ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ)

Ευαγγελική Περικοπή και Κηρύγματα Αγίων Πατέρων

by admin

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ) — ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ (Ι΄ 32 — 45)

Τῷ και­ρῷ ἐκεί­νῳ, παρα­λαμ­βά­νει ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδε­κα μαθη­τὰς αὐτοῦ ἤρξα­το αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλ­λον­τα αὐτῷ συμ­βαί­νειν, 33ὅτι Ἰδοὺ ἀνα­βαί­νο­μεν εἰς Ἱερο­σό­λυ­μα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώ­που παρα­δο­θή­σε­ται τοῖς ἀρχιε­ρεῦ­σι καὶ γραμ­μα­τεῦ­σι, καὶ κατα­κρι­νοῦ­σιν αὐτὸν θανά­τῳ καὶ παρα­δώ­σου­σιν αὐτὸν τοῖς ἔθνε­σι, 34καὶ ἐμπαί­ξου­σιν αὐτῷ καὶ μαστι­γώ­σου­σιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύ­σου­σιν αὐτῷ καὶ ἀπο­κτε­νοῦ­σιν αὐτὸν, καὶ τῇ τρί­τῃ ἡμέ­ρᾳ ἀνα­στή­σε­ται. 35Καὶ προ­σπο­ρεύ­ον­ται αὐτῷ Ἰάκω­βος καὶ Ἰωάν­νης υἱοὶ Ζεβε­δαί­ου λέγον­τες· Διδά­σκα­λε, θέλο­μεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτή­σω­μεν ποι­ή­σῃς ἡμῖν. 36ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Τί θέλε­τε ποι­ῆ­σαί με ὑμῖν; 37οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐω­νύ­μων σου καθί­σω­μεν ἐν τῇ δόξῃ σου. 38ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδα­τε τί αἰτεῖ­σθε. δύνα­σθε πιεῖν τὸ ποτή­ριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτι­σμα ὃ ἐγὼ βαπτί­ζο­μαι βαπτι­σθῆ­ναι; 39οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνά­με­θα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τὸ μὲν ποτή­ριον ὃ ἐγὼ πίνω πίε­σθε, καὶ τὸ βάπτι­σμα ὃ ἐγὼ βαπτί­ζο­μαι βαπτι­σθή­σε­σθε· 40τὸ δὲ καθί­σαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐω­νύ­μων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦ­ναι, ἀλλ’ οἷς ἡτοί­μα­σται. 41καὶ ἀκού­σαν­τες οἱ δέκα ἤρξαν­το ἀγα­να­κτεῖν περὶ Ἰακώ­βου καὶ Ἰωάν­νου. 42ὁ δὲ Ἰησοῦς προ­σκα­λε­σά­με­νος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· Οἴδα­τε ὅτι οἱ δοκοῦν­τες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατα­κυ­ριεύ­ου­σιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγά­λοι αὐτῶν κατε­ξου­σιά­ζου­σιν αὐτῶν. 43οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ’ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέ­σθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διά­κο­νος, 44καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέ­σθαι πρῶ­τος, ἔσται πάν­των δοῦ­λος· 45καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώ­που οὐκ ἦλθε δια­κο­νη­θῆ­ναι, ἀλλὰ δια­κο­νῆ­σαι καὶ δοῦ­ναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολ­λῶν.

32 Ανέ­βαι­ναν δε τον δρό­μον που ωδη­γού­σε προς τα Ιερο­σό­λυ­μα, και ο Ιησούς επρο­πο­ρεύ­ε­το από αυτούς. Και οι μαθη­ταί καθώς έβλε­παν τον διδά­σκα­λον να προ­χω­ρή προς το μαρ­τύ­ριον κατε­λή­φθη­σαν από θάμ­βος (εμπρός στο μεγα­λείο της θυσί­ας που ακτι­νο­βο­λού­σε η μορ­φή του”. Και καθώς με σεβα­σμόν τον ακο­λου­θού­σαν, εφο­βούν­το δι’ όσα έμελ­λον να γίνουν εις Ιερο­σό­λυ­μα. Επή­ρε πάλιν τους δώδε­κα ο Κυριος και ήρχι­σε να λέγη εις αυτούς όσα έμελ­λον να του συμ­βούν. 33 Ελε­γε δηλα­δή ότι “ιδού ανα­βαί­νο­μεν εις τα Ιερο­σό­λυ­μα και ο υιός του ανθρώ­που θα παρα­δο­θή στους αρχιε­ρείς και στους γραμ­μα­τείς και θα τον κατα­δι­κά­σουν εις θάνα­τον, και θα τον παρα­δώ­σουν στους ειδω­λο­λά­τρας στρα­τιώ­τας της Ρωμης. 34 Και θα τον εμπαί­ξουν και θα τον μαστι­γώ­σουν και θα τον φτύ­σουν και θα τον θανα­τώ­σουν, και την τρί­την ημέ­ραν θα ανα­στη­θή”. 35 Και έρχον­ται προς αυτόν ο Ιάκω­βος και ο Ιωάν­νης, τα παι­διά του Ζεβε­δαί­ου, και λέγουν· “διδά­σκα­λε, θέλο­μεν να μας κάμης αυτό που θα ζητή­σω­μεν”. 36 Αυτός δε τους είπε· “τι θέλε­τε να σας κάμω;” 37 Εκεί­νοι απήν­τη­σαν· “όταν ως ένδο­ξος βασι­λεύς καθί­σης στον βασι­λι­κόν θρό­νον της Ιερου­σα­λήμ, δος μας να καθί­σω­μεν ένας εκ δεξιών σου και ένας εξ αρι­στε­ρών σου”. 38 Ο δε Ιησούς τους είπεν· “δεν ξέρε­τε τι ζητεί­τε. Ημπο­ρεί­τε να πίε­τε το ποτή­ριον του πόνου και του μαρ­τυ­ρί­ου, το οποί­ον εγώ πίνω, και να βαπτι­σθή­τε το βάπτι­σμα του αίμα­τος, το οποί­ον εγώ βαπτί­ζο­μαι;” 39 Εκεί­νοι δε χωρίς καλά-καλά να σκε­φθούν, του είπαν· “ημπο­ρού­μεν”. Ο δε Ιησούς είπεν εις αυτούς· “το μεν ποτή­ριον του μαρ­τυ­ρί­ου, το οποί­ον εγώ έντος ολί­γου πίνω, θα το πίε­τε και το βάπτι­σμα της οδύ­νης και του αίμα­τος και της θυσί­ας, το οποί­ον εγώ έντος ολί­γου θα βαπτι­σθώ, θα το βαπτι­σθή­τε. (Διό­τι και σεις θα δοκι­μά­σε­τε οδύ­νας και διωγ­μούς εξ αιτί­ας της πίστε­ώς σας εις εμέ). 40 Το να καθί­σε­τε όμως εκ δεξιών μου και εξ αρι­στε­ρών μου δεν είναι εις την εξου­σί­αν μου να το δώσω εις όποιον απλώς μου το ζητή­σει, αλλά θα δοθή στους αξί­ους, εις αυτούς δηλα­δή που θα ζήσουν σύμ­φω­να με το Ευαγ­γέ­λιον και θα αγω­νι­σθούν, δια τους οποί­ους άλω­στε και έχει ετοι­μα­σθή”. 41 Οι άλλοι δέκα, όταν ήκου­σαν αυτά, ήρχι­σαν να αγα­να­κτούν δια την φιλό­δο­ξον αυτήν συμ­πε­ρι­φο­ράν του Ιακώ­βου και του Ιωάν­νου. 42 Ο δε Ιησούς τους εκά­λε­σε κον­τά του και τους είπε· “ξέρε­τε, ότι αυτοί που προ­βάλ­λον­ται σαν άρχον­τες των εθνών, συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται προς τους λαούς σαν να ήσαν από­λυ­τοι κύριοι αυτών. Και εκεί­νοι που κατέ­χουν ανά­με­σα στους ανθρώ­πους μεγά­λα αξιώ­μα­τα, κάνουν κακήν χρή­σιν της εξου­σί­ας των και κατα­δυ­να­στεύ­ουν αυτούς, σαν να τους έχουν δού­λους των. 43 Δεν πρέ­πει όμως τέτοια εγω­ϊ­στι­κή τάσις και συμ­πε­ρι­φο­ρά να παρα­τη­ρή­ται ματα­ξύ σας. Αλλ’ όποιος θέλει να ανα­δει­χθή μέγας μετα­ξύ σας, πρέ­πει να γίνη υπη­ρέ­της σας, που να σας εξυ­πη­ρε­τή με αγά­πην. 44 Και όποιος από σας θέλει να γίνη πρώ­τος, πρέ­πει να γίνη δού­λος όλων και να συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται με την ταπει­νο­φρο­σύ­νην και την υπο­μο­νήν και υπα­κο­ήν του δού­λου. 45 Διό­τι και ο υιός του ανθρώ­που δεν ήλθε να εξυ­πη­ρε­τη­θή από τους ανθρώ­πους, αλλά να τους εξυ­πη­ρε­τή­ση και να δώση την ψυχήν αυτού λύτρον και αντάλ­λαγ­μα, δια να ελευ­θε­ρω­θούν πολ­λοί από την ενό­χην της αμαρ­τί­ας και τον αιώ­νιον θάνα­τον”.

32 Προ­χω­ρού­σαν λοι­πόν κι ανέ­βαι­ναν το δρό­μο προς τα Ιερο­σό­λυ­μα. Κι ο Ιησούς προ­χω­ρού­σε μπρο­στά από τους μαθη­τές του, κι αυτοί θαμ­πώ­νον­ταν από θαυ­μα­σμό και δέος, καθώς τον έβλε­παν τόσο άφο­βα και με τόσο θαρ­ρα­λέα από­φα­ση να προ­χω­ρά προς την πόλη όπου τόσα θα πάθαι­νε. Κι ενώ από σεβα­σμό τον ακο­λου­θού­σαν, φοβούν­ταν για όσα θα τους έβρι­σκαν στα Ιερο­σό­λυ­μα. Κι ο Ιησούς, αφού πήρε ιδιαι­τέ­ρως τους δώδε­κα, άρχι­σε να τους λέει εκεί­να που θα του συνέ­βαι­ναν. 33 Τους έλε­γε δηλα­δή ότι, να, ανε­βαί­νου­με στα Ιερο­σό­λυ­μα, και ο υιός του ανθρώ­που, ο Μεσ­σί­ας, θα παρα­δο­θεί στους αρχιε­ρείς και τους γραμ­μα­τείς, κι αυτοί θα τον κατα­δι­κά­σουν σε θάνα­το και θα τον παρα­δώ­σουν στους εθνι­κούς στρα­τιώ­τες της Ρώμης. 34 Κι εκεί­νοι θα τον εμπαί­ξουν και θα τον μαστι­γώ­σουν και θα τον φτύ­σουν και θα τον θανα­τώ­σουν, και την τρί­τη ημέ­ρα από το θάνα­τό του θα ανα­στη­θεί.  35 Πλη­σιά­ζουν τότε τον Ιησού ο Ιάκω­βος και ο Ιωάν­νης, οι γιοι του Ζεβε­δαί­ου, και του λένε: Διδά­σκα­λε, θέλου­με να μας κάνεις αυτό που θα σου ζητή­σου­με. 36 Κι αυτός τους ρώτη­σε: Τί θέλε­τε να σας κάνω; 37 Αυτοί του είπαν: Όταν έλθεις στη δόξα σου και ανε­βείς στον επί­γειο βασι­λι­κό θρό­νο του Δαβίδ, βάλε μας να καθί­σου­με ο ένας στα δεξιά σου κι ο άλλος στ’ αρι­στε­ρά σου. 38 Ο Ιησούς τότε τους είπε: Δεν ξέρε­τε τι ζητά­τε. Δεν είναι τώρα και­ρός κοσμι­κών μεγα­λεί­ων και αξιω­μά­των, αλλά κόπων και διωγ­μών και μαρ­τυ­ρι­κού θανά­του. Μπο­ρεί­τε να πιεί­τε το ποτή­ριο του θανά­του που πρό­κει­ται να πιω εγώ μετά από λίγο, και να βαπτι­σθεί­τε το βάπτι­σμα του μαρ­τυ­ρί­ου που μετά από λίγο θα υπο­στώ; 39 Κι αυτοί, θέλον­τας να εξα­σφα­λί­σουν το αίτη­μά τους, του είπαν χωρίς να το σκε­φτούν καλά: Μπο­ρού­με. Τότε τους είπε ο Ιησούς: Το ποτή­ριο του μαρ­τυ­ρί­ου που εγώ θα πιω μετά από λίγο, θα το πιεί­τε κι εσείς, και το βάπτι­σμα που μετά από λίγο θα υπο­στώ στη θάλασ­σα των παθη­μά­των μου, θα το υπο­στεί­τε κι εσείς. Διό­τι κι εσείς θα υπο­στεί­τε διωγ­μούς και μαρ­τύ­ριο για το ευαγ­γέ­λιό μου. 40 Το να καθί­σε­τε όμως στα δεξιά μου και στα αρι­στε­ρά μου δεν εξαρ­τά­ται από μένα να το δώσω σ’ όποιον μου το ζητή­σει, αλλά αυτό θα δοθεί σ’ εκεί­νους για τους οποί­ους έχει ετοι­μα­σθεί από τον δικαιο­κρί­τη Πατέ­ρα μου, που κανο­νί­ζει τις αντα­μοι­βές σύμ­φω­να με την αρε­τή του καθε­νός. 41 Όταν τ’ άκου­σαν αυτά οι άλλοι δέκα μαθη­τές, άρχι­σαν να αγα­να­κτούν για τη συμ­πε­ρι­φο­ρά αυτή του Ιακώ­βου και του Ιωάν­νου, οι οποί­οι ζητού­σαν να τους παραγ­κω­νί­σουν και να τιμη­θούν περισ­σό­τε­ρο απ’ αυτούς. 42 Ο Ιησούς όμως τους κάλε­σε κον­τά του και τους είπε: Γνω­ρί­ζε­τε ότι αυτοί που θεω­ρούν­ται και φαί­νον­ται άρχον­τες των εθνών, ασκούν από­λυ­τη κυριαρ­χία στους λαούς τους σαν να είναι ανε­ξέ­λεγ­κτοι κύριοί τους και σαν να είναι οι λαοί κτή­μα τους. Κι εκεί­νοι που έχουν μεγά­λο αξί­ω­μα, όπως είναι οι ανώ­τε­ροι αξιω­μα­τού­χοι, κατα­δυ­να­στεύ­ουν τους λαούς τους με από­λυ­τη εξου­σία, σαν να είναι αυτοί οι δού­λοι τους. 43 Μετα­ξύ σας όμως δεν μπο­ρεί ούτε επι­τρέ­πε­ται να συμ­βαί­νει αυτό. Αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγά­λος ανά­με­σά σας, πρέ­πει να είναι υπη­ρέ­της σας και να προ­σπα­θεί να γίνε­ται εξυ­πη­ρε­τι­κός στους άλλους. 44 Κι όποιος από σας θέλει να γίνει πρώ­τος, πρέ­πει να γίνει δού­λος όλων, ασκών­τας με κάθε ταπει­νο­φρο­σύ­νη την αγά­πη. 45 Διό­τι και ο υιός του ανθρώ­που, ο Μεσ­σί­ας, δεν ήλθε στον κόσμο για να υπη­ρε­τη­θεί, αλλά ήλθε για να υπη­ρε­τή­σει και να δώσει τη ζωή του λύτρο προ­κει­μέ­νου να εξα­γο­ρα­σθούν και να ελευ­θε­ρω­θούν πολ­λοί από την αμαρ­τία και το θάνα­το.

32  Bάδι­ζαν δὲ τὸ δρό­μο, ποὺ ἀνέ­βαι­νε στὰ Ἱερο­σό­λυ­μα. Kαὶ ὁ Ἰησοῦς προ­πο­ρευό­ταν ἀπ’ αὐτούς. Kαὶ θαμ­πώ­νον­ταν (ἀπὸ τὴ λάμ­ψι τῆς μορ­φῆς του), καὶ ἀκο­λου­θών­τας αἰσθά­νον­ταν δέος. Kαὶ ἀφοῦ πάλι πῆρε τοὺς δώδε­κα ἰδιαι­τέ­ρως, ἄρχι­σε νὰ τοὺς λέγῃ ὅσα ἔμελ­λαν νὰ τοῦ συμ­βοῦν: 33  «Ἰδού, ἀνε­βαί­νου­με στὰ Ἱερο­σό­λυ­μα καὶ ὁ Yἱὸς τοῦ ἀνθρώ­που θὰ παρα­δο­θῇ στοὺς ἀρχιε­ρεῖς καὶ στοὺς γραμ­μα­τεῖς, καὶ θὰ τὸν κατα­δι­κά­σουν σὲ θάνα­το, καὶ θὰ τὸν παρα­δώ­σουν στοὺς ἐθνι­κούς (στοὺς εἰδω­λο­λά­τρες), 34  καὶ θὰ τὸν ἐμπαί­ξουν, καὶ θὰ τὸν μαστι­γώ­σουν, καὶ θὰ τὸν φτύ­σουν, καὶ θὰ τὸν θανα­τώ­σουν, καὶ τὴν τρί­τη ἡμέ­ρα θὰ ἀνα­στη­θῇ». 35  Tὸν πλη­σιά­ζουν τότε ὁ Ἰάκω­βος καὶ ὁ Ἰωάν­νης, οἱ υἱοὶ τοῦ Zεβε­δαί­ου, καὶ τοῦ λέγουν: «Διδά­σκα­λε, θέλου­με, αὐτὸ ποὺ θὰ ζητή­σω­με, νὰ μᾶς τὸ κάνῃς». 36  Aὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε: «Tί θέλε­τε νὰ σᾶς κάνω;». 37  Kαὶ αὐτοὶ τοῦ εἶπαν: «Ὅταν θ’ ἀνα­λά­βῃς τὴν ἔνδο­ξη βασι­λεία σου, δῶσε τὸ δικαί­ω­μα νὰ καθή­σω­με ἕνας ἀπὸ τὰ δεξιά σου καὶ ἕνας ἀπὸ τὰ ἀρι­στε­ρά σου». 38  Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε: «Δὲν ξέρε­τε τί ζητεῖ­τε. Δύνα­σθε νὰ πιῆ­τε τὸ ποτή­ριο, τὸ ὁποῖο θὰ πιῶ ἐγώ, καὶ νὰ βαπτι­σθῆ­τε μὲ τὸ βάπτι­σμα, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ βαπτι­σθῶ ἐγώ;». 39  Aὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν: «Δυνά­με­θα». Tότε ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε: «Tὸ μὲν ποτή­ριο, ποὺ θὰ πιῶ ἐγώ, θὰ πιῆ­τε, καὶ μὲ τὸ βάπτι­σμα, ποὺ θὰ βαπτι­σθῶ ἐγώ, θὰ βαπτι­σθῆ­τε. 40  Ἀλλὰ τὶς θέσεις ἀπὸ τὰ δεξιά μου καὶ ἀπὸ τὰ ἀρι­στε­ρά μου δὲν ἐξαρ­τᾶ­ται ἀπὸ μένα νὰ δώσω, ἀλλὰ θὰ δοθοῦν σ’ αὐτούς, γιὰ τοὺς ὁποί­ους ἔχουν ὁρι­σθῆ ἀπὸ τὸν Πατέ­ρα μου». 41  Ὅταν δὲ ἄκου­σαν οἱ δέκα (ἄλλοι μαθη­ταί), ἄρχι­σαν ν’ ἀγα­να­κτοῦν ἐξ αἰτί­ας τοῦ Ἰακώ­βου καὶ τοῦ Ἰωάν­νου. 42  Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς κάλε­σε καὶ τοὺς λέγει: «Ξέρε­τε, ὅτι ἐκεῖ­νοι, ποὺ ἀρέ­σκον­ται νὰ κυβερ­νοῦν τὰ ἔθνη, ἀσκοῦν ἀπό­λυ­τη κυριαρ­χία ἐπά­νω τους, καὶ οἱ μεγά­λοι ἀξιω­μα­τοῦ­χοι τους τὰ κατα­δυ­να­στεύ­ουν. 43  Σὲ σᾶς ὅμως δὲν πρέ­πει νὰ συμ­βῇ ἔτσι. Ἀλλ’ ὅποιος θέλει νὰ γίνῃ μεγά­λος μετα­ξύ σας, πρέ­πει νὰ εἶναι ὑπη­ρέ­της σας, 44  καὶ ὅποιος ἀπὸ σᾶς θέλει νὰ γίνῃ πρῶ­τος, πρέ­πει νὰ γίνῃ δοῦ­λος ὅλων. 45  Kαὶ ὁ Yἱὸς δὲ τοῦ ἀνθρώ­που δὲν ἦλθε νὰ ὑπη­ρε­τη­θῇ, ἀλλὰ νὰ ὑπη­ρε­τή­σῃ καὶ νὰ δώσῃ τὴ ζωή του σὰν λύτρο γιὰ πολ­λούς (γιὰ ὅλους δηλα­δή)».

Ιερός Χρυ­σό­στο­μος (ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΩΝ ΥΙΩΝ ΤΟΥ ΖΕΒΕΔΑΙΟΥ)

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΩΝ ΥΙΩΝ ΤΟΥ ΖΕΒΕΔΑΙΟΥ

Σε τόσο μεγά­λο βαθ­μό έφθα­σε η αδυ­να­μία των μαθη­τών να αντι­λη­φθούν καθα­ρά τα λόγια του Κυρί­ου για το επι­κεί­με­νο Πάθος και την Ανά­στα­σή Του, ώστε ευθύς αμέ­σως να Τον πλη­σιά­σουν οι υιοί του Ζεβε­δαί­ου και να συζη­τή­σουν μαζί Του για την πρω­το­κα­θε­δρία που θα ήθε­λαν να τους παρα­χω­ρή­σει στο μέλ­λον· διό­τι, όπως ανα­φέ­ρει ο ευαγ­γε­λι­στής Μάρ­κος, είπαν τότε στον Κύριο: «Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύ­μων σου καθί­σω­μεν ἐν τῇ δόξῃ σου(:Όταν έλθεις στη δόξα σου και ανε­βείς στον επί­γειο βασι­λι­κό θρό­νο του Δαβίδ, βάλε μας να καθί­σου­με ο ένας στα δεξιά σου κι ο άλλος στ’ αρι­στε­ρά σου)»[Μάρκ.10,37].

Πώς τότε λοι­πόν ο ευαγ­γε­λι­στής Ματ­θαί­ος λέγει ότι πλη­σί­α­σε τον Κύριο η μητέ­ρα τους και το ζήτη­σε αυτό και όχι οι ίδιοι οι μαθη­τές; «Τότε προ­σῆλ­θεν αὐτῷ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβε­δαί­ου μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς προ­σκυ­νοῦ­σα καὶ αἰτοῦ­σά τι παρ᾿ αὐτοῦ(: Τότε Τον πλη­σί­α­σε η μητέ­ρα των παι­διών του Ζεβε­δαί­ου με τους γιους της, η οποία Τον προ­σκύ­νη­σε και έδει­ξε ότι σκό­πευε να Του ζητή­σει κάτι)»[Ματθ.20,20]. Φυσι­κό ήταν και τα δύο να συνέ­βη­σαν· διό­τι παρέ­λα­βαν τη μητέ­ρα τους, με σκο­πό να μεγα­λώ­σουν την παρά­κλη­σή τους, και κατ’ αυτόν τον τρό­πο να συγ­κι­νή­σουν τον Χρι­στό. Το ότι λοι­πόν είναι αλη­θι­νό αυτό που είπα και ότι η παρά­κλη­ση ήταν μάλ­λον δική τους, αλλά παρου­σιά­ζουν από ντρο­πή τη μητέ­ρα τους, πρό­σε­ξε πως ο Χρι­στός απευ­θύ­νει προς αυτούς τον λόγο. Καλύ­τε­ρα όμως ας προ­σπα­θή­σου­με να γνω­ρί­σου­με κατά πρώ­τον τι είναι αυτό που ζητούν, με ποια διά­θε­ση το ζητούν και τι ήταν εκεί­νο που τους οδή­γη­σε να ενερ­γή­σουν κατ’ αυτόν τον τρό­πο.

Από τι λοι­πόν παρα­κι­νού­με­νοι έφθα­σαν σε αυτήν την ενέρ­γειά τους; Έβλε­παν ότι έχαι­ραν εκτι­μή­σε­ως εκ μέρους των άλλων ανθρώ­πων και ήλπι­σαν ότι εξαι­τί­ας αυτού θα επι­τύ­χουν να εκπλη­ρω­θεί και αυτή η αίτη­σή τους. Αλλά τι τέλος πάν­των είναι αυτό το οποίο ζητούν; Άκου­σε άλλον ευαγ­γε­λι­στή, τον Λου­κά, ο οποί­ος απο­κα­λύ­πτει αυτό πολύ καθα­ρά. Διό­τι, λέγει, ζητού­σαν αυτά «διὰ τὸ ἐγγὺς αὐτὸν εἶναι Ἱερου­σαλὴμ καὶ δοκεῖν αὐτοὺς ὅτι παρα­χρῆμα μέλ­λει ἡ βασι­λεία τοῦ Θεοῦ ἀναφαί­νε­σθαι(:διό­τι πλη­σί­α­ζε στα Ιερο­σό­λυ­μα κι αυτοί νόμι­ζαν ότι θα φανε­ρω­νό­ταν αμέ­σως η βασι­λεία του Θεού με λαμ­πρό­τη­τα και δόξα)»[Λουκ.19,11]. Νόμι­ζαν δηλα­δή ότι η βασι­λεία του Θεού βρί­σκε­ται κον­τά τους και ότι είναι αισθη­τή και ότι δεν επρό­κει­το να υπο­στούν τίπο­τε το δυσά­ρε­στο, εάν ήθε­λαν να επι­τύ­χουν αυτό που ζητού­σαν. Διό­τι δεν ζητού­σαν τη βασι­λεία του Θεού μόνο γι’αυτήν καθ’εαυτήν, αλλά και για να απο­φύ­γουν τα δυσά­ρε­στα. Για τον λόγο αυτόν και ο Χρι­στός κατ΄αρχήν τους απαλ­λάσ­σει από αυτές τις σκέ­ψεις, λέγον­τάς τους ότι πρέ­πει να ανα­μέ­νουν σφα­γές, κιν­δύ­νους και τα πιο φοβε­ρά κακά. Διό­τι, λέγει, «δύνα­σθε πιεῖν τὸ ποτή­ριον ὃ ἐγὼ μέλ­λω πίνειν; (:Μπο­ρεί­τε να πιεί­τε το ποτή­ρι του θανά­του που πρό­κει­ται εγώ σε λίγο να πιω;)».

Αλλά κανείς ας μην ανη­συ­χεί, επει­δή είναι τόσο ατε­λής η πνευ­μα­τι­κή κατά­στα­ση των μαθη­τών· διό­τι δεν είχε ακό­μη λάβει χώρα το σταυ­ρι­κό πάθος του Κυρί­ου και ούτε είχε ακό­μη δοθεί η χάρις του αγί­ου Πνεύ­μα­τος. Εάν όμως θέλεις να γνω­ρί­σεις την αρε­τή τους, εξέ­τα­σέ τους μετά από αυτά τα γεγο­νό­τα, και θα τους βρεις να είναι ανώ­τε­ροι από κάθε πάθος· διό­τι ακρι­βώς γι’ αυτόν τον λόγο φανε­ρώ­νει τα ελατ­τώ­μα­τά τους, ώστε στη συνέ­χεια να γνω­ρί­σεις ποιοι έγι­ναν με την ενί­σχυ­ση της χάρι­τος του Θεού. Το ότι λοι­πόν δεν ζητού­σαν τίπο­τε το πνευ­μα­τι­κό, ούτε είχαν καμία ιδέα για την ουρά­νια βασι­λεία, γίνε­ται φανε­ρό από τα όσα ελέ­χθη­σαν. Πλην όμως εμείς ας εξε­τά­σου­με και πώς Τον πλη­σιά­ζουν και τι Του λέγουν.

«Διδά­σκα­λε, θέλο­μεν(:‘’Διδά­σκα­λε, θέλου­με)», λέγει ο ευαγ­γε­λι­στής Μάρ­κος, «ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσω­μεν ποι­ήσῃς ἡμῖν(:να μας κάνεις αυτό που θα σου ζητή­σου­με)»[Μάρκ.10,35]. Και ο Χρι­στός απαν­τά προς αυτούς: «Τί θέλε­τε ποιῆσαί με ὑμῖν;(:Τι θέλε­τε να σας κάνω;)»[Μάρκ.10,36]· όχι επει­δή το αγνο­ού­σε, αλλά για να τους εξα­ναγ­κά­σει να απαν­τή­σουν για να απο­κα­λύ­ψει το τραύ­μα και έτσι να θέσει το φάρ­μα­κο. Εκεί­νοι όμως, κατα­κόκ­κι­νοι από εντρο­πή, επει­δή έφθα­σαν σε αυτήν την ενέρ­γειά τους υπο­κι­νού­με­νοι από ανθρώ­πι­νο πάθος, Τον πήραν ιδιαι­τέ­ρως, μακριά από τους άλλους μαθη­τές και Τον ρώτη­σαν· διό­τι, όπως λέγει ο ευαγ­γε­λι­στής Μάρ­κος: «πλη­σί­α­σαν πολύ κον­τά Του»[Μάρκ.10,35:«Προ­σπο­ρεύ­ον­ται αὐτῷ»], ώστε να μην τους αντι­λη­φθούν οι άλλοι μαθη­τές, και έτσι Του είπαν αυτά που ήθε­λαν.

Ήθε­λαν επί­σης, κατά τη γνώ­μη μου, επει­δή άκουαν ότι «καθί­σε­σθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδε­κα θρό­νους(:θα καθί­σε­τε κι εσείς σε δώδε­κα θρό­νους)»[Ματθ.19,28], να λάβουν την προ­ε­δρία αυτής της καθέ­δρας. Και το γνώ­ρι­ζαν βέβαια ότι έχαι­ραν ιδιαι­τέ­ρας εκτι­μή­σε­ως από τον Κύριο έναν­τι των άλλων μαθη­τών, αλλά φοβούν­ταν τον Πέτρο και έτσι Του λέγουν: «Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύ­μων σου καθί­σω­μεν ἐν τῇ δόξῃ σου(:Όταν έλθεις στη δόξα σου και ανε­βείς στον επί­γειο βασι­λι­κό θρό­νο του Δαβίδ, βάλε μας να καθί­σου­με ο ένας στα δεξιά σου κι ο άλλος στ’ αρι­στε­ρά σου)»[Μάρκ.10,37]· και μάλι­στα Του ασκούν μεγά­λη πίε­ση για να επι­σπεύ­σει την πραγ­μα­το­ποί­η­ση του αιτή­μα­τός τους, λέγον­τάς Του: «δώσε εντο­λή».

Τι κάνει λοι­πόν ο Κύριος; Για να αντι­λη­φθούν ότι δεν ζητού­σαν τίπο­τε το πνευ­μα­τι­κό, ούτε πάλι, εάν γνώ­ρι­ζαν αυτό που ζητού­σαν, θα τολ­μού­σαν να το ζητή­σουν κατά τέτοιον τρό­πο, τους λέγει: «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε(:Δεν γνω­ρί­ζε­τε τι ζητά­τε)», «διό­τι αυτό είναι πολύ μεγά­λο, πάρα πολύ άξιο θαυ­μα­σμού, που υπερ­βαί­νει και τις ουρά­νιες δυνά­μεις». Ακο­λού­θως προ­σθέ­τει: «Δύνα­σθε πιεῖν τὸ ποτή­ριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτι­σμα ὃ ἐγὼ βαπτί­ζο­μαι βαπτι­σθῆναι;(:Μπο­ρεί­τε να πιεί­τε το ποτή­ριο του θανά­του που πρό­κει­ται να πιω εγώ μετά από λίγο, και να βαπτι­στεί­τε το βάπτι­σμα του μαρ­τυ­ρί­ου που μετά από λίγο θα υπο­στώ;)»[Μάρκ.10,38].

Βλέ­πεις πώς τους απάλ­λα­ξε από τη σκέ­ψη αυτήν, ομι­λών­τας τους για τα αντί­θε­τα από αυτά που ζήτη­σαν; «Διό­τι», λέγει, «εσείς μου ομι­λεί­τε περί τιμής και στε­φά­νων, ενώ εγώ σας ομι­λώ για αγώ­νες και ιδρώ­τες. Καθό­σον ο παρών και­ρός δεν είναι και­ρός επά­θλων, ούτε τώρα πρό­κει­ται να απο­κα­λυ­φθεί η δόξα μου εκεί­νη, αλλά ο παρών και­ρός είναι και­ρός σφα­γής, πολέ­μων και κιν­δύ­νων». Και πρό­σε­ξες ότι, με την ερώ­τη­ση που τους κάνει, και τους προ­τρέ­πει και τους προ­σελ­κύ­ει; Διό­τι δεν είπε «Μπο­ρεί­τε να σφα­για­στεί­τε; Μπο­ρεί­τε να χύσε­τε το αίμα σας;», αλλά τι τους είπε; «Μπο­ρεί­τε να πιεί­τε αυτό το ποτή­ρι;». Έπει­τα για να τους προ­σελ­κύ­σει, λέγει: «το οποίο πρό­κει­ται εγώ να πιω;», ώστε να τους κάνει προ­θυ­μό­τε­ρους στις σχέ­σεις τους με Αυτόν. Και στη συνέ­χεια το ονο­μά­ζει και βάπτι­σμα το Πάθος Του, για να δεί­ξει ότι θα είναι πολύ μεγά­λος ο καθα­ρι­σμός της οικου­μέ­νης που θα προ­έλ­θει από αυτά που θα συμ­βούν.

«Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δυνά­με­θα(:Κι αυτοί, θέλον­τας να εξα­σφα­λί­σουν το αίτη­μά τους, Του είπαν χωρίς να το σκε­φτούν καλά: ‘’Μπο­ρού­με’’)». Λόγω της προ­θυ­μί­ας τους υπο­σχέ­θη­καν αμέ­σως, χωρίς να γνω­ρί­ζουν ούτε και αυτό που είπαν τι σήμαι­νε, αλλά το είπαν με την ελπί­δα να ακού­σουν αυτό που ζήτη­σαν. Τι λοι­πόν τους απαν­τά Εκεί­νος; «Τὸ μὲν ποτή­ριον ὃ ἐγὼ πίνω πίε­σθε, καὶ τὸ βάπτι­σμα ὃ ἐγὼ βαπτί­ζο­μαι βαπτι­σθή­σε­σθε(:Το ποτή­ριο του μαρ­τυ­ρί­ου που εγώ θα πιω μετά από λίγο, θα το πιεί­τε κι εσείς, και το βάπτι­σμα που μετά από λίγο θα υπο­στώ στη θάλασ­σα των παθη­μά­των μου, θα το υπο­στεί­τε κι εσείς· διό­τι κι εσείς θα υπο­στεί­τε διωγ­μούς και μαρ­τύ­ριο για το ευαγ­γέ­λιό μου)»[Μάρκ. 10,39]. Με τους λόγους αυτούς τους προ­φή­τευ­σε πολύ μεγά­λα αγα­θά· δηλα­δή, «θα αξιω­θεί­τε να υπο­στεί­τε και εσείς το μαρ­τύ­ριό μου και θα πάθε­τε αυτά που θα υπο­στώ εγώ, διό­τι θα τελειώ­σε­τε τη ζωή σας με βίαιο θάνα­το, και έτσι θα γίνε­τε μέτο­χοι των παθη­μά­των μου».

«Τὸ δὲ καθί­σαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύ­μων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοί­μα­σται(:Το να καθί­σε­τε όμως στα δεξιά μου και στα αρι­στε­ρά μου δεν εξαρ­τά­ται από μένα να το δώσω σε όποιον μου το ζητή­σει, αλλά αυτό θα δοθεί σε εκεί­νους για τους οποί­ους έχει ετοι­μα­στεί από τον δικαιο­κρί­τη Πατέ­ρα μου, που κανο­νί­ζει τις αντα­μοι­βές σύμ­φω­να με την αρε­τή του καθε­νός)»[Μάρκ.10,40].Αφού δηλα­δή γέμι­σε τις ψυχές τους με θάρ­ρος και τις ανύ­ψω­σε πνευ­μα­τι­κά και τις έκα­νε ακα­τά­βλη­τες από τη λύπη, τότε πλέ­ον διορ­θώ­νει και το αίτη­μά τους. Αλλά τι τέλος πάν­των σημαί­νουν οι λόγοι αυτοί του Κυρί­ου; Καθό­σον δύο είναι τα ζητή­μα­τα που θέτουν οι πολ­λοί εν προ­κει­μέ­νω: το πρώ­το είναι εάν έχει ετοι­μα­στεί για ορι­σμέ­νους να καθί­σουν στα δεξιά Του, ενώ το δεύ­τε­ρο, εάν ο Κύριος όλων εκεί­νων, για τους οποί­ους έχουν ετοι­μα­στεί, δεν έχει τη δύνα­μη να τους τα παρά­σχει.

Τι λοι­πόν σημαί­νουν οι λόγοι αυτοί του Κυρί­ου; Εάν λύσου­με το πρώ­το ερώ­τη­μα, τότε θα γίνει σαφές στους ερευ­νη­τές και το δεύ­τε­ρο. Ποια λοι­πόν η σημα­σία αυτού; Κανείς δεν θα καθί­σει στα δεξιά Του, ούτε στα αρι­στε­ρά Του· διό­τι ο θρό­νος εκεί­νος είναι απλη­σί­α­στος για όλους γενι­κώς· και δεν εννοώ για τους ανθρώ­πους, τους αγί­ους και τους απο­στό­λους, αλλά και για τους αγγέ­λους και αρχαγ­γέ­λους και για όλες γενι­κώς τις ουρά­νιες δυνά­μεις, καθώς βέβαια και ο Παύ­λος παρου­σιά­ζει αυτό ως απο­κλει­στι­κό, εξαί­ρε­το γνώ­ρι­σμα του Μονο­γε­νούς Υιού με τους λόγους Του: «Πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέ­λων εἴρηκέ ποτε· κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπό­διον τῶν ποδῶν σου;(:Σε ποιον άλλω­στε από τους αγγέ­λους έχει πει ποτέ ο επου­ρά­νιος Πατέ­ρας: ’’Κάθι­σε τώρα μετά την Ανά­λη­ψή Σου στα δεξιά μου, έως ότου υπο­τά­ξω τους εχθρούς Σου νικη­μέ­νους κάτω από τα πόδια Σου ως υπο­πό­διο, για να έχεις αιω­νί­ως αδια­φι­λο­νί­κη­τη την εξου­σία’’; Σε κανέ­ναν)»[Εβρ.1,13]· «Καὶ πρὸς μὲν τοὺς ἀγγέ­λους λέγει· ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέ­λους αὐτοῦ πνεύ­μα­τα, καὶ τοὺς λει­τουρ­γοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλό­γα(:και για τους αγγέ­λους, λέει: ‘’Ο Θεός κάνει τους αγγέ­λους Του ταχυ­κί­νη­τους και αιθέ­ριους σαν τους ανέ­μους, και τους λει­τουρ­γούς που Τον υπη­ρε­τούν λαμ­προύς και δρα­στι­κούς σαν την πύρι­νη φλό­γα’’)»[Εβρ.1,7]· «πρὸς δὲ τὸν υἱόν· ὁ θρό­νος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος(:για τον Υιό όμως λέει:’’ Ο βασι­λι­κός Σου θρό­νος, Θεέ, μένει στε­ρε­ός και ασά­λευ­τος στους ατέ­λειω­τους αιώ­νες. Η βασι­λι­κή Σου ράβδος είναι ράβδος και εξου­σία ευθύ­τη­τας και δικαιο­σύ­νης’’)» [Εβρ.1,8].

Πώς λοι­πόν, λέγει: «Τὸ δὲ καθί­σαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύ­μων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοί­μα­σται (:Το να καθί­σε­τε όμως στα δεξιά μου και στα αρι­στε­ρά μου δεν εξαρ­τά­ται από μένα να το δώσω σε όποιον μου το ζητή­σει, αλλά αυτό θα δοθεί σε εκεί­νους για τους οποί­ους έχει ετοι­μα­στεί από τον δικαιο­κρί­τη Πατέ­ρα μου, που κανο­νί­ζει τις αντα­μοι­βές σύμ­φω­να με την αρε­τή του καθε­νός)»[Μάρκ.10,40], σαν να υπάρ­χουν ορι­σμέ­νοι που ήδη κάθον­ται εκεί; Δεν το λέγει σαν να υπάρ­χουν εκεί καθι­σμέ­νοι· μακριά από εδώ αυτή η σκέ­ψη· αλλά απάν­τη­σε στη σκέ­ψη αυτών που Τον ρώτη­σαν, δεί­χνον­τας συγ­κα­τά­βα­ση στην ατε­λή ακό­μη πνευ­μα­τι­κό­τη­τά τους· διό­τι δεν γνώ­ρι­ζαν ακό­μη τον υψη­λό εκεί­νο θρό­νο και την στα δεξιά του Πατρός καθέ­δρα του Υιού, κατά την οποία στιγ­μή αγνο­ού­σαν ακό­μη και εκεί­να που ήσαν κατά πολύ κατώ­τε­ρα αυτών και άκου­γαν καθη­με­ρι­νώς να τους ομι­λεί γι’ αυτά. Αλλά ένα μόνο ζητού­σαν· να απο­λαύ­σουν τα πρω­τεία και να τοπο­θε­τη­θούν μπρο­στά από τους άλλους και να μην είναι κανείς πριν από αυτούς κον­τά στον Κύριο. Και όπως προ­α­νέ­φε­ρα, επει­δή άκου­σαν να τους ομι­λεί για δώδε­κα θρό­νους, επει­δή δεν αντι­λή­φθη­καν το βαθύ­τε­ρο νόη­μα των λόγων Του, ζήτη­σαν να τους δοθεί η πρω­το­κα­θε­δρία.

