ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ (Ασώτου)

Ευαγγελική Περικοπή και Κηρύγματα Αγίων Πατέρων

by admin

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ (ΑΣΩΤΟΥ) — ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑ (ΙΕ΄ 11 — 32)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παρα­βο­λὴν ταύ­την· Ἄνθρω­πός τις εἶχε δύο υἱούς. 12καὶ εἶπεν ὁ νεώ­τε­ρος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπι­βάλ­λον μέρος τῆς οὐσί­ας. καὶ διεῖ­λεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13καὶ μετ’ οὐ πολ­λὰς ἡμέ­ρας συνα­γα­γὼν ἅπαν­τα ὁ νεώ­τε­ρος υἱὸς ἀπε­δή­μη­σεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διε­σκόρ­πι­σεν τὴν οὐσί­αν αὐτοῦ ζῶν ἀσώ­τως. 14δαπα­νή­σαν­τος δὲ αὐτοῦ πάν­τα ἐγέ­νε­το λιμὸς ἰσχυ­ρὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκεί­νην, καὶ αὐτὸς ἤρξα­το ὑστε­ρεῖ­σθαι. 15καὶ πορευ­θεὶς ἐκολ­λή­θη ἑνὶ τῶν πολι­τῶν τῆς χώρας ἐκεί­νης, καὶ ἔπεμ­ψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοί­ρους· 16καὶ ἐπε­θύ­μει γεμί­σαι τὴν κοι­λί­αν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερα­τί­ων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖ­ροι, καὶ οὐδεὶς ἐδί­δου αὐτῷ. 17εἰς ἑαυ­τὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισ­σεύ­ου­σιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ὧδε ἀπόλ­λυ­μαι! 18ἀνα­στὰς πορεύ­σο­μαι πρὸς τὸν πατέ­ρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρ­τον εἰς τὸν οὐρα­νὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου· 19οὐκέ­τι εἰμὶ ἄξιος κλη­θῆ­ναι υἱός σου· ποί­η­σόν με ὡς ἕνα τῶν μισθί­ων σου. 20καὶ ἀνα­στὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέ­ρα ἑαυ­τοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέ­χον­τος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγ­χνί­σθη, καὶ δρα­μὼν ἐπέ­πε­σεν ἐπὶ τὸν τρά­χη­λον αὐτοῦ καὶ κατε­φί­λη­σεν αὐτόν. 21εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱὸς· πάτερ, ἥμαρ­τον εἰς τὸν οὐρα­νὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου, καὶ οὐκέ­τι εἰμὶ ἄξιος κλη­θῆ­ναι υἱός σου. 22εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δού­λους αὐτοῦ· ἐξε­νέγ­κα­τε τὴν στο­λὴν τὴν πρώ­την καὶ ἐνδύ­σα­τε αὐτόν, καὶ δότε δακτύ­λιον εἰς τὴν χεῖ­ρα αὐτοῦ καὶ ὑπο­δή­μα­τα εἰς τοὺς πόδας, 23καὶ ἐνέγ­καν­τες τὸν μόσχον τὸν σιτευ­τόν θύσα­τε, καὶ φαγόν­τες εὐφραν­θῶ­μεν, 24ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέ­ζη­σεν, καὶ ἀπο­λω­λὼς ἦν καὶ εὑρέ­θη. καὶ ἤρξαν­το εὐφραί­νε­σθαι. 25Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρε­σβύ­τε­ρος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχό­με­νος ἤγγι­σε τῇ οἰκίᾳ, ἤκου­σε συμ­φω­νί­ας καὶ χορῶν, 26καὶ προ­σκα­λε­σά­με­νος ἕνα τῶν παί­δων ἐπυν­θά­νε­το τί εἴη ταῦ­τα. 27ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελ­φός σου ἥκει, καὶ ἔθυ­σεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευ­τόν, ὅτι ὑγιαί­νον­τα αὐτὸν ἀπέ­λα­βεν. 28ὠργί­σθη δὲ καὶ οὐκ ἤθε­λεν εἰσελ­θεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελ­θὼν παρε­κά­λει αὐτόν. 29ὁ δὲ ἀπο­κρι­θεὶς εἶπε τῷ πατρὶ· ἰδοὺ τοσαῦ­τα ἔτη δου­λεύω σοι καὶ οὐδέ­πο­τε ἐντο­λήν σου παρῆλ­θον, καὶ ἐμοὶ οὐδέ­πο­τε ἔδω­κας ἔρι­φον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφραν­θῶ· 30ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ κατα­φα­γών σου τὸν βίον μετὰ πορ­νῶν, ἦλθεν, ἔθυ­σας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευ­τὸν. 31ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάν­το­τε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάν­τα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32εὐφραν­θῆ­ναι δὲ καὶ χαρῆ­ναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελ­φός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέ­ζη­σε, καὶ ἀπο­λω­λὼς ἦν καὶ εὑρέ­θη.

