ὁ ἄνθρω­πος φεύ­γει ἀπρο­ε­τοί­μα­στος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἕνας ὡραῖ­ος ὕμνος πρὸς τὴν Πανα­γία, ποὺ λένε στὰ μονα­στή­ρια ὅταν τελειώ­νει ἡ βρα­δι­νὴ προ­σευ­χὴ τοῦ ἀπο­δεί­πνου, λέει «Πανα­γία Δέσποι­να… πρό­φθα­σον καὶ λύτρω­σαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης περι­στά­σε­ως καὶ ἀπὸ θάνα­τον τὸν ἔξαφ­νι­κὸν καὶ πανω­λε­θρον…».…

Ἀγα­πη­τοί μου ἔχου­με πολ­λὰ παρα­δείγ­μα­τα αἰφ­νι­δί­ου θανά­του, καὶ θρη­νοῦ­με γι’ αὐτὰ καθη­με­ρι­νῶς. Δὲν εἶνε πολὺς και­ρὸς ποὺ ἕνα λεω­φο­ρεῖο, στὸ κέν­τρο τῶν Ἀθη­νῶν, ἔπε­σε πάνω στὸ πεζο­δρό­μιο καὶ θανά­τω­σε νεα­ροὺς φοι­τη­τές. Καὶ τί νὰ ποῦ­με γιὰ τὰ τρο­χαῖα τῶν ἐθνι­κῶν ὁδῶν κατὰ τίς διή­με­ρες ἐξό­δους κάθε Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κου καὶ τίς πολυ­ή­με­ρες τῶν ἀργιῶν; Χιλιά­δες εἶνε τὰ αὐτο­κι­νη­τι­στι­κὰ δυστυ­χή­μα­τα. Ξεκι­νᾷς μὲ τὸ αὐτο­κί­νη­το καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ φθά­σῃς στὸν προ­ο­ρι­σμό σου. Αἰφ­νί­διος θάνα­τος παρα­μο­νεύ­ει…

Γι’ αὐτὸ ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγά­λοι, ἂς προ­σπα­θή­σου­με νὰ προ­ε­τοι­μά­ζου­με τὸν ἑαυ­τό μας μὲ τὴ διαρ­κῆ μνή­μη τοῦ θανά­του. Ἄς ἀξιο­ποιοῦ­με τον και­ρὸ τοὐ­λά­χι­στον σὰν τὸν ἀρχαῖο ἐκεῖ­νο βασι­λιᾶ τῆς Ρώμης, ποὺ κάθε βρά­δι, προ­τοῦ νὰ κοι­μη­θῇ, ἀνα­σκο­ποῦ­σε τὴν ἡμέ­ρα ποὺ πέρα­σε, θυμό­ταν το θάνα­το καί, ὅταν δὲν εἶχε κάνει κάποιο καλό, ἔλε­γε: «Ἀλλοί­μο­νο, ἔχα­σα τὴν ἡμέ­ρα μου!». Δια­φο­ρε­τι­κά, θ’ ἀκού­σου­με καὶ ἐμεῖς κάποια στιγ­μὴ τὴ φωνὴ τοῦ Κυρί­ου νὰ μᾶς λέη· «Ἄφρον, ταύ­τῃ τὴ νυκτὶ τὴν ψυχὴν σοῦ ἀπαι­τοῦ­σαν ἀπὸ σοῦ καὶ δὲ ἡτοί­μα­σας τίνι ἔσται;» (Λουκ. 12, 20).

Διαβάστε επίσης και τα εξής:

elGreek