Οι λόγοι του Χρι­στού έχουν την εξής σημα­σία: «Θα πεθά­νε­τε βέβαια για Εμέ­να και θα σφα­για­στεί­τε χάριν του κηρύγ­μα­τος της Διδα­σκα­λί­ας Μου και θα υπο­στεί­τε το ίδιο πάθος με το δικό Μου, αλλά αυτό δεν αρκεί για να σας κάνει να απο­λαύ­σε­τε την πρω­το­κα­θε­δρία και να κατα­λά­βε­τε την πρώ­τη θέση· διότι εάν έλθει κάποιος άλλος, ο οποί­ος, μαζί με τον μαρ­τυ­ρι­κό θάνα­το, έχει απο­κτή­σει και όλη την άλλη γενι­κώς την αρε­τή κατά πολύ περισ­σό­τε­ρο από εσάς, δεν σημαί­νει, επει­δή σας αγα­πώ τώρα εσάς και σας προ­τι­μώ από τους άλλους, ότι θα παρα­βλέ­ψω εξαι­τί­ας αυτού εκεί­νον που λάμ­πει με τα έργα του, και θα δώσω σε σας τα πρω­τεία».

Όμως δεν τους μίλη­σε έτσι, για να μην τους λυπή­σει, αλλά κατά τρό­πο αινιγ­μα­τι­κό τούς είπε το ίδιο πράγ­μα, λέγον­τάς τους: «Τὸ μὲν ποτή­ριον ὃ ἐγὼ πίνω πίε­σθε, καὶ τὸ βάπτι­σμα ὃ ἐγὼ βαπτί­ζο­μαι βαπτι­σθή­σε­σθε. τὸ δὲ καθί­σαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύ­μων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοί­μα­σται(:Το ποτή­ριο βέβαια που θα πιω εγώ θα το πιεί­τε και σεις, και το βάπτι­σμα που πρό­κει­ται να βαπτι­σθώ σε λίγο μέσα στη θάλασ­σα των παθη­μά­των μου θα το βαπτι­στεί­τε· διό­τι κι εσείς θα υπο­στεί­τε διωγ­μούς και μαρ­τύ­ριο για το ευαγ­γέ­λιο. Το να καθί­σε­τε όμως στα δεξιά και στα αρι­στε­ρά μου δεν είναι δικό μου δικαί­ω­μα να το δώσω σε όποιον μου το ζητή­σει, αλλά αυτό θα δοθεί σε εκεί­νους για τους οποί­ους έχει ετοι­μα­στεί από τον δικαιο­κρί­τη Πατέ­ρα μου. Αυτός θα δώσει τις αμοι­βές και τις δια­κρί­σεις στον καθέ­να σύμ­φω­να με τα έργα του και την αρε­τή του)»[Μάρκ.10,39–40].

Για ποιους όμως έχει ετοι­μα­στεί; Για εκεί­νους που μπο­ρούν να γίνουν ένδο­ξοι με τα έργα τους. Για τον λόγο αυτόν δεν είπε: «Δεν εξαρ­τά­ται από εμέ­να να το δώσω αυτό», αλλά είπε «τού­το είναι δικαί­ω­μα του Πατρός μου», ώστε να μην μπο­ρεί κανείς να πει ότι Αυτός δεν μπο­ρεί ή ότι δεν έχει τη δύνα­μη της αντα­πο­δό­σε­ως αγα­θών. Αλλά ποια απάν­τη­ση έδω­σε; «Δεν εξαρ­τά­ται από εμέ­να, αλλά θα δοθεί σε εκεί­νους για τους οποί­ους έχει ετοι­μα­στεί». Για να γίνει όμως ακό­μη πιο σαφές αυτό που λέγω, ας το εξη­γή­σου­με βάσει ενός παρα­δείγ­μα­τος, και ας υπο­θέ­σου­με ότι υπάρ­χει κάποιος αγω­νο­θέ­της και ότι στη συνέ­χεια προ­σήλ­θαν πολ­λοί άρι­στοι αθλη­τές για να μετά­σχουν στον αγώ­να. Δύο μάλι­στα από τους αθλη­τές, που ήσαν πάρα πολύ γνω­στοί στον αγω­νο­θέ­τη, στη­ρι­ζό­με­νοι στην εύνοια και φιλία αυτού, αφού Τον πλη­σί­α­σαν, Του είπαν να ενερ­γή­σει έτσι ώστε να στε­φα­νω­θούν και να ανα­κη­ρυ­χθούν νικη­τές. Εκεί­νος όμως λέγει προς αυτούς, ότι αυτός δεν έχει δικαί­ω­μα να το πρά­ξει αυτό, αλλά η νίκη θα δοθεί σε εκεί­νους για τους οποί­ους έχει ετοι­μα­στεί, οι οποί­οι θα κοπιά­σουν και θα ιδρώ­σουν. Μπο­ρού­με άρα­γε να του κατα­λο­γί­σου­με αδυ­να­μία; Ασφα­λώς όχι· αλλά αντί­θε­τα θα ανα­γνω­ρί­σου­με ότι αυτός είναι δίκαιος και αμε­ρό­λη­πτος.

Όπως ακρι­βώς λοι­πόν δεν θα μπο­ρού­σα­με να πού­με ότι αυτό ο αγω­νο­θέ­της δεν έχει δύνα­μη, επει­δή δεν δίνει τον στέ­φα­νο, με σκο­πό να μην κατα­λύ­σει τον νόμο των αγώ­νων και να μη δια­τα­ρά­ξει την τάξη του δικαί­ου, έτσι λοι­πόν θα μπο­ρού­σα να πω ότι και ο Χρι­στός το είπε αυτό με σκο­πό να τους παρα­κι­νή­σει με κάθε τρό­πο να στη­ρί­ζουν τις ελπί­δες της σωτη­ρί­ας τους και της προ­κο­πής τους στην αρε­τή στα προ­σω­πι­κά τους κατορ­θώ­μα­τα που γίνον­ται με τη χάρη του Θεού. Για τον λόγο αυτόν, λέγει, «σε εκεί­νους για τους οποί­ους έχει ετοι­μα­στεί». «Διό­τι», λέγει, «τι θα συμ­βεί εάν παρου­σια­στούν άλλοι καλύ­τε­ροι από εσάς;». Τι λοι­πόν θα συμ­βεί, εάν επι­τε­λέ­σουν μεγα­λύ­τε­ρα έργα; Ή νομί­ζε­τε επει­δή έχε­τε γίνει μαθη­τές μου, ότι θα απο­λαύ­σε­τε εξαι­τί­ας αυτού και τα πρω­τεία, εάν δεν φανεί­τε εσείς οι ίδιοι άξιοι της εκλο­γής;

Το ότι λοι­πόν Αυτός είναι Κύριος του σύμ­παν­τος, είναι φανε­ρό από το ότι Αυτός κρί­νει το σύμ­παν. Καθό­σον λέγει τα εξής στον Πέτρο: «Καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασι­λεί­ας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδε­μέ­νον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυ­μέ­νον ἐν τοῖς οὐρανοῖς(:Και θα σου δώσω την εξου­σία να εισά­γεις στη βασι­λεία των ουρα­νών κάθε άνθρω­πο άξιο να εισέλ­θει και να απο­κλεί­εις απ’ αυτήν κάθε ανά­ξιο. Και οποιο­δή­πο­τε αμάρ­τη­μα δέσεις και το δια­κη­ρύ­ξεις ασυγ­χώ­ρη­το πάνω στη γη, θα είναι δεμέ­νο και ασυγ­χώ­ρη­το και στους ουρα­νούς˙ ενώ οποιο­δή­πο­τε αμάρ­τη­μα λύσεις με συγ­χώ­ρη­ση πάνω στη γη, θα είναι συγ­χω­ρη­μέ­νο και στους ουρα­νούς)»[Ματθ.16,19].

Και ο Παύ­λος επί­σης, για να δηλώ­σει αυτό, έλε­γε: «Λοιπὸν ἀπόκει­ταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ(:Λοι­πόν τώρα πια με περι­μέ­νει στε­φά­νι που ανή­κει ως βρα­βείο στη δικαιο­σύ­νη και την αρε­τή. Το στε­φά­νι αυτό θα μου το δώσει ως αντα­μοι­βή ο Κύριος κατά την ένδο­ξη εκεί­νη ημέ­ρα της Κρί­σε­ως, ο δίκαιος κρι­τής. Θα το δώσει μάλι­στα όχι μόνο σε μένα, αλλά και σε όλους όσους έχουν περι­βάλ­λει με αγά­πη και ευγνω­μο­σύ­νη την ενσάρ­κω­σή Του για τη σωτη­ρία του ανθρώ­πι­νου γένους)»[Β΄Τιμ.4,8]. Η ένσαρ­κη εμφά­νι­ση του Χρι­στού στον κόσμο έχει γίνει. Το ότι επί­σης κανείς δεν θα στα­θεί πριν από τον Παύ­λο, είναι φυσι­κά ολο­φά­νε­ρο. Εάν όμως αυτά ο Κύριος τα έχει πει κατά τρό­πο μη σαφή, μην απο­ρείς· διό­τι ήθε­λε, δεί­χνον­τας όλη τη συγ­κα­τά­βα­σή Του, να τους προ­φυ­λά­ξει με τους λόγους Του, ώστε να μην τον ενο­χλούν άδι­κα και άσκο­πα για τα πρω­τεία(καθό­σον αυτό συνέ­βαι­νε σε αυτούς από ανθρώ­πι­νη αδυ­να­μία), και επει­δή δεν ήθε­λε να τους στε­νο­χω­ρή­σει· και με την ασά­φεια αυτήν επι­τυγ­χά­νει και τα δύο.

«Καὶ ἀκού­σαν­τες οἱ δέκα ἠγανά­κτη­σαν περὶ τῶν δύο ἀδελφῶν(:Όταν τα άκου­σαν αυτά οι δέκα μαθη­τές, αγα­νά­κτη­σαν για τη συμ­πε­ρι­φο­ρά αυτή των δύο αδελ­φών, οι οποί­οι ζητού­σαν να τους παραγ­κω­νί­σουν και να τιμη­θούν περισ­σό­τε­ρο απ’ αυτούς)».

Τότε αγα­νά­κτη­σαν λοι­πόν οι υπό­λοι­ποι μαθη­τές. Πότε δηλα­δή; Όταν ο Κύριος επι­τί­μη­σε τους γιους του Ζεβε­δαί­ου για το αίτη­μά τους· διό­τι, όσο χρό­νο η προ­τί­μη­ση απο­τε­λού­σε από­φα­ση του Χρι­στού, δεν αγα­να­κτού­σαν, αλλά βλέ­πον­τας αυτούς να προ­τι­μών­ται, το απο­δέ­χον­ταν και σιω­πού­σαν επει­δή σέβον­ταν τον διδά­σκα­λο και Τον τιμού­σαν· αλλά και αν ακό­μη λυπούν­ταν στη σκέ­ψη τους, όμως δεν τολ­μού­σαν να το φανε­ρώ­σουν αυτό. Και στην περί­πτω­ση επί­σης του Πέτρου, όταν του έδω­σε τα δίδραχμα[πρβ. Ματθ.17,24–27], μολο­νό­τι παρου­σί­α­σαν κάποια ανθρώ­πι­νη αδυ­να­μία, όμως δε λυπή­θη­καν, αλλά απλώς Τον ρώτη­σαν: «Τίς ἄρα μεί­ζων ἐστὶν ἐν τῇ βασι­λείᾳ τῶν οὐρανῶν;(:Ποιος λοι­πόν άρα­γε είναι μεγα­λύ­τε­ρος και περισ­σό­τε­ρο δια­κε­κρι­μέ­νος απ’ τους άλλους στη βασι­λεία των ουρα­νών;)»[Ματθ.18,1]. Επει­δή όμως στην περί­πτω­ση αυτήν το αίτη­μα ήταν των μαθη­τών, αγα­να­κτούν. Αλλά ούτε και πάλι αγα­να­κτούν αμέ­σως, μόλις το ζήτη­σαν, αλλά όταν ο Χρι­στός τούς επι­τί­μη­σε και τους είπε ότι δεν θα απο­λαύ­σουν τα πρω­τεία, εάν δεν κάνουν τους εαυ­τούς τους άξιους γι’ αυτά.

Είδες πόσο ατε­λής ήταν η πνευ­μα­τι­κό­τη­τα όλων των μαθη­τών Του, ώστε και αυτοί οι δύο να επι­χει­ρούν να επι­βλη­θούν των δέκα, και εκεί­νοι να φθο­νούν τους δύο; Αλλά, όπως προ­α­νέ­φε­ρα, σε παρα­κα­λώ να μου τους δεί­ξεις μετά από όλα αυτά, μετά την επε­νέρ­γεια της Θεί­ας Χάρι­τος που τα σωτή­ρια πάθη του Κυρί­ου μας ανέ­βλυ­σαν και θα τους δεις όλους να είναι απαλ­λαγ­μέ­νοι από τα πάθη τους αυτά. Άκου­σε λοι­πόν πώς αυτός ο ίδιος ο Ιωάν­νης, που τώρα προ­σήλ­θε και ήθε­λε να εξου­σιά­ζει αυτούς, σε κάθε περί­πτω­ση παρα­χω­ρεί τα πρω­τεία στον Πέτρο, και στο κήρυγ­μα και στην επι­τέ­λε­ση θαυ­μά­των στις Πρά­ξεις των Αποστόλων[πρβ. Πράξ.3,1 κ.ε.]. Και δεν απο­κρύ­πτει τα κατορ­θώ­μα­τα αυτού, αλλά και την ομο­λο­γία της πίστε­ως του Πέτρου δια­κη­ρύτ­τει, πράγ­μα που το έκα­νε όταν όλοι σιω­πού­σαν, και την είσο­δό του Πέτρου στον τάφο πριν από εκεί­νον ανα­φέ­ρει και παρου­σιά­ζει πριν από τον εαυ­τό του τον Πέτρο. Επει­δή όμως και οι δύο παρευ­ρέ­θη­σαν πλη­σί­ον του Κυρί­ου κατά την ώρα της σταυ­ρώ­σε­ώς Του, μειώ­νον­τας το δικό του εγκώ­μιο, λέγει χωρίς να ανα­φέ­ρει το δικό του το όνο­μα: «Ὁ μαθητὴς ὁ ἄλλος, ὃς ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιε­ρεῖ(:Εκεί­νος ο άλλος μαθη­τής, που ήταν γνω­στός στον αρχιε­ρέα)»[Ιω.18,16].

Όσο για τον Ιάκω­βο, τον άλλο γιο του Ζεβε­δαί­ου που τότε είχε ζητή­σει την πρω­το­κα­θε­δρία, δεν έζη­σε βέβαια για πολύ ακό­μα, αλλά ευθύς εξαρ­χής έδει­ξε τόση θέρ­μη πίστε­ως και αφού εγκα­τέ­λει­ψε όλα τα ανθρώ­πι­να, έφθα­σε σε ύψος απε­ρί­γρα­πτο, ώστε αμέ­σως να σφα­για­στεί για την πίστη του στον Εναν­θρω­πή­σαν­τα Υιό του Θεού. Έτσι αργό­τε­ρα εξαι­τί­ας όλων αυτών και οι υπό­λοι­ποι μαθη­τές έφθα­σαν στις ανώ­τε­ρες βαθ­μί­δες της αρε­τής. Αλλά τότε, πριν το θείο Πάθος, αγα­νά­κτη­σαν.

Τι κάνει λοι­πόν ο Χρι­στός; «Ὁ δὲ Ἰησοῦς προ­σκα­λε­σά­με­νος αὐτοὺς εἶπεν· οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχον­τες τῶν ἐθνῶν κατα­κυ­ριεύ­ου­σιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγά­λοι κατε­ξου­σιά­ζου­σιν αὐτῶν(:Ο Ιησούς όμως, αφού τους κάλε­σε να πλη­σιά­σουν, είπε: ‘’Γνω­ρί­ζε­τε ότι οι άρχον­τες που ηγε­μο­νεύ­ουν στα έθνη συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται στους λαούς τους ως κύριοί τους, σαν να τους έχουν στα χέρια τους και σαν να είναι οι λαοί κτή­μα­τά τους˙ κι εκεί­νοι που έχουν μεγά­λο αξί­ω­μα, όπως είναι οι ανθύ­πα­τοι, τους μετα­χει­ρί­ζον­ται με μεγά­λη εξου­σία, σαν να είναι δού­λοι τους)»[Μάρκ.10,42]· διό­τι επει­δή θορυ­βή­θη­καν και ταρά­χτη­καν, τους καθη­συ­χά­ζει πριν να τους ομι­λή­σει, με την πρό­σκλη­σή Του και με το ότι τους κάλε­σε κον­τά Του. Καθό­σον οι δύο, επει­δή είχαν απο­σπα­στεί από την ομά­δα των δέκα, στέ­κον­ταν πλη­σιέ­στε­ρα προς Αυτόν, συνο­μι­λών­τας με Αυτόν ιδιαι­τέ­ρως. Για τον λόγο αυτόν, και αυτούς τους προ­σκα­λεί πλη­σί­ον Του, θέλον­τας μαζί με αυτό και το αίτη­μα των υιών του Ζεβε­δαί­ου να δια­πομ­πεύ­σει και να το ανα­κοι­νώ­σει στους άλλους, θερα­πεύ­ον­τας το πάθος και αυτών και εκεί­νων.

Και δεν θερα­πεύ­ει το πάθος τους αυτό στην περί­πτω­ση αυτήν με τον ίδιο τρό­πο που είχε κάνει λίγο πριν την υπο­βο­λή αυτού του αιτήματος[Μάρκ.10,13–16· Ματθ.19,16–30· Λου­κά 18,18–30]. Στην προ­η­γού­με­νη περί­πτω­ση οδη­γεί παι­διά στο μέσο και τους παρο­τρύ­νει να μιμούν­ται την αφέ­λεια και την ταπεί­νω­ση αυτών[Μάρκ.10,14–15: «Ἂφετε τὰ παι­δία ἔρχε­σθαι πρός με, καὶ μὴ κωλύ­ε­τε αὐτά· τῶν γὰρ τοιού­των ἐστὶν ἡ βασι­λεία τοῦ Θεοῦ. ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὃς ἐὰν μὴ δέξη­ται τὴν βασι­λεί­αν τοῦ Θεοῦ ὡς παι­δί­ον, οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν(:Όταν όμως το είδε αυτό ο Ιησούς, αγα­νά­κτη­σε και είπε στους μαθη­τές: ‘’Αφή­στε τα παι­διά να έρχον­ται κον­τά μου και μην τα εμπο­δί­ζε­τε˙ διό­τι η βασι­λεία του Θεού είναι γι’ αυτούς που θα γίνουν σαν αυτά και θα απο­κτή­σουν παι­δι­κή καρ­διά και διά­θε­ση. Αλη­θι­νά σας λέω˙ εκεί­νος που δεν θα δεχθεί το λόγο και το κήρυγ­μα της βασι­λεί­ας του Θεού με απλό­τη­τα, εμπι­στο­σύ­νη και ταπεί­νω­ση σαν αυτή που δεί­χνουν τα παι­διά στους γονείς και δασκά­λους τους, δεν θα μπει σε αυτήν’’)»].

Στην περί­πτω­ση, όμως, αυτήν, η προ­τρο­πή γίνε­ται με αυστη­ρό­τε­ρο τόνο, και με αντί­θε­τα παρα­δείγ­μα­τα, με τα εξής λόγια: «Οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχον­τες τῶν ἐθνῶν κατα­κυ­ριεύ­ου­σιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγά­λοι κατε­ξου­σιά­ζου­σιν αὐτῶν. οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέ­σθαι, ἔσται ὑμῶν διά­κο­νος(:Γνω­ρί­ζε­τε ότι οι άρχον­τες που ηγε­μο­νεύ­ουν στα έθνη συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται στους λαούς τους ως κύριοί τους, σαν να τους έχουν στα χέρια τους και σαν να είναι οι λαοί κτή­μα­τά τους˙ κι εκεί­νοι που έχουν μεγά­λο αξί­ω­μα, όπως είναι οι ανθύ­πα­τοι, τους μετα­χει­ρί­ζον­ται με μεγά­λη εξου­σία, σαν να είναι δού­λοι τους. Μετα­ξύ σας όμως δεν πρέ­πει να συμ­βαί­νει αυτό. Αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγά­λος ανά­με­σά σας, ας είναι υπη­ρέ­της σας κι ας φρον­τί­ζει με επι­μέ­λεια πώς να γίνε­ται ευερ­γε­τι­κός και εξυ­πη­ρε­τι­κός στους άλλους)»[Μάρκ.10,43], απο­δει­κνύ­ον­τας ότι είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα των ειδω­λο­λα­τρών το να επι­διώ­κουν με μανία τα πρω­τεία.

Πράγ­μα­τι, είναι τυραν­νι­κό το πάθος αυτό και συνε­χώς ενο­χλεί και τους μεγά­λους άντρες, και ακρι­βώς για τον λόγο αυτόν χρειά­ζε­ται και βαθύ­τε­ρη πλη­γή. Έτσι λοι­πόν προ­χω­ρεί σε μεγα­λύ­τε­ρο βάθος, και κατα­πρα­ΰ­νει την οργι­σμέ­νη ψυχή τους, παρα­θέ­τον­τας το παρά­δειγ­μα των εθνι­κών. Και θερα­πεύ­ει των μεν τον φθό­νο, των δε την αλα­ζο­νεία, λέγον­τάς τους σχε­δόν τα εξής: «Μην αγα­να­κτεί­τε σαν να έχε­τε υβρι­σθεί· διό­τι αυτοί που ζητούν τα πρω­τεία κατ’ αυτόν τον τρό­πο, βλά­πτουν κατε­ξο­χήν και καταν­τρο­πιά­ζουν τους εαυ­τούς τους, διό­τι τοπο­θε­τούν τους εαυ­τούς τους μετα­ξύ των τελευ­ταί­ων. Δεν είναι όμως τα δικά μας διδάγ­μα­τα όμοια με των εθνι­κών· διό­τι οι μεν άρχον­τες των εθνι­κών κατα­τυ­ραν­νούν τους λαούς τους, ενώ σύμ­φω­να με τα δικά μας διδάγ­μα­τα αυτός που είναι δού­λος των άλλων, είναι πρώ­τος σε αξία. Το ότι επί­σης αυτά δεν απο­τε­λούν απλώς λόγο, λάβε ως από­δει­ξη των λόγων μου, αυτά τα οποία κάνω και πάσχω. Αλλά εγώ έκα­να και κάτι περισ­σό­τε­ρο· διό­τι μολο­νό­τι ήμου­να βασι­λιάς των ουρα­νί­ων δυνά­με­ων, θέλη­σα να γίνω άνθρω­πος και κατα­δέ­χθη­κα να περι­φρο­νη­θώ και να υβρι­σθώ. Και ούτε και σε αυτά αρκέ­στη­κα, αλλά και έφθα­σα μέχρι και σε αυτόν τον θάνα­το».

Για τον λόγο αυτόν λέγει: «Ὣσπερ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώ­που οὐκ ἦλθε δια­κο­νηθῆναι, ἀλλὰ δια­κονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν(:Όπως και ο υιός του ανθρώ­που δεν ήλθε για να Τον υπη­ρε­τή­σουν, αλλά για να υπη­ρε­τή­σει και να δώσει τη ζωή του λύτρο προ­κει­μέ­νου να εξα­γο­ρα­σθούν και να ελευ­θε­ρω­θούν από την αμαρ­τία και το θάνα­το πολ­λοί)»[Ματθ.20,28]. «Δεν στα­μά­τη­σα δηλα­δή», λέγει, «μέχρι σε αυτό το σημείο, αλλά και την ψυχή μου έδω­σα ως λύτρο. Και χάριν ποιων έκα­να αυτήν τη θυσία; Προς χάριν των εχθρών. Και εσύ μεν εάν ταπει­νω­θείς, το κάνεις χάριν του εαυ­τού σου, ενώ εγώ ταπει­νώ­θη­κα προς χάριν δική σου».

Επο­μέ­νως μην φοβη­θείς με τη σκέ­ψη ότι χάνε­ται η αξιο­πρέ­πειά σου. Διό­τι όσο και αν ταπει­νω­θείς, δεν μπο­ρείς να κατέλ­θεις σε τόσο χαμη­λό σημείο, στο οποίο κατήλ­θε ο Κύριός σου. Αλλά όμως η ταπεί­νω­ση αυτή έγι­νε αιτία ανυ­ψώ­σε­ως όλων των ανθρώ­πων και συνε­τέ­λε­σε ώστε να εκλάμ­ψει η δόξα του Χρι­στού· διό­τι πριν γίνει άνθρω­πος, ήταν γνω­στός μόνο στους αγγέ­λους, όταν όμως έγι­νε άνθρω­πος και σταυ­ρώ­θη­κε, όχι μόνο δεν ελάτ­τω­σε εκεί­νη τη δόξα, αλλά και άλλη απέ­κτη­σε, από το ότι Τον γνώ­ρι­σε όλη η οικου­μέ­νη. Μη λοι­πόν φοβη­θείς, με τη σκέ­ψη ότι δήθεν χάνεις την αξιο­πρέ­πειά σου, εάν ταπει­νω­θείς· διό­τι με την ταπεί­νω­σή σου αυτήν αυξά­νε­ται η δόξα σου, με αυτήν γίνε­ται ακό­μη μεγα­λύ­τε­ρη. Αυτή είναι η πόρ­τα της βασι­λεί­ας των ουρα­νών. Ας μην ακο­λου­θή­σου­με λοι­πόν την αντί­θε­τη οδό, ούτε να πολε­μού­με τους εαυ­τούς μας· διό­τι εάν θελή­σου­με να φαι­νό­μα­στε μεγά­λοι, δεν θα γίνου­με μεγά­λοι, αλλά αντι­θέ­τως θα γίνου­με οι πιο ασή­μαν­τοι από όλους.

Είδες ότι σε κάθε περί­πτω­ση τούς διδά­σκει με τα αντί­θε­τα παρα­δείγ­μα­τα, δίνον­τάς τους αυτό που επι­θυ­μούν; Και αυτό προ­η­γου­μέ­νως το απο­δεί­ξα­με πολ­λές φορές, διό­τι και στην περί­πτω­ση των φιλάρ­γυ­ρων και των κενό­δο­ξων έτσι ενήρ­γη­σε. «Για­τί λοι­πόν», λέγει, «κάνεις την ελεη­μο­σύ­νη μπρο­στά στους ανθρώ­πους; Για να απο­λαύ­σεις δόξα; Μην το κάνεις λοι­πόν αυτό και οπωσ­δή­πο­τε θα απο­λαύ­σεις δόξα. Προς ποιο λοι­πόν σκο­πό θησαυ­ρί­ζεις; Για να έχεις πλού­τη; Λοι­πόν, μη θησαυ­ρί­σεις εδώ και θα γίνεις πλού­σιος εκεί. Έτσι και στην περί­πτω­ση αυτήν. Για­τί ποθείς τα πρω­τεία; Για να είσαι πριν από τους άλλους; Λοι­πόν διά­λε­ξε την τελευ­ταία θέση και τότε θα απο­λαύ­σεις τα πρω­τεία. Ώστε εάν θέλεις να γίνεις μεγά­λος, μη ζητείς να γίνεις μεγά­λος, και τότε θα γίνεις μεγά­λος. Διό­τι αυτό θα πει να είσαι μικρός».

Βλέ­πεις πώς τους απο­μά­κρυ­νε από το νόση­μα, με το ότι τους απέ­δει­ξε ότι η μεν φιλο­πρω­τία τούς οδη­γεί σε απο­τυ­χία, ενώ η ταπεί­νω­ση σε επι­τυ­χία, ώστε το ένα να το απο­φύ­γουν, ενώ το άλλο να το επι­διώ­κουν; Και τους εθνι­κούς επί­σης για τού­το τους ανέ­φε­ρε, ώστε και με το παρά­δειγ­μα αυτό να απο­δεί­ξει ότι το πράγ­μα αυτό είναι επο­νεί­δι­στο και σιχα­με­ρό. Διό­τι πρέ­πει ο μεν υπε­ρή­φα­νος να είναι ασή­μαν­τος, ενώ αντι­θέ­τως ο ταπει­νό­φρο­νας να είναι υψη­λός. Καθό­σον αυτό είναι το αλη­θι­νό και γνή­σιο ύψος, και το οποίο δεν είναι μόνο κατά λέξη, ούτε ως προς την ονο­μα­σία. Και το μεν ύψος του κόσμου είναι απο­τέ­λε­σμα ανάγ­κης και φόβου, ενώ το ύψος της ταπει­νο­φρο­σύ­νης ομοιά­ζει με το ύψος του Θεού. Ο παρό­μοιος άνθρω­πος και αν ακό­μη δεν θαυ­μά­ζε­ται από κανέ­ναν, παρα­μέ­νει υψη­λός, όπως ακρι­βώς πάλιν εκεί­νος, και αν ακό­μη υπη­ρε­τεί­ται από όλους, είναι πιο ασή­μαν­τος από όλους. Και η μεν μία τιμή είναι απο­τέ­λε­σμα ανάγ­κης, οπό­τε για τον λόγο αυτόν και χάνε­ται εύκο­λα, ενώ η άλλη πηγά­ζει από τη θέλη­ση, και για τον λόγο αυτόν παρα­μέ­νει στα­θε­ρή. Εξάλ­λου, και τους αγί­ους για τον λόγο αυτόν τους θαυ­μά­ζου­με, διό­τι, μολο­νό­τι ήσαν ανώ­τε­ροι όλων, παρά ταύ­τα ταπεί­νω­σαν τους εαυ­τούς τους περισ­σό­τε­ρο από όλους. Για τον λόγο αυτόν και μέχρι σήμε­ρα παρα­μέ­νουν υψη­λοί και ούτε ο θάνα­τός τους κατέ­στρε­ψε το ύψος εκεί­νο.

Εάν όμως θέλε­τε, ας εξε­τά­σου­με το ίδιο αυτό θέμα βάσει συλ­λο­γι­σμών. Κάποιος λέγε­ται ότι είναι υψη­λός ή όταν είναι υψη­λός ως προς το μήκος του σώμα­τός του, ή όταν συμ­βαί­νει να στέ­κε­ται σε υψη­λό μέρος. Κατά τον ίδιο συλ­λο­γι­σμό κάποιος ονο­μά­ζε­ται χαμη­λός, επί τη βάσει των αντί­θε­των γνω­ρι­σμά­των. Ας δού­με λοι­πόν ποιος είναι πραγ­μα­τι­κά ο υψη­λός, ο αλα­ζό­νας ή ο ταπει­νός, ώστε να αντι­λη­φθείς ότι τίπο­τε δεν είναι υψη­λό­τε­ρο από την ταπει­νο­φρο­σύ­νη και τίπο­τε χαμη­λό­τε­ρο από την αλα­ζο­νεία. Ο μεν λοι­πόν αλα­ζό­νας επι­θυ­μεί να είναι ανώ­τε­ρος από όλους και κανέ­να δεν παρα­δέ­χε­ται ως ισά­ξιό του, και οποιασ­δή­πο­τε τιμής και αν τύχει, επι­θυ­μεί και επι­διώ­κει μεγα­λύ­τε­ρη τιμή και πιστεύ­ει ότι δεν έτυ­χε καμί­ας τιμής και περι­φρο­νεί τους ανθρώ­πους, ενώ ο ίδιος επι­θυ­μεί να τον τιμούν. Τι θα μπο­ρού­σε λοι­πόν να θεω­ρη­θεί πιο παρά­λο­γο από αυτό; Πράγ­μα­τι αυτό ομοιά­ζει με αίνιγ­μα· διό­τι εκεί­νους που δεν υπο­λο­γί­ζει καθό­λου, από αυτούς θέλει να δοξά­ζε­ται.

Είδες πώς εκεί­νος που θέλει να υψώ­νε­ται, κατα­πί­πτει και ίστα­ται χαμη­λά; Διό­τι το ότι θεω­ρεί όλους τους ανθρώ­πους ως μη έχον­τες καμία αξία, σε σύγ­κρι­ση προς τον εαυ­τό του, το δια­κη­ρύσ­σει ο ίδιος. Αυτό βέβαια είναι αλα­ζο­νεία. Για­τί λοι­πόν κατα­φεύ­γεις προς εκεί­νον που τον θεω­ρείς τελεί­ως ασή­μαν­το; Για­τί ζητείς να τιμη­θείς από εκεί­νον; Για­τί φέρ­νεις μαζί σου τόσο πλή­θος ανθρώ­πων;

Βλέ­πεις τον ταπει­νό, που στέ­κει χαμη­λά; Εμπρός λοι­πόν, ας εξε­τά­σου­με τον πνευ­μα­τι­κά υψη­λό. Αυτός γνω­ρί­ζει πόσο αξί­ζει ο άνθρω­πος και ότι ο άνθρω­πος είναι μεγά­λος, αλλά συγ­χρό­νως ότι είναι και έσχα­τος όλων, και για τον λόγο αυτόν οποια­δή­πο­τε τιμή και αν του απο­δο­θεί, τη θεω­ρεί μεγά­λη. Ώστε, αυτός ακο­λου­θεί τον εαυ­τό του και είναι υψη­λός και δεν αλλά­ζει τη γνώ­μη του. Διό­τι εκεί­νους τους θεω­ρεί μεγά­λους, θεω­ρεί και τις τιμές τους μεγά­λες, και αν ακό­μη συμ­βαί­νει να είναι μικρές, επει­δή θεω­ρεί αυτούς μεγά­λους. Ο αλα­ζό­νας όμως εκεί­νους που τον τιμούν, δεν τους υπο­λο­γί­ζει καθό­λου, ενώ τις τιμές τους τις θεω­ρεί μεγά­λες. Επί­σης ο ταπει­νός δεν κυριεύ­ε­ται από κανέ­να πάθος. Ούτε η οργή μπο­ρεί να τον ενο­χλή­σει, ούτε ο έρω­τας της δόξας, ούτε ο φθό­νος, ούτε η ζηλο­τυ­πία. Τι λοι­πόν μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί υψη­λό­τε­ρο από μία τέτοια ψυχή, που είναι απαλ­λαγ­μέ­νη από όλα αυτά; Ο αλα­ζό­νας, αντι­θέ­τως, εξου­σιά­ζε­ται από όλα αυτά όπως ακρι­βώς κάποιος σκώ­λη­κας που κυλιέ­ται μέσα στον βούρ­κο. Διό­τι και η ζηλο­τυ­πία και ο φθό­νος και ο θυμός ενο­χλούν συνε­χώς την ψυχή του.

Ποιος λοι­πόν είναι ο υψη­λός; Αυτός που εξου­σιά­ζει τα πάθη του ή αυτός που είναι δού­λος σε αυτά; Αυτός που τρέ­μει και τα φοβεί­ται ή αυτός που είναι ακα­τα­νί­κη­τος και με κανέ­ναν τρό­πο δεν κυριεύ­ε­ται από αυτά; Ποιο πτη­νό θα μπο­ρού­σα­με να πού­με ότι πετά ψηλό­τε­ρα; Αυτό που βρί­σκε­ται υψη­λό­τε­ρα από τα χέρια και τα καλά­μια του κυνη­γού, ή εκεί­νο που δεν αφή­νει τον κυνη­γό ούτε καν να χρεια­στεί καλά­μια, καθό­σον πετά χαμη­λά και δεν μπο­ρεί ποτέ να πετά­ξει υψη­λά; Τέτοιος λοι­πόν είναι ο αλα­ζό­νας· καθό­σον κάθε παγί­δα τον συλ­λαμ­βά­νει εύκο­λα, επει­δή σύρε­ται στο χώμα.

Εάν όμως θέλεις εξέ­τα­σε αυτό και από το γεγο­νός του πονη­ρού εκεί­νου δαί­μο­νος. Διό­τι πράγ­μα­τι τι θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί πιο ταπει­νό από τον διά­βο­λο, επει­δή κυριεύ­τη­κε από αλα­ζο­νεία; Τι αντί­στοι­χα θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί πιο υψη­λό από τον άνθρω­πο εκεί­νον που με τη θέλη­σή του ταπει­νώ­νει τον εαυ­τό του; Διό­τι ο μεν διά­βο­λος σύρε­ται επά­νω στη γη και βρί­σκε­ται κάτω από την πτέρ­να μας. Διό­τι λέγει: «Ἰδοὺ δίδω­μι ὑμῖν τὴν ἐξου­σί­αν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορ­πί­ων(:Σας δίνω εξου­σία να νικά­τε και να ποδο­πα­τά­τε όλα τα όργα­να του σατα­νά, που σαν φίδια και σκορ­πιοί επι­βου­λεύ­ον­ται και χύνουν το δηλη­τή­ριό τους ύπου­λα στις ψυχές των ανθρώ­πων, για να τις νεκρώ­σουν)»[Λου­κά 10,19]. Αντι­θέ­τως, ο ταπει­νός άνθρω­πος στέ­κει ψηλά με τους αγγέ­λους.

Εάν μάλι­στα θέλεις το ίδιο πράγ­μα να διδα­χθείς και από τους ανθρώ­πους, σκέ­ψου τον βάρ­βα­ρο εκεί­νον, που οδη­γεί τόσο μεγά­λη στρα­τιά και ο οποί­ος δεν γνώ­ρι­ζε ούτε αυτά ακό­μη που είναι σε όλους γνω­στά. Όπως επί παρα­δείγ­μα­τι ότι η πέτρα ήταν πέτρα και ότι τα είδω­λα ότι ήσαν είδω­λα. Για τον λόγο αυτόν και ήταν κατώ­τε­ρος από αυτά. Αντί­θε­τα, οι ευσε­βείς και πιστοί άνθρω­ποι ανε­βαί­νουν υψη­λό­τε­ρα και από τον ήλιο. Τι λοι­πόν μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί υψη­λό­τε­ρο από αυτούς; Διό­τι αυτοί υπερ­βαί­νουν και αυτές τις αψί­δες του ουρα­νού και προ­σπερ­νών­τας τους αγγέ­λους στέ­κουν γύρω από τον βασι­λι­κό θρό­νο.

Αλλά για να αντι­λη­φθείς και από άλλη άπο­ψη την ευτέ­λεια των αλα­ζό­νων, σε ερω­τώ: Ποιος θα ήταν δυνα­τόν να ταπει­νω­θεί; Αυτός που βοη­θεί­ται από τον Θεό ή αυτός που πολε­μεί­ται από Αυτόν; Είναι ολο­φά­νε­ρο ότι θα ταπει­νω­θεί αυτός που πολε­μεί­ται. Άκου­σε λοι­πόν τι λέγει για τον καθέ­να από αυτούς η αγία Γρα­φή: «Μείζονα δὲ δίδωσι χάριν· διὸ λέγει· ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσε­ται, ταπει­νοῖς δὲ δίδωσι χάριν(:Ο Θεός αντι­στρα­τεύ­ε­ται τους υπε­ρη­φά­νους, οι οποί­οι με τις ηδο­νές τους περι­φρο­νούν το θέλη­μά Του και προ­τι­μούν τον κόσμο παρά τον Θεό. Στους ταπει­νούς όμως δίνει τη χάρη Του. Αυτοί απαρ­νούν­ται τις ηδο­νές και τον κόσμο για χάρη Του)»[Ιάκ.4,6].