11 Είπε δε ακό­μη και την εξής παρα­βο­λήν· “ένας άνθρω­πος είχε δύο υιούς. 12 Και είπε ο νεώ­τε­ρος από αυτούς στον πατέ­ρα· πατέ­ρα, δος μου το μερί­διο της περιου­σί­ας που μου ανή­κει. Και ο πατέ­ρας εμοί­ρα­σε εις αυτούς την περιου­σί­αν του. 13 Και ύστε­ρα από ολί­γας ημέ­ρας ο νεώ­τε­ρος υιός εμά­ζευ­σεν όλα ανε­ξαι­ρέ­τως όσα του είχε δώσει ο πατέ­ρας και ετα­ξί­δε­ψε εις μακρυ­νήν χώραν. Και εκεί εσπα­τά­λη­σε την περιου­σί­αν του ζων ένα βίον άσω­τον, παρα­λυ­μέ­νον και ασυλ­λό­γι­στον. 14 Οταν δε εξώ­δευ­σε όλα όσα είχε, έπε­σε μεγά­λη πεί­να εις την χώραν εκεί­νην και αυτός ήρχι­σε να στε­ρή­ται και να πει­νά. 15 Και από την πεί­ναν πλέ­ον ζαλι­σμέ­νος επή­γε και προ­σκολ­λή­θη­κε σαν δού­λος εις ένα από τους κατοί­κους της χώρας εκεί­νης. Και αυτός τον έστει­λε εις τα χωρά­φια του, να βόσκη χοί­ρους. 16 Και επι­θυ­μού­σε να γεμί­ση την κοι­λί­αν του από τα ξυλο­κέ­ρα­τα, που έτρω­γαν οι χοί­ροι, αλλά κανείς δεν του έδι­δε, διό­τι οι υπη­ρέ­ται τα προ­ώ­ρι­ζαν δια τους χοί­ρους. 17 Καποιαν όμως ημέ­ραν συνήλ­θεν από την ζάλην και το κατάν­τη­μα της αμαρ­τω­λής ζωής του και είπε· Ποσοι μισθω­τοί του πατέ­ρα μου έχουν με το παρα­πά­νω ψωμιά και φαγη­τά, εγώ δε χάνο­μαι από την πεί­ναν; 18 Και αμέ­σως επή­ρε την από­φα­σιν της επι­στρο­φής και είπε· Θα σηκω­θώ, θα υπά­γω προς τον πατέ­ρα μου και θα του πω· πατέ­ρα μου, ημάρ­τη­σα στον ουρα­νόν εμπρός στον Θεόν και τους αγγέ­λους του· ημάρ­τη­σα και ενώ­πιόν σου, διό­τι περι­φρό­νη­σα την πατρι­κήν σου αγά­πην και δεν ελο­γά­ρια­σα την λύπην, που θα σου προ­ξε­νού­σα με την φυγήν μου. 19 Δεν είμαι πλέ­ον άξιος να ονο­μα­σθώ υιός σου και να φέρω το τιμη­μέ­νο όνο­μά σου· κάμε με σαν ένα από τους υπη­ρέ­τας σου. 20 Και έθε­σε εις εφαρ­μο­γήν την καλήν του από­φα­σιν. Εση­κώ­θη και ήλθε προς τον πατέ­ρα του. Ενώ δε ακό­μη ευρί­σκε­το εις μακρυ­νήν από­στα­σιν, ο πατέ­ρας του, που από και­ρόν τώρα τον επε­ρί­με­νε και παρα­τη­ρού­σε πάν­το­τε με λαχτά­ρα στον δρό­μον, τον είδε και τον εσπλαγ­χνί­σθη, έτρε­ξε εις προ­ϋ­πάν­τη­σίν του, έπε­σε με στορ­γήν απέ­ραν­τον στον τρά­χη­λον του παι­διού του, το αγκα­λια­σε και το εγέ­μι­σε φιλή­μα­τα. 21 Συν­τε­τριμ­μέ­νος ο υιός από την απέ­ραν­τον αυτήν στορ­γήν είπε στον πατέ­ρα του· Πατέ­ρα, ημάρ­τη­σα στον ουρα­νόν και ενώ­πιόν σου και δεν είμαι άξιος να ονο­μα­σθώ υιός σου. 22 Ο δε πατέ­ρας τον διέ­κο­ψε, εστρά­φη προς τους δού­λους, που είχαν μαζευ­θή εκεί, και είπε· Βγάλ­τε την πιο καλή φορε­σιά και ενδύ­σα­τέ τον, και δώστε του το δακτυ­λί­δι εις τα χέρια, σαν αυτό που φορούν οι ελεύ­θε­ροι και οι κύριοι. Δώστε του υπο­δή­μα­τα εις τα πόδια, δια να μη περ­πα­τή ξυπό­λη­τος όπως οι δού­λοι. 23 Και φέρ­τε το θρε­φτό μοσχά­ρι, σφάξ­τε το και ετοι­μά­στε το πιο πλού­σιο τρα­πέ­ζι, δια να πανη­γυ­ρί­σω­με το εξαι­ρε­τι­κά χαρ­μό­συ­νο αυτό γεγο­νός. Και αφού φάμε, ας ευφραν­θού­με όλοι. 24 Διό­τι ο υιός μου αυτός ήτο νεκρός και ανα­στή­θη­κε, χαμέ­νος ήτο και ευρέ­θη­κε. Και ήρχι­σαν να ευφραί­νων­ται. (Αγγε­λοι και δίκαιοι καλούν­ται από τον Θεόν να χαρούν και να ευφραν­θούν, όταν ένας αμαρ­τω­λός, που εγκα­τέ­λει­ψε τον Θεόν και εσπα­τά­λη­σε τα θεία δώρα εις την αμαρ­τί­αν και εβυ­θί­σθη στον εξευ­τε­λι­σμόν και την κοι­νήν περι­φρό­νη­σιν, μετα­νο­ή­ση ειλι­κρι­νώς, επα­νέλ­θη προς τον Πατέ­ρα και ξανα­πά­ρη την υιο­θε­σί­αν και την πρώ­την του θέσιν). 25 Αλλά ο μεγα­λύ­τε­ρος υιός ευρί­σκε­το στο χωρά­φι και καθώς την ώραν που ήρχε­το επλη­σί­α­σε στο σπί­τι, ήκου­σε μου­σι­κά όργα­να και τρα­γού­δια και χορούς. 26 Και αφού εκά­λε­σε ένα από τους υπη­ρέ­τας, τον ηρώ­τη­σε τι άρα­γε είναι αυτά που γίνον­ται. 27 Εκεί­νος δε του είπε ότι· Ηλθε ο αδελ­φός σου και ο πατέ­ρας σου έσφα­ξε το θρε­πτό μοσχά­ρι, διό­τι με μεγά­λην χαράν τον είδε και τον υπε­δέ­χθη υγιή. 28 Εθύ­μω­σε δε αυτός και δεν ήθε­λε να εισέλ­θη στο σπί­τι και να παρα­κα­θί­ση στο χαρ­μό­συ­νο τρα­πέ­ζι. Οταν ο πατέ­ρας επλη­ρο­φο­ρή­θη αυτό, εβγή­κε έξω προς τον μεγα­λύ­τε­ρον υιόν και με στορ­γήν πολ­λήν τον παρα­κα­λού­σε. 29 Εκεί­νος όμως πικρα­μέ­νος απε­κρί­θη με δυσφο­ρί­αν μεγά­λην και του είπε· Ιδού τόσα χρό­νια σε υπη­ρε­τώ και ποτέ δεν κατε­πά­τη­σα την εντο­λή σου. Και όμως εις εμέ δεν έδω­σές ποτέ ένα κατσί­κι, δια να εφραν­θώ με τους φίλους μου. 30 Οταν δε ήλθε το παι­δί σου αυτό, που κατέ­φα­γε το βιο σου με πόρ­νας, έσφα­ξες προς χάριν του το θρε­πτό μοσχά­ρι. 31 Είπε δε εις αυτόν ο πατέ­ρας· Παι­δί μου, συ πάν­το­τε είσαι μαζή μου και όλα τα υπάρ­χον­τά μου είναι δικά σου και ποτέ από τίπο­τε δεν σε εστέ­ρη­σα. 32 Επρε­πε δε και συ να ευραν­θής και να χαρής, διό­τι ο αδελ­φός σου αυτός ήτο νεκρός και ανα­στή­θη­κε, χαμέ­νος και ξανα­βρέ­θη­κε”. (Αγα­να­κτού­σαν οι υψη­λό­φρο­νες Φαρι­σαί­οι, όταν έβλε­παν τον Κυριον να δέχε­ται με στορ­γήν τους μετα­νο­ούν­τας αμαρ­τω­λούς και να τους ανα­κη­ρύσ­ση πολί­τας της βασι­λεί­ας του. Εγω­πα­θείς και ιδιο­τε­λείς, καθώς ήσαν οι Φαρι­σαί­οι και οι όμοιοι με αυτούς, τυπι­κώς μόνον και εξω­τε­ρι­κώς τιμών­τες τον Θεόν, απε­ξέ­νω­σαν τον ευα­τόν των από την αγά­πην του Θεού και από την χαρ­μό­συ­νον επι­κοι­νω­νί­αν με τους πολί­τας της βασι­λεί­ας των ουρα­νών).