Αλλά θα σε ερω­τή­σω και κάτι άλλο. Ποιος είναι υψη­λό­τε­ρος; Αυτός που είναι αφιε­ρω­μέ­νος στον Θεό και προ­σφέ­ρει θυσία σε Αυτόν ή αυτός που βρί­σκε­ται πολύ μακριά της παρ­ρη­σί­ας προς Αυτόν; Αλλά θα ρωτή­σει κάποιος: «Και ποια θυσία προ­σφέ­ρει ο ταπει­νό­φρο­νας;». Άκου­σε τον Δαβίδ που λέγει: «Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συν­τε­τριμ­μέ­νον(:Θυσία ευά­ρε­στη και ευπρόσ­δε­κτη στον Θεό είναι εκεί­νη που προ­σφέ­ρε­ται με εσω­τε­ρι­κή συν­τρι­βή και ειλι­κρι­νή μετά­νοια· ποτέ ο Θεός δε θα απορ­ρί­ψει μια καρ­διά που αισθά­νε­ται αλη­θι­νή συν­τρι­βή και ταπεί­νω­ση)»[Ψαλμ.50,19]. Είδες του ταπει­νού την καθα­ρό­τη­τα;

Πρό­σε­ξε και το ακά­θαρ­το φρό­νη­μα του υπε­ρή­φα­νου. «Ἀκάθαρ­τος παρὰ Θεῷ πᾶς ὑψηλο­κάρ­διος(:Ακά­θαρ­τος είναι ενώ­πιον του Κυρί­ου κάθε επηρ­μέ­νος και υπε­ρή­φα­νος)»[Παροιμ.16,5]. Εκτός από αυτά ο ταπει­νός έχει τον Θεό που ευχα­ρι­στεί­ται με αυτόν. Διό­τι λέγει: «Πάν­τα γὰρ ταῦτα ἐποί­η­σεν ἡ χείρ μου, καὶ ἔστιν ἐμὰ πάν­τα ταῦτα, λέγει Κύριος· καὶ ἐπὶ τίνα ἐπιβλέ­ψω, ἀλλ᾿ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέ­μον­τα τοὺς λόγους μου;(:Προς ποιον να ρίξω στορ­γι­κό και προ­στα­τευ­τι­κό το βλέμ­μα μου, παρά μόνο στον άνθρω­πο τον ταπει­νό, τον ήσυ­χο, ο οποί­ος τρέ­μει με σεβα­σμό τα λόγια μου και αγω­νί­ζε­ται να τα εφαρ­μό­ζει στη ζωή του;)»[Ησ.66,2], ενώ αυτός σύρε­ται μαζί με τον διά­βο­λο· διό­τι ο υπε­ρή­φα­νος θα πάθει αυτά που έπα­θε εκεί­νος.

Για τον λόγο αυτόν και ο Παύ­λος έλε­γε: «Μὴ νεόφυτον, ἵνα μὴ τυφω­θεὶς εἰς κρῖμα ἐμπέσῃ τοῦ διαβόλου(:Δεν πρέ­πει ο επί­σκο­πος να είναι νεο­κα­τή­χη­τος και νεο­φυ­τευ­μέ­νος στο πνευ­μα­τι­κό αμπέ­λι του Κυρί­ου. Κι αυτό, για να μην υπε­ρη­φα­νευ­θεί και πέσει έτσι στην ίδια κατα­δί­κη που έπε­σε και ο διά­βο­λος)»[Α΄Τιμ.3,6]. Αλλά του συμ­βαί­νει και το αντί­θε­το από εκεί­νο που θέλει· διότι θέλει να είναι υπε­ρή­φα­νος, για να τιμά­ται. Αλλά αυτός είναι εκεί­νος που περι­φρο­νεί­ται περισ­σό­τε­ρο από όλους· διό­τι αυτοί κατε­ξο­χήν είναι περισ­σό­τε­ρο από όλους οι κατα­γέ­λα­στοι, οι εχθροί και αντί­πα­λοι όλων, οι νικώ­με­νοι εύκο­λα από τους εχθρούς τους, οι παρα­συ­ρό­με­νοι εύκο­λα από την οργή, οι ακά­θαρ­τοι ενώ­πιον του Θεού.

Τι λοι­πόν θα μπο­ρού­σε να υπάρ­ξει χει­ρό­τε­ρο από αυτό; Διό­τι αυτό είναι το τέλος των κακών. Τι είναι όμως γλυ­κύ­τε­ρο από τους ταπει­νούς; Και τι μακα­ριό­τε­ρο από τη στιγ­μή που τους ποθεί και τους αγα­πά ο Θεός; Οι άνθρω­ποι αυτοί και από τους συναν­θρώ­πους τους εκτι­μών­ται πάρα πολύ, και όλοι τους τιμούν ως πατέ­ρες, τους αγα­πούν ως αδελ­φούς και τους πλη­σιά­ζουν ως δικά τους πρό­σω­πα.

Ας γίνου­με λοι­πόν ταπει­νοί, για να γίνου­με υψη­λοί. Καθό­σον η υπε­ρη­φά­νεια ταπει­νώ­νει σε υπερ­βο­λι­κό βαθ­μό. Αυτή ταπεί­νω­σε τον Φαραώ. Διό­τι, λέγει η Γρα­φή, εκεί­νος ο Φαραώ είπε γεμά­τος αλα­ζο­νεία: «Τίς ἐστιν οὗ εἰσακού­σο­μαι τῆς φωνῆς αὐτοῦ, ὥστε ἐξαπο­στεῖλαι τοὺς υἱοὺς Ἰσρα­ήλ; οὐκ οἶδα τὸν Κύριον καὶ τὸν Ἰσραὴλ οὐκ ἐξαπο­στέλ­λω(:Ποιος είναι αυτός ο Κύριος και Θεός, στην εντο­λή του οποί­ου εγώ θα υπα­κού­σω, ώστε να αφή­σω ελεύ­θε­ρους τους Ισραη­λί­τες; Δεν γνω­ρί­ζω εγώ αυτόν τον Κύριο και δεν θα αφή­σω ελεύ­θε­ρους τους Ισραη­λί­τες να ανα­χω­ρή­σουν)»[Έξ.5,2], και έγι­νε έτσι κατώ­τε­ρος από τις μύγες, τους βατρά­χους και την κάμ­πια και στη συνέ­χεια κατα­πον­τί­στη­κε μαζί με τα όπλα του και τα άλο­γά του.

Τελεί­ως το αντί­θε­το όμως συνέ­βη με τον Αβρα­άμ, που είπε: «Νῦν ἠρξά­μην λαλῆσαι πρὸς τὸν Κύριόν μου, ἐγὼ δέ εἰμι γῆ καὶ σπο­δός(:Έχω ήδη αρχί­σει να ομι­λώ προς τον Κύριο, αν και εγώ είμαι χώμα και στά­χτη)»[Γέν.18,27], και κατα­νί­κη­σε άπει­ρους βαρ­βά­ρους και μολο­νό­τι βρέ­θη­κε ανά­με­σα στους Αιγύ­πτιους επέ­στρε­ψε φέρ­νον­τας λαμ­πρό­τε­ρο τρό­παιο από το προ­η­γού­με­νο, και ακο­λου­θών­τας αυτήν την αρε­τή γινό­ταν διαρ­κώς και υψη­λό­τε­ρος. Για τον λόγο αυτόν εγκω­μιά­ζε­ται σε κάθε περί­πτω­ση, για τον λόγο αυτόν στε­φα­νώ­νε­ται και επαι­νεί­ται, ενώ ο Φαραώ έγι­νε και χώμα και στά­χτη και οτι­δή­πο­τε άλλο υπάρ­χει ευτε­λέ­στε­ρο από αυτά.

Διό­τι τίπο­τε δεν απο­στρέ­φε­ται τόσο ο Θεός, όσο την υπε­ρη­φά­νεια. Για τον λόγο αυτόν ευθύς εξαρ­χής έκα­νε τα πάν­τα, για να εξα­φα­νί­σει αυτό το πάθος. Εξαι­τί­ας της γίνα­με θνη­τοί και μας συνο­δεύ­ουν διαρ­κώς η λύπη και οι οδυρ­μοί. Για τον λόγο αυτόν ζού­με μέσα στον πόνο, τους ιδρώ­τες και με διαρ­κή και κατα­πιε­στι­κή εργα­σία. Καθό­σον η αλα­ζο­νεία οδή­γη­σε τον πρώ­το άνθρω­πο στην αμαρ­τία, επει­δή ήλπι­σε να γίνει ίσος με τον Θεό. Για τον λόγο αυτόν ούτε και εκεί­να που είχε δια­τή­ρη­σε, αλλά εξέ­πε­σε και από αυτά. Τόσο μεγά­λο κακό είναι η αλα­ζο­νεία· διό­τι όχι μόνο δεν προ­σθέ­τει κανέ­να κατόρ­θω­μα στη ζωή μας, αλλά εξα­φα­νί­ζει και τα όσα έχου­με. Όπως ακρι­βώς πάλι η ταπει­νο­φρο­σύ­νη όχι μόνο δεν κατα­στρέ­φει κανέ­να από αυτά που έχου­με, αλλά προ­σθέ­τει και αυτά που δεν έχου­με.

Την ταπει­νο­φρο­σύ­νη λοι­πόν ας ποθή­σου­με, αυτήν ας επι­διώ­ξου­με, ώστε και την επί­γεια τιμή να απο­λαύ­σου­με και να επι­τύ­χου­με τη μέλ­λου­σα δόξα, με τη χάρη και τη φιλαν­θρω­πία του Κυρί­ου ημών Ιησού Χρι­στού, μαζί με τον οποίο ανή­κει στον Πατέ­ρα και συγ­χρό­νως και στο άγιο Πνεύ­μα δόξα και δύνα­μη, τώρα και πάν­το­τε και στους αιώ­νες των αιώ­νων. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επι­μέ­λεια κει­μέ­νου: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • Ιωάν­νου του Χρυ­σο­στό­μου Άπαν­τα τα έργα, Υπό­μνη­μα στο Κατά Ματ­θαί­ον Ευαγ­γέ­λιον, ομι­λία ΞΕ΄, πατε­ρι­κές εκδό­σεις «Γρη­γό­ριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάν­τιον», Θεσ­σα­λο­νί­κη 1990, τόμος 11Α, σελί­δες 275–305.

  • Βιβλιο­θή­κη των Ελλή­νων, Άπαν­τα των αγί­ων Πατέ­ρων, Ιωάν­νου Χρυ­σο­στό­μου έργα, τόμος 68, σελ. 15–34.

  • Π. Τρεμ­πέ­λα, Η Και­νή Δια­θή­κη με σύν­το­μη ερμη­νεία (από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2014.

  • Η Και­νή Δια­θή­κη, Κεί­με­νον και ερμη­νευ­τι­κή από­δο­σις υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τρια­κο­στή τρί­τη, Αθή­να 2009.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη κατά τους εβδο­μή­κον­τα, Κεί­με­νον και σύν­το­μος από­δο­σις του νοή­μα­τος υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2005.

  • Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλ­τή­ριον με σύν­το­μη ερμη­νεία(από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τρί­τη, Αθή­να 2016

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

Αρχιμ. Αθα­νά­σιος Μυτι­λη­ναί­ος (Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΣ)

Απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ομι­λία μακα­ρι­στού γέρον­τος Αθα­να­σί­ου Μυτι­λη­ναί­ουμε θέμα:

«Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΣ»

[εκφω­νή­θη­κε στην Ιερά Μονή Κομνη­νεί­ου Λαρί­σης στις 27–3‑1988]

(Β193)

Το τέλος, αγα­πη­τοί μου, της επι­γεί­ου ζωής και δρά­σε­ως του Κυρί­ου μας Ιησού Χρι­στού είναι κον­τά. Ήδη οι εχθροί Του έχουν δεί­ξει φανε­ρά πια τις δια­θέ­σεις τους τις φονι­κές. Και ο Κύριος γνω­ρί­ζει πλέ­ον ποια είναι η πορεία. Εξάλ­λου γι’ αυτήν την πορεία ήλθε εις τον κόσμον αυτόν. Την πορεί­αν της θυσί­ας.

Ο Κύριος όμως, λίγο πριν το πάθος Του, που το γνω­ρί­ζει πολύ καλά, απο­κα­λύ­πτει τα πάν­τα εις τους μαθη­τάς Του, το τι επρό­κει­το να συμ­βεί. Δηλα­δή προ­φη­τεύ­ει το άμε­σο μέλ­λον, που αφο­ρά στο πρό­σω­πό Του. Ας δού­με όμως το ιερόν κεί­με­νο στην από­δο­σή του· σε μία του από­δο­ση: «Ανη­φό­ρι­ζαν προς τα Ιερο­σό­λυ­μα και ο Ιησούς προ­χω­ρού­σε μπρο­στά από τους μαθη­τάς Του, που ήσαν γεμά­τοι από δέος. Τον ακο­λου­θού­σαν, αλλά είχαν φόβο, τόσο δια τον Ιησούν, όσο και δια τον εαυ­τόν τους, το τι τους περί­με­νε στην πόλη. Τότε, εκά­λε­σε κον­τά Του τους δώδε­κα και άρχι­σε να τους λέγει για όσα επρό­κει­το να τους συμ­βούν. ‘’Δηλα­δή, να, τους έλε­γε, ανα­βαί­νου­με στα Ιερο­σό­λυ­μα και ο Υιός του ανθρώ­που, δηλα­δή Εγώ ο Μεσ­σί­ας, θα παρα­δο­θεί στους αρχιε­ρείς και στους γραμ­μα­τείς, που θα Τον κατα­δι­κά­σουν σε θάνα­τον και θα Τον παρα­δώ­σουν στους ειδω­λο­λά­τρας. Θα Τον περι­γε­λά­σουν, θα Τον μαστι­γώ­σουν, θα Τον φτύ­σουν και θα Τον θανα­τώ­σουν. Ύστε­ρα όμως από τρεις ημέ­ρες, θα ανα­στη­θεί’’».

Τίθε­ται όμως εύλο­γο το ερώ­τη­μα: Για­τί ο Κύριος απο­κα­λύ­πτει αυτό το άμε­σο μέλ­λον; Τόσο άμε­σο, που ήταν θέμα ημε­ρών· διό­τι ήτο η τρί­τη πρόρ­ρη­σις του Κυρί­ου αυτή. Είχαν προ­η­γη­θεί άλλες δύο προρ­ρή­σεις του Κυρί­ου, προ­φη­τεί­ες, για το ίδιο θέμα. Αυτή λοι­πόν είναι η τρί­τη πρόρ­ρη­σις. Και είναι επί θύραις του μαρ­τυ­ρί­ου Του. Για­τί λοι­πόν ο Κύριος απο­κα­λύ­πτει αυτό το άμε­σο μέλ­λον; Δεν θα εθο­ρυ­βούν­το οι μαθη­ταί ακού­γον­τάς το εκ των προ­τέ­ρων; Δηλα­δή τι σκο­πό θα μπο­ρού­σε να εξυ­πη­ρε­τή­σει μία τέτοια προ­φη­τεία; Κι αν ακό­μη αν θέλε­τε, και ποια είναι η αξία μιας τέτοιας προ­φη­τεί­ας; Αυτό το θέμα θα δού­με, αγα­πη­τοί μου.

Καταρ­χάς να δού­με ποιο είναι το πρό­σω­πον που προ­φη­τεύ­ει. Εν προ­κει­μέ­νω, είναι ο Ιησούς Χρι­στός. Ο Ιησούς προ­ε­φη­τεύ­θη από όλους τους προ­φή­τας της Παλαιάς Δια­θή­κης. Οι προ­φη­τεί­ες όλων των προ­φη­τών συγ­κλί­νουν μόνον σε ένα πρό­σω­πον. Το πρό­σω­πον το δικό Του. Όταν ο Κύριος προ­φη­τεύ­ει, ουσια­στι­κά, ανα­γνω­ρί­ζει σε όλους τους παλαιούς προ­φή­τας, τους επι­κυ­ρώ­νει, τους επα­λη­θεύ­ει, τους ανα­νε­ώ­νει ό,τι εκεί­νοι είπαν, με τη βασι­κή όμως θέση ότι αυτό το πρό­σω­πο, είναι το πρό­σω­πο το δικό Του. Εκεί­νοι ωμί­λουν και έλε­γαν για ένα πρό­σω­πο. Ο Κύριος τούς επι­κυ­ρώ­νει, όπως σας είπα, λέγον­τας τώρα ότι «το πρό­σω­πον αυτό είμαι Εγώ». Συνε­πώς είναι προ­φή­της, όπως και ο Ιωάν­νης ο Βαπτι­στής είναι προ­φή­της και μάλι­στα ο μέγι­στος των προ­φη­τών. Ξέρε­τε, δεν έγρα­ψε τίπο­τα ο άγιος Ιωάν­νης ο Βαπτι­στής. Μόνο μία κίνη­ση έκα­νε. Εμαρ­τύ­ρη­σε περί του Ιησού. «Είναι Αυτός». Διό­τι, μετα­ξύ του να πεις για κάποιο πρό­σω­πο και να δεί­ξεις αυτό το πρό­σω­πο, υπάρ­χει πάρα πολύ μεγά­λη δια­φο­ρά. Και το να δεί­ξεις το πρό­σω­πο, αν δεν είσαι αλη­θι­νός προ­φή­της, δεν μπο­ρείς ποτέ αυτό να το κάνεις. Έτσι, ο Ιωάν­νης είναι ο μεί­ζων των προ­φη­τών, σε αυτό το σημείο. Και ο Κύριος ταυ­τί­ζει τώρα το πρό­σω­πο του Μεσ­σί­ου των προ­φη­τών, με το πρό­σω­πό Του: «Ἐγώ εἰμί». Είμαι Εγώ.

Ας θυμη­θού­με τον προ­φή­τη Ησα­ΐα, με πόση παρα­στα­τι­κό­τη­τα περι­γρά­φει το πάθος του Μεσ­σί­ου στο 53 του κεφά­λαιον. Όταν τώρα ο Κύριος προ­φη­τεύ­ει το ίδιο Του το πάθος — θα δού­με εκεί με πόση ζωη­ρό­τη­τα το προ­φη­τεύ­ει ο Ησα­ΐ­ας- ο Κύριος, θα έλε­γα με λιγό­τε­ρη ζωη­ρό­τη­τα και τρα­γι­κό­τη­τα, ταυ­τί­ζει όμως το προ­φη­τι­κό πρό­σω­πο του Ησα­ΐ­ου, θα επα­να­λά­βω, με το δικό Του. Για να κατο­χυ­ρώ­σει πρώ­τα-πρώ­τα την αλή­θεια που προ­φη­τεύ­ει ο Ιησούς, τι πρό­κει­ται τώρα να Του συμ­βεί στα Ιερο­σό­λυ­μα. Μην ξεχνά­με ακό­μα ότι το θεμε­λιω­δέ­στε­ρο στοι­χείο της αλη­θεί­ας της Αγί­ας Γρα­φής, είναι η προ­φη­τεία. Θα ήθε­λα να σας έλε­γα ότι δεν είναι το θαύ­μα. Το θαύ­μα μπο­ρεί για μια στιγ­μή να στα­θεί και ψεύ­τι­κο. Και το επι­τε­λεί επι­τέ­λους και ο σατα­νάς το θαύ­μα. Έστω και ψεύ­τι­κα. Έστω και κατ’ επί­φα­σιν. Ο σατα­νάς όμως δεν γνω­ρί­ζει το μέλ­λον. Και συνε­πώς ο σατα­νάς δεν μπο­ρεί ποτέ να εκφέ­ρει προ­φη­τεία. Και την προ­φη­τεία ακό­μη, αν θέλε­τε, ο σατα­νάς δεν μπο­ρεί ούτε καν ‑την υπάρ­χου­σα προ­φη­τεία- ούτε καν να την ερμη­νεύ­σει σωστά, διό­τι απαι­τεί­ται η παρου­σία του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος. Αλλά ο σατα­νάς δεν έχει το Πνεύ­μα το Άγιον. Και συνε­πώς ούτε την ερμη­νεία μπο­ρεί να κάνει.

Λέγει ο Από­στο­λος Πέτρος ότι καμία προ­φη­τεία δεν λύθη­κε, δηλα­δή δεν ερμη­νεύ­τη­κε, παρά μόνον άνδρες που έφε­ραν το Πνεύ­μα το Άγιον. Έτσι, για να γρά­ψεις προ­φη­τεία, πρέ­πει να σου βάλει στο στό­μα την προ­φη­τεία το Πνεύ­μα το Άγιον. Για να λύσεις προ­φη­τεία, δηλα­δή να ερμη­νεύ­σεις προ­φη­τεία, πρέ­πει πάλι το Πνεύ­μα το Άγιον να σου βάλει την λύσιν, την ερμη­νεί­αν της προ­φη­τεί­ας εις το στό­μα σου το Πνεύ­μα το Άγιον. Θα επα­να­λά­βω λοι­πόν, ο σατα­νάς δεν έχει το Πνεύ­μα το Άγιον. Θαύ­μα­τα κάνει. Προ­φη­τεία δεν μπο­ρεί να κάνει. Γι΄αυτό, η σιγου­ριά της πίστε­ως της αλη­θεί­ας του λόγου του Θεού και του προ­σώ­που του Ιησού Χρι­στού, δεν βρί­σκε­ται εις το θαύ­μα ή εις τα θαύ­μα­τα. Αυτά συμ­πλη­ρώ­νουν, αλλά δεν είναι το κύριον σημεί­ον. Το κύριον σημεί­ον είναι η προ­φη­τεία. Το λέγω για­τί μέσ’ την Ιστο­ρία πολ­λοί πολ­λά θαύ­μα­τα έκα­ναν. Βέβαια, δαι­μο­νι­κά ενερ­γού­με­νοι. Ο Απολ­λώ­νιος ο Τυα­νεύς επί παρα­δείγ­μα­τι, μάγος ήταν, στην αρχαιό­τη­τα. Μπο­ρού­σε να βλέ­πει μακριά, να κάνει θαύ­μα­τα κατα­πλη­κτι­κά. Αλλά προ­φη­τεία δεν έκα­νε ποτέ κανέ­νας. Και μάλι­στα προ­φη­τεία που να είναι 500 χρό­νια πριν, 1000, 2000 χρό­νια ή, αν θέλε­τε, προ­φη­τεία από την επο­χή του Αδάμ και της Εύας. Κανείς, μα κανείς!

Έτσι, θα λέγα­με, όλες οι προ­φη­τεί­ες της Παλαιάς Δια­θή­κης, ενώ ήταν στην διά­θε­σή του ‑τίνος στην διά­θε­ση; Του σατανά‑, όμως ήταν σφρα­γι­σμέ­νες. Δεν μπο­ρού­σε να τις ερμη­νεύ­σει ο διά­βο­λος. Δεν μπο­ρού­σε να κατα­λά­βει. Διά­βα­ζε. Μάλι­στα, την ξέρει απέ­ξω και ανα­κα­τω­τά τη Γρα­φή. Όπως την ξέρουν και οι αιρε­τι­κοί. Άμα δεν έχεις το Πνεύ­μα του Θεού, δεν κατα­λα­βαί­νεις τίπο­τα. Όχι το γράμ­μα. Το Πνεύ­μα. Και για να κατα­λά­βεις το πνεύ­μα του Ευαγ­γε­λί­ου, πρέ­πει να έχεις το πνεύ­μα το Άγιον. Έτσι, δεν έγρα­φαν οι προ­φη­τεί­ες ποιος είναι ο Ιησούς; Δεν άκου­σε ο διά­βο­λος: «Συ είσαι ο Υιός μου ο αγα­πη­τός, εις τον Οποί­ον Εγώ έχω ευδο­κή­σει», κατά την Βάπτι­σιν; Τ’ άκου­σε όλα ο διά­βο­λος. Εξάλ­λου, βάσει αυτού του τελευ­ταί­ου δεν ήρθε να πει­ρά­ξει τον Κύριον; «Εάν είσαι Υιός του Θεού- του λέγει εκεί στην έρη­μο- πες οι πέτρες να γίνουν ψωμιά» με τον τρι­πλόν εκεί­νον πει­ρα­σμόν. Τελι­κά αμφι­βάλ­λει ο διά­βο­λος ποιος είναι ο Ιησούς. Για­τί; Διό­τι… θα το πω άλλη μία φορά, δεν είχε το Πνεύ­μα το Άγιον. Και τότε εσταύ­ρω­σε τον Κύριον. Δηλα­δή ο διά­βο­λος εσταύ­ρω­σε τον Κύριον. Ναι. Διό­τι όργα­νά του στά­θη­καν οι άρχον­τες του λαού. Και στά­θη­καν όργα­να του σατα­νά, επει­δή του έμοια­ζαν, είχαν φθό­νο. Και ο διά­βο­λος έχει φθό­νο και τους χρη­σι­μο­ποί­η­σε σαν όργα­νά του.

Έτσι βλέ­πει κανέ­νας, αγα­πη­τοί, ότι τελι­κά η προ­φη­τεία δεν μπο­ρεί να γίνει κατα­νο­η­τή, έξω από τον χώρον του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος. Μόνον όταν ο διά­βο­λος έλα­βε πεί­ραν από την κάθο­δο του Χρι­στού στον Άδη. Τότε αντε­λή­φθη με Ποιον είχε να κάνει. Αλλά γι’ αυτόν ήταν πια πολύ αργά. Ήδη είχε κατα­βλη­θεί. Τον είχε ήδη νική­σει ο Κύριος.

Ποί­οι όμως είναι οι απο­δέ­κται μιας προ­φη­τεί­ας; Τότε, στην Παλαιά Δια­θή­κη, ήταν όλος ο λαός του Θεού. Τώρα είναι οι Από­στο­λοι και η Εκκλη­σία. Μόνο μεσ’ την Εκκλη­σία υπάρ­χει η γνή­σια προ­φη­τεία. Αν υπάρ­χουν εκτός της Εκκλη­σί­ας άνθρω­ποι που προ­φη­τεύ­ουν και… ‑προ­σέξ­τε- βγαί­νει η προ­φη­τεία τους, είναι εκτός Εκκλη­σί­ας. Είναι γνω­στό, όπως ανα­φέ­ρει η Παλαιά Δια­θή­κη, ότι το επι­τρέ­πει αυτό ο Θεός, ώστε εκεί­νοι που θα πιστέ­ψουν σε αυτούς να απο­κτή­σουν το πνεύ­μα της πλά­νης. Είναι η τιμω­ρία τους. Κι αυτό είναι το φοβε­ρό. Αν θα πας να σου πει η χαρ­το­ρί­χτρα, η καφε­τζού ή το μέν­τιουμ το μέλ­λον σου, που δύνα­ται να θεω­ρη­θεί για μία στιγ­μή ότι είναι μία προ­φη­τεία, αν θα βγει…, ξέρε­τε, δεν ξέρει τίπο­τε ο διά­βο­λος, ε; Αν θα βγει, το επι­τρέ­πει ο Θεός. Κι όταν εσύ λες: «Μα εμέ­να μου βγή­κε», ναι, σημαί­νει… ω αλί­μο­νό σου, επέ­τρε­ψε ο Θεός να έρθει επά­νω σου το πνεύ­μα της πλά­νης. Και είναι φοβε­ρό. Είναι, θα έλε­γα, η έσχα­τη τιμω­ρία που μπο­ρεί να δώσει ο Θεός εις τον υπε­ρή­φα­νον άνθρω­πον.

Πάν­τως οι άπι­στοι δεν μπο­ρούν να δεχθούν την προ­φη­τεία. Διό­τι, θα επα­να­λά­βω, δεν έχουν το Πνεύ­μα το Άγιον και την απω­θούν. Και δεν την κατα­λα­βαί­νουν και την απω­θούν. Γι΄αυτό γρά­φει ο Από­στο­λος Παύ­λος: «Ἡ δὲ προ­φη­τεία οὐ τοῖς ἀπίστοις, ἀλλὰ τοῖς πιστεύ­ου­σιν σημεῖον ἐστίν», Α΄Κορ. 14,22. «Η δε προ­φη­τεία», λέγει, «δεν είναι για τους απί­στους αλλά είναι για εκεί­νους που πιστεύ­ουν σημά­δι, θαύ­μα, σημεί­ον». Για ποιους; Για κεί­νους που πιστεύ­ουν. Έτσι, προ­η­γεί­ται η πίστις της Εκκλη­σί­ας και ακο­λου­θεί η προ­φη­τεία, πάν­το­τε μέσα εις την Εκκλη­σί­αν. Πιστεύ­εις στον Χρι­στό, μετά βλέ­πεις πόσο φοβε­ρά πει­στι­κή είναι η προ­φη­τεία που αφο­ρά στο πρό­σω­πο το Θεαν­θρώ­πι­νο του Χρι­στού. Αλλά πρώ­τα θα πιστέ­ψεις. Και μετά θα δεις δια της προ­φη­τεί­ας Ποιος είναι ο Ιησούς Χρι­στός. Έτσι έχου­με, αγα­πη­τοί μου, πάν­το­τε μέσα εις την Εκκλη­σί­αν, για τους άλλους απέ­ξω δεν έχει καμία σημα­σία, έτσι έχου­με τις χρι­στο­λο­γι­κές προ­φη­τεί­ες, δηλα­δή εκεί­νες που αφο­ρούν στο πρό­σω­πο του Χρι­στού, που κυριο­λε­κτι­κά στη­ρί­ζουν στην πίστη. Αν πίστε­ψες, αδελ­φέ μου, στον Χρι­στό και τώρα ασχο­λη­θείς με τις προ­φη­τεί­ες, ειλι­κρι­νά θα απο­κτή­σεις την πιο σίγου­ρη πίστη για το θεαν­θρώ­πι­νον πρό­σω­πον του Χρι­στού. Ο δε σκο­πός αυτής της χρι­στο­λο­γι­κής προ­φη­τεί­ας είναι να κατο­χυ­ρω­θεί πάν­το­τε και μεσ’ την Εκκλη­σία και στον κάθε πιστό η ταυ­τό­τη­τα του Ιησού Χρι­στού. Γι’ αυτόν τον λόγο γρά­φουν οι ιεροί Ευαγ­γε­λι­σταί, παίρ­νουν, χρη­σι­μο­ποιούν από την Παλαιά Δια­θή­κη προ­φη­τεί­ες, γι΄αυτό τον σκο­πό επι­σφρα­γί­ζουν την ταυ­τό­τη­τα του Ιησού Χρι­στού.

Υπάρ­χει όμως και η προ­φη­τεία που ανα­φέ­ρε­ται στην Εκκλη­σία. Εκτός από τις χρι­στο­λο­γι­κές προ­φη­τεί­ες. Λέγει ο Θεο­φύ­λα­κτος: «Τίνος ἕνεκεν προ­λέ­γει τά μέλ­λον­τα αὐτῷ συμ­βαί­νειν;(Για ποιο λόγο λέγει ο Κύριος ανα­φέ­ρει στους μαθη­τάς Του εκεί­να που θα Του συμ­βούν;) Διά τό προ­ο­μα­λεῖσαι τῶν μαθητῶν τήν διά­νοιαν(να την προ­λειά­νει τη διά­νοιά τους)ὡσάν ἀκού­σαν­τες εὐφορώ­τε­ρον ἀνέγ­κω­σι καί μή τῷ ἀθρόῳ κατα­πλαγῶσι(ώστε επει­δή θα έχουν προ­α­κού­σει, να μπο­ρούν να φέρουν καλύ­τε­ρα, ώστε να μην μεί­νουν έκπλη­κτοι από το ξαφ­νι­κόν, από το αθρό­ον, από το ξαφ­νι­κόν)».

Ώστε η προ­φη­τεία που αφο­ρά στην Εκκλη­σία, προ­ε­τοι­μά­ζει τον κάθε πιστό, μα και την Εκκλη­σία, με μία προ­ε­τοι­μα­σία ψυχο­λο­γι­κή. Κατά το «ἡτοι­μά­σθην καὶ οὐκ ἐταρά­χθην». Ετοι­μά­στη­κα, γι΄αυτό και δεν ταρά­χτη­κα.

Ακό­μη, ετοι­μά­ζει η προ­φη­τεία ένα ενδε­χό­με­νο μαρ­τύ­ριον. Ώστε να γνω­ρί­ζει η Εκκλη­σία και ο πιστός πού ανή­κει. Για να φανεί συνε­πής στο βάπτι­σμά του. Μην πει: «Μα δεν ήξε­ρα». Ακό­μα, τον προ­ε­τοι­μά­ζει η προ­φη­τεία για την εμφά­νι­ση ημε­ρών πνευ­μα­τι­κής παρα­κμής. Ώστε να μεί­νει όρθιος και να μην παρα­συρ­θεί. Να μην πει: «Όλοι έτσι κάνουν». Όχι. Ειδο­ποιεί το Πνεύ­μα το Άγιον. Λέγει ο Από­στο­λος Παύ­λος στον Τιμό­θεο: «Τοῦτο δὲ γίνω­σκε(οφεί­λεις να το γνω­ρί­ζεις), ὅτι ἐν ἐσχά­ταις ἡμέραις ἐνστή­σον­ται (θα στα­θούν) και­ροὶ χαλε­ποί (δύσκο­λοι και­ροί)· ἔσον­ται γὰρ οἱ ἄνθρω­ποι (Για­τί οι άνθρω­ποι θα είναι) φίλαυ­τοι, φιλάρ­γυ­ροι, ἀλαζό­νες, ὑπερή­φα­νοι, βλά­σφη­μοι, γονεῦσιν ἀπει­θεῖς(Πάρ­τε το θέμα των παι­διών που αντι­δρούν και αφή­νουν τα σπί­τια τους…), ἀχάρι­στοι(όσα θέλεις λεφτά δώσε στους ανθρώ­πους, θέλουν κι άλλα… Έχει μπει το μικρό­βιο της αχα­ρι­στί­ας. Κανείς δεν φτά­νει να πει: ‘’Φτά­νει, είμαι ευχα­ρι­στη­μέ­νος’’. Φοβε­ρό!), ἀνόσιοι, ἄστορ­γοι, ἄσπον­δοι, διά­βο­λοι, ἀκρα­τεῖς, ἀνήμε­ροι, ἀφιλά­γα­θοι, προ­δό­ται, προ­πε­τεῖς, τετυ­φω­μέ­νοι, φιλή­δο­νοι μᾶλλον ἢ φιλό­θε­οι (χαρα­κτη­ρι­στι­κό του 20ού αιώ­νος είναι η φιλη­δο­νία. Είναι το σήμα κατα­τε­θέν της), ἔχον­τες μόρ­φω­σιν εὐσεβεί­ας, τὴν δὲ δύνα­μιν αὐτῆς ἠρνη­μέ­νοι(έχουν βέβαια ένα σχή­μα ευσε­βεί­ας. Δηλα­δή πρό­κει­ται περί Χρι­στια­νών. Όχι περί ανθρώ­πων μη χρι­στια­νών. Αλλά την δύνα­μιν της πίστε­ως, την δύνα­μιν της πνευ­μα­τι­κής ζωής δεν την έχουν)».

Ακό­μη προ­ε­τοι­μά­ζει η προ­φη­τεία για την εμφά­νι­σιν αιρε­τι­κών και αιρέ­σε­ων εις τον γύρω χώρον. Λέει στους πρε­σβυ­τέ­ρους της Μιλή­του ο Από­στο­λος Παύ­λος: «Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο(Αυτό ξέρω και αυτό σας λέγω. Προ­φη­τεία), ὅτι εἰσελεύ­σον­ται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς( οι λύκοι βαρεῖς είναι οι αιρε­τι­κοί) μὴ φει­δό­με­νοι τοῦ ποι­μνί­ου καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστή­σον­ται ἄνδρες λαλοῦντες διε­στραμ­μέ­να(και από σας τους ίδιους, τους χρι­στια­νούς δηλα­δή, θα σηκω­θούν άνθρω­ποι, άνδρες που μιλά­νε διε­στραμ­μέ­να. Δηλα­δή έξω απ΄ την αλή­θεια του Ευαγ­γε­λί­ου) τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. διὸ γρη­γο­ρεῖτε(ώστε να απο­κτούν μαθη­τάς, να τους απο­σπούν από τον Χρι­στόν και να τους κάνουν δικούς των. Μένε­τε ξυπνη­τοί)». Ώστε λοι­πόν ο σκο­πός της προ­φη­τεί­ας, να μένω ξυπνη­τός, να ξέρω τι θα γίνει. Να μην κατα­λη­φθώ, σας είπα, από έναν αιφ­νι­δια­σμόν.

Προ­φη­τεύ­ει ακό­μα η Εκκλη­σία και τον Αντί­χρι­στο. Και οι Πατέ­ρες μάλι­στα ανα­λύ­ουν το θέμα για να βοη­θή­σουν τους πιστούς. Ο σκο­πός όμως της προ­φη­τεί­ας του Αντι­χρί­στου δεν είναι να τρο­μά­ξουν ή να θορυ­βη­θούν οι πιστοί. Το υπο­γραμ­μί­ζω αυτό. Αλλά να οπλι­στούν και να ανα­μέ­νουν όχι παθη­τι­κά, αλλά ενερ­γη­τι­κά. Είδα­τε τελευ­ταία πόσος θόρυ­βος έγι­νε γύρω από το θέμα αυτό. Έφθα­σαν να λένε γονείς σε εκπαι­δευ­τι­κούς, σε ιερείς: «Μα τα παι­διά μας, οι άνθρω­ποί μας, δεν μπο­ρούν να κοι­μη­θούν το βρά­δυ». Για­τί; Θα το δού­με παρα­κά­τω. Θέλει λοι­πόν μία χαρού­με­νη, θα λέγα­με, αγω­νι­στι­κό­τη­τα. «Έλα. Σε περι­μέ­νου­με. Θα αγω­νι­στού­με». Ό,τι δηλα­δή έκα­ναν οι 300 του Λεω­νί­δα, ανα­μέ­νον­τας τους Πέρ­σες στα στε­νά των Θερ­μο­πυ­λών. Όταν οι Πέρ­σες έστει­λαν κάποιους κατα­σκό­πους των να δουν τι κάνουν οι 300, γύρι­σαν και είπαν ότι «χτε­νί­ζον­ται, χορεύ­ουν και ασκούν­ται!». Δηλα­δή μία χαρού­με­νη αντι­με­τώ­πι­σις, μία χαρού­με­νη αγω­νι­στι­κό­της. Έτσι ήσαν, αγα­πη­τοί μου, και οι μάρ­τυ­ρες της Εκκλη­σί­ας μας· χαρού­με­νοι. Δεν κλαί­γαν όταν πήγαι­ναν στο μαρ­τύ­ριο. Είχαν χαρά. Για­τί λοι­πόν πρέ­πει να θορυ­βη­θού­με όταν ακού­σου­με την προ­φη­τεία του Αντι­χρί­στου; Μήπως κάτι λεί­πει; Ναι. Μήπως δεν έχου­με το Πνεύ­μα του Θεού; Φοβά­μαι…

Προ­ε­τοι­μά­ζει με όλα αυτά την ενα­τέ­νι­σιν των εσχά­των. «Οὐ ἔχομεν ὧδε μένου­σαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλ­λου­σαν ἐπιζη­τοῦμεν». Ακό­μα, αυτοί οι πει­ρα­σμοί της Εκκλη­σί­ας, δεν είναι ατε­λεί­ω­τοι. «Ἀρχο­μέ­νων δὲ τού­των γίνε­σθαι (Λέει ο Κύριος, όταν αρχί­σουν οι πει­ρα­σμοί, οι μεγά­λοι πει­ρα­σμοί) ἀνακύ­ψα­τε καὶ ἐπάρα­τε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν(κοι­τάξ­τε επά­νω, στον ουρα­νό), διό­τι ἐγγί­ζει ἡ ἀπολύ­τρω­σις ὑμῶν(για­τί πλη­σιά­ζει η απο­λύ­τρω­σή σας)». Έτσι, υπάρ­χει η χαρά ότι όλοι οι πει­ρα­σμοί θα περά­σουν και θα βρε­θού­με στη Βασι­λεία του Θεού.

Έχου­με και προ­φη­τεί­ες, αγα­πη­τοί μου, που αφο­ρούν σε εντε­λώς συγ­κε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα ή σε τοπι­κές Εκκλη­σί­ες, όπως προ­φη­τεύ­ει για τον Από­στο­λο Παύ­λο ο Κύριος, το Πνεύ­μα το Άγιον για τον Από­στο­λο Πέτρο, για τις επτά Μικρα­σια­τι­κές Εκκλη­σί­ες κ.ο.κ. Έχο­με όμως και προ­φη­τεί­ες που δεν ανα­φέ­ρον­ται μόνον στο μέλ­λον. Αλλά και εις το παρόν και εις το παρελ­θόν. Προ­σέξ­τε αυτό το σημείο. Στην Απο­κά­λυ­ψη λέει ο Κύριος στον Ιωάν­νη: «Γρά­ψον οὖν ἃ εἶδες (εκεί­να τα οποία είδες), καὶ ἅ εἰσι(εκεί­να που υπάρ­χουν) καὶ ἃ μέλ­λει γίνε­σθαι μετὰ ταῦτα(και εκεί­να που πρό­κει­ται να γίνουν μετά ταύ­τα)». Δηλα­δή τα παρόν­τα και τα μέλ­λον­τα. Η προ­φη­τεία του παρόν­τος είναι η απο­κά­λυ­ψις, ό,τι αφο­ρά στο παρόν που είναι κρυμ­μέ­νο. Κι αυτό το βλέ­πο­με στη ζωή των αγί­ων, σε πλεί­στες όσες περι­πτώ­σεις. Να προ­φη­τεύ­ουν το παρόν οι άγιοι.