11 Και για να κάνει σαφέ­στε­ρη και περισ­σό­τε­ρο κατα­νο­η­τή την αλή­θεια αυτή, είπε και την εξής παρα­βο­λή: Ένας άνθρω­πος, ο Θεός δηλα­δή, είχε δύο γιους. 12 Ο μικρό­τε­ρος γιος εικο­νί­ζει τον απο­στά­τη αμαρ­τω­λό, που φεύ­γει από την υπα­κοή και την προ­στα­σία του επου­ρα­νί­ου Πατρός. Είπε λοι­πόν ο μικρό­τε­ρος γιος στον πατέ­ρα του: Πατέ­ρα δωσ’ μου το μερί­διο της περιου­σί­ας που μου ανή­κει. Και ο πατέ­ρας μοί­ρα­σε και στους δύο γιους την περιου­σία. Ο Θεός δηλα­δή και στον αμαρ­τω­λό που θέλει να ζει μακριά απ’ αυτόν δίνει τα μέσα της συν­τη­ρή­σε­ώς του και όλα εκεί­να τα πνευ­μα­τι­κά και υλι­κά χαρί­σμα­τα που θα τον έκα­ναν πνευ­μα­τι­κά ευτυ­χι­σμέ­νο, εάν αυτός δεν τα κατα­σπα­τα­λού­σε. 13 Ύστε­ρα από λίγες μέρες ο νεό­τε­ρος γιος μάζε­ψε όλα όσα του έδω­σε ο πατέ­ρας του και ταξί­δε­ψε σε χώρα μακρι­νή. Εκεί δια­σκόρ­πι­σε την περιου­σία του κάνον­τας μια ζωή άσω­τη και ακό­λα­στη. Έτσι και κάθε αμαρ­τω­λός εξαι­τί­ας των αμαρ­τιών του χωρί­ζε­ται από τον Θεό και οδη­γεί­ται πολύ μακριά απ’ αυτόν. Και με την κατά­χρη­ση των χαρι­σμά­των που του έδω­σε ο επου­ρά­νιος Πατήρ εξα­χρειώ­νε­ται και δια­φθεί­ρε­ται. 14 Όταν ο νεό­τε­ρος γιος ξόδε­ψε όλα όσα είχε, έπε­σε μεγά­λη πεί­να στη χώρα εκεί­νη, κι αυτός άρχι­σε να στε­ρεί­ται. Κάθε αμαρ­τω­λός δηλα­δή δεν έχει απε­ριό­ρι­στες απο­λαύ­σεις. Αργά ή γρή­γο­ρα θα αισθαν­θεί την αθλιό­τη­τα και το κενό που δημιουρ­γεί στην καρ­διά του η άσω­τη ζωή και η στέ­ρη­ση της θεί­ας παρη­γο­ριάς. 15 Και ο άσω­τος γιος εξαι­τί­ας των στε­ρή­σε­ων και της πεί­νας του πήγε σ’ έναν από τους πολί­τες εκεί­νης της χώρας, ο οποί­ος τον προ­σέ­λα­βε ως δού­λο. Και τον έστει­λε στα χωρά­φια του να βόσκει χοί­ρους, ζώα δηλα­δή ακά­θαρ­τα, που προ­κα­λού­σαν την αηδία και την απο­στρο­φή σ’ έναν Ιου­δαίο, όπως ήταν ο νεό­τε­ρος γιος. Σε τι εξευ­τε­λι­σμό καταν­τά και πόσο χάνει την αξιο­πρέ­πειά του ο ταλαί­πω­ρος αμαρ­τω­λός! 16 Και επι­θυ­μού­σε ο νεό­τε­ρος γιος να γεμί­σει την κοι­λιά του με τα ξυλο­κέ­ρα­τα που έτρω­γαν οι χοί­ροι. Μα κανείς δεν του έδι­νε, διό­τι οι υπη­ρέ­τες που έκα­ναν τη δια­νο­μή παρα­τη­ρού­σαν με προ­σο­χή να μην μεί­νουν χωρίς τρο­φή οι χοί­ροι. 17 Σε κάποια όμως στιγ­μή αυτός ήλθε στον εαυ­τό του από τη μέθη και την τρέ­λα της αμαρ­τί­ας και είπε: Πόσοι μισθω­τοί εργά­τες του πατέ­ρα μου έχουν άφθο­νο και περίσ­σιο ψωμί, ενώ εγώ κιν­δυ­νεύω να πεθά­νω από την πεί­να! Το πρώ­το βήμα δηλα­δή της μετα­νοί­ας του αμαρ­τω­λού είναι η συναί­σθη­ση της αθλιό­τη­τός του. 18 Μετά τη συναί­σθη­ση αυτή ακο­λου­θεί η σωτη­ριώ­δης από­φα­ση. Θα σηκω­θώ, λέει ο άσω­τος, και θα πάω στον πατέ­ρα μου και θα του πω: Πατέ­ρα, αμάρ­τη­σα στον ουρα­νό. (Διό­τι εκεί οι άγγε­λοι εκτε­λούν με ευλά­βεια το θείο θέλη­μα, και όπως υπα­κούν αυτοί, έτσι αξιώ­νουν και όλα τα κτί­σμα­τα να υπα­κούν σ’ αυτό, και λυπούν­ται για την απο­στα­σία κάθε ανθρώ­που). Αμάρ­τη­σα και σε σένα διό­τι περι­φρό­νη­σα τη στορ­γή σου και δεν λογά­ρια­σα τη λύπη που δοκί­μα­ζες όταν έφευ­γα μακριά σου. 19 Δεν είμαι πλέ­ον άξιος να ονο­μά­ζο­μαι γιος σου. Δεν ζητώ να προ­σλη­φθώ ούτε ως μόνι­μος δού­λος σου παρα­μέ­νον­τας διαρ­κώς στο σπί­τι σου. Κάνε με σαν έναν από τους μισθω­τούς εργά­τες σου. 20 Και η σωτη­ριώ­δης από­φα­ση άρχι­σε να ενερ­γο­ποιεί­ται. Ο άσω­τος σηκώ­θη­κε και ξεκί­νη­σε να πάει στον πατέ­ρα του. Κι ενώ βρι­σκό­ταν ακό­μη μακριά, τον είδε ο πατέ­ρας του και τον σπλα­χνί­σθη­κε. Έτρε­ξε τότε για να τον προ­ϋ­παν­τή­σει, έπε­σε στον τρά­χη­λό του, τον αγκά­λια­σε σφι­χτά και τον κατα­φι­λού­σε με στορ­γή. Ο Θεός δηλα­δή όχι μόνο δέχε­ται τον αμαρ­τω­λό που μετα­νο­εί και επι­στρέ­φει κον­τά του, αλλά και προ­τού ακό­μη πλη­σιά­σει ο αμαρ­τω­λός, σπεύ­δει να τον ανα­ζη­τή­σει, και τον αγκα­λιά­ζει με στορ­γή. 21 Ενώ λοι­πόν ο Πατέ­ρας έδει­ξε τέτοια στορ­γή κι ενώ ακο­λού­θη­σε μια τόσο θερ­μή συν­διαλ­λα­γή, ο γιος συν­τε­τριμ­μέ­νος έκα­νε την εξο­μο­λό­γη­σή του λέγον­τας: Πατέ­ρα, αμάρ­τη­σα στον ουρα­νό κα σε σένα και δεν είμαι πλέ­ον άξιος να ονο­μά­ζο­μαι γιος σου. 22 Ο πατέ­ρας τότε τον διέ­κο­ψε και είπε στους δού­λους του: Βγάλ­τε έξω την πιο καλή φορε­σιά απ’ όσες έχου­με, σαν αυτή που φορού­σε πριν φύγει απ’ το σπί­τι μου. Κι επει­δή αυτός, στην κατά­στα­ση που είναι, θα ντρέ­πε­ται να την φορέ­σει, ντύ­στε τον εσείς, για να μην είναι πλέ­ον γυμνός και κου­ρε­λιά­ρης. Και δώστε του δαχτυ­λί­δι να το φορά­ει στο χέρι του, όπως φορούν οι κύριοι και οι ελεύ­θε­ροι. Δώστε του και υπο­δή­μα­τα στα πόδια του, για να μην περ­πα­τά ξυπό­λυ­τος όπως οι σκλά­βοι. Τον απο­κα­θι­στώ δηλα­δή ολο­κλη­ρω­τι­κά στη θέση και στα δικαιώ­μα­τα που είχε πριν ασω­τεύ­σει. 23 Και φέρ­τε και σφάξ­τε εκεί­νο από τα μοσχά­ρια που το τρέ­φου­με ξεχω­ρι­στά για κάποια χαρ­μό­συ­νη και εξαι­ρε­τι­κή περί­στα­ση. Ας φάμε λοι­πόν, ας χαρού­με και ας δια­σκε­δά­σου­με με τρα­γού­δια και με χορούς, 24 διό­τι ο γιος μου αυτός μέχρι πριν από λίγο ήταν νεκρός, και ανα­στή­θη­κε? ήταν χαμέ­νος, και βρέ­θη­κε. Και άρχι­σαν να ευφραί­νον­ται. 25 Ο μεγα­λύ­τε­ρος όμως γιος, με τον οποίο έμοια­ζαν οι Φαρι­σαί­οι, ήταν στο χωρά­φι. Και καθώς ερχό­ταν και πλη­σί­α­ζε στο σπί­τι, άκου­σε όργα­να και τρα­γού­δια και χορούς. 26 Κάλε­σε λοι­πόν έναν από τους υπη­ρέ­τες που στε­κό­ταν απ’ έξω, και ρωτού­σε να μάθει τι συμ­βαί­νει, τί τάχα να σήμαι­ναν όλα αυτά. 27 Κι αυτός του είπε: Γύρι­σε ο αδελ­φός σου, και ο πατέ­ρας σου έσφα­ξε το καλο­θρεμ­μέ­νο μοσχά­ρι, διό­τι του γύρι­σε πάλι πίσω γερός και υγι­ής. 28 Ο μεγα­λύ­τε­ρος όμως γιος θύμω­σε και δεν ήθε­λε να μπει στο σπί­τι. (Έτσι συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ταν και οι Φαρι­σαί­οι, που σκαν­δα­λί­ζον­ταν όταν έβλε­παν τον Κύριο να συνα­να­στρέ­φε­ται και να διδά­σκει τους αμαρ­τω­λούς). Ο πατέ­ρας του λοι­πόν βγή­κε έξω και τον παρα­κα­λού­σε με την ίδια στορ­γή που δέχθη­κε το νεό­τε­ρο γιο του. 29 Αλλά ο μεγα­λύ­τε­ρος γιος απο­κρί­θη­κε στον πατέ­ρα του: Τόσα χρό­νια είμαι στη δού­λε­ψή σου και ποτέ δεν παρά­κου­σα κάποια προ­στα­γή σου? και παρό­λα αυτά δεν μου έδω­σες ποτέ ούτε ένα κατσι­κά­κι για να δια­σκε­δά­σω με τους φίλους μου. (Πόσο πλα­νά­ται ο μεγα­λύ­τε­ρος γιος! Εάν υπήρ­ξε τόσο πει­θαρ­χι­κός στον πατέ­ρα του, πώς τώρα τον παρα­κού­ει με τέτοιο πεί­σμα; Και πότε ζήτη­σε κατσι­κά­κι από τον πατέ­ρα του, κι εκεί­νος δεν του έδω­σε;). 30 Όταν όμως ήλθε ο προ­κομ­μέ­νος αυτός γιος σου, που κατα­σπα­τά­λη­σε την περιου­σία σου με πόρ­νες, έσφα­ξες γι’ αυτόν το καλύ­τε­ρο μοσχά­ρι που το είχα­με θρε­φτά­ρι. (Ο μεγα­λύ­τε­ρος γιος μετα­χει­ρί­στη­κε την αλα­ζο­νι­κή γλώσ­σα των Φαρι­σαί­ων, που περι­φρο­νού­σαν τους αμαρ­τω­λούς και νόμι­ζαν ότι μόνο αυτοί ήταν δίκαιοι και γι’ αυτό είχαν απο­κλει­στι­κά δικαιώ­μα­τα στην αγά­πη του Θεού). 31 Ο πατέ­ρας τότε του απάν­τη­σε: Παι­δί μου, εσύ είσαι πάν­το­τε μαζί μου. κι όλα όσα έχω, δικά σου είναι. 32 Έπρε­πε λοι­πόν κι εσύ να ευφραν­θείς και να χαρείς, διό­τι ο αδελ­φός σου αυτός, για τον οποίο με τόση περι­φρό­νη­ση μιλάς, ήταν νεκρός, και ανα­στή­θη­κε. Ήταν χαμέ­νος, και βρέ­θη­κε.

11  Eἶπε ἐπί­σης: «Ἕνας ἄνθρω­πος εἶχε δύο υἱούς. 12  Kαὶ ὁ νεώ­τε­ρος ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε στὸν πατέ­ρα: “Πατέ­ρα, δός μου τὸ μερί­διο τῆς περιου­σί­ας ποὺ μοῦ πέφτει”. Kαὶ τοὺς διέ­νει­με τὴν περιου­σία. 13  Kαὶ ἔπει­τα ἀπὸ λίγες ἡμέ­ρες ὁ νεώ­τε­ρος υἱός, ἀφοῦ τὰ μάζε­ψε ὅλα, ἔφυ­γε σὲ μακρι­νὴ χώρα, καὶ ἐκεῖ δια­σκόρ­πι­σε τὴν περιου­σία του ζών­τας ἀσώ­τως. 14  Kαὶ ὅταν τὰ δαπά­νη­σε ὅλα, ἔπε­σε πεῖ­να μεγά­λη στὴ χώρα ἐκεί­νη, καὶ αὐτὸς ἄρχι­σε νὰ στε­ρῆ­ται. 15  Kαὶ πῆγε καὶ προ­σκολ­λή­θη­κε σ’ ἕνα ἀπὸ τοὺς πολῖ­τες τῆς χώρας ἐκεί­νης, καὶ τὸν ἔστει­λε στοὺς ἀγρούς του γιὰ νὰ βόσκῃ χοί­ρους. 16  Kαὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ γεμί­σῃ τὴν κοι­λιά του ἀπὸ τὰ ξυλο­κέ­ρα­τα, ποὺ ἔτρω­γαν οἱ χοῖ­ροι, διό­τι κανεὶς δὲν τοῦ ἔδι­νε (τρο­φή). 17  Tότε ἦλθε στὸν ἑαυ­τό του καὶ εἶπε: “Πόσοι ἐργά­τες τοῦ πατέ­ρα μου ἔχουν περίσ­σευ­μα ἄρτων, ἐνῷ ἐγὼ πεθαί­νω ἀπὸ πεῖ­να! 18  Θὰ σηκω­θῶ καὶ θὰ πάω στὸν πατέ­ρα μου καὶ θὰ τοῦ εἰπῶ: Πατέ­ρα, ἁμάρ­τη­σα στὸ Θεὸ καὶ σὲ σένα. 19  Δὲν εἶμαι πλέ­ον ἄξιος νὰ λέγω­μαι υἱός σου. Kάνε με σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς ἐργά­τες σου”. 20  Kαὶ σηκώ­θη­κε καὶ ἦλθε στὸν πατέ­ρα του. Ἐνῷ δὲ ἀκό­μη ἦταν μακριά, τὸν εἶδε ὁ πατέ­ρας του καὶ σπλαγ­χνί­σθη­κε, καὶ ἔτρε­ξε καὶ τὸν ἀγκά­λια­σε σφι­κτὰ καὶ τὸν φίλη­σε θερ­μά. 21  Kαὶ τοῦ εἶπε ὁ υἱός: “Πατέ­ρα, ἁμάρ­τη­σα στὸ Θεὸ καὶ σὲ σένα, καὶ δὲν εἶμαι πλέ­ον ἄξιος νὰ λέγω­μαι υἱός σου”. 22  Ἀλλ’ ὁ πατέ­ρας εἶπε στοὺς δού­λους του: “Bγά­λε­τε τὴν καλ­λί­τε­ρη ἐνδυ­μα­σία καὶ ἐνδύ­σε­τε αὐτόν, καὶ δῶστε δακτυ­λί­δι γιὰ τὸ χέρι του καὶ ὑπο­δή­μα­τα γιὰ τὰ πόδια. 23  Kαὶ φέρε­τε καὶ σφά­ξε­τε τὸ καλο­θρεμ­μέ­νο μοσχά­ρι, καὶ ἂς φᾶμε καὶ ἂς εὐφραν­θοῦ­με, 24  διό­τι αὐτὸς ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦταν καὶ ἀνέ­ζη­σε, καὶ θανα­τω­μέ­νος ἦταν καὶ σώθη­κε”. Kαὶ ἄρχι­σαν νὰ δια­σκε­δά­ζουν. 25  Ὁ μεγα­λύ­τε­ρος δὲ υἱός του ἦταν στὸ χωρά­φι. Kαὶ ὅταν ἐπι­στρέ­φον­τας πλη­σί­α­σε στὸ σπί­τι, ἄκου­σε μου­σι­κὰ ὄργα­να καὶ χορούς. 26  Kαὶ ἀφοῦ κάλε­σε ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπη­ρέ­τες, ρωτοῦ­σε νὰ μάθῃ τί συμ­βαί­νει. 27  Aὐτὸς δὲ τοῦ εἶπε: “Ὁ ἀδελ­φός σου ἔχει ἔλθει, καὶ ἔσφα­ξε ὁ πατέ­ρας σου τὸ καλο­θρεμ­μέ­νο μοσχά­ρι, διό­τι τοῦ ἐπέ­στρε­ψε σῶος”. 28  Tότε ὠργί­σθη­κε καὶ δὲν ἤθε­λε νὰ μπῇ μέσα. Ὁ δὲ πατέ­ρας του βγῆ­κε καὶ τὸν παρα­κα­λοῦ­σε. 29  Ἀλλ’ αὐτὸς τότε εἶπε στὸν πατέ­ρα: “ Ἰδοὺ τόσα ἔτη σὲ δου­λεύω, καὶ ποτὲ δὲν ἔκα­να ἀνυ­πα­κοὴ σὲ ἐντο­λή σου. Kαὶ ὅμως σ’ ἐμέ­να ποτὲ δὲν ἔδω­σες ἕνα κατσί­κι, γιὰ νὰ δια­σκε­δά­σω μὲ τοὺς φίλους μου. 30  Ἀλλ’ ὅταν ἦλθε αὐτὸς ὁ υἱός σου, ποὺ κατά­φα­γε τὴν περιου­σία σου μὲ πόρ­νες, ἔσφα­ξες γι’ αὐτὸν τὸ καλο­θρεμ­μέ­νο μοσχά­ρι”. 31  Ἐκεῖ­νος δὲ τοῦ εἶπε: “Παι­δί μου, σὺ πάν­το­τε εἶσαι μαζί μου, καὶ ὅλα τὰ δικά μου εἶναι δικά σου. 32  Ἔπρε­πε δὲ νὰ εὐφραν­θῇς καὶ νὰ χαρῇς, διό­τι αὐτὸς ὁ ἀδελ­φός σου νεκρὸς ἦταν καὶ ἀνέ­ζη­σε, καὶ θανα­τω­μέ­νος ἦταν καὶ σώθη­κε”».