Αλλά υπάρ­χει όμως και η προ­φη­τεία του παρελ­θόν­τος, αγα­πη­τοί μου. Αυτό προ­σέ­ξα­τε λιγά­κι. Δυνά­μει αυτής της προ­φη­τεί­ας του παρελ­θόν­τος έγρα­ψε ο προ­φή­της Μωυ­σής τη δημιουρ­γία του κόσμου και τη δημιουρ­γία του ανθρώ­που. Όπως λέγει ένας πατήρ της Εκκλη­σί­ας μας: «Τό προ­φη­τι­κόν ἃπαν εἶδος τριχῇ τέμνε­ται· εἰς τε τό μέλ­λον, τό ἐνεστώς καί τό παρε­λη­λυ­θός». Η προ­φη­τεία ανα­φέ­ρε­ται σε κάτι που ανή­κει στο μέλ­λον, στο παρόν και στο παρελ­θόν. Πού είναι η αξία του πράγ­μα­τος; Ότι πάν­τα για τους πιστούς είναι η γνώ­σις του παρελ­θόν­τος ορθή και σωστή· που δεν επι­τρέ­πει να παρα­συρ­θεί ο πιστός από θεω­ρί­ες που υπάρ­χουν στην κάθε επο­χή, που καθο­ρί­ζουν το παρελ­θόν. Έτσι έχου­με την θεω­ρία περί της αιω­νιό­τη­τος της ύλης. Υλι­σμός δηλα­δή. Έχο­με περί της αυτο­μά­του γενέ­σε­ως της ζωής. «Η ζωή, λέει, μόνη της έγι­νε»… Έχο­με τη θεω­ρία του Δαρ­βί­νου, την κατα­γω­γή των ειδών. Ο πιστός θα πει: «Έχω προ­φη­τεία. Και η προ­φη­τεία μού λέγει ο Θεός έκα­νε τον κόσμον και τον άνθρω­πον». Να η αξία. Βλέ­πε­τε ποια είναι η αξία της προ­φη­τεί­ας μέσα στην Εκκλη­σία;

Αγα­πη­τοί μου, η αξία της προ­φη­τεί­ας διά την Εκκλη­σία είναι πολύ μεγά­λη. Αλλά και στις ημέ­ρες μας υπάρ­χει το προ­φη­τι­κόν χάρι­σμα· που ποτέ δεν θα λεί­ψει, μέχρι τέλους της Ιστο­ρί­ας. Μόνο προ­σο­χή σε μερι­κούς που έχουν υπε­ρή­φα­νη ψυχή, πυρή­να περί­ερ­γον της ψυχής, που είναι σφε­τε­ρι­σταί των χαρι­σμά­των του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος και δήθεν προ­φη­τεύ­ουν, για να προ­σπο­ρί­ζουν δόξαν στον εαυ­τό τους. Αυτοί δεν είναι λίγοι, σε κάθε επο­χή. Και φαί­νε­ται στην επο­χή μας είναι αρκε­τοί. Πολ­λή προ­σο­χή. «Αλί­μο­νο σε εκεί­νον», λέγει η Παλαιά Δια­θή­κη, «που προ­φη­τεύ­ει, χωρίς να του βάλει ο Θεός την προ­φη­τεία στο στό­μα. Αυτός είναι ένας ψευ­δο­προ­φή­της». Το γνή­σιον προ­φη­τι­κόν χάρι­σμα διαρ­κώς δια­μαρ­τύ­ρε­ται ότι έρχον­ται ημέ­ρες μέσα εις την Εκκλη­σία, ότι έρχον­ται ημέ­ρες δύσκο­λες διά την Εκκλη­σί­αν. Και πρέ­πει να το ξέρο­με. Όχι για να απο­γο­η­τευ­τού­με. Αλλά για να οπλι­στού­με με χαρά. Κι αυτή η χαρά είναι η χαρά του Χρι­στού που πήγαι­νε στα Ιερο­σό­λυ­μα για να σταυ­ρω­θεί! Και προ­λέ­γει το πάθος Του. Είναι η χαρά του Παύ­λου, είναι η χαρά των αγί­ων μαρ­τύ­ρων. Δεν μας μένει παρά να έχο­με μόνον το Πνεύ­μα το Άγιον για να τοπο­θε­τη­θού­με σωστά έναν­τι της προ­φη­τεί­ας και τότε θα ανα­κα­λύ­ψου­με την αξία της μέσα εις την Εκκλη­σία.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απρο­σμέ­τρη­τη ευγνω­μο­σύ­νη στον πνευ­μα­τι­κό μας καθο­δη­γη­τή μακα­ρι­στό γέρον­τα Αθα­νά­σιο Μυτι­λη­ναίο,

μετα­φο­ρά της απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νης ομι­λί­ας σε ηλε­κτρο­νι­κό κεί­με­νο και επι­μέ­λεια: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

  • Απο­μα­γνη­το­φώ­νη­ση ομι­λί­ας δια χει­ρός του αξιο­τί­μου κ. Αθα­να­σί­ου Κ.

  • http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_391.mp3

  •  

Αρχιμ. Αθα­νά­σιος Μυτι­λη­ναί­ος (ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ:  Η ΚΑΤΑΝΥΞΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ)

Απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ομι­λία μακα­ρι­στού γέρον­τος Αθα­να­σί­ου Μυτι­λη­ναί­ου με θέμα:

«ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ:  Η ΚΑΤΑΝΥΞΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ»

[εκφω­νή­θη­κε στην Ιερά Μονή Κομνη­νεί­ου Λαρί­σης στις 8–4‑1984]

[ Β 111 ]

Η Εκκλη­σία μας, αγα­πη­τοί μου, την Ε΄ Κυρια­κή των Νηστειών, την έχει αφιε­ρω­μέ­νη εις την οσία Μαρία την Αιγυ­πτία. Δεν είναι η μνή­μη της σήμε­ρα. Είναι την 1η Απρι­λί­ου. Αλλά την τοπο­θε­τεί, όπως τοπο­θε­τεί και τις μνή­μες άλλων, τις προ­η­γού­με­νες Κυρια­κές, του αγί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Παλα­μά, του αγί­ου Ιωάν­νου της Κλί­μα­κος, έχει μία Κυρια­κή της Σταυ­ρο­προ­σκυ­νή­σε­ως και μία Κυρια­κή της Ορθο­δο­ξί­ας, ακρι­βώς για­τί θέλει κάτι να προ­βά­λει. Και αυτό που θέλει να προ­βά­λει η Εκκλη­σία, είναι τού­το: Ότι ο βίος της οσί­ας μητρός ημών Μαρί­ας της Αιγυ­πτί­ας υπήρ­ξε πανά­θλιος. Ο καρ­πός της μετα­νοί­ας της και των δακρύ­ων της, όμως, την εισή­γα­γε εις την Βασι­λεί­αν του Θεού και έγι­νε αγία. Συνε­πώς θέλει να πει με αυτό η Εκκλη­σία μας: «Μην απο­γο­η­τεύ­ε­στε. Η Μεγά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή είναι ένα σκάμ­μα, είναι ένα στά­διον, είναι ένα πεδί­ον αγώ­νος. Αγω­νι­στεί­τε, μετα­νο­ή­σα­τε, δακρύ­σα­τε, κλά­ψα­τε και θα συγ­χω­ρη­θεί­τε· όχι μόνο θα συγ­χω­ρη­θεί­τε, αλλά και θα αγια­σθεί­τε. Όχι μόνο θα αγια­σθεί­τε, αλλά και θα δικαιω­θεί­τε. Δηλα­δή θα ανα­γνω­ρι­στεί­τε παι­διά του Θεού αγα­πη­μέ­να, ζών­τας μέσα στην αιω­νιό­τη­τα, μαζί με Εκεί­νον».

Πράγ­μα­τι, αγα­πη­τοί, αν ερω­τή­σε­τε τι ακρι­βώς ήταν εκεί­νο που έκα­νε την οσί­αν Μαρί­αν να μετα­νο­ή­σει, είναι τού­το: Κατά τον βίο της ‑έζη­σε επί Ιου­στι­νια­νού του Μεγά­λου, τον 6ο αιώ­να- ήτο Αιγυ­πτία, ήτο ακό­λα­στος, ζού­σε πολ­λά χρό­νια στην αμαρ­τία και κάπο­τε με τους φίλους της, τους ερα­στάς της, ήλθε στα Ιερο­σό­λυ­μα κι αυτή να προ­σκυ­νή­σει. Όπως ακρι­βώς βλέ­που­με και σήμε­ρα αγα­πη­τοί, στον Επι­τά­φιο, επί παρα­δείγ­μα­τι, πηγαί­νου­νε οι νέοι με τις φιλε­νά­δες τους, πορ­νι­κές φιλε­νά­δες εννο­εί­ται, ανή­θι­κες φιλε­νά­δες, με την κακή σημα­σία της λέξε­ως «φιλε­νά­δες», πηγαί­νουν, παρα­κο­λου­θούν τον Επι­τά­φιο, πηγαί­νουν στην περι­φο­ρά, πηγαί­νουν στα πανη­γύ­ρια, στις περι­φο­ρές αγί­ων εικό­νων κ.λπ. κ.λπ. Μη σας φαί­νε­ται παρά­ξε­νο, είναι ένα ξέφτι­σμα αυτό πια των Χρι­στια­νών, που ζουν μια ασυ­νέ­πεια. Διό­τι αν έπρε­πε λίγο να σκε­φθούν, θα έπρε­πε να πουν: «Τι κάνω τώρα; Ακο­λου­θώ τι; Τι ακο­λου­θώ; Τον Επι­τά­φιον του Χρι­στού; Κι έχω δίπλα μου την φίλη μου, τον φίλο μου, και αμαρ­τά­νω;». Είναι αδια­νόη­το πράγ­μα.

Έτσι λοι­πόν κάπως εκι­νεί­το και η οσία Μαρία. Πήγε με τους ερα­στάς της στα Ιερο­σό­λυ­μα να προ­σκυ­νή­σει. Ήταν η ημέ­ρα της Υψώ­σε­ως του Τιμί­ου Σταυ­ρού, 14 Σεπτεμ­βρί­ου. Πήγε να μπει μέσα, αλλά ένα αόρα­το χέρι την κρα­τού­σε στην πόρ­τα και δεν μπο­ρού­σε να μπει. Προ­σπα­θού­σε, αδύ­να­τον. Προ­σπα­θού­σε, αδύ­να­τον! Κατά­λα­βε. Άρχι­σε να συνέρ­χε­ται. «Είμαι αμαρ­τω­λή! Είμαι πόρ­νη! Πανα­γία μου», λέγει, «βοή­θη­σέ με να μπω μέσα και θα στα­μα­τή­σω τον ακό­λα­στο βίο μου». Και μόλις το είπε αυτό, κατε­νύ­γη. Δάκρυα ήρθαν στα μάτια της και τότε στα­μά­τη­σε να εμπο­δί­ζει εκεί­νο το αόρα­το χέρι. Μπή­κε μέσα, προ­σε­κύ­νη­σε. Βγή­κε μετά έξω, όταν τελεί­ω­σε η Λει­τουρ­γία και εξα­φα­νί­στη­κε. Επέ­ρα­σε τον Ιορ­δά­νη κι εκεί στην έρη­μο του Ιορ­δά­νου, αγα­πη­τοί μου, ησκή­τευ­σε μόνη προς μόνον τον Θεόν 41 ολό­κλη­ρα χρό­νια. Και τότε κάπο­τε εκεί, στο τέλος της ζωής της επέ­ρα­σε ο όσιος Ζωσι­μάς, ιερεύς, προς τον οποί­ον είπε τον βίο της, την εκοι­νώ­νη­σε και του λέγει: «Έλα και του χρό­νου να με κοι­νω­νή­σεις». Αλλά την ίδια ημέ­ρα που κοι­νώ­νη­σε η οσία Μαρία, προ­αι­σθαν­θεί­σα το τέλος της, απέ­θα­νε. Βρή­κε το λεί­ψα­νό της και το έθα­ψε ο Ζωσι­μάς ύστε­ρα από ένα χρό­νο.

Αυτήν λοι­πόν προ­βάλ­λει η Εκκλη­σία μας. Είναι μεγά­λο πράγ­μα, αγα­πη­τοί. Τι ήταν το προ­κα­ταρ­κτι­κόν της σωτη­ρί­ας της; Η κατά­νυ­ξις και τα δάκρυα. Πράγ­μα­τι, ο άγιος Συμε­ών ο Νέος Θεο­λό­γος λέγει ότι ο γέρον­τάς του, ο όσιος Συμε­ών ο ευλα­βής, έλε­γε: «Ποτέ μην κοι­νω­νή­σε­τε, εάν δεν έχε­τε δακρύ­σει». Είναι πολύ μεγά­λο αυτό, ότι πρέ­πει να προ­σεγ­γί­ζει κανείς τον Θεόν με κατά­νυ­ξη. Η κατά­νυ­ξις είναι η αφε­τη­ρία να προ­σεγ­γί­σει κανείς τον Θεόν, αλλά είναι και ακό­μη, αν θέλε­τε, και ένας καρ­πός. Όπως καρ­πός της κατα­νύ­ξε­ως είναι τα δάκρυα.

Πράγ­μα­τι, θα λέγα­με, ότι η κατά­νυ­ξις… ‑Τι θα πει κατά­νυ­ξις, αλή­θεια; Πολ­λές φορές το λέμε. Ξέρε­τε, πρέ­πει να το εξη­γή­σο­με. Πολ­λές φορές νομί­ζο­με κατά­νυ­ξη ότι είναι ένα ημί­φως, ένας μικρός χώρος, ένας χώρος, ένα περι­βάλ­λον που υπο­βάλ­λει. Λέμε: «Κατα­νυ­κτι­κός ναός αυτός· κατα­νυ­κτι­κός ναός»· ή: «Κατα­νυ­κτι­κή Θεία Λει­τουρ­γία»· ή: «Κατα­νυ­κτι­κοί ήσαν οι ψάλ­τες». Όλα αυτά αλή­θεια τι σημαί­νουν; Δεν ξέρω αν προ­σεγ­γί­ζουν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. «Κατα­νύσ­σω» θα πει κατά+νύττω, νύσ­σω. Θα πει: κατά+τρυπώ. «Νύτ­τω» θα πει τρυ­πώ. Κατα­τρυ­πώ λοι­πόν θα πει κατα­νύσ­σω. Δηλα­δή είναι το κατα­τρύ­πη­μα της καρ­διάς. Όταν η καρ­διά, με άλλα λόγια, τρυ­πη­θεί. Από τι τρυ­πη­θεί; Από κάτι. Αυτό το κάτι που θα την τρυ­πή­σει, θα την πλη­γώ­σει. Και το πλή­γω­μα θα επι­φέ­ρει τα δάκρυα. Αυτό θα πει κατά­νυ­ξις. Τρύ­πη­μα και πλή­γω­μα της καρ­διάς, με απο­τέ­λε­σμα τα δάκρυα.

Έτσι, η αφε­τη­ρία της κατ΄αίσθησιν πνευ­μα­τι­κής ζωής, είναι, αγα­πη­τοί μου, η κατά­νυ­ξις. Και ο καρ­πός της, όπως σας είπα, τα δάκρυα. Πράγ­μα­τι, εγώ προ­σω­πι­κά είμαι μάρ­τυς κάπου κάπου τέτοιων ψυχών, που βλέ­πει κανέ­νας ότι σε αυτούς τους ανθρώ­πους ήδη επε­σκέ­φθη την καρ­διά τους η χάρις του Θεού και έχουν ήδη κατα­νυ­γεί. Και το βλέ­πει κανείς να δημιουρ­γεί στο πρό­σω­πό τους, για­τί ήδη έχει γίνει στην καρ­διά τους, στην ψυχή τους, μία αλλοί­ω­σις. Και αυτή η αλλοί­ω­σις είναι «ἡ ἀλλοί­ω­σις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου». Όταν το χέρι το δεξί του Θεού ακουμ­πή­σει επά­νω στην ψυχή και η ψυχή πυρ­πο­λεί­ται, πλη­γώ­νε­ται, κατα­νύσ­σε­ται. Τότε έρχον­ται και τα δάκρυα. Κι όταν δει κανείς αυτό σε μία ψυχή, τότε λέγει: «Αυτή η ψυχή μετε­νόη­σε». Επι­στρέ­φει κατ΄αίσθησιν. Δηλα­δή κατά συνεί­δη­σιν. Κατα­λα­βαί­νει, νιώ­θει. Πιστέψ­τε με, αγα­πη­τοί μου, δεν ξέρω αν είναι φοβε­ρός ο λόγος που θα πω, φοβά­μαι ότι στους εκα­τό ανθρώ­πους που μετα­νο­ούν, μόνον ο ένας ξεκι­νά­ει με κατά­νυ­ξιν. Οι πιο πολ­λοί, ψυχροί έρχον­ται να μετα­νο­ή­σουν και ψυχροί φεύ­γουν… Είναι σαν την κατσα­ρό­λα που την βάλα­με στη φωτιά, αλλά φωτιά από κάτω δεν υπάρ­χει. Και δεν μπο­ρεί να γίνει μαγεί­ρε­μα. Έτσι ακρι­βώς, όταν δεν υπάρ­χει το πυρ της θεί­ας, θα λέγα­με, πλη­γώ­σε­ως, δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει πνευ­μα­τι­κή ζωή. Δεν είναι δυνα­τόν.

Γι΄αυτό βλέ­πει κανείς τους Χρι­στια­νούς μας, ενώ ξεκί­νη­σαν ή ξεκι­νούν να εξο­μο­λο­γούν­ται και να κοι­νω­νούν και να πηγαί­νουν στην Εκκλη­σία, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι περι­φε­ρό­με­να ψυγεία. Και είναι φοβε­ρό αυτό το πράγ­μα… Γι’ αυτό και είναι έτοι­μοι σε κάθε περί­πτω­ση πει­ρα­σμού, να εγκα­τα­λεί­ψουν την πνευ­μα­τι­κή τους ζωή, διό­τι επι­τέ­λους δεν τους εκό­στι­σε… Δεν θ’ αφή­σεις ποτέ κάτι που σου έχει κοστί­σει. Ένα παι­δί που το γέν­νη­σες, δεν το εγκα­τα­λεί­πεις. Για­τί δεν το εγκα­τα­λεί­πεις; Για­τί πόνε­σες. Και μια πνευ­μα­τι­κή ζωή που βγή­κε μέσα από μία πνευ­μα­τι­κή γέν­νη­ση, από έναν πόνο πνευ­μα­τι­κό, από ένα πλή­γω­μα της καρ­διάς, δεν την αφή­νεις. Για­τί απλού­στα­τα σε έχει πονέ­σει. Έχεις προ­κα­λέ­σει πνευ­μα­τι­κόν τοκε­τόν. Λέγει ο άγιος Γρη­γό­ριος ο Νύσ­σης ένα θαυ­μά­σιο: Ότι «ο Θεός Πατήρ είναι ο τοξό­της· ο Υιός είναι το βέλος. Και τοξεύ­ει με το τόξο Του ο Θεός Πατήρ τις ανθρώ­πι­νες καρ­διές, ρίπτον­τας το βέλος «Ιησούς Χρι­στός». Και όταν η καρ­διά τρω­θεί, πλη­γω­θεί, τότε… ω, τότε…!». Πλη­γω­θεί από το βέλος, δηλα­δή Ιησούς Χρι­στός, τότε, αγα­πη­τοί μου, είναι άλλο πράγ­μα. Είναι πραγ­μα­τι­κά άλλο πράγ­μα…

Θυμη­θεί­τε τον Από­στο­λο Πέτρο όταν είχε αρνη­θεί τον Χρι­στόν. Τον ηρνή­θη με κάποια ευκο­λία. Όπως με κάποια ευκο­λία Του είπε ότι δεν θα Τον αρνη­θεί. Και μόλις Τον ηρνή­θη ο Πέτρος, ο Κύριος ήτο λίγα μέτρα πιο πέρα, ως υπό­δι­κος. Τότε Τον αρνεί­ται ο Πέτρος, φωνά­ζει ο πετει­νός και γυρί­ζει ο Κύριος και βλέ­πει τον Πέτρον. Κοι­τάξ­τε· μόνον εγύ­ρι­σε και Τον κοί­τα­ξε. Α, εκεί­νο το μάτι! Α, εκεί­νο το μάτι ήταν βέλος. Με κέν­τρον, στό­χο, την καρ­διά του Πέτρου. Τόσο επλη­γώ­θη, ώστε αμέ­σως εβγή­κε έξω, όπως μας λέει το Ιερόν Ευαγ­γέ­λιον, και έκλαυ­σε πικρώς.

Θυμη­θεί­τε ακό­μη εκεί­νη την πόρ­νη γυναί­κα, όταν ο Κύριος επή­γε στο σπί­τι κάποιου Φαρι­σαί­ου, Σίμω­νος ονό­μα­τι, και εκεί­νη εμπή­κε μέσα και με δάκρυα Τού έπλε­νε τα πόδια, με δάκρυα. Για­τί; Για­τί είχε κατα­νυ­γεί από την παρου­σία του Κυρί­ου, αισθα­νο­μέ­νη την αμαρ­τω­λή της ζωή. Γι’αυ­τό και ο Κύριος είπε… αξί­ζει να το πού­με, στον Σίμω­να, που του λέγει: «Δεν μου λες, Σίμων, να σε ρωτή­σω κάτι ‑Για­τί ο ίδιος διε­νο­ή­θη και είπε… «Αν ήταν προ­φή­της»- ούτε καν προ­φή­τη δεν τον είχε ο Σίμων· απλώς έναν διδά­σκα­λον τον είχε: «θα έπρε­πε να ξέρει ποια είναι αυτή τώρα που του πλέ­νει τα πόδια και θα ‘πρε­πε να της δώσει μία κλω­τσιά και να την απο­δο­κι­μά­σει». - «Σίμων, θα σου πω μια ιστο­ρία. Δύο άνθρω­ποι χρω­στού­σαν σε ένα αφεν­τι­κό χρή­μα­τα. Ο ένας χρω­στού­σε 50 και ο άλλος 500. Επει­δή, όμως, ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος είχαν να δώσουν, τους εχά­ρι­σε και στους δύο το ποσόν. Πες μου, από τους δυο ποιος θα είναι πιο ευγνώ­μων;». «Ε, προ­φα­νώς», λέγει, «εκεί­νος που του χαρί­στη­κε το μεγα­λύ­τε­ρο ποσόν, τα 500 νομί­σμα­τα». -«Ε, λοι­πόν, αυτή είναι εδώ τώρα που της χαρί­στη­καν τα 500 νομί­σμα­τα. Αυτή είναι η πόρ­νη που συγ­χω­ρή­θη­κε. Γι’αυ­τό κλαί­ει. Εσύ καη­μέ­νε, ταλαί­πω­ρε, είσαι των 50. Σου χαρί­στη­καν οι αμαρ­τί­ες, αλλά δεν έχεις αίσθη­ση, δεν έχεις αίσθη­ση…». Είναι κατα­πλη­κτι­κό!

Θυμη­θεί­τε ακό­μη, αγα­πη­τοί μου, τα πλή­θη την ημέ­ρα της Πεν­τη­κο­στής. Όταν ο Από­στο­λος Πέτρος βγή­κε στον εξώ­στη του υπε­ρώ­ου για να πει ότι αυτό που ακούν και βλέ­πουν είναι η επι­φοί­τη­σις του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος, που ήρθε να μαρ­τυ­ρή­σει ότι ο Ιησούς δεν ήταν εγκλη­μα­τί­ας, δεν ήταν πλά­νος του λαού, δεν ήταν ψευ­δο­μεσ­σί­ας. Έρχε­ται να δώσει την μαρ­τυ­ρία Του ο ουρα­νός. Διό­τι εάν ο Ιησούς ήτο πλά­νος και ψευ­δό­χρι­στος, τότε πώς ήρθε η Πεν­τη­κο­στή; Το είχε πει ο Χρι­στός. «Εγώ θα φύγω και θα στεί­λω το Πνεύ­μα το Άγιον». Για­τί ο Ίδιος είπε: «Εμέ­να θα με δεί­τε εγκλη­μα­τία, λαο­πλά­νο, αλλά Εκεί­νος, ο Παρά­κλη­τος, το Πνεύ­μα το Άγιον, θα μαρ­τυ­ρή­σει περί Εμού Ποιος είμαι». Η μαρ­τυ­ρία του Ποιος είναι ο Ιησούς Χρι­στός είναι η Πεν­τη­κο­στή. Και βγή­κε ο Από­στο­λος Πέτρος στον εξώ­στη· ακρι­βώς τέτοια τους έλε­γε. Και το πλή­θος εκεί­νο που συγ­κεν­τρώ­θη­κε, κατε­νύ­γη, πλη­γώ­θη­κε η καρ­διά του. «Καί ἀκού­σαν­τες», λέει το ιερόν κεί­με­νον, «κατε­νύ­γη­σαν τῇ καρ­δίᾳ». Πλη­γώ­θη­καν στην καρ­διά τους. Και είπαν: «Αδελ­φοί, τι πρέ­πει να κάνο­με, για να σωθού­με;».

Πάν­τως, όπως αντι­λαμ­βά­νε­σθε, το θέμα της κατα­νύ­ξε­ως είναι ένα έργο του Θεού. Ένα έργο της δεξιάς του Υψί­στου. Αλλά δεν είναι μόνον έργο του Θεού. Είναι ένα έργο και της αγα­θής προ­αι­ρέ­σε­ως. Αν ο άνθρω­πος δεν δια­θέ­τει αγα­θή προ­αί­ρε­ση, τότε ο Θεός δεν μπο­ρεί τίπο­τα να κάνει. Ακρι­βώς για­τί μπρο­στά Του έχει το θέμα της προ­αι­ρέ­σε­ως, δηλα­δή της ελευ­θε­ρί­ας. Και βλέ­πε­τε, ούτε Αυτός ο Θεός επεμ­βαί­νει στην ανθρώ­πι­νη καρ­διά, αν ο ίδιος ο άνθρω­πος δεν ανοί­ξει. Τι λέγει εκεί στο βιβλίο της Απο­κα­λύ­ψε­ως; «Ἰδού, ἕστη­κα ἐπί τήν θύραν καί κρούω». «Να, στά­θη­κα στην πόρ­τα και χτυ­πώ». Τι θα πει «χτυ­πώ»; Πλη­γώ­νω, έρχο­μαι να πλη­γώ­σω. «Αλλά, αλλά, εάν κανείς ακού­σει την φωνή μου, τότε θα μου ανοί­ξει. Αν δεν ακού­σει την φωνή μου, τότε αναμ­φι­σβή­τη­τα δεν θα μου ανοί­ξει».

Λέγει ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος κάτι πραγ­μα­τι­κά θαυ­μά­σιο, το οποί­ον, παρα­κα­λώ, ακού­σα­τέ το. Μας ενδια­φέ­ρει: «Επει­δή ο Θεός μάς αγα­πά­ει όλους και θέλει όλοι να σωθού­με, τότε έρχε­ται η Χάρις Του και από πάνω υπε­ρί­πτα­ται απ’ την καρ­διά μας. Υπε­ρί­πτα­ται. Η καρ­διά είναι ακά­θαρ­τη, είναι γεμά­τη πάθη. Τότε πετά­ει ένα βέλος. Έρχε­ται και τρυ­πά την καρ­διά, λίγο. Και δημιουρ­γεί μία κατά­νυ­ξη, αλλά χωρίς εμείς να έχο­με ίσως αγα­θήν προ­αί­ρε­σιν. Τίπο­τα. Είμε­θα αμαρ­τω­λοί άνθρω­ποι. Ο Θεός, λοι­πόν, πλη­γώ­νει λίγο την καρ­διά. Από ένα κήρυγ­μα, από ένα περι­βάλ­λον, από έναν λόγο, από ένα περι­στα­τι­κό, από μια κατά­στα­ση. Και πλη­γώ­νε­ται η καρ­διά, δηλα­δή κατα-νύσ­σε­ται και τότε αισθά­νε­ται μία γλυ­κύ­τη­τα. Και δίνει ο Θεός ένα δείγ­μα και σου λέει: ‘’Αυτό θα νιώ­θεις, όταν καθα­ρί­σεις την καρ­διά σου. Εγώ τώρα έρι­ξα το βέλος και φεύ­γω. Το απο­σύ­ρω το βέλος μου. Εσύ, αν θέλεις, να δια­θέ­σεις την προ­αί­ρε­σή σου και τότε θα δημιουρ­γή­σεις προ­ϋ­πο­θέ­σεις και κατα­στά­σεις που θα έχεις μόνι­μη γλυ­κύ­τη­τα’’». Δηλα­δή, με άλλα λόγια, μας δίνει ένα δείγ­μα. Ένα δείγ­μα της δικής Του αγά­πης και της δικής Του παρου­σί­ας. Ποιο είναι το έργο το δικό μας παρα­κά­τω; Να καθα­ρί­σο­με την καρ­διά μας.

Αλλά ας πού­με και δυο λόγια, αγα­πη­τοί μου, και δια τα δάκρυα. Λέγει ο άγιος Ιωάν­νης της Κλί­μα­κος στον 7ο του λόγο: «Ὁ περί τῶν δακρύ­ων λόγος ἐκ πολλῶν καί δια­φό­ρων τρό­πων τίκτε­σθαι λέγε­ται (ότι τα δάκρυα, λέει, από διά­φο­ρες αιτί­ες δημιουρ­γούν­ται)· λέγω δή, ἐκ φύσε­ως(είναι κάποιος άνθρω­πος ο οποί­ος έτσι έχει εύκο­λα τα δάκρυα από την φύση του. Είναι μία κυρί­ως χαλά­ρω­ση του νευ­ρι­κού συστή­μα­τος πολ­λές φορές και με το παρα­μι­κρό ο άλλος δακρύ­ει. Με το παρα­μι­κρό), ἐκ Θεοῦ, ἐκ θλί­ψε­ως ἐναν­τί­ας(από μία στε­νο­χώ­ρια), ἐξ ἐπαι­νου­μέ­νης ‑όταν επαι­νε­θεί ένας άνθρω­πος, αμέ­σως συγ­κι­νεί­ται και δακρύ­ζει· όταν τον επαι­νέ­σουν, τον ανε­βά­σουν, του δώσουν ένα παρά­ση­μο, δακρύ­ει, κλαίει‑, ἐκ κενο­δο­ξί­ας (μπο­ρεί να δακρύ­σει), ἐκ πορ­νεί­ας(μπο­ρεί να δακρύ­σει), ἐξ ἀγάπης(μπο­ρεί να δακρύ­σει), ἐκ μετα­νοί­ας, ἐκ μνή­μης θανά­του (όταν ενθυ­μεί­ται τον θάνα­τον. Όχι με την παθη­τι­κή έννοια. Αλλά με την έννοια ότι: «Τι κάνω εγώ; Τι κάνω εγώ; Αδι­κώ, αμαρ­τά­νω, σαν να ζήσω στην ζωή αυτή αιώ­νες αιώ­νων… Τι κάνω εγώ;». Αυτή είναι η μνή­μη του θανά­του, η γόνι­μη μνή­μη του θανά­του) καί ἑτέρων πολλῶν», λέγει ο άγιος Ιωάν­νης.

Βλέ­πε­τε ότι είναι πολ­λές οι αιτί­ες των δακρύ­ων. Ποιες όμως από αυτές είναι οι νόμι­μες; Ποιες είναι εκεί­νες οι οποί­ες θα καθα­ρί­σουν την καρ­διά, οι κατα­στά­σεις; Εκεί­νες που πραγ­μα­τι­κά θα μου δώσουν πνευ­μα­τι­κό­τη­τα; Είναι τρεις. Είναι τα δάκρυα της μετα­νοί­ας, τα δάκρυα της μνή­μης του θανά­του και τα δάκρυα της αγά­πης του Θεού. Και τα δάκρυα της μετα­νοί­ας, αγα­πη­τοί μου, είναι τα δάκρυα εκεί­να τα οποία κανείς χύνει, όταν κατα­λά­βει την κατά­στα­σή του την φοβε­ρή. Ότι υπήρ­ξε αμαρ­τω­λός. Φθά­νει να πει ο άγιος Ιωάν­νης της Κλί­μα­κος έναν τολ­μη­ρόν λόγον. Το λέγει ο ίδιος. Λέγει: «Τολ­μη­ρός είναι ο λόγος, αλλά κάπως έτσι είναι. Ότι τα δάκρυα απο­τε­λούν ένα δεύ­τε­ρο βάπτι­σμα!». Διό­τι με το βάπτι­σμα, το νερό του βαπτί­σμα­τος, καθα­ρι­ζό­με­θα από τον ρύπον της αμαρ­τί­ας. Και με τα δάκρυα καθα­ρι­ζό­με­θα από τον ρύπον, την βρω­μιά της αμαρ­τί­ας.

Αλλά είναι και τα δάκρυα από το κατά Θεόν πέν­θος, από την μνή­μη του θανά­του. Όταν ο άνθρω­πος βλέ­πει τις αμαρ­τί­ες του και πεν­θεί για τον εαυ­τόν του και οδύ­ρε­ται. Αν κάποιος δει έναν τέτοιον άνθρω­πο, θα πει ότι είναι δυστυ­χι­σμέ­νος, ότι είναι μελαγ­χο­λι­κός. Δεν είναι. Είναι ευτυ­χι­σμέ­νος. Αγα­πη­τοί, μπο­ρεί­τε να φαν­τα­στεί­τε, πίσω από ένα κατά Θεόν πέν­θος ότι υπάρ­χει ευτυ­χία; Ότι υπάρ­χει ειρή­νη; Αν γνω­ρί­ζα­τε ότι όταν ο άνθρω­πος δει τις αμαρ­τί­ες του και κλά­ψει και κλαί­ει γι’ αυτές, έχει μία ανεί­πω­τη ειρή­νη, την ειρή­νη του Θεού… Το συλ­λαμ­βά­νε­τε αυτό; Νομί­ζει κάποιος που είναι άγευ­στος τέτοιων κατα­στά­σε­ων, ότι μπο­ρεί αυτός ο άνθρω­πος να είναι δυστυ­χι­σμέ­νος. Αλλά είναι μία ελπι­δο­φό­ρος μνή­μη του θανά­του. Δηλα­δή είναι τού­το· προ­σέ­ξα­τέ το. Αυτό που λέγει ο γέρων Σιλουα­νός: «Έχε τον νου σου εις τον άδη και μην απελ­πί­ζε­σαι». Τι θα πει «Έχε τον νου σου στον άδη»;. Για­τί ο άδης είναι ο τόπος των κολα­σμέ­νων ψυχών, για την ώρα. Μέχρι να ξανάρ­θει ο Χρι­στός και να γίνει η ανά­στα­σις των νεκρών. Ο άδης είναι η πρό­γευ­σις της κολά­σε­ως. Όχι κόλα­σις. Η πρό­γευ­σις της κολά­σε­ως. «Έχε λοι­πόν τον νου σου στον άδη» θα πει, «έχε τον νου σου εκεί στον τόπο των τιμω­ριών και της βασά­νου». Να λες: «Δεν θα σωθώ». Είναι μεγά­λο πράγ­μα αυτό. Κλαις και οδύ­ρε­σαι για τις αμαρ­τί­ες σου. «Δεν θα σωθώ. Είμαι πολύ αμαρ­τω­λός…».

Προ­σέξ­τε· μερι­κοί το λένε υπο­κρι­τι­κά: «Δεν θα σωθώ». Δεν το πιστεύ­ουν στο βάθος. Να το πιστέ­ψει κανείς: «Δεν θα σωθώ». Και ταυ­το­χρό­νως, να μην χάσει την ελπί­δα του ότι μπο­ρεί να σωθεί. Διό­τι αν πεν­θεί τις αμαρ­τί­ες του και χάσει την ελπί­δα της σωτη­ρί­ας του, τότε πράγ­μα­τι είναι δυστυ­χι­σμέ­νος άνθρω­πος. Τότε πράγ­μα­τι κιν­δυ­νεύ­ει ακό­μη και από αρρώ­στια ψυχι­κή να πάθει. Ο άνθρω­πος όμως ο οποί­ος πεν­θεί, έχει το κατά Θεόν πέν­θος, αλλά υπάρ­χει η ελπί­δα της σωτη­ρί­ας, τότε είναι μακά­ριος. Είναι εκεί­νο που λέει ο Κύριος στους Μακα­ρι­σμούς: «Μακά­ριοι οι πεν­θούν­τες, για­τί αυτοί θα γελά­σουν». Είδα­τε; Ευτυ­χί­ζει τους πεν­θούν­τας. Δεν εννο­εί βέβαια να σου πεθά­νουν οι συγ­γε­νείς σου, να χάσεις τα υπάρ­χον­τά σου. Δεν το λέει αυτό. Δεν εννο­εί αυτό ο Κύριος. Αλλά εννο­εί να πεν­θή­σεις μια κατά­στα­σή σου αμαρ­τω­λή. Τότε αναμ­φι­σβή­τη­τα θα έχεις την ειρή­νη. Βλέ­πε­τε; Μέθο­δοι αντί­θε­τοι από εκεί­νες τις μεθό­δους που ειση­γεί­ται ο κόσμος. Ο κόσμος τι ειση­γεί­ται; «Ρίχ΄το έξω, δια­σκέ­δα­σε, γλέν­τη­σε, μην αφή­νεις τίπο­τα που να μην το δοκι­μά­σεις! Και θα δεις πόσο χαρά θα έχεις!». Εκεί θα απο­κτή­σεις την κατά­θλι­ψη και την απου­σία της ειρή­νης… Βλέ­πε­τε μέθο­δοι; Αντί­θε­τοι! Αντί­θε­τοι αι μέθο­δοι του Θεού από τας μεθό­δους του κόσμου. Εντε­λώς αντί­θε­τα πράγ­μα­τα!

Και τέλος είναι τα δάκρυα από την αγά­πη του Θεού. Εκεί­νος ο οποί­ος αγα­πά­ει τον Θεό, αγα­πά­ει και τα δημιουρ­γή­μα­τά Του. Και τους ανθρώ­πους και τα που­λιά και τα φυτά και τις πέτρες. Τ’ αγα­πά­ει όλα. Για­τί είναι όλα δημιουρ­γή­μα­τα του Θεού και ανα­κλούν την σοφία Του, την αγά­πη Του και την θεία Του δύνα­μη. Έτσι εκεί­νος που έχει πραγ­μα­τι­κά αγα­πή­σει τον Θεό, είναι άλλο πράγ­μα. Λέγει μάλι­στα ο Ιερός Χρυ­σό­στο­μος: «Κοί­τα­ξε, όταν προ­σκρού­σεις τον Θεό με μια αμαρ­τία, να λυπη­θείς· όχι για­τί θα τιμω­ρη­θείς, αλλά για­τί ελύ­πη­σες τον Θεό». Αυτό μπο­ρεί να το λέγει κανέ­νας μόνο όταν αγα­πά­ει τον Θεό. Όταν Τον αγα­πά­ει πραγ­μα­τι­κά τον Θεό. Και τότε, όπως λέγει ο άγιος Ισα­άκ ο Σύρος, σε μία θαυ­μα­σία του ομι­λία: «Και όταν έχει κανείς αυτήν την θεω­ρία της κτί­σε­ως(«θεω­ρία» δηλα­δή το να βλέ­πει την δημιουρ­γία) καί ἐκ τῆς μνή­μης αὐτῶν τῶν κτι­σμά­των καί τῆς θεω­ρί­ας αὐτῶν (με το να τα βλέ­πει) ῥέου­σι ὀφθαλ­μοί αὐτοῦ δάκρυα!». Και είναι αυτή η αγά­πη η ανεί­πω­τη. Η ανεί­πω­τη αγά­πη. Η αγά­πη προς τον Θεό και τα δημιουρ­γή­μα­τά Του. Ημε­ρώ­νει τον άνθρω­πο, τον κάνει Άνθρω­πο με Α κεφα­λαίο.

Αν έπρε­πε να δού­με πρό­τυ­πον ανθρώ­που, ποιο είναι αυτό το πρό­τυ­πον του ανθρώ­που; Που προ­βάλ­λον­ται μέσα στην Ιστο­ρία και από τα διά­φο­ρα κοι­νω­νι­κά και φιλο­σο­φι­κά συστή­μα­τα, πρό­τυ­πα ανθρώ­πων. Θα λέγα­με: Αυτό είναι το πρό­τυ­πον του ανθρώ­που: Ο αλη­θι­νός άνθρω­πος· που έχει την χάρη του Θεού και έχει την αγά­πη του Θεού, την αγά­πη όλων των δημιουρ­γη­μά­των και είναι αλη­θι­νός παρά­δει­σος…

Ω αγα­πη­τοί, η Εκκλη­σία μας έβα­λε την μνή­μη της οσί­ας Μαρί­ας της Αιγυ­πτί­ας σήμε­ρα, για να μας πει ότι η κατά­νυ­ξις και τα δάκρυα είναι η αφε­τη­ρία της πνευ­μα­τι­κής μας ζωής.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απρο­σμέ­τρη­τη ευγνω­μο­σύ­νη στον πνευ­μα­τι­κό μας καθο­δη­γη­τή μακα­ρι­στό γέρον­τα Αθα­νά­σιο Μυτι­λη­ναίο,

μετα­φο­ρά της απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νης ομι­λί­ας σε ηλε­κτρο­νι­κό κεί­με­νο και επι­μέ­λεια: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απο­μα­γνη­το­φώ­νη­ση ομι­λί­ας δια χει­ρός του αξιο­τί­μου κ. Αθα­να­σί­ου Κ.