Ιερός Χρυ­σό­στο­μος (Εἰς τὴν παρα­βο­λὴν περὶ τοῦ ἀσώ­του)

Ομι­λία αγί­ου Ιωάν­νου, αρχιε­πι­σκό­που Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως του Χρυ­σο­στό­μου,

«Εἰς τὴν παρα­βολὴν περὶ τοῦ ἀσώτου»

Πάν­το­τε μεν, αδελ­φοί, οφεί­λου­με να δια­κη­ρύτ­του­με τη φιλαν­θρω­πία του Θεού (διό­τι μέσω αυτής «ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν(:ζού­με και κινού­μα­στε και υπάρ­χου­με)»[Πράξ.17,28])· και μάλι­στα σε τού­τον τον και­ρό έχου­με χρέ­ος να το κάνου­με αυτό, για να υπάρ­ξει κοι­νή ωφέ­λεια και για να ευερ­γε­τη­θούν οι αστέ­ρες που πρό­κει­ται να ανα­τεί­λουν από την κολυμ­βή­θρα[: όσοι κατη­χού­με­νοι επρό­κει­το σε λίγο να βαπτι­στούν]. Καθώς και αυτοί μέσω αυτής θα λάμ­ψουν και εμείς μέσω αυτής σωθή­κα­με και σωζό­μα­στε· αυτή δόθη­κε από τον Δημιουρ­γό Θεό και Πατέ­ρα μας σε μας αντί κλη­ρο­νο­μί­ας.

Ας πού­με, λοι­πόν, περί της μετα­νοί­ας, αυτά ακρι­βώς που είπε ο Χρι­στός, ο Δεσπό­της και φιλάν­θρω­πος Υιός του φιλάν­θρω­που Πατρός, ο μόνος γνή­σιος ερμη­νευ­τής της πατρι­κής Ουσί­ας. Ας ανα­πτύ­ξου­με όλη την παρα­βο­λή για τον Άσω­το, για να μάθου­με από αυτήν πώς πρέ­πει να προ­σεγ­γί­ζου­με τον Απρο­σπέ­λα­στο και πώς να ζητού­με συγ­χώ­ρη­ση των αμαρ­τιών μας.

«Ἄνθρω­πός τις(:ένας άνθρω­πος)», λέγει , «εἶχε δύο υἱούς(:είχε δύο γιους)». Ο Σωτή­ρας εδώ ομι­λεί όχι με τρό­πο που να παρου­σιά­ζει ευδιά­κρι­τα τα δόγ­μα­τα της χρι­στια­νι­κής πίστης, αλλά με παρα­βο­λές. Γι’ αυτό και για τον Πατέ­ρα Του ομι­λεί σαν για κάποιον άνθρω­πο, όπως και για τους δού­λους, ομι­λεί σαν να είναι τέκνα, για να δεί­ξει την στορ­γή του Θεού προς τους ανθρώ­πους. «Κάποιος άνθρω­πος», λέγει, «είχε δύο υιούς». Ποιος είναι αυτός ο άνθρω­πος; Είναι ο Πατήρ των οικτιρ­μών και Θεός κάθε παρη­γο­ριάς. Ποιοι γνω­ρί­σμα­τα είχαν αυτοί οι δύο υιοί; Αντι­προ­σω­πεύ­ουν ο ένας τους δικαί­ους και ο άλλος τους αμαρ­τω­λούς. Ο ένας γιος αντι­προ­σω­πεύ­ει αυτούς που τηρού­σαν τα θεία προ­στάγ­μα­τα και ο άλλος γιος, ο άσω­τος, αυτούς που παρέ­βαι­ναν τις δεσπο­τι­κές εντο­λές.

«Καὶ εἶπεν ὁ νεώ­τε­ρος αὐτῶν τῷ πατρί(:Και είπε ο νεό­τε­ρος από αυτούς στον πατέ­ρα του)». Και ποιος είναι αυτός ο νεό­τε­ρος υιός; Αυτός που έχει αστά­θεια γνώ­μης και παρα­σύ­ρε­ται εδώ και εκεί από τους φρέ­σκους πρωι­νούς ανέ­μους της νεό­τη­τας. Και εκ φύσε­ως μεν ανα­γνώ­ρι­σε Αυτόν που τον έπλα­σε ως Πατέ­ρα, αλλά από την κακή του προ­αί­ρε­ση δεν απέ­δω­σε την πρέ­που­σα τιμή σε Αυτόν που τον δημιούρ­γη­σε. Και λέγει: «Πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλ­λον μέρος τῆς οὐσίας(:Πατέ­ρα, δώσε μου το ανά­λο­γο μερί­διο της περιου­σί­ας που μου ανή­κει)». Καλώς ζήτη­σε από τον Θεό τον θεϊ­κό πλού­το, αλλά κακώς δαπά­νη­σε όσα έλα­βε. «Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον(:Και ο πατέ­ρας μοί­ρα­σε και στους δύο του γιους την περιου­σία)». Και έδω­σε σε αυτούς, ως Κτί­στης, όλη την κτί­ση. Παρεί­χε σε αυτούς σώμα­τα και λογι­κές ψυχές, ώστε από τον ορθό λόγο καθο­δη­γού­με­νοι να μη δια­πράτ­τουν τίπο­τε παρά­λο­γο. Όρι­σε σε αυτούς τον νόμο Του, τον φυσι­κό και τον γρα­πτό, σαν ένα θείο παι­δα­γω­γό, ώστε από τον νόμο παι­δα­γω­γού­με­νοι, να εφαρ­μό­σουν την βού­λη­ση του Νομο­θέ­του.

«Καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συνα­γαγὼν ἅπαν­τα ὁ νεώ­τε­ρος υἱὸς ἀπεδή­μη­σεν εἰς χώραν μακράν(:Ύστε­ρα από λίγες μέρες ο νεό­τε­ρος γιος μάζε­ψε όλα όσα του έδω­σε ο πατέ­ρας του και ταξί­δε­ψε σε χώρα μακρι­νή)»· ο νεό­τε­ρος λοι­πόν υιός, ωσάν νεό­τε­ρος ενήρ­γη­σε, και έφυ­γε σε χώρα μακρι­νή. Απο­μα­κρύν­θη­κε από τον Θεό και στά­θη­κε σε από­στα­ση και ο Θεός απ’ αυτόν· ο Θεός δεν εξα­ναγ­κά­ζει με τη βία εκεί­νον που δεν θέλει να υπο­τα­χθεί σε Αυτόν. Για­τί όλες οι αρε­τές είναι καρ­πός ελεύ­θε­ρης προ­αί­ρε­σης και όχι εξα­ναγ­κα­σμού. «Καὶ ἐκεῖ διε­σκόρ­πι­σε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως(:Εκεί δια­σκόρ­πι­σε την περιου­σία του κάνον­τας μια ζωή άσω­τη και ακό­λα­στη)». Εκεί όλο τον πλού­το της ψυχής του τον έχα­σε. Εκεί με σαρ­κι­κές τέρ­ψεις ναυά­γη­σε. Εκεί παί­ζον­τας και εμπαι­ζό­με­νος κατάν­τη­σε πένης. Εκεί αγο­ρά­ζον­τας ψυχο­φθό­ρες ηδο­νές και παζα­ρευό­με­νος γέλω­τες, κέρ­δι­σε αιτί­ες δακρύ­ων. Και τις μεν αρε­τές που είχε, τις έχα­σε. Τις δε κακί­ες, που δεν είχε, τις απέ­κτη­σε.