  • https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_226.mp3

Άγιος Γρη­γό­ριος ο Παλα­μάς (ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΑΡΕΣΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΟΣΩΤΗΡΙΑ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ)

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΑΡΕΣΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΟΣΩΤΗΡΙΑ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ

Υπάρ­χουν μερι­κά θαλάσ­σια μέρη που τρέ­φουν μεγά­λα κητώ­δη θηρία. Όσοι λοι­πόν πλέ­ουν σε αυτά τα μέρη κρε­μούν κώδω­νες στα πλευ­ρά των πλοί­ων, ώστε τα θηρία τρο­μαγ­μέ­να από τον ήχο τους να φεύ­γουν. Και του δικού μας βίου η θάλασ­σα τρέ­φει πολ­λά και φοβε­ρό­τε­ρα θηρία, τα πονη­ρά πάθη δηλα­δή και τους εφό­ρους των παθών, τους δαί­μο­νες, που είναι πονη­ρό­τε­ροι. Επι­πλέ­ει σε αυτή τη θάλασ­σα σαν πλοίο η Εκκλη­σία του Θεού και αντί για κώδω­νες έχει τους πνευ­μα­τι­κούς διδα­σκά­λους, ώστε με τον ιερό ήχο της διδα­σκα­λί­ας τους ν’ απο­μα­κρύ­νει τα νοη­τά θηρία. Αυτό προ­φα­νώς προ­τυ­πώ­νον­τας η στο­λή του Ααρών, είχε εύη­χους κώδω­νες ραμ­μέ­νους στα άκρα της και σύμ­φω­να με όσα είχαν θεσμο­θε­τη­θεί, έπρε­πε να ακού­γε­ται ο ήχος τους, όταν λει­τουρ­γού­σε ο Ααρών.

Και εμείς από την άλλη, μετα­φέ­ρον­τας καλά τους τύπους στην πνευ­μα­τι­κή τους διά­στα­ση, ας ηχή­σου­με τώρα σε σας πνευ­μα­τι­κά, και μάλι­στα κατά τον και­ρό της νηστεί­ας, οπό­τε επι­τί­θεν­ται αγρί­ως φανε­ρά και αφα­νή θηρία• φανε­ρά μεν η γαστρι­μαρ­γία, η μέθη και τα παρό­μοια, ενώ άλλα που ενε­δρεύ­ουν αφα­νώς, η κενο­δο­ξία και η υπε­ρη­φά­νεια, η υπε­ρο­ψία και η υπο­κρι­σία. Ο ίδιος λοι­πόν ήχος είναι και φυγα­δευ­τή­ριο των θηρί­ων τέτοιου είδους και φυλα­κτή­ριο των όσων ασκούν τη νηστεία.

Είναι λοι­πόν η νηστεία και η ακρα­σία αντί­θε­τα μετα­ξύ τους, όπως η ζωή και ο θάνα­τος. Η νηστεία είναι εντο­λή ζωής, που είναι συνο­μή­λι­κη της ανθρώ­πι­νης φύσε­ως, αφού δόθη­κε από τον Θεό στον Αδάμ κατά την αρχή στον παρά­δει­σο, για δια­φύ­λα­ξη της ζωής και της θεί­ας χάρι­τος που είχε δοθεί σʼ αυτόν από τον Θεό. Η δε ακρα­σία είναι συμ­βου­λή για τον θάνα­το σώμα­τος και ψυχής, που δόθη­κε δολί­ως από τον Διά­βο­λο στον Αδάμ διά της Εύας για έκπτω­ση της ζωής και απο­μά­κρυν­σή της από τον Θεό θεί­ας χάριτος• διό­τι ο Θεός θάνα­το δεν δημιούρ­γη­σε, ούτε ευχα­ρι­στεί­ται με την απώ­λεια των ζών­των. Ποιος άνθρω­πος λοι­πόν θέλει να βρει ζωή και χάρη στον Θεό από τον Θεό; Ας απο­φύ­γει την θανα­τη­φό­ρο ακρα­σία και ας προ­στρέ­ξει στη θεο­ποιό νηστεία και εγκρά­τεια, για να επα­νέλ­θει χαρού­με­νος στον παρά­δει­σο.

Ο Μωυ­σής, νηστεύ­ον­τας επά­νω στο όρος σαράν­τα ημέ­ρες, πέτα­ξε σε ύψος θεο­πτί­ας και δέχθη­κε πλά­κες θεο­σέ­βειας• ο δε λαός των Εβραί­ων κάτω μεθών­τας, εξέ­πε­σαν σε ασέ­βεια και κατα­σκεύ­α­σαν είδω­λο μόσχου σε ομοί­ω­μα του αιγυ­πτί­ου θεού Άπι­δος, και αν δεν στε­κό­ταν μεσί­της προς τον Θεό, αφού με την ανη­λεή εξόν­τω­ση των ομο­γε­νών του που προ­η­γή­θη­κε, τον εξι­λέ­ω­σε, δεν θα τους λυπό­ταν καθό­λου ο Θεός[Έξ.32,1 κ.ε.].

Αν λοι­πόν χρεια­ζό­μα­στε κι εμείς το έλε­ος του Θεού, να μη μεθού­με με οίνο, ούτε να βαρυ­νό­μα­στε από υπερ­κο­ρε­σμό, πράγ­μα­τα στα οποία υπάρ­χει η ασω­τία και η ασέβεια[Εφ.5,18: «Καὶ μὴ μεθύ­σκε­σθε οἴνῳ, ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτία, ἀλλὰ πλη­ροῦσθε ἐν Πνεύ­μα­τι (:Και μη μεθά­τε με κρα­σί. Στη μέθη υπάρ­χει δια­φθο­ρά και ασω­τία. Αλλά να γεμί­ζε­τε μέσα σας με Άγιο Πνεύ­μα)»]. • θεό­πτης ήταν και ο Ηλί­ας, αλλά αφού και αυτός καθα­ρί­στη­κε προ­η­γου­μέ­νως με νηστεία[ βλ. Γ΄Βασ. 19,8–13 κ.ε: «Καὶ ἀνέστη καὶ ἔφαγε καὶ ἔπιε· καὶ ἐπορεύ­θη ἐν ἰσχύϊ τῆς βρώ­σε­ως ἐκεί­νης τεσ­σα­ρά­κον­τα ἡμέρας καὶ τεσ­σα­ρά­κον­τα νύκτας ἕως ὄρους Χωρήβ. καὶ εἰσῆλθεν ἐκεῖ εἰς τὸ σπήλαιον καὶ κατέλυσεν ἐκεῖ· καὶ ἰδοὺ ρῆμα Κυρίου πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε· τί σὺ ἐνταῦθα, ᾿Ηλιού; καὶ εἶπεν ᾿Ηλιού· ζηλῶν ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ παν­το­κράτορι, ὅτι ἐγκατέλιπόν σε οἱ υἱοὶ ᾿Ισραήλ· τὰ θυσιαστήριά σου κατέσκα­ψαν καὶ τοὺς προφήτας σου ἀπέκτει­ναν ἐν ρομ­φαίᾳ, καὶ ὑπολέλειμ­μαι ἐγὼ μονώτατος, καὶ ζητοῦσι τὴν ψυχήν μου λαβεῖν αὐτήν. καὶ εἶπεν· ἐξελεύσῃ αὔριον καὶ στήσῃ ἐνώπιον Κυρίου ἐν τῷ ὄρει· ἰδοὺ παρε­λεύσεται Κύριος, καὶ ἰδοὺ πνεῦμα μέγα κρα­ταιὸν διαλῦον ὄρη καὶ συντρίβον πέτρας ἐνώπιον Κυρίου, οὐκ ἐν τῷ πνεύματι Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πνεῦμα συσ­σει­σμός, οὐκ ἐν τῷ συσ­σει­σμῷ Κύριος· καὶ μετὰ τὸν συσ­σειμὸν πῦρ, οὐκ ἐν τῷ πυρὶ Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πῦρ φωνὴ αὔρας λεπτῆς, κἀκεῖ Κύριος. καὶ ἐγένετο ὡς ἤκου­σεν ᾿Ηλιού, καὶ ἐπεκάλυψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν τῇ μηλωτῇ αὐτοῦ καὶ ἐξῆλθε καὶ ἔστη ὑπὸ σπήλαιον· καὶ ἰδοὺ πρὸς αὐτὸν φωνὴ καὶ εἶπε· τί σὺ ἐνταῦθα ᾿Ηλιού;(: Ο Ηλί­ας σηκώ­θη­κε και ήπιε. Και με τη δύνα­μη της τρο­φής εκεί­νης βάδι­σε σαράν­τα ημέ­ρες και σαράν­τα νύχτες μέχρις ότου έφτα­σε στο όρος Χωρήβ. Στο Χωρήβ μπή­κε σε ένα σπή­λαιο και εγκα­τα­στά­θη­κε εκεί. Και να: ξαφ­νι­κά λόγος Κυρί­ου κατέ­φτα­σε σε αυτόν και του είπε: ‘’Τι κάνεις εδώ; Για­τί βρί­σκε­σαι εδώ, Ηλία;’’. Ο Ηλί­ας τότε απάν­τη­σε: ‘’Ζήλος ιερός και φλο­γε­ρός, αγα­νά­κτη­ση ιερή και μεγά­λη έχει κυριεύ­σει την ψυχή μου για Εσέ­να, τον παν­το­κρά­το­ρα Κύριο. Πονώ και αγα­να­κτώ πολύ, διό­τι οι Ισραη­λί­τες αθέ­τη­σαν τη δια­θή­κη Σου και Σε εγκα­τέ­λει­ψαν· τα θυσια­στή­ριά Σου τα κατέ­στρε­ψαν και τους προ­φή­τες Σου τους φόνευ­σαν με ξίφος· και εγώ, μόνο εγώ, έχω μεί­νει ολο­μό­να­χος. Και ζητούν να αφαι­ρέ­σουν και τη δική μου ζωή’’. Και ο λόγος του Κυρί­ου είπε προς τον Ηλία:’’ Να βγεις αύριο από το σπή­λαιο και να στα­θείς μπρο­στά στον Κύριο στο όρος. Και να· θα περά­σει από μπρο­στά σου ο Κύριος. Αυτό θα γίνει με αυτόν τον τρό­πο: Θα φυσή­ξει ξαφ­νι­κά θύελ­λα μεγά­λη και ισχυ­ρή, που δια­λύ­ει όρη και κατα­κομ­μα­τιά­ζει πέτρες ενώ­πιον του Κυρί­ου· αλλά ο Κύριος δεν θα είναι στη φοβε­ρή εκεί­νη θύελ­λα. Μετά τη θύελ­λα θα ακο­λου­θή­σει σει­σμός· αλλά ο Κύριος δεν θα είναι ούτε στον σει­σμό. Μετά τον σει­σμό θα ακο­λου­θή­σει φωτιά· αλλά δεν θα είναι ούτε στη φωτιά ο Κύριος. Μετά τη φωτιά θα ακο­λου­θή­σει ο απα­λός ψίθυ­ρος λεπτής, δρο­σε­ρής και σιγα­λής αύρας· εκεί θα είναι ο Κύριος’’. Και συνέ­βη τότε το εξής: Όταν ο Ηλί­ας άκου­σε τα λόγια αυτά, σκέ­πα­σε από φόβο και βαθύ σεβα­σμό το πρό­σω­πό του με τον μαν­δύα που είχε κατα­σκευα­στεί από δέρ­μα προ­βά­του, τον οποίο φορού­σε, και βγή­κε από το σπή­λαιο και στά­θη­κε στην είσο­δό του. Και να· ξαφ­νι­κά η φωνή του Θεού τον ρώτη­σε και πάλι: ‘’Τι κάνεις εδώ; Για­τί βρί­σκε­σαι εδώ, Ηλία;’’)» κ.ε.].

Επέ­τυ­χε και ο Δανι­ήλ θεο­πτία και οπτα­σία ενός από τους αρχαγ­γέ­λους, ο οποί­ος του παρεί­χε γνώ­ση των μελ­λόν­των, αλλά αφού προ­η­γου­μέ­νως έμει­νε άσι­τος επί είκο­σι ολό­κλη­ρες ημέ­ρες[Δαν.10,2–14: «Ἐν ἔτει τρίτῳ Κύρου βασιλέως Περσῶν λόγος ἀπεκαλύφθη τῷ Δανιήλ, οὗ τὸ ὄνομα ἐπεκλήθη Βαλτάσαρ, καὶ ἀληθινὸς ὁ λόγος, καὶ δύναμις μεγάλη καὶ σύνεσις ἐδόθη αὐτῷ ἐν τῇ ὀπτασίᾳ. ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐγὼ Δανιὴλ ἤμην πενθῶν τρεῖς ἑβδομάδας ἡμερῶν· ἄρτον ἐπιθυ­μιῶν οὐκ ἔφαγον, καὶ κρέας καὶ οἶνος οὐκ εἰσῆλθεν εἰς τὸ στόμα μου, καὶ ἄλειμ­μα οὐκ ἠλειψάμην ἕως πληρώσεως τριῶν ἑβδομάδων ἡμερῶν. ἐν ἡμέρᾳ εἰκοστῇ τετάρτῃ τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου, καὶ ἐγὼ ἤμην ἐχόμενα τοῦ ποτα­μοῦ τοῦ μεγάλου, αὐτός ἐστι Τίγρις, ᾿Εδδεκέλ, καὶ ᾖρα τοὺς ὀφθαλ­μούς μου καὶ εἶδον καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ εἷς ἐνδε­δυμένος βαδδίν, καὶ ἡ ὀσφὺς αὐτοῦ περιε­ζω­σμένη ἐν χρυσίῳ ᾿Ωφάζ, καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ ὡσεὶ θαρσίς, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡσεὶ ὅρασις ἀστραπῆς, καὶ οἱ ὀφθαλ­μοὶ αὐτοῦ ὡσεὶ λαμπάδες πυρός, καὶ οἱ βραχίονες αὐτοῦ καὶ τὰ σκέλη ὡς ὅρασις χαλ­κοῦ στίλβον­τος καὶ ἡ φωνὴ τῶν λόγων αὐτοῦ ὡς φωνὴ ὄχλου. καὶ εἶδον ἐγὼ Δανιὴλ μόνος τὴν ὀπτασίαν, καὶ οἱ ἄνδρες οἱ μετ’ ἐμοῦ οὐκ εἶδον τὴν ὀπτασίαν, ἀλλ’ ἢ ἔκστα­σις μεγάλη ἐπέπεσεν ἐπ’ αὐτούς, καὶ ἔφυγον ἐν φόβῳ. καὶ ἐγὼ ὑπελείφθην μόνος, καὶ εἶδον τὴν ὀπτασίαν τὴν μεγάλην ταύτην, καὶ οὐχ ὑπελείφθη ἐν ἐμοὶ ἰσχύς, καὶ ἡ δόξα μου μετε­στράφη εἰς δια­φθοράν, καὶ οὐκ ἐκράτησα ἰσχύος. καὶ ἤκου­σα τὴν φωνὴν τῶν λόγων αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ ἀκοῦσαί με αὐτοῦ ἤμην κατα­νε­νυγμένος, καὶ τὸ πρόσωπόν μου ἐπὶ τὴν γῆν. καὶ ἰδοὺ χεὶρ ἁπτομένη μου καὶ ἤγειρέ με ἐπὶ τὰ γόνατά μου. καὶ εἶπε πρός με· Δανιὴλ ἀνὴρ ἐπιθυ­μιῶν, σύνες ἐν τοῖς λόγοις, οἷς ἐγὼ λαλῶ πρός σε, καὶ στῆθι ἐπὶ τῇ στάσει σου, ὅτι νῦν ἀπεστάλην πρός σε. καὶ ἐν τῷ λαλῆσαι αὐτὸν πρός με τὸν λόγον τοῦτον ἀνέστην ἔντρο­μος. καὶ εἶπε πρός με· μὴ φοβοῦ, Δανιήλ, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἧς ἔδωκας τὴν καρδίαν σου τοῦ συνεῖναι καὶ κακωθῆναι ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ἠκούσθη­σαν οἱ λόγοι σου, καὶ ἐγὼ ἦλθον ἐν τοῖς λόγοις σου. καὶ ὁ ἄρχων βασι­λείας Περσῶν εἱστήκει ἐξ ἐναντίας μου εἴκοσι καὶ μίαν ἡμέραν, καὶ ἰδοὺ Μιχαὴλ εἷς τῶν ἀρχόντων τῶν πρώτων ἦλθε βοηθῆσαί μοι, καὶ αὐτὸν κατέλιπον ἐκεῖ μετὰ τοῦ ἄρχον­τος βασι­λείας Περσῶν, καὶ ἦλθον συνετίσαι σε ὅσα ἀπαντήσεται τῷ λαῷ σου ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν, ὅτι ἔτι ἡ ὅρασις εἰς ἡμέρας (:Κατά τις ημέ­ρες εκεί­νες εγώ, ο Δανι­ήλ, πεν­θού­σα και έκλαι­γα για τρεις ολό­κλη­ρες εβδο­μά­δες. Δεν έφα­γα κανέ­να απο­λαυ­στι­κό φαγη­τό, κρέ­ας και κρα­σί δεν έβα­λα στο στό­μα μου, ούτε άλει­ψα με αρώ­μα­τα το σώμα μου, μέχρι που συμ­πλη­ρώ­θη­κε η περί­ο­δος των τριών αυτών εβδο­μά­δων του πέν­θους. Κατά την εικο­στή τέταρ­τη ημέ­ρα του πρώ­του μήνα του ιου­δαϊ­κού θρη­σκευ­τι­κού έτους, δηλα­δή του Νισάν- αντι­στοι­χεί στον δικό μας Μάρ­τιο- Απρί­λιο- εγώ, ο Δανι­ήλ, βρι­σκό­μου­να κον­τά στον μεγά­λο ποτα­μό- ο ποτα­μός αυτός είναι ο Τίγρης, ο οποί­ος στα εβραϊ­κά ονο­μά­ζε­ται Εδδε­κέλ- και σήκω­σα τα μάτια μου και ξαφ­νι­κά, ιδού, είδα έναν άντρα, ο οποί­ος ήταν ντυ­μέ­νος με μεγα­λο­πρε­πές ένδυ­μα λινό λευ­κό, και η μέση του ήταν ζωσμέ­νη με ζώνη κοσμη­μέ­νη με χρυ­σά­φι Ωφάζ, δηλα­δή χρυ­σά­φι λαμ­πρό­τα­το και καθα­ρό­τα­το· το δε σώμα του φαι­νό­ταν σαν τον πολύ­τι­μο λαμ­πε­ρό λίθο Θαρ­σίς, ενώ το πρό­σω­πό του είχε τη λάμ­ψη και την ακτι­νο­βο­λία της αστρα­πής· τα μάτια του ήσαν λαμ­πε­ρά και αστρα­φτε­ρά σαν πύρι­νες λαμ­πά­δες· οι βρα­χί­ο­νες και τα σκέ­λη του είχαν την όψη λαμ­πε­ρού ακτι­νο­βό­λου χαλ­κού, ενώ ο ήχος της φωνής του ήταν σαν το βου­η­τό πλή­θους πολ­λού λαού. Την οπτα­σία αυτήν είδα εγώ μόνος, ο Δανι­ήλ, ενώ οι άντρες που ήταν μαζί μου δεν είδαν την οπτα­σία, αλλά τους κυρί­ευ­σε κατά­πλη­ξη, φόβος μεγά­λος και έφυ­γαν κατα­τρο­μαγ­μέ­νοι. Εγώ λοι­πόν απέ­μει­να μόνος και είδα αυτή τη μεγά­λη οπτα­σία και εξαι­τί­ας του συγ­κλο­νι­στι­κού αυτού ορά­μα­τος δεν μου απέ­μει­νε δύνα­μη· όλη όμως η εμφά­νι­ση του προ­σώ­που μου άλλα­ξε και παρα­μορ­φώ­θη­κε, ενώ η δύνα­μή μου με εγκα­τέ­λει­ψε και δεν μπο­ρού­σα να στα­θώ όρθιος. Άκου­σα τη φωνή των λόγων του και ενώ την άκου­γα, κυριεύ­τη­κα από βαθύ­τα­τη συγ­κί­νη­ση, θαυ­μα­σμό και φόβο, και μην μπο­ρών­τας να αντι­κρύ­ζω το φοβε­ρό εκεί­νο θέα­μα, έπε­σα μπρού­μυ­τα με το πρό­σω­πό μου κατά γης. Και ιδού! Εγώ βρι­σκό­μου­να σε αυτή τη στά­ση, ένα χέρι με άγγι­ξε και με σήκω­σε στα γόνα­τά μου και μου είπε: ‘’Δανι­ήλ, άνθρω­πε ιδιαι­τέ­ρως αγα­πη­τέ του Θεού, που έχεις ευγε­νείς πόθους και επι­θυ­μί­ες· άκου με προ­σο­χή και προ­σπά­θη­σε να κατα­νο­ή­σεις με σύνε­ση τα λόγια που θα σου πω· διώ­ξε τον φόβο και στά­σου όρθιος, διό­τι τώρα έχω απο­στα­λεί από τον Θεό προς εσέ­να’’. Μόλις λοι­πόν μου είπε αυτόν τον λόγο, σηκώ­θη­κα όρθιος, αλλά και γεμά­τος φόβο. Και ο ουρά­νιος απε­σταλ­μέ­νος είπε προς εμέ­να: «Μη φοβά­σαι, Δανι­ήλ, διό­τι από την πρώ­τη ημέ­ρα κατά την οποία έλα­βες στα­θε­ρή και αμε­τά­κλη­τη από­φα­ση να εννο­ή­σεις βαθύ­τε­ρα την αλή­θεια, να κακο­πα­θή­σεις εκού­σια και να ταλαι­πω­ρη­θείς με νηστεία και πέν­θος ενώ­πιον του Κυρί­ου του Θεού σου, ακού­στη­καν τα λόγια σου από τον Θεό· και από­δει­ξη αυτού είναι η παρου­σία μου, το ότι ήρθα εγώ να δώσω απάν­τη­ση στα αιτή­μα­τα της δεή­σε­ώς σου. Εγώ απο­στάλ­θη­κα προς εσέ­να από την πρώ­τη ημέ­ρα της προ­σευ­χής σου, όμως ο άρχων άγγε­λος που υπε­ρα­σπί­ζε­ται τα συμ­φέ­ρον­τα του βασι­λεί­ου των Περ­σών στε­κό­ταν μπρο­στά μου και με εμπό­δι­ζε για είκο­σι μία μέρες· όμως ιδού! Ο Μιχα­ήλ, ένας από τους πρώ­τους άρχον­τες του ουρα­νού, ήλθε για να με βοη­θή­σει. Αυτόν λοι­πόν άφη­σα εκεί να ομι­λεί με τον άρχον­τα άγγε­λο των Περ­σών. Και ήλθα να σε δια­φω­τί­σω και να σε πλη­ρο­φο­ρή­σω ποια γεγο­νό­τα πρό­κει­ται να συμ­βούν στον λαό σου κατά το πολύ απο­μα­κρυ­σμέ­νο μέλ­λον, μέχρι της περιό­δου που θα έλθει ο Μεσ­σί­ας· διό­τι το όρα­μα αυτό δεν θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί τώρα· εκτεί­νε­ται πολύ μακριά, ανα­φέ­ρε­ται στο απώ­τα­το μέλ­λον)» κ.ε.].

Άλλος, πάλι, προ­φή­της φονεύ­θη­κε από λιον­τά­ρι, αλλά αφού έφα­γε, παρά την εντο­λή του Θεού. Γνω­ρί­ζε­τε επί­σης όλοι τον Ησαύ, τον υιό του Ισα­άκ, ο οποί­ος λόγω γαστρι­μαρ­γί­ας εξέ­πε­σε και από τα άλλα πρω­το­τό­κια και από την πατρι­κή ευλογία[Γέν. 25, 29–34: «Ἣψησε δὲ ᾿Ιακὼβ ἕψημα· ἦλθε δὲ ῾Ησαῦ ἐκ τοῦ πεδίου ἐκλείπων, καὶ εἶπεν ῾Ησαῦ τῷ ᾿Ιακώβ· γεῦσόν με ἀπὸ τοῦ ἑψήματος τοῦ πυρ­ροῦ τούτου, ὅτι ἐκλείπω. διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Εδώμ. Εἶπε δὲ ᾿Ιακὼβ τῷ ῾Ησαῦ· ἀπόδου μοι σήμερον τὰ πρω­τοτόκιά σου ἐμοί. καὶ εἶπεν ῾Ησαῦ· ἰδοὺ ἐγὼ πορεύομαι τελευτᾶν, καὶ ἵνα τί μοι ταῦτα τὰ πρω­τοτόκια; Καὶ εἶπεν αὐτῷ ᾿Ιακώβ· ὄμοσόν μοι σήμερον. καὶ ὤμοσεν αὐτῷ· ἀπέδοτο δὲ ῾Ησαῦ τὰ πρω­τοτόκια τῷ ᾿Ιακώβ. ᾿Ιακὼβ δὲ ἔδωκε τῷ ῾Ησαῦ ἄρτον καὶ ἕψημα φακοῦ, καὶ ἔφαγε καὶ ἔπιε καὶ ἀναστὰς ᾤχετο· καὶ ἐφαύλισεν ῾Ησαῦ τὰ πρω­τοτόκια(: Ο Ιακώβ μαγεί­ρευε κάπο­τε φαγη­τό και την ημέ­ρα εκεί­νη επέ­στρε­ψε ο Ησαύ από την πεδιά­δα κατα­κου­ρα­σμέ­νος και εξαν­τλη­μέ­νος και είπε στον Ιακώβ: ‘’ Δώσε μου να γευ­θώ από αυτό το κόκ­κι­νο φαγη­τό που μαγει­ρεύ­εις, διό­τι είμαι εξαν­τλη­μέ­νος και πεθαί­νω από την πεί­να’’. Για τον λόγο αυτό ο Ησαύ ονο­μά­στη­κε Εδώμ, που σημαί­νει κόκ­κι­νος. Ο Ιακώβ τότε απάν­τη­σε στον Ησαύ: ‘’ Δώσε μου, πού­λη­σέ μου σήμε­ρα τα προ­νό­μια και τα δικαιώ­μα­τα που έχεις διό­τι γεν­νή­θη­κες πρώ­τος από εμέ­να και κατό­πιν θα σου δώσω φαγη­τό’’. Ο Ησαύ, που δεν είχε ποτέ εκτι­μή­σει τα πρω­το­τό­κια, απάν­τη­σε: ‘’ Τι με ωφε­λούν τα προ­νό­μια που έχω, διό­τι γεν­νή­θη­κα πρώ­τος, όταν εγώ κον­τεύω να πεθά­νω από την πεί­να, εάν δεν φάω; Πάρε τα λοι­πόν’’. Και ο Ιακώβ πρό­σθε­σε: ‘’ Ορκί­σου μου σήμε­ρα ότι μου τα έδω­σες· ότι παραι­τεί­σαι ορι­στι­κά από τα δικαιώ­μα­τα αυτά. Πράγ­μα­τι ο Ησαύ ορκί­στη­κε, ότι του τα παρα­χω­ρεί. Έτσι ο Ησαύ πού­λη­σε στον Ιακώβ τα δικαιώ­μα­τα που είχε ως πρω­τό­το­κος. Και τότε ο Ιακώβ έδω­σε στον πει­να­σμέ­νο Ησαύ ψωμί και φαγη­τό από τις φακές που μαγεί­ρευε· και ο Ησαύ έφα­γε και ήπιε και αφού σηκώ­θη­κε από το φαγη­τό έφυ­γε. Με τον τρό­πο αυτόν ο Ησαύ περι­φρό­νη­σε τα δικαιώ­μα­τα που είχε ως πρω­τό­το­κος· τα εξευ­τέ­λι­σε, τα ύβρι­σε και δεν τα τίμη­σε καθό­λου. Φάνη­κε αγνώ­μο­νας για το τιμη­τι­κό αξί­ω­μα που του δόθη­κε και έχα­σε τα μεγά­λα αυτά δώρα για ένα πιά­το με φακές)»]. Ας φοβη­θού­με λοι­πόν μήπως και εμείς, προ­σέ­χον­τας σε αυτήν την γαστρι­μαρ­γία, εκπέ­σου­με από την υπε­σχη­μέ­νη εκεί­νη ευλο­γία και κλη­ρο­δο­σία του ανω­τά­του Πατρός. Δεν αγνο­εί­τε επί­σης τους Τρεις Παί­δες, οι οποί­οι, παρα­δε­δο­μέ­νοι στη νηστεία, κατα­πά­τη­σαν με άφλε­κτα πόδια και σώμα­τα την κάμι­νο στη Βαβυ­λώ­να που είχε ανα­φτεί εναν­τί­ον τους επτα­πλα­σί­ως.

Εάν επι­δο­θού­με κι εμείς σε αλη­θι­νή νηστεία, και την εδώ πύρω­ση της σαρ­κός θα κατα­πα­τή­σου­με και θα σβή­σου­με, και τη μελ­λον­τι­κή κάμι­νο θα περάσουμε άθι­κτοι, όταν του καθε­νός το έργο θα δοκι­μά­σει το πυρ. Τι χρειά­ζε­ται να ανα­φέ­ρου­με τον Κύριο των προ­φη­τών; Αυτός, αφού έλα­βε σάρ­κα και έγι­νε για μας άνθρω­πος, που μας υπο­δει­κνύ­ει τον τρό­πο της νίκης κατά του Δια­βό­λου, νηστεύ­ον­τας σε όλα, νίκη­σε τον πει­ρα­σμό που κίνη­σε τα πάν­τα εναν­τί­ον Του, και προς τους μαθη­τές Του έλε­γε περί του άλα­λου και κωφού δαι­μο­νί­ου: «Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπο­ρεύ­ε­ται εἰ μὴ ἐν προ­σευχῇ καὶ νηστείᾳ(:Αυτό το είδος των δαι­μό­νων δεν βγαί­νει από τον άνθρω­πο που έχει κατα­λη­φθεί από αυτό, παρά μόνο με προ­σευ­χή που συνο­δεύ­ε­ται και με νηστεία, ώστε η προ­σευ­χή να γίνε­ται με διά­νοια όσο δυνα­τόν ελα­φρό­τε­ρη και περισ­σό­τε­ρο προ­ση­λω­μέ­νη στον Θεό)»[Ματθ.17,21].

Αλλά εμπρός, αδελ­φοί, ας δεί­ξου­με τι είναι η θεά­ρε­στη κι αλη­θι­νή νηστεία. Να γνω­ρί­ζε­τε τού­το, ότι δεν επαι­νού­με αυτή καθʼ εαυ­τήν τη σωμα­τι­κή νηστεία, αλλά για την ενέρ­γειά της προς άλλα ψυχω­φε­λέ­στε­ρα• διό­τι για τη σωμα­τι­κή άσκη­ση, λέγει και ο θεί­ος Παύ­λος, ότι ολί­γο ωφελεί[Α΄Τιμ.4,8: «Ἡ γὰρ σωμα­τικὴ γυμνασία πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ὠφέλιμος, ἡ δὲ εὐσέβεια πρὸς πάντα ὠφέλιμός ἐστιν, ἐπαγ­γελίας ἔχου­σα ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς μελ­λούσης(:Και σου συνι­στώ την άσκη­ση αυτή, διό­τι η σωμα­τι­κή εξά­σκη­ση και εκγύ­μνα­ση είναι ωφέ­λι­μη σε μικρό βαθ­μό, επει­δή απο­βλέ­πει μόνο στο σώμα, το οποίο είναι φθαρ­τό˙ η ευσέ­βεια όμως είναι ωφέ­λι­μη σε όλα, και στο σώμα δηλα­δή και στην ψυχή, διό­τι υπό­σχε­ται αγα­θά και αντα­μοι­βές και για τη ζωή αυτή και για τη μελ­λον­τι­κή)»]. Γιʼ αυτό και οι θεο­φό­ροι πατέ­ρες που ομι­λούν από πεί­ρα, δεν δέχον­ται τις πολυ­ή­με­ρες νηστεί­ες, αλλά κρί­νουν δοκι­μό­τε­ρο να τρώ­με καθη­με­ρι­νώς μια φορά και να μη χορ­ταί­νου­με• και τού­το λέγουν σύμ­με­τρη και συνε­τή νηστεία, πράγ­μα που λέγει και η Γρα­φή, το να μην παρα­σύ­ρε­ται κανείς από τη χορ­τα­σιά της κοι­λί­ας και την ηδο­νή του λαι­μού, αλλά να αφή­νει το φαγη­τό ενώ έχει ακό­μη όρε­ξη, η δε ποιό­τη­τα και ποσό­τη­τά της να είναι κατάλ­λη­λη προς τη δύνα­μη και διά­θε­ση του τρε­φο­μέ­νου σώμα­τος, ώστε να συν­τη­ρεί­ται κατά το δυνα­τό και η υγεία του. Πραγ­μα­τι­κά το να τρώ­ει ο ασθε­νής από τα υπάρ­χον­τα τρό­φι­μα καταλ­λή­λως προς την ασθέ­νεια και συμ­μέ­τρως, χωρίς να προ­σθέ­τει στα αναγ­καία τα πολύ περιτ­τά και συμ­φέ­ρον­τα, και το να ζητεί κανείς την τρο­φή αλλά όχι την τρυ­φή, και την πόση αλλά όχι τη μέθη, και τη σύμ­με­τρη χρή­ση, αλλά όχι την αμε­τρία και την ακρα­σία και την κατά­χρη­ση, δεν αφαι­ρεί την αγιό­τη­τά του.

Τέτοια λοι­πόν είναι η αρχή της αλη­θι­νής και θεά­ρε­στης νηστεί­ας, ο δε σκο­πός για τον οποίο θεσμο­θε­τή­θη­κε και τιμή­θη­κε από τους Χρι­στια­νούς είναι η κάθαρ­ση της ψυχής. Διό­τι ποια είναι η ωφέ­λεια, αν απέ­χου­με της σωμα­τι­κής τρο­φής, αλλά κυριαρ­χού­μα­στε από σαρ­κι­κά φρο­νή­μα­τα και πάθη; Ποιο είναι το όφε­λος αν απέ­χου­με οίνου και πιε­ζό­μα­στε από δίψα, να μεθού­με δε όχι από οίνο, σύμ­φω­να με τον λέγον­τα, «αλί­μο­νο στους μεθύ­ον­τας όχι από οίνο», και να ταρασ­σό­μα­στε ψυχι­κά από θυμό και βασκα­νία; Ποιο είναι το όφε­λος, αν απέ­χου­με από τρυ­φη­λή τρά­πε­ζα, αλλά έχου­με ατα­πεί­νω­τη την ψυχή, και αν έχου­με αλλοιω­μέ­νη τη σάρ­κα για έλαιο, αλλά δεν έχου­με ταπει­νω­μέ­νη την ψυχή κατά τη νηστεία; Ποιο είναι το όφε­λος, αν απαλ­λα­χτή­κα­με μεν από την ομί­χλη που ανα­θυ­μιά­ται από τα πολ­λά φαγη­τά, αλλά αχρειώ­νε­ται ο νους μας με φρον­τί­δες και ματαί­ους λογι­σμούς και αχρειώ­νον­ται μαζί του οι προ­σευ­χές προς τον Θεό;

Γιʼ αυτό καλή νηστεία είναι αυτή που τελεί­ται για τον μαρα­σμό της επιθυ­μί­ας, για την ταπεί­νω­ση της ψυχής, για τη μετα­ποί­η­ση του μίσους, για το σβή­σι­μο του θυμού, για την απά­λει­ψη της μνη­σι­κα­κί­ας, για την καθα­ρό­τη­τα της δια­νοί­ας και την επι­τέ­λε­ση της προ­σευ­χής. Εάν δε είσαι εύπο­ρος, το περίσ­σευ­μα της τρο­φής σου να προ­σφέ­ρε­ται για την παρη­γο­ριά των από­ρων. Εάν νηστεύ­εις έτσι, όχι μόνο θα συμ­πά­σχεις και θα συν­νε­κρώ­νε­σαι, αλλά και θα συνα­νί­στα­σαι και θα συμ­βα­σι­λεύ­εις με τον Χρι­στό στους απέ­ραν­τους αιώ­νες· διό­τι, αφού γίνεις δια της νηστεί­ας αυτού του είδους σύμ­φυ­τος με το ομοί­ω­μα του θανά­του Του, θα γίνεις και κοι­νω­νός της ανα­στά­σε­ως και κλη­ρο­νό­μος της ζωής σʼ Αυτόν.

Αυτός που νηστεύ­ει, εάν μεν πει­ρά­ζε­ται, νικά τον πει­ρά­ζον­τα• εάν δε δεν πει­ρά­ζε­ται, συν­τη­ρεί την ειρή­νη της ψυχής και του σώμα­τος, ταλαι­πω­ρών­τας και δου­λα­γω­γών­τας το σώμα κατά τον Παύλο[Α΄Κορ.9,27: «Ἀλλ᾿ ὑποπιά­ζω μου τὸ σῶμα καὶ δου­λα­γωγῶ, μήπως ἄλλοις κηρύ­ξας αὐτὸς ἀδόκι­μος γένω­μαι(:Αλλά ταλαι­πω­ρώ το σώμα μου και το μετα­χει­ρί­ζο­μαι ως δού­λο, για να μην απο­δο­κι­μα­σθώ και απο­δει­χθώ ανά­ξιος του βρα­βεί­ου εγώ ο ίδιος που κήρυ­ξα σε άλλους και με τη δική μου προ­τρο­πή και διδα­σκα­λία αυτοί πήραν το βρα­βείο)»], που δεί­λια­ζε μήπως φανεί αδό­κι­μος• εάν δε ο Παύ­λος δει­λιά­ζει, πόσο μάλ­λον πρέ­πει να δει­λιά­ζου­με εμείς; Αυτός που νηστεύ­ει λοι­πόν, δου­λα­γω­γεί το σώμα και καθι­στά δόκι­μη την ψυχή• ενώ αυτός που παχαί­νει τη σάρ­κα που έπει­τα από λίγο θα φθα­ρεί, αυτός δηλα­δή που δεν τρώ­γει για να ζήσει, αλλά μάλ­λον ζει για να τρώ­ει, όπως τα ζώα που προ­ε­τοι­μά­ζον­ται από μας για σφα­γή και στα αναγ­καία προ­σθέ­τει τα περιτ­τά για να λιπαί­νει το σώμα ή να το διε­γεί­ρει σε κακές επι­θυ­μί­ες ή απλώς έτσι για φιλη­δο­νία σωμα­τι­κή, πάν­τως δεν κάνει τίπο­τε άλλο παρά ετοι­μά­ζει πλου­σιό­τε­ρη τρο­φή στους σκώ­λη­κες. Επο­μέ­νως καλώς ψάλ­λει ο προ­φή­της Δαβίδ: «Τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵματί μου ἐν τῷ κατα­βαί­νειν με εἰς δια­φθο­ράν;(:Λυπή­σου με, Κύριε, και μην παρα­τεί­νεις την οργή Σου εναν­τί­ον μου. Σε τι θα ωφε­λή­σει, εάν χυθεί το αίμα μου και κατε­βώ στον τάφο, για να υπο­στώ τη φθο­ρά και τη διά­λυ­ση του θανά­του;)»[Ψαλμ.29,10].

Όταν λοι­πόν νηστεύ­εις και τρέ­φε­σαι με εγκρά­τεια, να μην απο­θη­κεύ­εις για αύριο τα περισ­σεύ­μα­τα, αλλά όπως ο Κύριος πτω­χεύ­ον­τας, μας πλού­τι­σε, έτσι και εσύ πει­νών­τας εκου­σί­ως, χόρ­τα­σε τον ακου­σί­ως πει­να­σμέ­νο, τότε η νηστεία σου θα είναι σαν περι­στε­ρά που φέρει κάρ­φος ελαί­ας κι ευαγ­γε­λί­ζε­ται στην ψυχή σου τη σωτη­ρία από τον κατακλυ­σμό. «Ἐὰν ἀφέλῃς ἀπὸ σοῦ σύν­δε­σμον καὶ χει­ρο­το­νί­αν καὶ ῥῆμα γογ­γυ­σμοῦ(:Εάν αφαι­ρέ­σεις από σένα και στα­μα­τή­σεις κάθε άδι­κη κατα­πί­ε­ση, κάθε εμπαι­κτι­κή και απει­λη­τι­κή χει­ρο­νο­μία, κάθε λόγο γογ­γυ­σμού)», λέγει ο μέγας Ησα­ΐ­ας, «καὶ δῷς πεινῶντι τὸν ἄρτον ἐκ ψυχῆς σου καὶ ψυχὴν τετα­πει­νω­μέ­νην ἐμπλήσῃς, τότε ἀνατε­λεῖ ἐν τῷ σκό­τει τὸ φῶς σου, καὶ τὸ σκό­τος σου ὡς μεσημ­βρία(: και δώσεις με όλη σου την καρ­διά ψωμί στον πει­να­σμέ­νο, εάν χορ­τά­σεις μια ψυχή, η οποία βρί­σκε­ται σε κατά­στα­ση ταπει­νώ­σε­ως και πόνου, τότε μέσα στο σκο­τά­δι της θλί­ψε­ώς σου θα ανα­τεί­λει το φως της χαράς και της ειρή­νης σου. Και το σκο­τά­δι της πλά­νης και της αθλιό­τη­τάς σου, θα μετα­βλη­θεί και θα λάμ­ψει σαν το φως του μεση­με­ριού)»[Ησ.58,9].

Εάν πάλι δεν θέλεις να δώσεις τα δικά σου, του­λά­χι­στον νʼ απέ­χεις από τα ξένα και να μη κάμεις κατο­χή στα πράγ­μα­τα που δεν είναι δικά σου, αρπά­ζον­τας και θησαυ­ρί­ζον­τας και από τους πτω­χό­τε­ρους μερι­κές φορές αδί­κως, για να μην ακού­σεις από τον ίδιο τον προ­φή­τη δικαί­ως τού­το: «Δεν είναι αυτή η νηστεία που προ­τι­μώ εγώ», λέγει ο Κύριος: «Οὐ ταύ­την τὴν νηστεί­αν ἐξελε­ξά­μην καὶ ἡμέραν ταπει­νοῦν ἄνθρω­πον τὴν ψυχὴν αὐτοῦ· οὐδ᾿ ἂν κάμψῃς ὡς κρί­κον τὸν τρά­χη­λόν σου καὶ σάκ­κον καὶ σποδὸν ὑποστρώσῃ, οὐδ᾿ οὕτω καλέ­σε­τε νηστεί­αν δεκτήν. οὐχὶ τοιαύ­την νηστεί­αν ἐγὼ ἐξελε­ξά­μην, λέγει Κύριος, ἀλλὰ λύε πάν­τα σύν­δε­σμον ἀδικί­ας, διά­λυε στραγ­γα­λιὰς βιαί­ων συναλ­λαγ­μά­των, ἀπόστελ­λε τεθραυ­σμέ­νους ἐν ἀφέσει καὶ πᾶσαν συγ­γραφὴν ἄδικον διά­σπα· διά­θρυ­πτε πεινῶντι τὸν ἄρτον σου καὶ πτω­χοὺς ἀστέ­γους εἴσαγε εἰς τὸν οἶκόν σου· ἐὰν ἴδῃς γυμνόν, περί­βα­λε, καὶ ἀπὸ τῶν οἰκεί­ων τοῦ σπέρ­μα­τός σου οὐχ ὑπερό­ψει. τότε ῥαγή­σε­ται πρώ­ϊ­μον τὸ φῶς σου, καὶ τὰ ἰάμα­τά σου ταχὺ ἀνατε­λεῖ, καὶ προ­πο­ρεύ­σε­ται ἔμπρο­σθέν σου ἡ δικαιο­σύ­νη σου, καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ περι­στε­λεῖ σε(:Εγώ δεν επέ­λε­ξα και δεν ενέ­κρι­να αυτού του είδους τη νηστεία. Δεν μου είναι ευά­ρε­στη η ημέ­ρα, κατά την οποία ο άνθρω­πος με μία τέτοια νηστεία ταπει­νώ­νει τον εαυ­τό του. Ούτε εάν από την πολ­λή νηστεία κάμ­ψεις τον τρά­χη­λό σου, σαν τον κρί­κο, και στρώ­σεις να κοι­μη­θείς επά­νω στη στά­χτη, ούτε αυτή την κακου­χία σας δεν μπο­ρεί­τε να την χαρα­κτη­ρί­σε­τε ως νηστεία δεκτή από εμέ­να. Δεν εξέ­λε­ξα και δεν όρι­σα Εγώ τέτοια νηστεία, αλλά λύε κάθε δεσμό και σύν­δε­σμο με την αδι­κία. Ακύ­ρω­σε και σκί­σε τις διε­στραμ­μέ­νες συμ­φω­νί­ες, τις οποί­ες εσύ δια βίας και εξα­ναγ­κα­σμού έχεις συνά­ψει με τους άλλους. Στεί­λε ελεύ­θε­ρους τους συν­τε­τριμ­μέ­νους από τον πόνο και τη συμ­φο­ρά, και κάθε συμ­βό­λαιο άδι­κης συναλ­λα­γής, σκί­σε το. Κόβε το ψωμί σου και μοί­ρα­σέ το με τον φτω­χό. Βάλε αστέ­γους στο σπί­τι σου, εάν δεις γυμνό, ντύ­σε τον. Και απέ­ναν­τι στους οικεί­ους σου, μη δεί­ξεις αδια­φο­ρία και κατα­φρό­νη­ση. Εάν τηρή­σεις αυτά, τότε θα ανα­λάμ­ψει σαν της αυγής χαρού­με­νο το φως της ειρή­νης και της χαράς σου. Γρή­γο­ρα θα ανα­τεί­λει η θερα­πεία των πλη­γών σου και θα απο­κα­τα­στα­θεί η υγεία σου. Μπρο­στά σου θα προ­πο­ρεύ­ε­ται η αρε­τή και η δικαιο­σύ­νη σου, ενώ η δόξα του Θεού θα σε περι­βάλ­λει πάν­το­τε)»[Ησ.58,5–8].

Εάν λοι­πόν δεν δίνεις στον πτω­χό από τα δικά σου, και μάλι­στα τα περισ­σεύ­μα­τα, του­λά­χι­στον να μην τα απο­κτάς σε βάρος του πτω­χού• αν και ο δεσπό­της των όλων Χρι­στός απο­πέμ­πον­τας τους της αρι­στε­ράς μερί­δας στο πυρ και κατα­ρώ­με­νος αυτούς, δεν τους κατα­δι­κά­ζει σαν άρπα­γες, αλλά ως μη μετα­δί­δον­τες στους ενδε­είς. Επο­μένως οι άρπα­γες και οι άδι­κοι ούτε θʼ ανα­στη­θούν για παρου­σί­α­ση και κρί­ση, αλλά αμέ­σως για μεγα­λύ­τε­ρη κατα­δί­κη και κατά­κρι­ση, αφού κι εδώ, όπως φαί­νε­ται, αυτοί ποτέ δεν παρου­σιά­σθη­καν στον Θεό εντε­λώς από ψυχή• διό­τι, λέγει: «Οἱ ἐσθί­ον­τες τὸν λαόν μου βρώ­σει ἄρτου τὸν Κύριον οὐκ ἐπεκα­λέ­σαν­το(:Αυτοί που κατα­σπα­ράσ­σουν τον λαό μου με τόση ευχα­ρί­στη­ση και ασυ­νει­δη­σία, σαν να έτρω­γαν ψωμί, δεν επι­κα­λέ­στη­καν ποτέ τον Κύριο, και η προ­σευ­χή είναι άγνω­στη σε αυτούς)»[Ψαλμ.13,4].

Ο πλού­σιος του οποί­ου οι αγροί καρ­πο­φό­ρη­σαν άφθονα[Λουκ.12,16–17: «Ἀνθρώ­που τινὸς πλου­σί­ου εὐφόρη­σεν ἡ χώρα· καὶ διε­λο­γί­ζε­το ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποι­ή­σω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνά­ξω τοὺς καρ­πούς μου;(:Κάποιου πλου­σί­ου ανθρώ­που τα εκτε­τα­μέ­να του χωρά­φια απέ­δω­σαν άφθο­νη σοδειά και μεγά­λη παρα­γω­γή. Αντί όμως να ευχα­ρι­στή­σει τον Θεό και να ευχα­ρι­στη­θεί κι ο ίδιος για την ευφο­ρία αυτή, συλ­λο­γι­ζό­ταν μέσα του, αγω­νιού­σε κι ανα­στα­τω­νό­ταν λέγον­τας: “Τι να κάνω, διό­τι δεν έχω πού να μαζέ­ψω τους καρ­πούς των χωρα­φιών μου που μου περισ­σεύ­ουν; Θέλω να γίνουν όλοι δικοί μου, για να τους απο­λαύ­σω μόνος μου”)»] και ο ενδε­δυ­μέ­νος με πορ­φύ­ρα και βύσσο[Λουκ.16,19: «Ἄνθρω­πος δέ τις ἦν πλού­σιος, καὶ ἐνεδι­δύ­σκε­το πορ­φύ­ραν καὶ βύσ­σον εὐφραι­νό­με­νος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς (: Υπήρ­χε κάποιος πλού­σιος άνθρω­πος, ο οποί­ος φορού­σε βασι­λι­κά ενδύ­μα­τα. Απ’ έξω φορού­σε ένα μάλ­λι­νο κόκ­κι­νο και πανά­κρι­βο ρού­χο, κι από μέσα φορού­σε λευ­κό χιτώ­να πολυ­τε­λή από λεπτό αιγυ­πτια­κό λινά­ρι. Και δια­σκέ­δα­ζε σε πλού­σια συμ­πό­σια κάθε μέρα με μεγα­λο­πρέ­πεια)»] δικαί­ως κατα­δι­κά­ζον­ται, όχι διό­τι αδί­κη­σαν κάποιον, αλλά διό­τι δεν μετέ­δω­σαν από όσα δικαί­ως απέ­κτη­σαν αυτοί• διό­τι τα θησαυ­ρί­σμα­τα είναι κοι­νά από τα κοι­νά ταμεία των κτι­σμά­των του Θεού. Πώς λοι­πόν δεν είναι πλε­ο­νέ­κτης αυτός που οικειο­ποιεί­ται τα κοι­νά, έστω και αν δεν είναι σαν εκεί­νον που σφε­τε­ρί­ζε­ται φανε­ρά τα ξένα; Επο­μέ­νως ο μεν πρώ­τος θα υπο­στεί, αλί­μο­νο, την φρι­κτή διχο­τό­μη­ση ως κακός δού­λος, ο δε άλλος θα υπο­στεί τα δει­νό­τε­ρα και φρι­κω­δέ­στε­ρα, και κανέ­νας από τούς δύο δεν θα μπο­ρέ­σει να τα δια­φύ­γει, αν δεν δεξιω­θεί τους πτω­χούς, ώστε ο ένας να δια­χει­ρι­στεί καλώς τα εμπι­στευ­μέ­να σ’ αυτόν από τον Θεό, ο δε άλλος να σκορ­πί­σει καλώς τα κακώς συνα­χθέν­τα.

Ο μέγας Παύ­λος γρά­φον­τας προς τους Θεσ­σα­λο­νι­κείς, τους προ­γό­νους σας βέβαια, περί φιλα­δελ­φί­ας, λέγει: «Περὶ δὲ τῆς φιλα­δελ­φί­ας οὐ χρεί­αν ἔχετε γρά­φειν ὑμῖν· αὐτοὶ γὰρ ὑμεῖς θεο­δί­δα­κτοί ἐστε εἰς τὸ ἀγαπᾶν ἀλλή­λους(:Για την αγά­πη τώρα προς τους αδελ­φούς σας Χρι­στια­νούς δεν έχε­τε ανάγ­κη να σας γρά­ψου­με, διό­τι εσείς μόνοι σας έχε­τε διδα­χθεί από τον Θεό να αγα­πά­τε ο ένας τον άλλο)» [Α΄Θεσ.4,9].

Αφού λοι­πόν ο Κύριος είπε προς μερι­κούς: «Εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ ἦτε, τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ ἐποιεῖτε(:Εάν ήσα­σταν παι­διά του Αβρα­άμ, θα του μοιά­ζα­τε και στην αρε­τή και θα κάνα­τε τα έργα του Αβρα­άμ)»[Ιω.8,39], ας φοβη­θού­με κι εμείς τον λόγο τού­τον, που δεν λέγε­ται μεν προς εμάς εδώ, αλλά θα λεχθεί –είθε να μη συμ­βεί αυτό- κατά τη φρι­κτή ημέ­ρα, όταν η συγ­γέ­νεια κρί­νε­ται μάλ­λον από την ομοιό­τη­τα των πεπραγ­μέ­νων• όταν όλοι όσοι έχουν αγα­πή­σει την εν Χρι­στώ πτω­χεία ή, αν όχι, του­λά­χι­στον τους πτω­χούς, οι κατα­φρο­νη­τές της δόξας, οι ερα­στές της εγκρά­τειας, οι όχι μόνο ακρο­α­τές, αλλά και εκτε­λε­στές των ευαγ­γε­λι­κών θεσπι­σμά­των, κατά την ευχή του κοι­νού κατά χάριν Πατρός, θα είναι υπερ­φυώς ένα: «Δώσε», λέγει, «ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν, ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετε­λειω­μέ­νοι εἰς ἕν, καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστει­λας (:Σε παρα­κα­λώ για όλους αυτούς, για να είναι όλοι ένα με την αγά­πη και την ομο­φρο­σύ­νη που θα κυριαρ­χεί μετα­ξύ τους. Όπως εσύ, Πάτερ, είσαι ενω­μέ­νος με Εμέ­να κι εγώ ενω­μέ­νος με Εσέ­να, επει­δή έχου­με και οι δύο την ίδια ουσία και φύση, έτσι σε παρα­κα­λώ να είναι κι αυτοί ένα έχον­τας κοι­νω­νία και ένω­ση με μας, για να πιστέ­ψει ο κόσμος ότι Εσύ με απέ­στει­λες)»[Ιω.17,22].

Όταν φανε­ρά η κρι­τι­κω­τά­τη μάχαι­ρα του Πνεύ­μα­τος θα διχά­σει τον άνθρω­πο κατά του πατρός και τη θυγα­τέ­ρα κατά της μητρός και θα κατα­στή­σει ξένους μετα­ξύ τους όσους είναι ανό­μοιοι στους τρό­πους• διό­τι αν τους ξεχω­ρί­ζει εδώ, πόσο περισ­σό­τε­ρο εκεί, όπου ο Παν­το­γνώ­στης απο­φαί­νε­ται προς τους μη ομοιω­μέ­νους προς Αυτόν: «Δεν σας γνω­ρί­ζω»; Διό­τι δεν έχουν, όπως έπρε­πε την εικό­να του Επου­ρα­νί­ου, δεν έγι­ναν οικτίρ­μο­νες όπως ο κοι­νός Πατήρ, δεν έκα­μαν τα υπάρ­χον­τα κοι­νά με τους ενδε­είς, όπως Εκεί­νος μετέ­δω­σε δωρε­άν από τα αγα­θά Του σε όλους, δεν έγι­ναν ευμε­νείς προς τους πλη­σί­ον, δεν έκα­μαν πλη­σί­ον τους μακρι­νούς με την ευερ­γε­σία• εξαι­τί­ας άρα της ανο­μοιό­τη­τας αυτής ούτε γνω­ρί­ζει, ούτε δέχε­ται στον οίκο τέτοιου είδους ανοι­κτίρ­μο­νες ανθρώ­πους ο Αγα­θός. Και εάν Αυτός πει έτσι, τα ίδια περί­που θα πουν και όσοι έζη­σαν κατά το παρά­δειγ­μά Του εδώ και θα συμ­βα­σι­λεύ­σουν εκεί μαζί Του προς τους εξ αίμα­τος συγ­γε­νείς τους που δεν είναι παρα­πλή­σιοι στην αρε­τή με αυτούς.

Και αν πει κάποιος: «Εγώ είμαι παι­δί σου, εγώ ήμουν πατέ­ρας σου, εγώ αδελ­φός σου»• τότε ο μεν τελευ­ταί­ος θʼ ακού­σει ότι «κανείς δεν είναι πατέ­ρας πλην ενός, του Θεού», ο δε πρώ­τος θʼ ακού­σει: «Αν ήσουν δικό μου τέκνο, θα ήσουν μιμη­τής μου, τώρα δε είσαι εκεί­νου του πατρός τέκνο, του οποί­ου και των επι­θυ­μιών ήσουν εργά­της• φύγε για να μεί­νεις αιω­νί­ως με αυτόν, διό­τι εγώ δεν σε γνω­ρί­ζω• διό­τι όλα όσα είναι του Θεού είναι δικά μου, εσύ όμως δεν είσαι του Θεού. Το δικό μου και το δικό σου έχει εκδιω­χτεί τώρα πλέ­ον, αφού εμείς το μισή­σα­με και στον εκλεί­ψαν­τα εκεί­νον βίο• γι’ αυτό και γίνα­με κλη­ρο­νό­μοι της βασι­λεί­ας αυτής)». Όπου υπήρ­χε αυτός ο κατά τους θεί­ους πατέ­ρες ψυχρός λόγος: «το δικό μου και το δικό σου», απου­σί­α­ζε ο δεσμός της αγά­πης και ο Χρι­στός είχε εκδιω­χθεί• σ’ αυτούς που τους κυριαρ­χού­σε τότε το πάθος τού­το, προ­ξε­νού­σε φιλαυ­τία, φιλαρ­γυ­ρία, μισα­δελ­φία και κάθε είδος κακί­ας• το ίδιο πάθος τους καται­σχύ­νει και τώρα.

Ας φοβη­θού­με λοι­πόν, αδελ­φοί, αυτά τα πράγ­μα­τα, παρα­κα­λώ• διό­τι πραγ­μα­τι­κά είναι φρι­κτά. Ας ρυθ­μί­σου­με τη δια­γω­γή μας, όπως αρέ­σει στον Θεό• ας αφή­σου­με για να αφε­θού­με, ας ελε­ή­σου­με για να ελεη­θού­με πολ­λα­πλα­σί­ως• διό­τι Αυτός για χάρη μας πτώ­χευ­σε τελευ­ταία, ανα­δε­χό­με­νος στον εαυ­τό Του την ελεη­μο­σύ­νη, από μεγα­λο­δω­ρία πολ­λα­πλα­σιά­ζει την αμοι­βή• πρέ­πει λοι­πόν κανείς ή να είναι κατά το παρά­δειγ­μά Του πτω­χός, και θα ζήσει μαζί με Εκεί­νον, ή να έχει τα αγα­θά κοι­νά με τους για Εκεί­νον πτω­χούς, και δι’ αυτών θα σωθεί. Ας απο­κτή­σου­με ευσπλαγ­χνία• ας δώσου­με αυτο­βού­λως δείγ­μα της προς τον αδελ­φό αγά­πης και της προς τον κοι­νό Πατέρα και δεσπό­τη αφο­σιώ­σε­ως. Καταλ­λη­λό­τε­ρο δε γιʼ αυτά και­ρό δεν θα βρει κανείς από τις ημέ­ρες αυτές της νηστεί­ας· διό­τι, αν συνά­ψει με τη νηστεία τη συμ­πά­θεια, θα απα­λεί­ψει κάθε αμάρ­τη­μα, θα προ­σκυ­νή­σει με παρ­ρη­σία τα σωτή­ρια πάθη, θα συνευ­φραν­θεί με την ανάσταση του Χρι­στού και θα επι­τύ­χει την αιώ­νια απο­λύ­τρω­ση.

Αυτήν είθε όλοι εμείς να επι­τύ­χου­με ἐν Χρι­στῷ τῷ Θεῶ ἡμῶν, στον Οποίο πρέ­πει κάθε δόξα, τιμή και προ­σκύ­νη­σις μαζί με τον άναρ­χο Πατέ­ρα Του και το Πανά­γιο και Αγα­θό και Ζωο­ποιό Πνεύ­μα, τώρα και πάν­το­τε και στους αιώ­νες των αιώ­νων. Γένοι­το.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επι­μέ­λεια κει­μέ­νου: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

  • Αγί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Παλα­μά Άπαν­τα τα έργα, Ομι­λί­ες Α΄- Κ΄, ομι­λία ΙΓ΄, πατε­ρι­κές εκδό­σεις «Γρη­γό­ριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάν­τιον», Θεσ­σα­λο­νί­κη 2004, τόμος 9, σελί­δες 352–371.

  • Π. Τρεμ­πέ­λα, Η Και­νή Δια­θή­κη με σύν­το­μη ερμη­νεία (από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2014.

  • Η Και­νή Δια­θή­κη, Κεί­με­νον και ερμη­νευ­τι­κή από­δο­σις υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τρια­κο­στή τρί­τη, Αθή­να 2009.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη κατά τους εβδο­μή­κον­τα, Κεί­με­νον και σύν­το­μος από­δο­σις του νοή­μα­τος υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2005.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη μετά Συν­τό­μου Ερμη­νεί­ας, Πανα­γιώ­της Τρεμ­πέ­λας, Αδελ­φό­της Θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», Αθή­να, 1985.

  • https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/

  • https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/

  • Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλ­τή­ριον με σύν­το­μη ερμη­νεία(από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τρί­τη, Αθή­να 2016.

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

Άγιος Νικό­λα­ος Βελι­μί­ρο­βιτς (Ομι­λία)

Από το βιβλίο: Ομι­λί­ες Αγ. Βελι­μί­ρο­βιτς — Τόμος Β (Και­ρός Μετα­νοί­ας)

Ἡ ταπεί­νω­ση τοῦ Κυρί­ου μας Ἰησοῦ Χρι­στοῦ εἶναι ἕνα γεγο­νὸς τόσο ἀξιο­θαύ­μα­στο, ὅσο εἶναι τὰ θαύ­μα­τα καὶ ἡ Ἀνά­στα­σή Του. Εἶναι τὸ θαῦ­μα τῶν θαυ­μά­των. Φόρε­σε τὸ στε­νό­χω­ρο ἀνθρώ­πι­νο σῶμα σὰν σκλά­βος κι ἔγι­νε Δοῦ­λος τῶν δού­λων Του.

Για­τί οἱ ἄνθρω­ποι προ­σπα­θοῦν νὰ φαί­νον­ται πιὸ σπου­δαῖ­οι καὶ πιὸ καλοὶ ἀπ’ ὅ,τι πραγ­μα­τι­κὰ εἶναι; Τὰ χόρ­τα τοῦ ἀγροῦ δὲν τὸ ἐπι­διώ­κουν αὐτό, οὔτε τὰ ψάρια στὸ νερὸ ἢ τὰ που­λιὰ στὸν ἀέρα. Για­τί τότε οἱ ἄνθρω­που τὸ θέλουν τόσο πολὺ καὶ τὸ προ­σπα­θοῦν; Ἐπει­δὴ ἕναν και­ρὸ ἦταν πραγ­μα­τι­κὰ πιὸ σπου­δαῖ­οι καὶ πιὸ καλοὶ ἀπ’ ὅ,τι εἶναι σήμε­ρα κι ἡ σκιὰ τῆς μνή­μης αὐτῆς τοὺς πιέ­ζει νὰ ὑπερ­βά­λουν σὲ μεγα­λο­σύ­νη καὶ καλο­σύ­νη. Κινοῦν­ται πάνω σ’ ἕνα νῆμα ποὺ πότε τεν­τώ­νουν καὶ πότε χαλα­ρώ­νουν οἱ δαί­μο­νες.

Ἀπ’ ὅλα τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἔχουν νὰ μάθουν οἱ ἄνθρω­ποι, ἡ ταπεί­νω­ση εἶναι τὸ πιὸ δύσκο­λο. Ὁ Κύριος Ἰησους ἑπο­μέ­νως δια­τύ­πω­σε τὴ διδα­σκα­λία του γιὰ τὴν ταπεί­νω­ση μὲ τὸν καλ­λί­τε­ρο δυνα­τὸ τρό­πο, τόσο μὲ τὸ λόγο ὅσο καὶ μὲ τὸ ἔργο, μὲ τὸ παρά­δειγ­μά Του. Ἔτσι κανέ­νας δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀμφι­σβη­τή­σει τὴν ἀνυ­πο­λό­γι­στη κι ἀνα­πό­δρα­στη σπου­δαιό­τη­τα τῆς ταπεί­νω­σης στὸ ἔργο τῆς σωτη­ρί­ας τοῦ ἀνθρώ­που. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἐμφα­νί­στη­κε μ’ ἕνα θνη­τὸ ἀνθρώ­πι­νο σῶμα, ὅπως ἐκεῖ­νο ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ μετὰ τὴν τιμω­ρία του γιὰ τὴν ἁμαρ­τία καὶ τὴν πτώ­ση του. Ὁ ἀνα­μάρ­τη­τος Κύριος καὶ Δημιουρ­γὸς τῶν φωτει­νῶν καὶ ἀστρα­πό­μορ­φων χερου­βίμ, ἐνδύ­θη­κε τὴ βαριὰ καὶ τρα­χιὰ στο­λὴ ἑνὸς κατα­δι­κα­σμέ­νου ἁμαρ­τω­λοῦ. Δὲν εἶναι ἀπὸ μόνο του αὐτὸ ἕνα μέγι­στο καὶ σαφὲς μάθη­μα ταπεί­νω­σης, ποὺ πρέ­πει νὰ μάθει κάθε ἁμαρ­τω­λός; Ὁ Κύριος ἐπα­νέ­λα­βε τὸ μάθη­μα αὐτὸ μὲ τὸ νὰ γεν­νη­θεῖ σ’ ἕνα ποι­με­νι­κὸ σπή­λαιο κι ὄχι σὲ βασι­λι­κὸ παλά­τι μὲ τὸ νὰ κάνει συν­τρο­φιὰ μὲ τοὺς φτω­χοὺς καὶ τοὺς περι­φρο­νη­μέ­νους ἁμαρ­τω­λοὺς μὲ τὸ νὰ πλύ­νει τὰ πόδια τῶν μαθη­τῶν Του μὲ τὸ νὰ ὑπο­στεῖ θελη­μα­τι­κὰ τὰ πάθη καὶ τελι­κὰ νὰ σταυ­ρω­θεῖ μὲ τὸ νὰ πιεῖ τὸ πικρό­τε­ρο ποτή­ρι τῶν βασά­νων ὼς τὴν τελευ­ταία στα­γό­να.

Οἱ ἄνθρω­ποι βρῆ­καν πῶς τὸ μάθη­μα τῆς ταπεί­νω­σης εἶναι τὸ δυσκο­λό­τε­ρο ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ μάθουν καὶ νὰ ἐγκολ­πω­θοῦν. Ἀκό­μα κι οἱ ἴδιοι οἱ μαθη­τὲς τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ ζοῦ­σαν μὲ τὸν πρᾶο καὶ ταπει­νὸ Κύριο καθη­με­ρι­νά, ἀδυ­να­τοῦ­σαν νὰ κατα­νο­ή­σουν τὴν πρα­ό­τη­τά Τοῦ καὶ νὰ μιμη­θοῦν τὴν ταπεί­νω­σή Του. Ἡ ἀπο­κλει­στι­κὴ ἐνα­σχό­λη­σή τους μὲ τὸν ἑαυ­τό τους καὶ τὴν κατά­στα­σή τους, μὲ τὴ δόξα καὶ τὴν ἀνα­με­νό­με­νη ἀντα­μοι­βή τους, ἀπο­κα­λύ­φτη­κε ἀκό­μα καὶ στὶς πιὸ κρί­σι­μες στιγ­μές, ὅταν τέτοια πράγ­μα­τα δὲν ἔπρε­πε οὔτε κὰν νὰ τὰ σκέ­φτον­ται. Οἱ ἀδυ­να­μί­ες τους αὐτὲς ὅμως φάνη­καν τέτοιες στιγ­μὲς μὲ τὴν πρό­νοια τοῦ Θεοῦ, ὥστε οἱ ἐπερ­χό­με­νες γενιὲς νὰ δοῦν ὅλες αὐτὲς τίς ἀνε­πάρ­κειες, καθὼς καὶ τίς ἁμαρ­τω­λὲς πτώ­σεις καὶ τὴ μηδα­μι­νό­τη­τα τῆς ἀνθρώ­πι­νης φύσης. Ἔτσι, ὅταν γιὰ παρά­δειγ­μα ὁ Κύριος εἶπε τὰ σκλη­ρὰ λόγια γιὰ τοὺς πλου­σί­ους, πῶς: «εὔκο­πώ­τε­ρόν ἐστι κάμη­λον διὰ τρυ­πή­μα­τος ραφί­δος διελ­θεῖν ἢ πλού­σιον εἰς τὴν βασι­λεί­αν τοῦ Θεοῦ εἰσελ­θεῖν», ὁ Πέτρος ρώτη­σε τὸν Κύριο γιὰ τὴν ἀντα­μοι­βὴ ποὺ περί­με­νε τὸν καθέ­να ἀπὸ τοὺς ἀπο­στό­λους: «τί ἄρα ἔσται ἡμῖν;» (Ματθ. ἴθ’24,27).

Σὲ ἄλλη περί­πτω­ση ποὺ ὁ Κύριος μιλοῦ­σε στοὺς μαθη­τές Του γιὰ τὴν προ­δο­σία, τὸ πάθος καί το θάνα­το τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, οἱ μαθη­τὲς ποὺ τὸν ἀκο­λου­θοῦ­σαν, δια­φω­νοῦ­σαν μετα­ξύ τους, ποιός θὰ ἦταν ὁ μεί­ζων ἀνά­με­σά τους. Ὁ Κύριος ποὺ γνώ­ρι­ζε τίς σκέ­ψεις τους καὶ διά­βα­ζε τίς κρυ­φὲς δια­φω­νί­ες τους, πῆρε σ’ αὐτὴν τὴν περί­πτω­ση ἕνα παι­δί, τὸ ἔβα­λε στὴ μέση, τὸ ἀγκά­λια­σε καὶ τοὺς ἐπι­τί­μη­σε γιὰ τὴ δια­φω­νία ποὺ εἶχαν σχε­τι­κὰ μὲ τὴν πρω­το­κα­θε­δρία, φέρ­νον­τας σὰν παρά­δειγ­μα τὴν ἁπλό­τη­τα καὶ τὴν ἀθω­ό­τη­τα τοῦ παι­διοῦ (βλ. Μάρκ. θ’31–37). Ἀλλὰ καὶ στὸ τελευ­ταῖο ταξί­δι Του στὴν Ἱερου­σα­λήμ, ποὺ ὁ Κύριος τοὺς μιλοῦ­σε πιὸ καθα­ρὰ καὶ μὲ λεπτο­μέ­ρειες γιὰ τὸ πάθος Του καὶ προ­εῖ­πε πῶς ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώ­που θὰ παρα­δο­θεῖ στὰ χέρια τῶν ἀνό­μων, «καὶ ἐμπαί­ξου­σιν αὐτῷ καὶ μαστι­γώ­σου­σιν αὐτὸν καὶ ἔμπτύ­σου­σιν αὐτὸ καὶ ἀπο­κτε­νού­σιν αὐτόν, καὶ τὴ τρί­τη ἡμέ­ρα ἀνα­στή­σε­ται» (Μάρκ. 1’34), τὴν ἱερὴ καὶ φοβε­ρὴ αὐτὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ Κύριος τῆς Δόξης προ­φή­τευε τὴν τελι­κὴ ταπεί­νω­σή Του, το φίδι τῆς ὑπε­ρη­φά­νειας σήκω­σε γιὰ μιὰ ἀκό­μα φορὰ τὸ κεφά­λι του καὶ ὁδή­γη­σε δυὸ ἀπὸ τοὺς κορυ­φαί­ους μαθη­τές Του νὰ δια­τυ­πώ­σουν μιὰ φιλο­φρο­νη­τι­κὴ ἐρώ­τη­ση, ποὺ ἔμοια­ζε περισ­σό­τε­ρο μὲ ἐμπαιγ­μὸ στὰ μέγι­στα καὶ φοβε­ρὰ πάθη τοῦ Κυρί­ου. Τὸ σημε­ρι­νὸ εὐαγ­γέ­λιο μᾶς μιλά­ει γιὰ τὸ τελευ­ταῖο αὐτὸ γεγο­νός.

Καὶ παραλαβῶν,παραλαβών τοὺς δώδε­κα ἤρξα­το αὐτοϊς λέγειν τὰ μέλ­λον­τα αὐτὸ συμ­βαί­νειν» (Μάρκ. ἰ΄ 32). Αὐτὴ δὲν ἦταν ἡ πρώ­τη οὔτε ἡ δεύ­τε­ρη οὔτε κι ἡ τελευ­ταία φορὰ ποὺ ὁ Σωτῆ­ρας μας θὰ τοὺς μιλοῦ­σε γιὰ τὸ ἐπι­κεί­με­νο πάθος Του. Ταξι­δεύ­ον­τας γιὰ τελευ­ταία φορὰ ὡς ἄνθρω­πος ἀπὸ τὴ Γαλι­λαία πρὸς τὰ Ἱερο­σό­λυ­μα, ὁ Κύριος τοὺς μίλη­σε ξανὰ γιὰ πράγ­μα­τα ποὺ τοὺς εἶχε ξανα­πεῖ ἀρκε­τὲς φορές. Για­τί ἐπα­νε­λάμ­βα­νε τὰ ἴδια πράγ­μα­τα ξανὰ καὶ ξανά; Γιὰ νὰ ξερι­ζώ­σει καὶ τὸ τελευ­ταῖο μικρό­βιο ὑπε­ρη­φά­νειας ποὺ διέ­κρι­νε μέσα τους καὶ ποὺ ἀπο­κα­λύ­φτη­κε τὴν ἴδια αὐτὴ στιγ­μή. Ἤθε­λε ἐπί­σης νὰ μὴν τοὺς βροῦν ἀπρο­ε­τοί­μα­στους τὰ φοβε­ρὰ γεγο­νό­τα ποὺ θ’ ἀκο­λου­θοῦ­σαν, νὰ μὴν τοὺς ὁδη­γή­σουν σὲ ἀπό­γνω­ση, νὰ μὴν χάσουν κάθε ἐλπί­δα ποὺ δια­τη­ροῦ­σαν στὴν καρ­διά τους. Ἔτσι ἡ σαφὴς διό­ρα­σή Τοῦ νὰ τοὺς προ­μη­νύ­σει ὅλα ὅσα ἐπρό­κει­το νὰ γίνουν, θὰ τοὺς ἄγγι­ζε σὰν μιὰ παρά­ξε­νη καὶ μυστη­ριώ­δης ἀκτῖ­να, θὰ φώτι­ζε καὶ θὰ θέρ­μαι­νε τίς ψυχές τους τίς σκο­τει­νὲς στιγ­μὲς τῆς σύν­το­μης νίκης ποὺ θὰ κατή­γα­γαν οἱ ἁμαρ­τω­λοὶ ἐναν­τί­ον τοῦ Δίκαιου. Καὶ τελι­κὰ ἤθε­λε νὰ τοὺς προ­ε­τοι­μά­σει γιὰ ν’ ἀντι­με­τω­πί­σουν τίς δικές τους δοκι­μα­σί­ες καὶ τὸ σταυ­ρό. Τοὺς εἶχε προ­ει­δο­ποι­ή­σει γι’ αὐτὸ σὲ ἄλλες περι­πτώ­σεις. «Ὅτι εἰ,εἶ ἐν τῷ ὑγρῷ ξύλῳ ταῦ­τα ποιοῦ­σιν, ἐν τῷ ξηρῷ τί γένη­ται;» (Λουκ. κγ’31). «Eὶ ἐμὲ ἐδί­ω­ξαν καὶ ὑμᾶς διώ­ξου­σιν» (Ἰωάν. ἰε’20).

‘Ἐκεῖ­νος ἦταν ὁ πρῶ­τος ποὺ θὰ ἔπα­σχε, δίνον­τας τὸ παρά­δειγ­μα σὲ ὅλους. Στὸ τελευ­ταῖο Του ταξί­δι στὰ Ἱερο­σό­λυ­μα ὁ Κύριος τὸ ἔδει­ξε αὐτὸ στοὺς ἀπο­στό­λους τόσο μὲ λόγια ὅσο καὶ μὲ ἔργα. Ὁ εὐαγ­γε­λι­στὴς Μάρ­κος στὴν ἀρχὴ τοῦ σημε­ρι­νοῦ εὐαγ­γε­λί­ου κάνει τὸ περί­ερ­γο αὐτὸ σχό­λιο: «Ἦσαν δὲ ἐν τη ὁδῷ, ἀνα­βαί­νον­τες εἰς Ἱερο­σό­λυ­μα καὶ ἢν προ­ά­γων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμ­βοῦν­το, καὶ ἀκο­λου­θοῦν­τες ἔφο­βοῦν­το» (Μάρκ. ἰ’32). Βάδι­ζαν το δρό­μο ποὺ ὁδη­γεῖ στὰ Ἱερο­σό­λυ­μα.

Ὁ Ἰησοῦς πήγαι­νε μπρο­στά. Κι ἐκεῖ­νοι καθὼς τὸν ἔβλε­παν νὰ προ­χω­ρεῖ ἦταν ἀνή­συ­χοι, τοὺς εἶχε πιά­σει δέος, τὸν ἀκο­λου­θοῦ­σαν ἀλλὰ φοβόν­του­σαν.

Φαί­νε­ται πῶς ἀντί­θε­τα μὲ ὅ,τι συνή­θι­ζε, βάδι­ζε πιὸ μπρο­στὰ ἀπ’ αὐτούς. Ἤθε­λε ἔτσι νὰ τοὺς δεί­ξει πῶς ἐπει­γό­ταν νὰ φτά­σει στὸ πάθος Του θελη­μα­τι­κά, νὰ τοὺς διδά­ξει τὴν ὑπο­τα­γή Του στὸ θέλη­μα τοῦ Πατέ­ρα Του, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἦταν ὁ πρῶ­τος ποὺ θὰ ἔπα­σχε. Οἱ μαθη­τές Του ἔπρε­πε ἔπει­τα ν’ ἀκο­λου­θή­σουν τὸ θεῖο Διδά­σκα­λό τους, τὸν Πρῶ­το ποὺ θὰ ἔπα­σχε μὲ τὴ θέλη­σή Τοῦ, νὰ ὁδεύ­σουν κι αὐτοὶ πρὸς τὸ μαρ­τυ­ρι­κὸ τέλος τους. Οἱ μαθη­τές του ὅμως ἐθαμ­βοῦν­το, εἶχαν μεί­νει κατά­πλη­κτοι, τοὺς εἶχε πιά­σει δέος. Δὲν εἶχαν κατα­νο­ή­σει τὴν ταπεί­νω­ση καί το θάνα­το Ἐκεί­νου, ποὺ τόσες φορὲς εἶχε δεί­ξει μπρο­στὰ στὰ μάτια τους πῶς ἦταν πιὸ δυνα­τὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώ­πους, ἀπὸ τὴ φύση κι ἀπὸ τίς λεγε­ῶ­νες τῶν δαι­μό­νων. Γι’ αὐτὸ τὸν ἀκο­λου­θοῦ­σαν καὶ ἐφο­βοῦν­το, για­τί μπο­ρεῖ μὲν νὰ μὴν κατα­νο­οῦ­σαν, εἶχαν ὅμως τὸ προ­αί­σθη­μα πῶς όλ’ αὐτὰ τὰ τρο­με­ρὰ κι ἀκα­τα­νόη­τα πράγ­μα­τα ποὺ τοὺς εἶχε πεῖ τόσες φορές, θὰ γίνον­ταν.

«Ἰδοὺ ἀνα­βαί­νο­μεν εἰς Ἱερο­σό­λυ­μα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώ­που παρα­δο­θή­σε­ται τους ἀρχιε­ρεῦ­σι καὶ γραμ­μα­τεῦ­σι, καὶ κατα­κρι­νοῦ­σιν αὐτὸν θανά­τῳ καὶ παρα­δώ­σου­σιν αὐτὸν τοῖς ἔθνε­σι, καὶ ἔμπαί­ξου­σιν αὐτῷ καὶ μαστι­γώ­σου­σιν αὐτόν, καὶ ἔμπτύ­σου­σιν αὐτὸ καὶ ἀπο­κτε­νού­σιν αὐτόν, καὶ τὴ τρί­τη ἡμέ­ρα ἀνα­στή­σε­ται» (Μάρκ. ἰ’33–34). Ἀνα­βαί­νου­με στὰ Ἱερο­σό­λυ­μα, τοὺς εἶπε. Ἐκεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώ­που θὰ παρα­δο­θεῖ στοὺς ἀρχιε­ρεῖς καὶ τοὺς γραμ­μα­τεῖς κι αὐτοὶ ἀφοῦ τὸν κατα­δι­κά­σουν σὲ θάνα­το, θὰ τὸν παρα­δώ­σουν στοὺς εἰδω­λο­λά­τρες (Ρωμαί­ους). Αὐτοὶ θὰ τὸν περι­παί­ξουν, θὰ τὸν μαστι­γώ­σουν, θὰ τὸν φτύ­σουν καὶ θὰ τὸν θανα­τώ­σουν, ἀλλ’ αὐτὸς τὴν τρί­τη μέρα θ’ ἀνα­στη­θεῖ.