«Δαπα­νή­σαν­τος δὲ αὐτοῦ πάν­τα ἐγένε­το λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκεί­νην(:Όταν ο νεό­τε­ρος γιος ξόδε­ψε όλα όσα είχε, έπε­σε μεγά­λη πεί­να στη χώρα εκεί­νη, κι αυτός άρχι­σε να στε­ρεί­ται)». Αφού δαπά­νη­σε λοι­πόν όλο τον πλού­το του (για­τί είναι εκ φύσε­ως αδύ­να­τον να παρα­μεί­νει ο πλού­τος της χάρι­τος σ’ αυτούς που περ­νούν τον βίο τους με αισχρό τρό­πο), έτυ­χε να πέσει μεγά­λη πεί­να στη χώρα εκεί­νη. Για­τί όπου δεν καλ­λιερ­γεί­ται το σιτά­ρι της σωφρο­σύ­νης, εκεί «λιμός ἰσχυ­ρός», πεί­να φοβε­ρή. Όπου δεν έχει φυτευ­τεί η άμπε­λος της εγκρα­τεί­ας, εκεί «λιμός ἰσχυ­ρός», πεί­να φοβε­ρή. Όπου το στα­φύ­λι της αγνό­τη­τας δεν ληνο­πα­τεί­ται, εκεί «λιμός ἰσχυ­ρός», πεί­να φοβε­ρή. Όπου ο ουρά­νιος μού­στος δεν ξεχει­λί­ζει, εκεί «λιμός ἰσχυ­ρός», πεί­να φοβε­ρή. Όπου υπάρ­χει ευφο­ρία κακών, εκεί σε κάθε περί­πτω­ση υπάρ­χει και ακαρ­πία αγα­θών. Όπου υπάρ­χει αφθο­νία πρά­ξε­ων πονη­ρών, εκεί σε κάθε περί­πτω­ση θα υπάρ­χει έλλει­ψη των αρε­τών. Όπου δεν πηγά­ζει το έλαιο της φιλαν­θρω­πί­ας, εκεί «λιμός ἰσχυ­ρός».

«Καὶ αὐτὸς ἤρξα­το ὑστε­ρεῖσθαι(:Τότε, λοι­πόν, αυτός άρχι­σε να στε­ρεί­ται τρο­φής και να πει­νά­ει)». Για­τί δεν απέ­μει­ναν σε αυτόν, παρά μόνο τα κακά της ακρά­τειάς του, επει­δή έπρα­ξε τα κακά της ηθι­κής έκλυ­σης. «Καὶ πορευ­θεὶς ἐκολ­λή­θη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκεί­νης (:Και ο άσω­τος γιος εξαι­τί­ας των στε­ρή­σε­ων και της πεί­νας του πήγε και προ­σκολ­λή­θη­κε ως δού­λος σε έναν από τους πολί­τες εκεί­νης της χώρας)». Και πολί­τες εκεί­νης της χώρας όπου είχε μετα­να­στεύ­σει ήσαν οι δαί­μο­νες. «Καὶ ἔπεμ­ψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοί­ρους(:Και τον έστει­λε στα χωρά­φια του να βόσκει χοί­ρους, ζώα δηλα­δή ακά­θαρ­τα, που προ­κα­λού­σαν την αηδία και την απο­στρο­φή σ’ έναν Ιου­δαίο, όπως ήταν ο νεό­τε­ρος γιος)». Για­τί με τέτοιον τρό­πο τιμούν οι δαί­μο­νες αυτούς που τους τιμούν. Με τέτοιον τρό­πο αγα­πούν αυτούς που τους αγα­πούν· τέτοιες δωρε­ές χαρί­ζουν σε αυτούς που τους υπα­κού­ουν.

«Καὶ ἐπεθύ­μει γεμί­σαι τὴν κοι­λί­αν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερα­τί­ων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι(:Και επι­θυ­μού­σε ο νεό­τε­ρος γιος να γεμί­σει την κοι­λιά του με τα ξυλο­κέ­ρα­τα που έτρω­γαν οι χοί­ροι)». Με τα ξυλο­κέ­ρα­τα; Η γεύ­ση των ξυλο­κε­ρά­των είναι γλυ­κιά, αλλά συγ­χρό­νως και σκλη­ρή και τρα­χιά. Για­τί τέτοια είναι και η γεύ­ση της αμαρ­τί­ας. Ευφραί­νει μεν για λίγο και­ρό, κολά­ζει όμως για πολύ. Τέρ­πει πρό­σκαι­ρα και μαστί­ζει αιώ­νια.

«Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν (:Σε κάποια όμως στιγ­μή αυτός ήλθε στον εαυ­τό του από τη μέθη και την τρέ­λα της αμαρ­τί­ας)» και αφού συλ­λο­γί­στη­κε την προ­η­γού­με­νη μακα­ριό­τη­τά του στο πατρι­κό σπί­τι και την τωρι­νή του αθλιό­τη­τα και αφού έβα­λε καλά στον νου του αφε­νός ποιος ήταν όταν ήταν υπο­τασ­σό­με­νος στον Θεό και Πατέ­ρα και αφε­τέ­ρου τι έχει γίνει όταν υπο­τά­χθη­κε στους δαί­μο­νες, «εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισ­σεύ­ου­σιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλ­λυ­μαι! (:είπε: “Πόσοι μισθω­τοί εργά­τες του πατέ­ρα μου έχουν άφθο­νο και περίσ­σιο ψωμί, ενώ εγώ κιν­δυ­νεύω να πεθά­νω από την πεί­να…”)». «Πόσοι τώρα κατη­χού­με­νοι ευφραί­νον­ται από τις Άγιες Γρα­φές, ενώ εγώ συν­θλί­βο­μαι λιμο­κτο­νών­τας για τα θεία λόγια; Ω, από πόσα αγα­θά στέ­ρη­σα τον εαυ­τό μου! Ω, με πόσα κακά περιέ­βα­λα τον εαυ­τό μου! Για­τί απο­μα­κρύν­θη­κα από τον μακά­ριο εκεί­νο τρό­πο ζωής; Για­τί να εισέλ­θω στον χώρο αυτής, της θανα­τη­φό­ρου ζωής; Τώρα έμα­θα από αυτά που έπα­θα, ότι δεν πρέ­πει να εγκα­τα­λεί­πει κανείς τον Θεό. Τώρα έμα­θα ότι πρέ­πει να παρα­μέ­νω κον­τά σε Αυτόν που πάν­το­τε προ­στα­τεύ­ει αυτούς που είναι πλη­σί­ον Του και δεν απο­μα­κρύ­νον­ται από Αυτόν. Τώρα έμα­θα ότι δεν πρέ­πει να εμπι­στεύ­ε­ται κανείς τους ακά­θαρ­τους δαί­μο­νες, που διδά­σκουν κάθε ακα­θαρ­σία και φθο­ρά».