Όλ’ αὐτὰ ἔγι­ναν λέξη πρὸς λέξη, φρά­ση πρὸς φρά­ση, λίγες μόνο μέρες ἀργό­τε­ρα. Τέτοια ἀκρι­βὴς πρό­βλε­ψη μπο­ροῦ­σε νὰ κάνει μόνο Ἐκεῖ­νος, ποὺ στὰ μάτια Του δὲν ὑπῆρ­χε κάποιο παρα­πέ­τα­σμα νὰ χωρί­ζει τὸ παρὸν ἀπὸ τὸ μέλ­λον, ποὺ βλέ­πει ὅσα πρό­κει­ται νὰ γίνουν τόσο καθα­ρά, σὰ νὰ γίνον­ται ἐκεί­νη τὴ στιγ­μή. Ὁ Κύριος βρι­σκό­ταν ψηλό­τε­ρα ἀπὸ τὰ ὑλι­κὰ στοι­χεῖα, ὅπως κι ἀπό το χρό­νο. “Ὅπο­τε κι ἂν λάβαι­ναν χώρα τὰ γεγο­νό­τα, στὰ μάτια του ἀπο­κα­λύ­πτον­ταν μὲ τὸν ἴδιο τρό­πο ποὺ βλέ­πει ὁ ἄνθρω­πος αὐτὰ ποὺ γίνον­ται μπρο­στά του στὸ δρό­μο. Μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ ὅλο τὸ παρελ­θόν της Σαμα­ρεί­τι­δας, τὸ μέλ­λον τοῦ κόσμου ὼς τὸ τέλος τοῦ χρό­νου. Ἀπὸ τὴν ἡμέ­ρα ἐκεί­νη ποὺ ὅδευε γιὰ τελευ­ταία φορὰ πρὸς τὴν Ἱερου­σα­λήμ, περ­πα­τῶν­τας στοὺς λόφους τῆς Ἰου­δαί­ας, ἔβλε­πε ἄνε­τα καὶ καθα­ρὰ αὐτὰ ποὺ θὰ συνέ­βαι­ναν στὸν ἴδιο λίγες μέρες ἀργό­τε­ρα. Οἱ μαθη­τές Του, μὲ τὴν ἀνθρώ­πι­νη λογι­κή τους, περί­με­ναν νὰ δοὺν ἀπ’ Αὐτὸν ὅλο καὶ μεγα­λύ­τε­ρα θαύ­μα­τα, ὅλο καὶ περισ­σό­τε­ρη δόξα, ὁ ἴδιος ὅμως ἔβλε­πε τὴν ἴδια ἀκρι­βῶς στιγ­μὴ τὸν Ἑαυ­τὸ Τοῦ ἀνά­με­σα σὲ μεγά­λο πλῆ­θος νὰ προ­πη­λα­κί­ζε­ται, νὰ ἐμπαί­ζε­ται, νὰ τὸν φτύ­νουν, νὰ χύνει τὸ αἷμα Του καὶ νὰ σταυ­ρώ­νε­ται. Προ­τοῦ φτά­σει στὸ τελευ­ταῖο καὶ μέγι­στο θαῦ­μα Του, ἔπρε­πε νὰ γίνει ἀπο­διο­πομ­παῖ­ος γιὰ τὸν κόσμο, ἕνα ἄθυρ­μα γιὰ νὰ τὸν φτύ­νουν οἱ πιὸ ἀπο­κρου­στι­κοὶ καὶ ἀπαί­σιοι ἁμαρ­τω­λοὶ ποὺ γνώ­ρι­σε ποτὲ ὁ κόσμος. Πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνά­λη­ψή Τοῦ στοὺς οὐρα­νούς, ἔπρε­πε νὰ κατε­βεῖ κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, κάτω ἀπὸ τὰ μνή­μα­τα, νὰ φτά­σει στὰ βάθη τοῦ Ἅδη. Προ­τοῦ δοξα­στεῖ καὶ λάβει τὴ θέση του στὸ θρό­νο ὡς Κρι­της οὐρα­νοῦ καὶ γῆς, ἔπρε­πε νὰ ὑπο­στεῖ μάστι­γες καὶ ὀνει­δι­σμούς. «Ἐὰν μὴ ὁ κόκ­κος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀπο­θά­νῃ, αὐτὸς μόνος μένει ἐὰν δὲ ἀπο­θά­νῃ, πολὺν καρ­πὸν φέρει» (Ἰωάν. ἴβ’24). Χωρὶς πάθος, δὲν ὑπάρ­χει ἀνά­στα­ση. Χωρὶς ταπεί­νω­ση, δὲν ὑπάρ­χει παρα­μυ­θία. Τὰ ἐξη­γοῦ­σε αὐτὰ στοὺς μαθη­τές Του τρία ὁλό­κλη­ρα χρό­νια. Τώρα ὅμως, λίγο προ­τοῦ χωρι­στεῖ ἀπ’ αὐτούς, εἶναι φανε­ρὸ πῶς δὲν τὸν εἶχαν κατα­λά­βει. Για­τί τώρα βλέ­που­με δυὸ ἀπὸ τοὺς κορυ­φαί­ους μαθη­τές Του νὰ τὸν πλη­σιά­ζουν καὶ νὰ τὸν ρωτοῦν:

«Καὶ προ­σπο­ρεύ­ον­ται αὐτῷ Ἰάκω­βος καὶ Ἰωάν­νης υἱοὶ Ζεβε­δαί­ου λέγον­τες· διδά­σκα­λε, θέλο­μεν ἶνα καὶ ἐὰν αἰτή­σω­μεν ποι­ή­σῃς ἡμῖν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς: τί θέλε­τε μοὶ ποι­ή­σαί μοὶ ὑμῖν, οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ: δὸς ἡμῖν ἶνα,ἵνα εἵς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἵς ἐξ εὐω­νύ­μων σου καθί­σω­μεν ἐν τῇ δόξῃ σοῦ» (Μάρκ. 135–37). Θέλου­με, ὅταν δοξα­στεῖς, νὰ μᾶς βάλεις καὶ τοὺς δύο, ἕνα στὰ δεξιὰ καὶ τὸν ἄλλον στ’ ἀρι­στε­ρά Σου. Αὐτὲς οἱ σκέ­ψεις κι αὐτὲς οἱ ἐπι­θυ­μί­ες βασά­νι­ζαν τοὺς δυὸ μαθη­τὲς τὴν παρα­μο­νὴ τῆς μέρας ποῦ Διδά­σκα­λός τους ἐπρό­κει­το νὰ ὑπο­στεῖ τὸ μεγα­λύ­τε­ρο μαρ­τύ­ριο! Αὐτὴ εἶναι ἡ σκλη­ρυ­μέ­νη καὶ τρα­χιὰ ἀνθρώ­πι­νη φύση. Αὐτὴν ἤθε­λε ὁ Κύριος καὶ Θερα­πευ­τὴς νὰ μαλα­κώ­σει, νὰ θεο­ποι­ή­σει. Μετὰ ἀπὸ τόση ἔμφα­ση ποὺ ὁ ἴδιος ἔδι­νε στὸ «ἔσον­ται οἱ ἔσχα­τοι πρῶ­τοι καὶ οἱ πρῶ­τοι ἔσχα­τοι», μετὰ ἀπὸ τόσες καὶ τόσες ἔπα­νει­λημ­μέ­νες διδα­χὲς ὅτι πρέ­πει ν’ ἀπο­φεύ­γουν τὴν κοσμι­κὴ δόξα καὶ τὴν πρω­το­κα­θε­δρία, μετὰ ἀπὸ τόσο μεγά­λο παρά­δειγ­μα ὑπο­τα­γῆς στὸ θέλη­μα τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ τὴν πρό­σφα­τη τρο­με­ρὴ προ­φη­τεία του γιὰ τὴν τελι­κή Του ταπεί­νω­ση καὶ τὸ ἄδι­κο πάθος Του, οἱ δυὸ αὐτοὶ μαθη­τές Του, καὶ μάλι­στα ἀπὸ τοὺς πρω­το­κο­ρυ­φαί­ους, ἐκτέ­θη­καν ζητῶν­τας ἀπὸ τὸν Κύριο τὴν προ­σω­πι­κή τους ἀντα­μοι­βὴ καὶ δόξα.

Ἡ σκέ­ψη τους δὲν ἦταν συγ­κεν­τρω­μέ­νη στὸ πάθος τοῦ Κυρί­ου ποὺ τοὺς εἶχε προ­φη­τέ­ψει, ἀλλὰ στὴν προ­α­ναγ­γελ­μέ­νη δόξα. Ἀπὸ τὴ δόξα αὐτὴ ζητοῦν γιὰ τὸν ἑαυ­τό τους τὴ μερί­δα τοῦ λέον­τος: νὰ καθί­σουν ὁ ἕνας στὰ δεξιὰ κι ὁ ἄλλος στ’ ἀρι­στε­ρὰ τοῦ Κυρί­ου ὅταν θὰ ἔρθει στὴ βασι­λεία Του! Τί σόϊ φίλοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν ὑπο­φέ­ρουν στὴ σκέ­ψη τοῦ ἐπι­κεί­με­νου πάθους τοῦ φίλου τους; «Ὑμεῖς φίλοι μου ἔστε» (Ἰωάν. ἰε14), τοὺς εἶχε πεὶ ὁ Κύριος. Κι ἐκεῖ­νοι συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ταν ἐντε­λῶς ἀπε­ρί­σκε­πτα μπρο­στὰ τὰ πάθη Του. Ζητοῦν τὸ μερί­διό τους — καὶ μάλι­στα μεγά­λο μερί­διο — στὴ δόξα ποὺ θὰ γίνει δική Του ἀφοῦ πρῶ­τα θὰ ἔχει ὑπο­στεῖ ταπει­νώ­σεις, θὰ ἔχει χύσει ἱδρῶ­τα καὶ αἷμα καὶ θά ‘χοῦν τελειώ­σει τὰ πάθη Του. Δὲ ζητᾶ­νε νὰ συμ­με­τά­σχουν στὰ πάθη Του, ἀλλὰ μόνο στὴ δόξα Του.

Για­τί ὅμως, σὲ ποιά βάση κατη­γο­ροῦ­με τοὺς δυὸ αὐτοὺς ἀδελ­φούς; “Όλ’ αὐτὰ ἔγι­ναν γιὰ ν’ ἀπο­κα­λύ­ψουν τὴ βαθιὰ φθο­ρὰ τῆς ἀνθρώ­πι­νης φύσης. Αὐτὸ ποὺ ἔκα­ναν ὁ Ἰωάν­νης καὶ ὁ Ἰάκω­βος, νὰ ζητή­σουν νὰ συμ­με­τά­σχουν δηλα­δὴ στὴ δόξα χωρὶς νὰ ὑπο­φέ­ρουν, χωρὶς νὰ πάθουν, τὸ κάνουν κι ὅλοι οἱ ἀπό­γο­νοι τοῦ Ἀδάμ. Πάν­τα ὅλοι ζητοῦν νὰ δοξα­στοῦν χωρὶς νὰ ὑπο­φέ­ρουν. Ὅσες φορὲς μίλη­σε ὁ Κύριος γιὰ τὴ μέλ­λου­σα δόξα Του, μίλη­σε καὶ γιὰ τὰ πάθη ποὺ θὰ προ­η­γη­θοῦν. Οἱ ἀπό­στο­λοι ὅμως, ὅπως κι ὅλοι οἱ ὑπό­λοι­ποι ἄνθρω­ποι, ἤθε­λαν νὰ ὑπερ­πη­δή­σουν τὰ πάθη καὶ νὰ φτά­σουν κατευ­θεῖ­αν στὴ δόξα. Σ’ ἐκεί­νους τοὺς ἀνθρώ­πους ποὺ δὲν ἔχουν μυη­θεῖ στὰ μυστή­ρια τῶν παθῶν τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ σύν­δε­ση τοῦ πάθους μὲ τὴ ζωή, του πόνου μὲ τὴ δόξα, δὲν εἶναι ξεκά­θα­ρη. Κι αὐτὸ κρα­τά­ει μέχρι σήμε­ρα. Αὐτοὶ θὰ ἤθε­λαν κατὰ κάποιο τρό­πο νὰ χωρί­σουν τὴ ζωὴ καὶ τὴ δόξα ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸν πόνο, νὰ εὐλο­γή­σουν τὰ πρῶ­τα καὶ νὰ τὰ κάνουν δικά τους, ἀλλὰ νὰ κατα­ρα­στοῦν καὶ ν’ ἀπορ­ρί­ψουν τὰ δεύ­τε­ρα.

Αὐτὸ προ­σπά­θη­σαν νὰ κάνουν σ’ αὐτὴν τὴν περί­πτω­ση ὁ Ἰωάν­νης κι ὁ Ἰάκω­βος. Κι ἔτσι, μὲ τὸν τρό­πο τους, ἀπο­κά­λυ­ψαν πῶς ἡ ἀδυ­να­μία αὐτὴ δὲν ἦταν μόνο δική τους, μὰ καὶ ὁλό­κλη­ρου τοῦ ἀνθρώ­πι­νου γένους. Κι ὁ Κύριος ἤθε­λε νὰ μὴ μεί­νει κρυ­φὴ καμιὰ ἀδυ­να­μία τῶν μαθη­τῶν του, γιὰ νὰ βοη­θη­θοῦν ἔτσι ὅλοι οἱ ἄνθρω­ποι.

Ἦρθε σὰν θερα­πευ­τής, σὰν πηγὴ κάθε θερα­πεί­ας. Ἡ ἀδυ­να­μία τοῦ ἀνθρώ­που φανε­ρώ­νε­ται μέσῳ τῶν ἀπο­στό­λων, ὅπως ἀπ’ αὐτοὺς ἀπο­κα­λύ­πτε­ται κι ἡ θερα­πεία, καθὼς κι ἡ δύνα­μη τοῦ Χρι­στοῦ. Στὴν περί­πτω­ση αὐτὴ ὁ Κύριος παρου­σί­α­σε γιὰ μιὰ ἀκό­μα φορὰ στοὺς ἀπο­στό­λους εἰκό­νες τῶν παθῶν καὶ τῆς δόξας Του. Γιὰ τοὺς γιοὺς τοῦ Ζεβε­δαί­ου αὐτὸς ἦταν ἕνας πει­ρα­σμός, στὸν ὁποῖο ὑπέ­κυ­ψαν. Διά­λε­ξαν τὴ δόξα κι ἀπόρ­ρι­ψαν τὰ πάθη. Ὁ Κύριος ἤθε­λε ν’ ἀπα­λεί­ψει κάθε κηλῖ­δα ἀπὸ τίς ψυχὲς τῶν μαθη­τῶν Τοῦ πρὶν ἀπὸ τὴ σταύ­ρω­ση. Τὰ λόγια Του γιὰ τὰ πάθη καὶ τὴ δόξα Του ἄσκη­σαν μεγά­λη πίε­ση στοὺς δυὸ αὐτοὺς μαθη­τές. Κι ἀπὸ τὴν πίε­ση αὐτὴ ἀναγ­κά­στη­καν νὰ βγοῦν βίαια ἀπὸ τὴν ψυχή τους καὶ τὰ τελευ­ταῖα ὑπο­λείμ­μα­τα ὑπε­ρη­φά­νειας. Ὁ Κύριος ἔκα­νε αὐτὴ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ χει­ρουρ­γι­κὴ ἐπέμ­βα­ση στὶς ψυχὲς τῶν ἀγα­πη­μέ­νων του μαθη­τῶν τόσο γιὰ τὴ δική τους θερα­πεία ὅσο καὶ γιὰ τὴ δική μας.

Κανέ­νας μᾶς ἂς μὴ σκε­φτεῖ πῶς ἔχει ἤδη θερα­πευ­τεῖ ἀπὸ τίς ἁμαρ­τω­λές του τάσεις, ἀκό­μα κι ἂν γι’ ἀρκε­το διά­στη­μα κατόρ­θω­σε ν’ ἀπο­φύ­γει τὸ κακό, νὰ νηστε­ψει, νὰ δώσει ἐλεη­μο­σύ­νες καὶ νὰ ἐπι­κα­λεῖ­ται τὸν Κύριο γιὰ βοή­θεια. Οἱ δυὸ αὐτοὶ ἀπό­στο­λοι εἶχαν περά­σει τρία χρό­νια συν­τρο­φιὰ μὲ τὸ σαρ­κω­μέ­νο Σωτῆ­ρα. Εἶδαν τὸ πρό­σω­πό Τοῦ, ἄκου­σαν τίς διδα­χὲς Τοῦ ἀπὸ τὰ ἴδια Του τὰ χεί­λη, βρέ­θη­καν μάρ­τυ­ρες στὰ θαύ­μα­τά Τοῦ, ἔφα­γαν κι ἤπιαν μαζί Του. Κι ὕστε­ρα ἀπ’ όλ’ αὐτὰ φανέ­ρω­σαν τίς ἀγιά­τρευ­τες ἀκό­μα πλη­γὲς τῆς ματαιό­τη­τας, τῆς φιλαυ­τί­ας, τοῦ ἔγκό­σμιου προ­σα­να­το­λι­σμοῦ καὶ τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ παρα­λο­γι­σμοῦ τους. Σκέ­φτον­ταν ἀκό­μα σὰν Ἰου­δαῖ­οι, ὄχι σὰν χρι­στια­νοί. Πίστευαν ἀκό­μα σὲ μιὰ ἐπί­γεια βασι­λεία τοῦ Μεσ­σία, ποὺ θὰ κυριαρ­χοῦ­σε πάνω στοὺς ἐπί­γειους ἐχθρούς του μὲ τὴν κοσμι­κὴ δύνα­μη καὶ δόξα Του, μιὰ δύνα­μη καὶ δόξα σὰν κι αὐτὴν ποὺ εἶχαν περι­βλη­θεῖ ὁ Δαβὶδ κι ὁ Σολο­μῶν.

Χρι­στια­νοί μου! Σκε­φτεῖ­τε κι ἀπο­φα­σί­στε. Πῶς θὰ για­τρέ­ψε­τε τίς πλη­γές σας, πῶς θ’ ἀπο­κτή­σε­τε τὴν τελειό­τη­τα τῆς ταπει­νο­φρο­σύ­νης καὶ τῆς ὑπο­τα­γῆς στὸ θέλη­μα τοῦ Θεοῦ, ὅταν αὐτὰ τὰ δυὸ ὑπέ­ρο­χα ἀδέρ­φια δὲν κατόρ­θω­σαν νὰ τὸ ἐπι­τύ­χουν μετὰ ἀπὸ τρία χρό­νια ποὺ ἔζη­σαν κον­τὰ στὸν Κύριο, σὲ ἀδιά­σπα­στη προ­σω­πι­κὴ ἐπα­φὴ μαζί Του; Αὐτὸ τὸ κατόρ­θω­σαν ἀργό­τε­ρα, τότε ποῦ τὸ Πνεῦ­μα τοῦ Θεοῦ κατέ­βη­κε ἐν εἴδει πυρί­νων γλωσ­σῶν στὶς καρ­διές τους καὶ τοὺς «κατέ­καυ­σε» μὲ τὸ πῦρ τῆς ἀγά­πης γιὰ τὸ Χρι­στό. Τότε δὲν ἐκλι­πά­ρη­σαν γιὰ δόξα χωρὶς πάθη, ἀλλὰ μὲ συστο­λὴ γιὰ τὴν προ­η­γού­με­νη ματαιο­δο­ξία τους συμ­με­τεῖ­χαν θελη­μα­τι­κὰ στὰ πάθη τοῦ Κυρί­ου τους καὶ σταύ­ρω­σαν τίς καρ­διές τους στὸ Σταυ­ρὸ τοῦ Φίλου τους.

Ἄς ἀκού­σου­με ὅμως τὴν ἀπάν­τη­ση ποὺ ἔδω­σε ὁ Κύριος στὸ αἴτη­μα τῶν δύο μαθη­τῶν: «Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς οὐκ οἴδα­τε τί αἰτεῖ­σθε. δύνα­σθε πιεῖν τὸ ποτή­ριον καὶ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτι­σμα καὶ ἐγὼ βαπτί­ζο­μαι βαπτι­σθῆ­ναι; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ δυνά­με­θα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς τὸ μὲν ποτή­ριον καὶ ἐγὼ πίνω πίε­σθε, καὶ τὸ βάπτι­σμα καὶ ἐγὼ βαπτί­ζο­μαι βαπτι­σθή­σε­σθε τὸ δὲ καθί­σαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐω­νύ­μων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦ­ναι, ἄλλοις ἤτοί­μα­σται» (Μάρκ. ἰ’38–40).

Πόσο εὐγε­νι­κὸς καὶ πόσο ταπει­νὸς εἶναι ὁ Κύριος! Ὁποιοσ­δή­πο­τε θνη­τὸς δάσκα­λος θὰ εἶχε ἐξορ­γι­στεῖ μὲ τέτοιους μαθη­τές, θὰ τοὺς δια­πόμ­πευε: «Φύγε­τε μακριὰ ἀπὸ μένα. Δὲν εἶστε ἄξιοι νὰ διδά­σκε­στε πνευ­μα­τι­κὰ θέμα­τα! Σᾶς διδά­σκω καὶ σᾶς ἐξη­γῶ γιὰ τρία συνε­χῆ χρό­νια καὶ σεὶς μιλᾶ­τε ἀκό­μα σὰ νὰ μὴν κατα­λά­βα­τε τίπο­τα!» Ὁ Κύριος ὅμως τοὺς μίλη­σε καθα­ρά, μὰ εὐγε­νι­κὰ καὶ ταπει­νά. «Δὲν ξέρε­τε τί ζητᾶ­τε», τοὺς εἶπε. Οἱ σκέ­ψεις σας γιὰ Μένα εἶναι κοσμι­κές, ὄχι πνευ­μα­τι­κές. Δὲ ζητᾶ­τε τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, μὰ τὴ δική σας. Δὲν ἔχε­τε συνει­δη­το­ποι­ή­σει ἀκό­μα ποιός εἶμαι καὶ ποιά εἶναι ἡ βασι­λεία Μου. Μὲ βλέ­πε­τε ἀκό­μα σὰν Μεσ­σία τοῦ ἰσραη­λι­τι­κοῦ λαοῦ, τὴ βασι­λεία Μοῦ ὡς βασι­λεία τοῦ Ἰσρα­ήλ. Μά ‘Ἐγὼ εἶμαι Μεσ­σί­ας ὅλων τῶν ἐθνῶν, Σωτῆ­ρας ζών­των καὶ νεκρῶν, βασι­λιᾶς τῆς ἀόρα­της Βασι­λεί­ας, ὅπου ὅλα τὰ ἔθνη κι ὅλοι οἱ λαοὶ θὰ εἶναι σὰν ἕνας. Οἱ ἀνα­ρίθ­μη­τοι ἄγγε­λοι χαί­ρον­ται κι ἀγάλ­λον­ται καὶ ὀνο­μά­ζον­ται ὑπη­ρέ­τες τῆς βασι­λεί­ας αὐτῆς. “Ὅποιος εἶναι ἔσχα­τος ἐδῶ, στὴ Βασι­λεία Μου θὰ εἶναι πρῶ­τος καὶ ἐνδο­ξό­τε­ρος ἀπὸ τὸν πιὸ ἔνδο­ξο τῶν βασι­λιά­δων αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτὸ δὲν ξέρε­τε τί ζητᾶ­τε. “Ἄν γνω­ρί­ζα­τε τὴ βασι­λεία Μου, δὲ θὰ σκε­φτό­σα­σταν καθό­λου τί θέση θὰ παίρ­να­τε σ’ αὐτήν. Τὸ μόνο ποὺ θ’ ἀνα­ζη­τού­σα­τε, θὰ ἦταν ὁ δρό­μος ποὺ ὁδη­γεῖ σ’ αὐτήν. Κι αὐτὸς εἶναι ὁ δρό­μος τῶν παθῶν καὶ τοῦ πόνου, γιὰ τὰ ὁποῖα σᾶς μιλάω κάθε φορὰ ποὺ σᾶς κάνω λόγο γιὰ τὴ βασι­λεία Μου. Αὐτὸ ποὺ σᾶς ζητάω ἑπο­μέ­νως εἶναι πιὸ σπου­δαῖο καὶ πιὸ χρή­σι­μο ἀπὸ τίς δικές σας μάταιες ἐπι­διώ­ξεις κι ἐπι­θυ­μί­ες: Δύνα­σθε πιεῖν τὸ ποτή­ριον καὶ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτι­σμα καὶ ἐγὼ βαπτί­ζο­μαι βαπτι­σθῆ­ναι;

Ὁ Κύριος ἐδῶ μιλά­ει γιὰ τὸ ποτή­ριο τοῦ θανά­του Του καὶ τὸ βάπτι­σμα τοῦ Αἵμα­τὸς Τοῦ, γιὰ τὸ μαρ­τυ­ρι­κό Του θάνα­το δηλα­δή. Αὐτὸ εἶναι τὸ τρί­το βάπτι­σμα. Τὸ πρῶ­το βάπτι­σμα ἦταν τοῦ Ἰωάν­νη, μὲ νερὸ τὸ δεύ­τε­ρο εἶναι τοῦ Χρι­στοῦ, ἐν ὕδα­τι καὶ Πνεύ­μα­τι κι εἶναι μερι­κοὶ ποὺ δέχτη­καν καὶ τὸ τρί­το βάπτι­σμα, ποὺ εἶναι τοῦ αἵμα­τος, τὸ μαρ­τυ­ρι­κὸ στε­φά­νι.

Ἀναμ­φι­σβή­τη­τα τὸ βάπτι­σμα τοῦ αἵμα­τος συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ μέγι­στη θυσία, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ μέγι­στη δόξα. Οἱ ἀπό­στο­λοι τοῦ Χρι­στοῦ θὰ βαπτί­ζον­ταν μ’ αὐτὸ τὸ βάπτι­σμα. Γι’ αὐτὸ κι ὁ Κύριος ἀφιέ­ρω­σε τόσο χρό­νο σ’ αὐτὸ τὸ στά­διο, ὥστε νὰ τοὺς προ­ε­τοι­μά­σει γιὰ τὸ μελ­λον­τι­κὸ μαρ­τύ­ριό τους. Δὲν ὑπάρ­χει πιὸ ὀλέ­θριο καὶ ψυχο­φθό­ρο πρᾶγ­μα ἀπὸ τὸ νὰ ὑπο­χω­ρή­σει κανεὶς στὰ βάσα­να καὶ ν’ ἀρνη­θεῖ τὸ Χρι­στό. Ὁ Ἰού­δας, μέ το ποὺ εἶδε πῶς πλη­σί­α­ζε ἡ ταπεί­νω­ση καὶ τὸ πάθος τοῦ Διδα­σκά­λου Του, τὸν ἀρνή­θη­κε καὶ χάθη­κε γιὰ πάν­τα. Ἠταν ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ περί­με­ναν μάταια νὰ δοῦν τὸ Χρι­στο βασι­λιᾶ στὴν Ἱερου­σα­λήμ, νὰ συμ­με­τά­σχουν στὴ δόξα Του. Ὅταν ὅμως δια­πί­στω­σε πῶς ἀντὶ γιὰ βασι­λι­κὸ στέμ­μα ὁ Χρι­στὸς θὰ φοροῦ­σε ἀκάν­θι­νο στε­φά­νι, ὑπο­χώ­ρη­σε. Συμ­μά­χη­σε μ’ ἐκεί­νους ποὺ ἐμφα­νί­στη­καν πιὸ πλού­σιοι καὶ πιὸ δοξα­σμέ­νοι ἀπὸ τὸν Σωτῆ­ρα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.

Ὁ Ἰάκω­βος κι ὁ Ἰωάν­νης ἀπάν­τη­σαν στὴν ἐρώ­τη­ση τοῦ Χρι­στοῦ χωρὶς δισταγ­μό: Δυνά­με­θα. Ἡ ἀπάν­τη­ση αὐτὴ δεί­χνει ὁπωσ­δή­πο­τε τὴ μεγά­λη τους ἀγά­πη γιὰ τὸν Κύριο. Εἶναι ξεκά­θα­ρο πῶς ἡ φοβε­ρὴ ἐρώ­τη­ση τοῦ Χρι­στοῦ γιὰ τὸ ποτή­ριο καὶ τὸ βάπτι­σμα ἔκα­νε μεγά­λη ἐντύ­πω­ση στὰ δυὸ ἀδέρ­φια. Ἦταν ὅπως τὸ πικρὸ φάρ­μα­κο σ’ ἕναν ἄρρω­στο. Σύν­το­μα συνῆλ­θαν, κατά­λα­βαν τὸ σφάλ­μα τους, ντρά­πη­καν ποὺ σκέ­φτη­καν τὴ δόξα, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔπρε­πε νὰ τοὺς ἀπα­σχο­λεῖ τὸ πάθος. Ὁ Κύριος ὅμως εἶναι ἀπα­ρά­μιλ­λος στὴν ἱκα­νό­τη­τα νὰ ὁδη­γεῖ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώ­που. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ ἄλλα­ξε τὸν προ­σα­να­το­λι­σμό τους στὸ ἀκρι­βῶς ἀντί­θε­το ἀπὸ τὴν ἐπι­θυ­μία τῆς δόξας, σὲ ἑτοι­μό­τη­τα γιὰ τὸ μαρ­τύ­ριο καί το θάνα­το.

Πόσο ὄμορ­φη, πόσο ὑπέ­ρο­χη εἶναι ἡ διδα­χὴ αὐτὴ γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς χρι­στια­νούς! “Ὅταν φαν­τα­ζό­μα­στε τὸν ἑαυ­τό μας στὴν ἀθά­να­τη βασι­λεία τοῦ Χρι­στοῦ καὶ περι­πλα­νιό­μα­στε μέσα σ’ αὐτήν, ἀνα­ζη­τῶν­τας τὴ θέση μας, ὁ Κύριος μᾶς θέτει τὸ ἴδιο ἐρώ­τη­μα ποὺ ἔθε­σε στοὺς γιοὺς τοῦ Ζεβε­δαί­ου: Mπο­ρεί­τε νὰ πιεῖ­τε τὸ ποτή­ριό Μοῦ καὶ νὰ λάβε­τε τὸ δικὸ Mου βάπτι­σμα; Μᾶς ὀδη­γει πάν­τα σὲ μιὰ σοβα­ρὴ θεώ­ρη­ση καὶ σκέ­ψη, ὄχι τῆς οὐρά­νιας πόλης, ὅπου δὲν φτά­σα­με ἀκό­μα, ἀλλὰ τοῦ δρό­μου ποὺ ὁδη­γεῖ σ’ αὐτὴν καὶ ποὺ δὲν κατορ­θώ­σα­με ἀκό­μα νὰ βαδί­σου­με. Πρῶ­τα πρέ­πει νὰ ὑπο­μεί­νου­με τὸ πάθος κι ἔπει­τα θὰ φτά­σου­με στὴ δόξα. Τὰ ὄνει­ρά μας γιὰ δόξα εἶναι μάταια ἂν τὸ πάθος μᾶς βρεὶ ἀπρο­ε­τοί­μα­στους κι ἀρνη­θοῦ­με τὸ Χρι­στό. Καὶ τότε ἀντὶ γιὰ δόξα θὰ μᾶς περι­μέ­νει ντρο­πή, ἀντὶ γιὰ ζωὴ αἰώ­νιος ὄλε­θρος. Εὐλο­γη­μέ­νοι εἶναι ἐκεῖ­νοι ἀνά­με­σά μας ποῦ, στὴν ἐρώ­τη­ση τοῦ Κυρί­ου κατὰ πόσο μπο­ροῦν νὰ πιοῦν τὸ ποτή­ριο τοῦ πάθους Του, εἶναι ἕτοι­μοι ν’ ἀπαν­τή­σουν κάθε στιγ­μή: Δυνά­με­θα. Ναί, Κύριε, μπο­ροῦ­με. Τὸ ποιός ὅμως θὰ καθί­σει δεξιά Του καὶ ποιός ἀρι­στε­ρά Του, δὲν ἔχει ἀξία νὰ τὸ γνω­ρί­ζου­με. Ὁ Κύριος ἀπάν­τη­σε ταπει­νά: Οὔκ ἔστιν ἐμὸν δοῦ­ναι. Μόνο μετὰ τὴν Ἀνά­στα­ση καὶ τὴν Ἀνά­λη­ψή Τοῦ θὰ γίνει, ὡς Θεός, Κρι­της ζών­των καὶ νεκρῶν. Τώρα φορά­ει ἀκό­μα σάρ­κα, εἶναι θνη­τός, δὲν ἦρθε ἡ ὥρα Του νὰ δοξα­στεῖ, κατέ­χει ἀκό­μα τὴν ἔσχα­τη θέση τοῦ δού­λου ὁλό­κλη­ρου τοῦ κόσμου. Καί τὴ στιγ­μὴ ποὺ φτά­νει στὴ μεγα­λύ­τε­ρη δοκι­μα­σία τῆς ταπεί­νω­σης καὶ τῆς τελεί­ω­σης τῆς ὑπο­τα­γῆς Του στὸ θέλη­μα τοῦ Πατέ­ρα Του, πρὶν ἀπὸ τὰ φρι­χτὰ πάθη καὶ τίς ταπει­νώ­σεις Του, δὲ θ’ ἀπο­φα­σί­σει γιὰ τίς θέσεις καὶ τίς τιμὲς στὴ μέλ­λου­σα βασι­λεία Του. Σὰν ἄνθρω­πος δὲ θὰ σφε­τε­ρι­στεῖ ἐκεῖ­να ποὺ θὰ ἔχει ὡς Θεός. Μόνο ἀφοῦ πιεῖ τὸ πικρὸ ποτή­ριο καὶ βαπτι­στεῖ μὲ τὸ αἷμα Του, κατὰ τὴ σταύ­ρω­ση, θὰ τολ­μή­σει νὰ ὑπο­σχε­θεῖ παρά­δει­σο στὸν μετα­νιω­μέ­νο λῃστή. “Ἤθε­λε μὲ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του αὐτὴ νὰ διδά­ξει στοὺς ἀνθρώ­πους τὴν ταπεί­νω­ση, μόνο τὴν ταπεί­νω­ση, χωρὶς τὴν ὁποία ὁλό­κλη­ρο τὸ οἰκο­δό­μη­μα τῆς σωτη­ρί­ας θὰ χτι­ζό­ταν χωρὶς θεμέ­λιο. Τὸ σχό­λιο τοῦ Χρι­στοῦ οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦ­ναι, δὲν πρέ­πει σὲ καμιὰ περί­πτω­ση νὰ ἑρμη­νευ­τεῖ πῶς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι λιγό­τε­ρο Θεὸς ἀπὸ τὸν Πατέ­ρα στὴν οὐρά­νια βασι­λεία, ὅπως τὸ ἑρμή­νευ­σαν κάποιοι αἱρε­τι­κοί. Ἐκεῖ­νος ποὺ εἶπε, «ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἔν ἔσμεν» (Ἰωάν. ἰ’30), δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀρνη­θεῖ τὸν Ἑαυ­τό Του. Τὰ λόγια οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦ­ναι μπο­ροῦν νὰ κατα­νο­η­θοῦν σωστὰ μόνο ὅταν τὰ ἑρμη­νεύ­σου­με μὲ πρό­σκαι­ρους, ὄχι μὲ αἰώ­νιους ὅρους. Μὲ ὅρους ποὺ ἀφο­ροῦν τὴ ζωὴ τοῦ Χρι­στοῦ ἐν χρό­νῳ, στὴν ταπει­νὴ κατά­στα­ση ποὺ ζοῦ­σε σωμα­τι­κὰ ὡς ἄνθρω­πος.

Λίγο προ­τοῦ ὑπο­στεῖ τίς μεγά­λες Του ταπει­νώ­σεις ὁ Κύριος Ἰησοῦς, μὲ τὴν ἐλεύ­θε­ρη βού­λη­σή Τοῦ καὶ γιὰ τὴν ὠφέ­λεια καὶ τὴ σωτη­ρία μας, δὲ θὰ διεκ­δι­κοῦ­σε ὅλα τὰ δικαιώ­μα­τα καὶ τὴ δύνα­μη ποὺ θά ‘τὰν δικὰ Τοῦ μετὰ τὴν ἔνδο­ξη Ἀνά­στα­σή Του. Μόνο ἀφοῦ ἀνα­στή­θη­κε καὶ δοξά­στη­κε σωμα­τι­κά, ὅταν νίκη­σε το σατα­νᾶ, τὸν κόσμο καί το θάνα­το, δήλω­σε στοὺς μαθη­τές Του ὁ Κύριος: «Ἔδό­θη μοὶ πᾶσα ἐξου­σία ἐν οὐρα­νὸ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κή18).

Γιὰ νά ‘χου­με μιὰ ὁλο­κλη­ρω­μέ­νη ἑρμη­νεία ὅμως πρέ­πει νὰ προ­σθέ­σου­με κάτι ἀκό­μα, κάτι ποὺ δεί­χνει τὴν παν­σο­φία καὶ παν­το­γνω­σία Του στὴ δια­χεί­ρι­ση τῆς σωτη­ρί­ας τοῦ ἀνθρώ­που. Ὁ Κύριος ἐπι­θυ­μεῖ νὰ δεί­ξει πῶς δὲν ὑπάρ­χει προ­κα­τά­λη­ψη ἐδῶ, δὲν ὑπάρ­χει μερο­λη­ψία. «Οὐ,Οὗ γὰρ ἔστι προ­σω­πο­λη­ψία παρὰ τῷ Θεῷ» (Ρωμ. βί1). Ὁ Κύριος θέλει νὰ πεῖ πῶς οἱ ἀπό­στο­λοι δὲν πρέ­πει νὰ ἐμπι­στεύ­ον­ται τὴ σωτη­ρία καὶ τὴ δόξα τοὺς στὸν ἑαυ­τό τους, μόνο ἐπει­δὴ εἶχαν ὀνο­μα­στεῖ ἀπό­στο­λοί Του. Για­τί ἀκό­μα κι ἀνά­με­σα στοὺς ἀπο­στό­λους Του ὑπῆρ­χε κάποιος ποὺ χάθη­κε. Ἡ Βασι­λεία Του προ­ε­τοι­μά­στη­κε γιὰ ὅλους ἐκεί­νους ποὺ δεί­χνουν σ’ αὐτὴν τὴ ζωὴ πῶς εἶναι ἄξιοι γι’ αὐτήν. Δὲν ὑπάρ­χει διά­κρι­ση στὴν κλή­ση, δὲν μετρά­ει ἡ ἐξω­τε­ρι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τους στὸ Χρι­στὸ ἢ ἡ τυχὸν συγ­γέ­νεια αἵμα­τος μαζί Του, ὅπως γινό­ταν μὲ τὰ δυὸ ἀδέρ­φια, τὸν Ἰωάν­νη καὶ τὸν Ἰάκω­βο. Τὰ δυὸ μαθή­μα­τα ποὺ ἤθε­λε ὁ Κύριος νὰ ἐμφυ­τέ­ψει στὶς καρ­διὲς τῶν μαθη­τῶν Του, ἦταν καὶ μέχρι αὐτο­ε­ξευ­τε­λι­σμοῦ ταπεί­νω­ση κι ἡ μέχρι θανά­του ἀγά­πη Του. Νὰ ξερι­ζώ­σει ἀπ’ αὐτὲς τοὺς σπό­ρους τῆς ὑπε­ρη­φά­νειας, τῆς φιλαυ­τί­ας καὶ τῆς ἀλα­ζο­νι­κῆς ματαιο­δο­ξί­ας.

«Καὶ ἀκού­σαν­τες οἱ δέκα ἤρξαν­το ἀγα­να­κτεῖν περὶ Ἰακώ­βου καὶ Ἰωάν­νου» (Μάρκ. 1’41). Ἀγα­νά­κτη­σαν οἱ δέκα μόλις ἄκου­σαν τὴν ἀπαί­τη­ση τοῦ Ἰάκω­βου καὶ τοῦ Ἰωάν­νη. Ὁ θυμός τους δὲν προ­ῆλ­θε ἀπὸ τὸ γεγο­νὸς ὅτι αὐτοὶ κατα­νόη­σαν καλύ­τε­ρα καὶ πιὸ πνευ­μα­τι­κὰ τὴ Βασι­λεία τοῦ Χρι­στοῦ ἀπὸ τὰ δυὸ ἀδέρ­φια. Ἠταν ἁπλᾶ ἡ ἀνθρώ­πι­νη ζήλεια τούς. Μπο­ρεῖ ἡ περι­κο­πὴ αὐτὴ νὰ μᾶς ὁδη­γή­σει νὰ σκε­φτοῦ­με πῶς ἡ ἀντί­λη­ψη τοῦ Ἰού­δα γιὰ τὸ Χρι­στὸ καὶ τὴ Βασι­λεία Του ἦταν πιὸ πνευ­μα­τι­κὴ ἀπὸ ἐκεί­νην τοῦ Ἰακώ­βου καὶ τοῦ Ἰωάν­νη; «Για­τί ἔπρε­πε ὁ Ἰάκω­βος κι ὁ Ἰωάν­νης νὰ τοπο­θε­τη­θοῦν ψηλό­τε­ρα ἀπὸ μᾶς τοὺς ἄλλους;» Αὐτὴ ἦταν ἡ κρυ­φὴ ἐρώ­τη­ση ποὺ ἤθε­λαν νὰ κάνουν, ἡ κύρια πηγὴ τῆς ἀγα­νά­κτη­σης καὶ τῆς δια­μαρ­τυ­ρί­ας τῶν δέκα ἔναν­τί­ον τῶν δύο.

Μέ το θυμὸ τῆς ζήλειας τους οἱ δέκα φανέ­ρω­σαν ἀθέ­λη­τα πῶς εἶχαν τὴν ἴδια ἀντί­λη­ψη μὲ τὸν Ἰάκω­βο καὶ τὸν Ἰωάν­νη, ἢ μᾶλ­λον πῶς δὲν εἶχαν κατα­λά­βει οὔτε αὐτοὶ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ Βασι­λεία τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τὴν οὐρά­νια δόξα Του. Γνω­ρί­ζου­με ὅμως πῶς ὁ Κύριος Ἰησους δὲ διά­λε­ξε γιὰ μαθη­τὲς Τοῦ τοὺς σοφό­τε­ρους ἀπὸ τοὺς σοφοὺς αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἀντί­θε­τα τοὺς ἀπλοϊ­κό­τε­ρους ἀπὸ τοὺς ἁπλοῦς. Διά­λε­ξε τοὺς ἔσχα­τους, γιὰ νὰ τοὺς κάνει πρώ­τους. Διά­λε­ξε τοὺς πιὸ ἁπλοῦς, γιὰ νὰ τοὺς μετα­τρέ­ψει στοὺς πιὸ σοφούς. Διά­λε­ξε τοὺς πιὸ ἀδύ­να­τους, γιὰ ν’ ἀνα­δεί­ξει ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς πιὸ ἰσχυ­ρούς. Διά­λε­ξε τοὺς περι­φρο­νη­μέ­νους, γιὰ νὰ τοὺς κάνει τοὺς πιὸ ἔνδο­ξους. Κι ὁ Κύριος πέτυ­χε στὸ δύσκο­λο αὐτὸ ἔργο τόσο καλά, ὅπως καὶ σὲ κάθε ἄλλο ἔργο. Ἡ θαυ­μα­τουρ­γι­κὴ δύνα­μή Τοῦ δὲ φάνη­κε λιγό­τε­ρο ἐδῶ ἀπ’ ὅ,τι ὅταν γαλή­νευε τὴ θάλασ­σα ἢ ὅταν πολ­λα­πλα­σί­α­ζε τοὺς ἄρτους.

Ὅταν οἱ θεό­πνευ­στοι εὐαγ­γε­λι­στές μας ἀπο­κα­λύ­πτουν τίς ἀδυ­να­μί­ες τῶν μαθη­τῶν, πετυ­χαί­νουν δυὸ στό­χους: πρῶ­τα μας δεί­χνουν μ’ αὐτὸν τὸν τρό­πο καὶ τίς δικές μας ἀδυ­να­μί­ες καὶ δεύ­τε­ρο δεί­χνουν τὴ μεγα­λο­σύ­νη καὶ τὴ δύνα­μη τοῦ Θεοῦ, τὴ σοφία τῶν μεθό­δων ποὺ χρη­σι­μο­ποιεῖ γιὰ τὴ θερα­πεία καὶ τὴ σωτη­ρία τῶν ἀνθρώ­πων.

Τώρα, ποὺ οἱ ἄλλοι δέκα μαθη­τὲς φανέ­ρω­σαν τὴν ἄγνω­σία τους γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χρι­στοῦ καὶ ταυ­τό­χρο­να ἔδει­ξαν πῶς ὑπό­φε­ραν κι ἀπὸ τὴ συνη­θι­σμέ­νη ἀνθρώ­πι­νη ζήλεια, ὁ Κύριος ἄδρα­ξε τὴν εὐκαι­ρία νὰ τοὺς δώσει ἕνα ἀκό­μα μάθη­μα γιὰ τὴν ταπεί­νω­ση.

«Ὁ δὲ Ἰησοῦς προ­σκα­λε­σά­με­νος αὐτοὺς λέγει αὐτοὺς οἴδα­τε ὅτι οἱ δοκοῦν­τες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατα­κυ­ριεύ­ου­σιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγά­λοι αὐτῶν κατε­ξου­σιά­ζου­σιν αὐτῶν οὔχ οὕτῳ δὲ ἔστω ὑμῖν, ἀλλ’ ὸς ἐὰν θέλῃ γενέ­σθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διά­κο­νος, καὶ ὸς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέ­σθαι πρῶ­τος, ἔσται πάν­των δοῦ­λος» (Μάρκ. ἰ’42–44).

‘Ἐδῶ ἔχου­με μιὰ και­νούρ­για κατά­στα­ση πραγ­μά­των. Ἐδῶ ἔχου­με μιὰ και­νούρ­για κοι­νω­νι­κὴ συν­τα­γή, ἄγνω­στη κι ἀνή­κου­στη στὸν πρὸ Χρι­στοῦ εἰδω­λο­λα­τρι­κὸ κόσμο. Στοὺς εἰδω­λο­λά­τρες οἱ ἄρχον­τες ἔδει­χναν τὴν κυριαρ­χία τους μὲ τὴ δύνα­μη, μὲ τὴ βία. Οἱ κυβερ­νῶν­τες κυβερ­νοῦ­σαν μὲ τὴν αὐθεν­τία τῆς ἐξου­σί­ας καὶ τῆς δύνα­μης, τῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς ἢ τοῦ πλού­του. Κυβερ­νοῦ­σαν καὶ ἐξου­σί­α­ζαν. Οἱ ἄλλοι ὑπο­τάσ­σον­ταν ἀπὸ φόβο καὶ τοὺς ὑπη­ρε­τοῦ­σαν μὲ τρό­μο. Αὐτοὶ τὸν ἑαυ­τό τους τὸν λογά­ρια­ζαν πρῶ­το, ἀνώ­τε­ρο καὶ καλ­λί­τε­ρο, μόνο καὶ μόνο ἐπει­δὴ βρί­σκον­ταν στὴν ἐξου­σία λόγῳ κοι­νω­νι­κῆς θέσης, δύνα­μης καὶ τιμῆς. Ἡ κοι­νω­νι­κὴ θέση, ἡ δύνα­μη κι ὁ πλοῦ­τος ἦταν ὁ τρό­πος ποὺ μετροῦ­σαν τὴν ὑπε­ρο­χὴ τῶν ἀνθρώ­πων.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἀπορ­ρί­πτει τὴ μέθο­δο αὐτὴ καὶ θεσμο­θε­τεῖ τὴ δια­κο­νία ὡς μέτρο ὑπε­ρο­χῆς σ’ ἐκεί­νους ποὺ τὸν πιστεύ­ουν. Πρῶ­τος δὲν εἶναι ἐκεῖ­νος ποὺ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώ­πων τὸν βλέ­πουν ἀνε­βα­σμέ­νο ψηλά, ἀλλ’ αὐτὸς ποὺ οἱ καρ­διὲς τῶν ἀνθρώ­πων νιώ­θουν ὅτι εἶναι καλός. Σὲ μιὰ χρι­στια­νι­κὴ κοι­νω­νία τὸ στέμ­μα δὲν προ­σφέ­ρει τὴν πρώ­τη θέση αὐτο­δί­καια, τὰ πλού­τη κι ἡ δύνα­μη δὲν ἀπο­νέ­μουν ἀνω­τε­ρό­τη­τα. Ἡ κλή­ση κι ἡ κοι­νω­νι­κὴ θέση εἶναι κενὰ σχή­μα­τα, ἂν δὲ συμ­πλη­ρώ­νον­ται μὲ τὴν ὑπη­ρε­σία τῶν ἄλλων στὸ ὄνο­μα τοῦ Χρι­στου. “Ὅλα τ’ ἄλλα ἐξω­τε­ρι­κὰ σημά­δια καὶ σύμ­βο­λα ὑπε­ρο­χῆς εἶναι ἕνα ἁπλὸ καλει­δο­σκό­πιο, ἂν ἢ ὑπε­ρο­χὴ δὲν ἔχει ἀπο­κτη­θεῖ καὶ δικαιω­θεῖ μὲ τὴν ὑπη­ρε­σία τῶν ἄλλων. Ἐκεῖ­νος ποὺ παρα­μέ­νει στὴν κορυ­φὴ μὲ τὴ βία, βρί­σκε­ται ἐκεῖ μὲ μεγά­λη ἀνα­σφά­λεια. Κι ὅταν πέσει, θὰ λάβει σίγου­ρα τὴν κατώ­τε­ρη θέση. Ἐκεῖ­νος ποὺ ἀγο­ρά­ζει τὴν ἀνω­τε­ρό­τη­τά του, θὰ λάβει τὴν ἀντα­πό­δο­σή του ἀπὸ τὰ χεί­λη καὶ τὰ χέρια τῶν ἀνθρώ­πων, ἀλλὰ θὰ περι­φρο­νη­θεῖ ἀπὸ τίς καρ­διές τους. Ἐκεῖ­νος ποὺ στέ­κε­ται πάνω ἀπὸ τοὺς ἀνθρώ­πους μὲ τὴ βία, εἶναι σὰ νὰ στέ­κε­ται πάνω σὲ ἡφαί­στειο φθό­νου καὶ μίσους, ὡσό­του τὸ ἡφαί­στειο ἐκρα­γεῖ καὶ χαθεῖ μὲς τὴ λάβα.

«Οὔχ οὕτῳ δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν», εἶναι ἡ ἐντο­λὴ τοῦ Κυρί­ου. Τέτοια κοι­νω­νι­κὴ πρα­κτι­κὴ προ­έρ­χε­ται ἀπὸ τὸν πονη­ρό, ὄχι ἀπὸ τὸν ἀγα­θό. “Ἔτσι ζοῦν τὰ τέκνα τοῦ σκό­τους, ὄχι τὰ τέκνα τοῦ φωτός. Κι ἐσεῖς εἶστε τέκνα τοῦ φωτός. Ἀνά­με­σά σας ἀφῆ­στε νὰ βασι­λεύ­ει ἡ ὑπε­ρο­χὴ τῆς ἀγά­πης, ἢ ἀνω­τε­ρό­τη­τα τῆς ἀγά­πης ἂς κυριαρ­χή­σει τῆς ἐξου­σί­ας. Ἐκεῖ­νος ἀπό σας ποὺ προ­σφέ­ρει τὴ μεγα­λύ­τε­ρη ὑπη­ρε­σία στοὺς ἀδελ­φούς του ἀπὸ ἀγά­πη, θὰ εἶναι πρῶ­τος στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὑπε­ρο­χὴ τοῦ θ’ ἀντέ­ξει τόσο στὴν πρό­σκαι­ρη ζωὴ ὅσο καὶ στὴ μέλ­λου­σα. Ὁ θάνα­τος δὲν ἔχει ἐξου­σία στὴν ἀγά­πη, οὔτε σ’ ὅ,τι ἔχει δημιουρ­γή­σει ἡ ἀγά­πη. Ἐκεῖ­νος ποὺ ἀπο­κτᾷ ὑπε­ρο­χὴ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο λόγῳ τῆς ἀγά­πης του, θὰ τὴν κρα­τή­σει καὶ στὴ μέλ­λου­σα ζωή. Δὲ θὰ τοῦ ἀφαι­ρε­θεῖ, ἀλλὰ θ’ αὐξά­νε­ται καὶ θὰ βεβαιώ­νε­ται αἰώ­νια.

Ὅποιος γνω­ρί­ζει πόσο κακὸ ἔχει συσ­σω­ρευ­τεῖ καὶ συσ­σω­ρεύ­ε­ται στὸν κόσμο μὲ τὸν ἀγῶ­να γιὰ τὴν ἀπό­κτη­ση ὑπε­ρο­χῆς, θὰ κατα­λά­βει πῶς ἡ διδα­χὴ αὐτὴ τοῦ Χρι­στοῦ εἶναι πρό­ξε­νος εἰρή­νης. Μ’ αὐτὴν ξεκί­νη­σε ἡ μεγα­λύ­τε­ρη καὶ πιὸ εὐλο­γη­μέ­νη ἐπα­νά­στα­ση στὴν κοι­νω­νία τῶν ἀνθρώ­πων — ἀπὸ τότε ποὺ ἐμφα­νί­στη­κε στὸν κόσμο ἢ κοι­νω­νία αὐτή. Ἀνα­λο­γί­σου τί θὰ σήμαι­νε γιὰ τὸν κόσμο ἂν ἡ ἰσό­τη­τα καὶ ἡ κοι­νω­νι­κὴ θέση ἐξαρ­τιούν­ταν ἀπὸ τὴν παρο­χὴ ὑπη­ρε­σί­ας καὶ τὴν ἀγά­πη, ἀντὶ τῆς βίας, τοῦ πλού­του, τῆς πολυ­τέ­λειας ἢ τῆς ὑπο­τι­θέ­με­νης γνώ­σης. Ἀλή­θεια, πόσοι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ νομί­ζουν ὅτι εἶναι πρῶ­τοι, θὰ βρί­σκον­ταν στὴν τελευ­ταία θέση! Πόσοι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ θὰ πίστευαν πῶς ἦταν τελευ­ταῖ­οι, θὰ βρί­σκον­ταν πρῶ­τοι! Ἀλή­θεια, πόση χαρὰ θὰ γέμι­ζε τίς καρ­διὲς τῶν ἀνθρώ­πων, πόση εὐτα­ξία, εἰρή­νη κι ἁρμο­νία θὰ βασί­λευε! Θὰ συνα­γω­νί­ζον­ταν ὅλοι ποιός θὰ ὑπη­ρε­τή­σει τὸν ἄλλον, ὄχι ποιός θὰ τὸν κυβερ­νή­σει. “Ὅλοι θὰ βιά­ζον­ταν νὰ δώσουν καὶ νὰ βοη­θή­σουν, παρὰ νὰ πάρουν καὶ νὰ ἐμπο­δί­σουν. Κάθε καρ­διὰ θὰ γέμι­ζε μὲ χαρὰ καὶ φώς, ὄχι μὲ κακία καὶ σκό­τος. Τότε ὁ διά­βο­λος θά ‘παιρ­νε ἕνα φανά­ρι καὶ θά ‘ψαχνε ὅλον τὸν κόσμο γιὰ νὰ βρεῖ ἕναν ἄπι­στο, ἀλλὰ δὲ θά ‘βρι­σκε κανέ­ναν.

Ὅπου βασι­λεύ­ει ἡ ἀγά­πη, ὁ Θεὸς εἶναι φανε­ρὸς καὶ ὁρα­τὸς ἀπ’ ὅλους. Αὐτὸ δὲν εἶναι οὐτο­πία, δὲν εἶναι ἀπραγ­μα­το­ποί­η­το ὄνει­ρο. Ἡ ἀλή­θειά του φανε­ρώ­νε­ται στὰ τελευ­ταῖα λόγια τοῦ Χρι­στοῦ στὸ σημε­ρι­νὸ εὐαγ­γέ­λιο: «Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώ­που οὐκ ἦλθε δια­κο­νη­θῆ­ναι, ἀλλὰ δια­κο­νῆ­σαι, καὶ δοῦ­ναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολ­λῶν» (Μάρκ. 1’45). Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώ­που δὲν ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ τὸν δια­κο­νή­σουν οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ νὰ τοὺς δια­κο­νή­σει ὁ ἴδιος. Ἦρθε γιὰ νὰ δώσει τὴ ζωή του ὡς λύτρο καὶ ἀντάλ­λαγ­μα γιὰ τίς ἁμαρ­τί­ες πολ­λῶν.

Ὁ Κύριός μας δὲν ἔδω­σε στοὺς ἀνθρώ­πους οὔτε μιὰ ἐντο­λὴ ποὺ δὲν τὴν τήρη­σε πρῶ­τα ὁ ἴδιος καὶ μάλι­στα σὲ τέλειο βαθ­μό. Ἀφη­σε ἔτσι τὸ παρά­δειγ­μά Του σὲ ὅλους μας. Ὁ Κύριος τήρη­σε τὴν ἐντο­λὴ τῆς δια­κο­νί­ας τῶν ἀνθρώ­πων σ’ ὅλη τὴ διάρ­κεια τῆς ἐπί­γειας ζωῆς Του, ἀκό­μα καὶ μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἦρθε στὴ γῆ, μὲ τὸ θάνα­τό του καὶ τελι­κὰ μὲ τὴν ἀκα­τά­παυ­στη ἀγα­πη­τι­κὴ δρα­στη­ριό­τη­τά Του γιὰ τὸ ἀνθρώ­πι­νο γένος καὶ μετὰ τὸ θάνα­τό του, μὲ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνά­στα­σή Τοῦ καὶ μὲ τὴν ἀπο­στο­λὴ τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος. Μὲ τὸ θάνα­τό Τοῦ ἔδω­σε τὴ ζωή Του λύτρον ἀντὶ πολ­λῶν. Δὲ λέει γιὰ ὅλους, ἀλλὰ γιὰ πολ­λούς. Αὐτὸ σημαί­νει πῶς θὰ βρε­θοῦν καὶ μερι­κοὶ ποὺ δὲ θὰ δεχτοῦν τὴν ἀγά­πη Του, δὲ θὰ ἐκτι­μή­σουν τὴ θυσία Του. Ἡ δια­κο­νία τῆς ἀγά­πης Τὸν ὁδή­γη­σε στὸ πάθος καί το θάνα­το. Ἐκεῖ­νος ποὺ δια­κο­νεῖ ἀπὸ ἀγά­πη κι ὄχι ἀπὸ αἴσθη­ση καθή­κον­τος, δὲ θὰ ὑπο­χω­ρή­σει μπρο­στὰ στὸ θάνα­το.

Ἡ δια­κο­νία τοῦ Χρι­στοῦ στοὺς ἀνθρώ­πους δὲν περιο­ρί­ζε­ται ἀπό το χρό­νο. Τὸ πάθος ἢ ὁ θάνα­τος ἑπο­μέ­νως ἔχουν ὅλα τὰ σημά­δια τῆς τέλειας, τῆς λυτρω­τι­κῆς θυσί­ας. Μὲ τὴ δια­κο­νία Του ὁ Κύριος λύτρω­σε τὸ ἀνθρώ­πι­νο γένος ἀπὸ τὴν ἐξου­σία τοῦ δια­βό­λου, ἀπὸ τὴν ἁμαρ­τία καί το θάνα­το. Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε ὁ Κύριος ὅμως ν’ ἀνα­λά­βει ἢ νὰ ὁλο­κλη­ρώ­σει τέτοια δια­κο­νία χωρὶς τὴ μέγι­στη κι ἀνυ­πέρ­βλη­τη ταπεί­νω­σή Του. Ἐνῶ ἦταν ἄναρ­χος, προ­αιώ­νιος, ἔγι­νε ἔσχα­τος. Ἐμφα­νί­στη­κε στὸν κόσμο ὡς δοῦ­λος, ὡς διά­κο­νος, ὥστε μὲ τὴ δια­κο­νία Του στοὺς ἀνθρώ­πους νὰ φτά­σει γιὰ μιὰ ἀκό­μα φορὰ στὸ ἀνυ­πέρ­βλη­το ὕψος Του, γιὰ νὰ δεί­ξει στοὺς ἀνθρώ­πους τὸ δρό­μο τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ ὕψους, τῆς ἀλη­θι­νῆς ὑπε­ρο­χῆς, τῆς μέγι­στης καὶ διαρ­κοῦς ἀνω­τε­ρό­τη­τας. Ὑπάρ­χουν ἄνθρω­ποι ποὺ δέχτη­καν τὸ παρά­δειγ­μα αὐτὸ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στὴν καρ­διά τους, ἀκο­λού­θη­σαν τὸ παρά­δειγ­μά Τοῦ καὶ στὸ ὄνο­μὰ Τοῦ δόθη­καν ὁλο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴν ἀγα­πη­τι­κὴ δια­κο­νία τῶν ἀνθρώ­πων. Ἦταν κι ἄλλοι ὅμως ποὺ περι­φρό­νη­σαν τὸ παρά­δειγ­μα καὶ τὴ διδα­χή Του. Ποιά τύχη περί­με­νε τοὺς πρώ­τους καὶ ποιά τοὺς δεύ­τε­ρους; Τὴν ἀπάν­τη­ση θὰ τὴ βροῦ­με στὴν ἱστο­ρία τῶν ἀπο­στό­λων τοῦ Χρι­στοῦ:

Ὁ Ἰού­δας ἀπόρ­ρι­ψε τόσο τὸ παρά­δειγ­μα τοῦ Χρι­στοῦ ὅσο καὶ τὴ διδα­σκα­λία Του καὶ τέλειω­σε τὴν ἐπί­γεια ζωὴ Τοῦ μ’ ἕναν ἐπο­νεί­δι­στο τρό­πο. Κρε­μά­στη­κε. Οἱ ὑπό­λοι­ποι ἕντε­κα ἀπό­στο­λοι ποὺ ἔβα­λαν στὴν καρ­διά τους τὰ λόγια τοῦ σημε­ρι­νοῦ εὐαγ­γε­λί­ου γιὰ τὴν ταπεί­νω­ση καὶ στὴ συνέ­χεια προ­σπά­θη­σαν νὰ μιμη­θοῦν τὸ παρά­δειγ­μα τοῦ Διδα­σκά­λου τους στὴν ἀγα­πη­τι­κὴ δια­κο­νία, δοξά­ζον­ται στὴ γῆ καὶ τὸν οὐρα­νό, στὸ χρό­νο καὶ τὴν αἰω­νιό­τη­τα. “Ὅλοι ἐκεῖ­νοι ποὺ ἀπόρ­ρι­ψαν τὴ διδα­σκα­λία καὶ τὸ παρά­δειγ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ἀκο­λού­θη­σαν τὰ βήμα­τα τοῦ Ἰού­δα. Ἐκεῖ­νοι ὅμως ποὺ ἔκα­ναν δική τους τὴ σωτή­ρια διδα­σκα­λία Του καὶ μιμή­θη­καν τὸ ἀνυ­πέρ­βλη­το παρά­δειγ­μά Τοῦ, ἀκο­λού­θη­σαν τὰ βήμα­τα τῶν ἕντε­κα ἀπο­στό­λων.

Ἡ Ἱστο­ρία ἀνα­φέ­ρει χιλιά­δες Ἰοῦ­δες, ὅπως καὶ χιλιά­δες χιλιά­δων ἀλη­θι­νοὺς καὶ πιστοὺς μαθη­τὲς κι ἀκό­λου­θους τοῦ Κυρί­ου καὶ Σωτῆ­ρα μας Ἰησοῦ Χρι­στοῦ. “Ὅπως βγῆ­κε Νικη­τὴς ὁ Κύριος στὸ τέλος τῆς σύν­το­μης ἐπί­γειας ζωῆς Του, ἔτσι θὰ βγεῖ Νικη­τὴς καὶ στὸ τέλος ὁλό­κλη­ρης τῆς μακρᾶς ἱστο­ρί­ας τοῦ κόσμου. Ὁ στρα­τὸς τῶν σεσω­σμέ­νων καὶ ἔνδο­ξων πιστῶν Του θὰ εἶναι ἀσύγ­κρι­τα μεγα­λύ­τε­ρος ἀπὸ ἐκεῖ­νον τοῦ ἀντι­κεί­με­νου, τοῦ πονη­ροῦ, ποὺ ἀπο­τε­λεῖ­ται ἀπὸ τοὺς φίλους τοῦ δια­βό­λου κι ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ.

Εὔχο­μαι νὰ βρε­θοῦ­με στὸ στρα­τὸ ἐκεῖ­νο τῶν σεσω­σμέ­νων καὶ δοξα­σμέ­νων. Εὔχο­μαι ὁ Κύριος Ἰησοῦς νὰ γίνει ἵλεως,ἵλεῳς σέ μας τὴν “Ἔσχα­τη Μέρα, ὅταν θὰ σκο­τι­στεῖ ὁ αἰσθη­τὸς ἥλιος καὶ δὲ θὰ ξανα­φω­τί­σει πιά. Γλυ­κύ­τα­τε καὶ Ζωο­ποιε Κύριε, συχώ­ρε­σε τίς ἁμαρ­τί­ες μας προ­τοῦ φτά­σει ἡ μέρα ἐκεί­νη! Ἀπόρ­ρι­ψε ὅλα τὰ ἔργα μᾶς ὡς ἀνά­ξια κι ἀκά­θαρ­τα καὶ σῶσε μας μὲ τὸ ἀμέ­τρη­το ἔλε­ὸς Σοῦ, μ’ αὐτὸ ποὺ ἦρθες στὴ γῆ γιὰ νὰ σώσεις ἐμᾶς τοὺς ἀνά­ξιους. Σὲ Σένα πρέ­πει ἡ δόξα, μεγά­λε καὶ θαυ­μα­τουρ­γὲ Κύριε, μαζὶ μὲ τὸν Πατέ­ρα καὶ τὸ “Ἁγιο Πνεῦ­μα, τὴν ὁμο­ού­σια καὶ ἀδιαί­ρε­τη Τριά­δα, τώρα καὶ πάν­τα καὶ στοὺς αἰῶ­νες τῶν αἰώ­νων. Ἀμήν.

Αυγου­στί­νος Καν­τιώ­της (Από το βιβλίο “ΚΥΡΙΑΚΗ”)

Τί νὰ ζητοῦ­με;

«Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς: Οὐκ οἴδα­τε τί αἰτεῖ­σθε» (Μάρκ. 10, 38)

Ἀγα­πη­τοί, σήμε­ρα εἶνε ἡ Πέμ­πτη Κυρια­κὴ τῆς Μεγά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς. Μιὰ βδο­μά­δα μένει ἀκό­μη γιὰ νὰ φθά­σου­με στὴν πιὸ ἱερὴ καὶ συγ­κι­νη­τι­κὴ ἑβδο­μά­δα ὅλου τοῦ ἔτους, ποὺ ὀνο­μά­ζε­ται γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ Μεγά­λη Ἑβδο­μάς. Τὸ Εὐαγ­γέ­λιο τῆς σημε­ρι­νῆς Κυρια­κῆς μας προ­ε­τοι­μά­ζει ψυχι­κῶς. Μᾶς διη­γεῖ­ται, ὅτι ὁ Χρι­στὸς λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὰ σεπτά του πάθῃ πῆρε τοὺς δώδε­κα μαθη­τές του ἰδιαι­τέ­ρως, πῆγε σ’ ἕνα ἐρη­μι­κὸ μέρος, κ’ ἐκεῖ, μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώ­πους, ἄρχι­σε νὰ τοὺς λέη ὅσα ἐπρό­κει­το νὰ πάθη.

Πολὺ συγ­κι­νη­τι­κὰ εἶνε τὰ λόγια τοῦ Χρι­στοῦ.

Σὰν νὰ τὸν ἀκοῦ­με νὰ μιλάη καὶ σ’ ἐμᾶς καὶ νὰ λέη: «Ἀνα­βαί­νο­μεν εἰς τὰ Ἱερο­σό­λυ­μα. Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώ­που ‑ἔτσι ὠνό­μα­ζε τὸν ἑαυ­τό του ὁ Χρι­στός- θὰ παρα­δο­θῇ στοὺς ἀρχιε­ρεῖς καὶ τοὺς γραμ­μα­τεῖς. Αὐτοὶ θὰ τὸν κρί­νουν καὶ θὰ τὸν κατα­δι­κά­σουν σὲ θάνα­το». Καὶ ἐπει­δὴ ἡ ἀπό­φα­σί τους αὐτὴ δὲν θὰ μπο­ρῇ νὰ ἐκτε­λε­σθῇ χωρὶς τὴν ἔγκρι­ση τῆς πολι­τι­κῆς ἐξου­σί­ας, «ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώ­που ‑συνε­χί­ζει ὁ Χρι­στός- θὰ παρα­δο­θῇ ἀπὸ τοὺς ἀρχιε­ρεῖς στὰ ἔθνη», στοὺς εἰδω­λο­λά­τρες Ρωμαί­ους, ποὺ πολι­τι­κῶς ἐξου­σί­α­ζαν τὴν Ἰου­δαία. «Αὐτοὶ θὰ τὸν ἐμπαί­ξουν, θὰ τὸν χτυ­πή­σουν μὲ βούρ­δου­λα, θὰ τὸν φτύ­σουν στὸ πρό­σω­πο, καὶ τέλος θὰ τὸν θανα­τώ­σουν, θὰ τὸν σταυ­ρώ­σουν. Τὴν τρί­τη ὅμως ἡμέ­ρα ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώ­που θὰ ἀνα­στη­θῇ». Οἱ μαθη­ταί, ἀκού­γον­τας τὰ προ­φη­τι­κὰ αὐτὰ λόγια τοῦ Χρι­στοῦ, θὰ ἔπρε­πε νὰ συγ­κι­νη­θοῦν γιὰ ὅσα ἐπρό­κει­το νὰ πάθῃ καὶ Διδά­σκα­λός τους. Ἀλλὰ περί­ερ­γο πρᾶγ­μα! Κανέ­νας τοὺς δὲν συγ­κι­νεῖ­ται. Οἱ μαθη­ταὶ δὲν μπο­ροῦν νὰ φαν­τα­στοῦν, ὅτι ὁ Χρι­στός, ποὺ ἔκα­νε θαύ­μα­τα καὶ εἶχε τέτοια δύνα­μι, ποὺ καὶ ἡ ἀγριε­μέ­νη θάλασ­σα στὸ λόγο του ὑπά­κου­σε, θὰ ἦταν δυνα­τὸν νὰ φανῇ τόσο ἀδύ­να­τος, ὥστε νὰ τὸν περι­παί­ζουν ὅλοι. Τὸ μυα­λό τους ἔδιω­χνε κάθε τέτοια σκέ­ψι σὰν ταπει­νω­τι­κὴ καὶ ἐξευ­τε­λι­στι­κὴ γιὰ τὸ μεγα­λεῖο τοῦ Χρι­στοῦ.

Ὁ Χρι­στὸς νὰ πάθῃ καὶ νὰ σταυ­ρω­θῇ; Ἀδύ­να­τον. Οἱ μαθη­ταὶ ἄλλα πράγ­μα­τα φαν­τά­ζον­ταν. Φαν­τά­ζον­ταν κοσμι­κὰ μεγα­λεῖα. Φαν­τά­ζον­ταν, ὅτι μὲ δύνα­μι μεγά­λη θὰ ἔκα­νε νέα θαύ­μα­τα. Θὰ νικοῦ­σε τοὺς ἐχθρούς του ὅλους καὶ θὰ γκρέ­μι­ζε ἀπὸ τὴν ἐξου­σία τοὺς Ρωμαί­ους κατα­κτη­τὲς καὶ θ’ ἀνα­κη­ρυσ­σό­ταν βασι­λιᾶς, κι ὁ σκλα­βω­μέ­νος λαὸς θὰ ἔβλε­πε μέρες λευ­τε­ριᾶς πιὸ λαμ­πρὲς ἀπ’ ὅ,τι εἶδαν οἱ πρό­γο­νοί τους, ὅταν βασι­λεῖς ἦταν ὁ Δαυὶδ καὶ ὁ Σολο­μῶν. Ὦ, πόσο ἔνδο­ξοι καὶ εὐτυ­χι­σμέ­νοι θὰ ἦταν τότε οἱ μαθη­ταὶ κον­τὰ στὸ Χρι­στό!…

Ἔτσι φαν­τά­ζον­ταν τὸ Χρι­στὸ οἱ μαθη­ταὶ. Δύο μάλι­στα μαθη­ταὶ τοῦ Χρι­στοῦ, τὰ δυὸ ἀδέρ­φια, ὁ Ἰωάν­νης καὶ ὁ Ἰάκω­βος, ἦταν τόσο βέβαιοι πῶς ὁ Χρι­στὸς θά ‘παιρ­νε στὰ χέρια του τὴν κρα­τι­κὴ ἐξου­σία καὶ θὰ γινό­ταν βασι­λιᾶς, ὥστε ἤθε­λαν ἀπὸ τώρα νὰ ἐξα­σφα­λί­σουν τίς καλύ­τε­ρες θέσεις κον­τὰ στὸ νέο βασι­λιᾶ. Βάζουν λοι­πὸν τὴ μητέ­ρα τους νὰ παρα­κα­λέ­σῃ τὸ Χρι­στὸ γιὰ τὸ σκο­πὸ αὐτό. Κι ὄχι μόνο βάζουν τὴ μητέ­ρα τους γιὰ νὰ μεσι­τεύ­σῃ, ἀλλὰ κι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι πλη­σιά­ζουν τὸ Χρι­στὸ καὶ τὸν παρα­κα­λοῦν, ὅταν γίνῃ βασι­λιᾶς, νὰ τοὺς δώσῃ τίς πρῶ­τες θέσεις. Νὰ βάλῃ τὸν ἕνα στὰ δεξιὰ καὶ τὸν ἄλλο στὰ ἀρι­στε­ρά. Ζητᾶ­νε, δηλα­δή, ἀπὸ τὸ Χρι­στὸ νὰ τοὺς δώσῃ τὰ πρῶ­τα ὑπουρ­γεῖα νὰ εἶνε πρῶ­τοι στὸ βασί­λειο τοῦ Χρι­στοῦ, ὑπουρ­γοὶ καὶ πρω­θυ­πουρ­γοί!

Πόση μεγά­λη ἦταν ἡ πλά­νη τῶν μαθη­τῶν τοῦ Χρι­στοῦ! Εἶνε βασι­λιᾶς ὁ Χρι­στός. Ναί. Ἀλλά το βασι­λιᾶς! Πολὺ δια­φο­ρε­τι­κὸς ἀπὸ τοὺς βασι­λιᾶ­δες τοῦ κόσμου. Θρό­νος του ὁ σταυ­ρός. Δεξιὰ καὶ ἀρι­στε­ρά του δυὸ λῃσταί. Ὁ ἕνας τὸν βλα­στη­μά­ει· ὁ ἄλλος τὸν ὑμνεῖ καὶ τὸν δοξά­ζει… Καὶ ὁ Χρι­στός, βλέ­πον­τας πόσο μακριὰ ἦταν οἱ μαθη­ταί του ἀπὸ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τοὺς λέει: «Οὔκ οἴδα­τε τί αἰτεῖ­σθε» (Μάρκ. 10, 38). Δὲν ξέρε­τε τί ζητᾶ­τε. Ζητᾶ­τε κοσμι­κὰ ἀξιώ­μα­τα, ζητᾶ­τε τιμὲς καὶ δόξες καὶ ἐπί­γεια ἀγα­θά, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἐγώ, ὁ «Υἱὸς τοῦ ἀνθρώ­που», γυμνὸς ἀπὸ κάθε τιμὴ τῶν ἀνθρώ­πων, ἄτι­μος καὶ περι­φρο­νη­μέ­νος, ἑτοι­μά­ζο­μαι νὰ πιῶ τὸ πιὸ πικρὸ ποτή­ρι, τὸ ποτή­ριο τοῦ σταυ­ρι­κοῦ θανά­του. «Οὐκ οἴδα­τε τί αἰτεῖ­σθε».

Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ «Οὐκ οἴδα­τε τί αἰτεῖ­σθε», ποὺ εἶπε ὁ Χρι­στὸς στοὺς δυὸ μαθη­τάς του, πόσες φορὲς δὲν ται­ριά­ζει νὰ εἰπω­θῇ καὶ γιά μας τοὺς σημε­ρι­νοὺς χρι­στια­νούς! Για­τί κ’ ἐμεῖς σὰν τοὺς μαθη­τὰς τοῦ Χρι­στοῦ σκε­πτό­μα­στε καὶ ζητᾶ­με ἀπὸ τὸ Χρι­στὸ πράγ­μα­τα ποὺ δὲν εἶνε γιὰ τὸ πνευ­μα­τι­κό μας συμ­φέ­ρον, δὲν εἶνε γιὰ τὴν ψυχι­κή μας σωτη­ρία. Θὰ εἶνε ἡ κατα­στρο­φή μας αὐτὰ ποὺ ζητᾶ­με. Καὶ ὁ Χρι­στός, ποὺ ξέρει ποιό εἶνε ἐκεῖ­νο ποὺ μᾶς ὠφε­λεῖ καὶ ποιό εἶνε ἐκεῖ­νο ποὺ μᾶς βλά­πτει, στὶς ἐπί­μο­νες παρα­κλή­σεις μας, στὶς προ­σευ­χὲς καὶ τίς δεή­σεις μας, ἀπαν­τᾷ «Οὐκ οἴδα­τε τί αἰτεῖ­σθε» (αὐτ.).

Θέλε­τε παρα­δείγ­μα­τα; Ἄς ποῦ­με μερι­κὰ ἀπὸ τὰ πολ­λὰ ποὺ συμ­βαί­νουν κάθε μέρα στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώ­πων. Ἕνας φτω­χὸς ἔπαιρ­νε λαχεῖα καὶ παρα­κα­λοῦ­σε το Θεὸ νὰ τοῦ πέσῃ ὁ πρῶ­τος λαχνός. Τὸ ζητοῦ­σε ἐπι­μό­νως. Νόμι­ζε ὁ ἀνόη­τος, ὅτι μὲ τὰ λεφτὰ θὰ γίνῃ εὐτυ­χής. Νὰ λοι­πὸν καὶ τοῦ ἔπε­σε τὸ πρῶ­το λαχεῖο! Κέρ­δι­ζε ἑκα­τομ­μύ­ρια. Ὅταν τὸ ἔμα­θε, ἀπὸ τὴν ὑπερ­βο­λι­κή του χαρὰ καὶ συγ­κί­νη­σι τρελ­λά­θη­κε καὶ κλεί­στη­κε στὸ τρελ­λο­κο­μεῖο. Δὲν ἤξε­ρε τί ζητοῦ­σε…

Μιὰ φτω­χὴ κοπέλ­λα βάλ­θη­κε νὰ πάρῃ ἕναν πλού­σιο νέο. Ὅλα τὰ μέσα τὰ χρη­σι­μο­ποί­η­σε γιὰ νὰ πετύ­χῃ το σκο­πό της. Ἄνα­βε κεριὰ σὲ ὅλους τοὺς ἁγί­ους καὶ τοὺς παρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴ βοη­θή­σουν. Καὶ σὲ μάγια ἀκό­μη κατέ­φυ­γε. Τέλος τὸ κατώρ­θω­σε. Πῆρε τὸν πλού­σιο νέο. Ἔγι­νε εὐτυ­χι­σμέ­νη; Ὄχι. Ἔγι­νε δυστυ­χι­σμέ­νη, πολὺ δυστυ­χι­σμέ­νη. Ὁ πλού­σιος ἄντρας τὴν κακο­με­τα­χει­ρί­ζε­ται, τὴ χτυ­πά­ει, τὴ βρί­ζει, τὴ διώ­χνει ἀπὸ τὸ μέγα­ρο τοῦ. Δὲν ἁρμό­ζει καὶ στὴν περί­πτω­ση αὐτὴ νὰ λεχθῇ τὸ «Οὐκ οἴδα­τε τί αἰτεῖ­σθε»;

Κ’ ἕνα τελευ­ταῖο παρά­δειγ­μα. Ἕνας νιό­παν­τρος νέος ζοῦ­σε μὲ τὴ γυναῖ­κα του εὐτυ­χι­σμέ­νος στὸ μικρὸ χωριό του. Ἀλλὰ αὐτὸς ἄκου­γε Ἀμε­ρι­κὴ καὶ Αὐστρα­λία, καὶ νόμι­ζε ὅτι ἐκεῖ, ἂν θὰ πάη, θὰ βρῆ τὸν παρά­δει­σο. Ἔφα­γε τὸν κόσμο γιὰ νὰ πάη. Στὸ τέλος τὸ πέτυ­χε. Ἄφη­σε το χωριό του, τοὺς γέρον­τες γονεῖς του καὶ ἔφυ­γε. Ἔφυ­γε οἰκο­γε­νεια­κῶς. Βρῆ­κε ἐκεῖ τὴν εὐτυ­χία του; Ἀλλοί­μο­νο! Ἡ γυναῖ­κα του στὰ ξένα παρα­στρά­τη­σε. Τὸν ἄφη­σε. Καὶ τώρα εἶνε μόνος του, χωρὶς παι­διά, ποὺ ἀκο­λού­θη­σαν τὴ μάνα τους. Γρά­φει τώρα, καὶ τὰ γράμ­μα­τά του εἶνε βρεγ­μέ­να μὲ τὰ δάκρυά του. «Κόλα­ση εἶνε», γρά­φει, «ἐδῶ ἡ ζωή μου». Καὶ στὴν περί­πτω­ση αὐτὴ ται­ριά­ζει τὸ «Οὐκ οἴδα­τε τί αἰτεῖ­σθε» (αὐτ.).

Ἄχ, ἀγα­πη­τοί μου, πόσο κον­τό­φθαλ­μοι εἴμα­στε! Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με μακριά. Δὲν ξέρου­με ποιό εἶνε στὸν κόσμο τοῦ­το τὸ πραγ­μα­τι­κό μας συμ­φέ­ρον. Ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ποὺ ζητᾶ­με λίγα εἶνε ἐκεῖ­να ποὺ μᾶς ὠφε­λοῦν. Τὰ ἄλλα εἶνε πολὺ ἐπι­ζή­μια καὶ κατα­στρε­πτι­κά. Γι’ αὐτὸ στὴν προ­σευ­χή μας πρέ­πει νὰ λέμε «Χρι­στέ! Σύ, ποὺ μᾶς ἀγα­πᾷς καὶ γνω­ρί­ζεις ποιό εἶνε τὸ πραγ­μα­τι­κό μας συμ­φέ­ρον, σὲ παρα­κα­λοῦ­με νὰ μᾶς δίνης μόνο ὅ,τι μᾶς ὠφε­λεῖ».

Διαβάστε επίσης και τα εξής:

elGreek