Τι λέγει λοι­πόν; «Ἀναστὰς πορεύ­σο­μαι πρὸς τὸν πατέ­ρα μου(:Θα σηκω­θώ και θα πάω στον πατέ­ρα μου)». «Θα επι­στρέ­ψω καλώς απ’ όπου έφυ­γα κακώς. Θα πάω προς τον δικό μου τον Πατέ­ρα και Ποι­η­τή και Δεσπό­τη και κηδε­μό­να και προ­νο­η­τή. Θα φθά­σω στον Πατέ­ρα μου, που με περι­μέ­νει από χρό­νια και υπο­δέ­χε­ται με αγά­πη αυτούς που επι­στρέ­φουν σε Αυτόν. Λοι­πόν, θα σηκω­θώ να πάω στον Πατέ­ρα μου και θα του πω: «Πάτερ, ἥμαρ­τον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποί­η­σόν με ὡς ἕνα τῶν μισθί­ων σου (:Πατέ­ρα, αμάρ­τη­σα στον ουρα­νό, αμάρ­τη­σα και σε σένα, διό­τι περι­φρό­νη­σα την στορ­γή σου και δεν λογά­ρια­σα την λύπη που δοκί­μα­ζες όταν έφευ­γα μακριά σου. Δεν είμαι πλέ­ον άξιος να ονο­μά­ζο­μαι γιος σου. Δεν ζητώ να προ­σλη­φθώ ούτε ως μόνι­μος δού­λος σου παρα­μέ­νον­τας διαρ­κώς στο σπί­τι σου. Κάνε με σαν έναν από τους μισθω­τούς εργά­τες σου)». «Είναι αρκε­τά τα λόγια αυτά, για να σωθώ. Είναι αρκε­τό που «πατέ­ρα» θα τον απο­κα­λέ­σω, για να Τον συγ­κι­νή­σει. Για­τί δεν μπο­ρεί ο πατέ­ρας μου, ακού­γον­τάς με να Τον επι­κα­λού­μαι ως πατέ­ρα μου, να μη φανεί και στα έργα πατέ­ρας. Δεν μπο­ρεί να μη σπλα­χνι­στεί, αφού είναι εύσπλα­χνος. Δεν δύνα­ται να μη μου δώσει άφε­ση για τα ολι­σθή­μα­τά μου, μόλις ακού­σει το “αμάρ­τη­σα” και δεν μπο­ρεί να μη λησμο­νή­σει την δίκαια οργή Του, μόλις ακού­σει τη δική μου φωνή. Γνω­ρί­ζω πόση δύνα­μη έχει η μετά­νοια απέ­ναν­τι στον Θεό. Γνω­ρί­ζω πόσο ισχυ­ρά είναι τα δάκρυα απέ­ναν­τι στον Θεό· γνω­ρί­ζω ότι κάθε αμαρ­τω­λός, που προ­σφεύ­γει στον Θεό με θερ­μά δάκρυα, σαν τον Πέτρο, λαμ­βά­νει άφε­ση των αμαρ­τιών του. Γνω­ρί­ζω την αγα­θό­τη­τα του Θεού μου, γνω­ρί­ζω την πρα­ό­τη­τα του Πατρός μου. Θα με ελε­ή­σει αφού μετα­νόη­σα, εμέ­να που δεν με τιμώ­ρη­σε αμέ­σως όταν αμάρ­τη­σα».

«Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέ­ρα αὐτοῦ(:Και η σωτη­ριώ­δης από­φα­ση άρχι­σε να ενερ­γο­ποιεί­ται. Ο άσω­τος σηκώ­θη­κε και ξεκί­νη­σε να πάει στον πατέ­ρα του)», προ­σθέ­τον­τας έτσι στην καλή από­φα­ση την αγα­θή πρά­ξη. Για­τί δεν πρέ­πει μονά­χα να απο­φα­σί­ζου­με τα συμ­φέ­ρον­τα, αλλά να δεί­χνου­με και με τις πρά­ξεις τις αγα­θές μας ροπές. Ευρι­σκό­με­νος ακό­μη σε μεγά­λη από­στα­ση από τον τόπο, που ήταν ο πατέ­ρας του, αλλά πλη­σί­ον όμως στον πρέ­πον­τα τρό­πο προ­σέγ­γι­σής του, και σηκώ­νον­τας συνε­χώς τα χέρια του και χτυ­πών­τας το στή­θος του, που υπήρ­ξε εργα­στή­ριο πονη­ρών λογι­σμών, το δε πρό­σω­πό του προ­ση­λώ­νον­τάς το στη γη, τα δε δάκρυα των οφθαλ­μών του προ­βάλ­λον­τας σαν πρε­σβευ­τές και προ­με­λε­τών­τας την απο­λο­γία του, μόλις έφτα­σε, ανα­βόη­σε με δυνα­τή φωνή και με δάκρυα λέγον­τας: «Πάτερ, ἥμαρ­τον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου(:Πατέ­ρα, αμάρ­τη­σα στον ουρα­νό και σε σένα)». «Αμάρ­τη­σα, το γνω­ρί­ζω Χρι­στέ Δέσπο­τα και Θεέ. Τις αμαρ­τί­ες μου Εσύ μόνο γνω­ρί­ζεις. Αμάρ­τη­σα, ελέη­σέ με ως Θεός και Δεσπό­της. Δεν είμαι άξιος να βλέ­πω τον ουρα­νό και να παρα­κα­λώ Εσέ­να τον αγα­θό μου Δεσπό­τη, όπως είμαι γεμά­τος από μεγά­λα και απαί­σια εγκλή­μα­τα. Δεν υπάρ­χει αριθ­μός για τις αμέ­τρη­τες αμαρ­τί­ες μου. Ελέη­σέ με ως Αγα­θός Θεός, που είσαι πάν­το­τε, επει­δή δεν είμαι άξιος να λέγο­μαι υιός Σου. Δέξε με σαν ένα από τους μισθω­τούς δού­λους Σου».

Έτσι, ικε­τεύ­ον­τας από το βάθος της καρ­διάς του, τον είδε Εκεί­νος, που βλέ­πει όσους δια­πράτ­τουν πλημ­με­λή­μα­τα, αλλά και που παρα­βλέ­πει υπο­μο­νε­τι­κά όσους αμαρ­τά­νουν, ανα­μέ­νον­τας τη μετά­νοιά τους. Τον είδε ο πατέ­ρας του και τον ευσπλαγ­χνί­σθη­κε. Για­τί Πατέ­ρας ήταν στην αγα­θό­τη­τα, αν και υπήρ­χε Θεός στη φύση. «Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχον­τος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγ­χνί­σθη, καὶ δραμὼν ἐπέπε­σεν ἐπὶ τὸν τρά­χη­λον αὐτοῦ καὶ κατε­φί­λη­σεν αὐτόν(:Και ενώ βρι­σκό­ταν ακό­μη μακριά, τον είδε ο πατέ­ρας του και τον σπλα­χνί­σθη­κε. Έτρε­ξε τότε για να τον προ­ϋ­παν­τή­σει, έπε­σε στον τρά­χη­λό του, τον αγκά­λια­σε σφι­χτά και τον κατα­φι­λού­σε με στορ­γή)». Δεν περί­με­νε τον αμαρ­τή­σαν­τα να έλθει πλη­σί­ον Του, αλλά ο ίδιος ο Πατέ­ρας έσπευ­σε και προ­ϋ­πάν­τη­σε τον υιό. Και δεν σιχά­θη­κε τον τρά­χη­λό του, που ήταν γεμά­τος από κηλί­δες της ασω­τί­ας και ακα­θαρ­σί­ας. Αλλά αφού τον αγκά­λια­σε με τα άχραν­τα χέρια Του, τον κατα­φι­λού­σε αχόρ­τα­γα, αυτόν που πάν­το­τε ποθού­σε να επι­στρέ­ψει. Ω της αφά­του και φοβε­ρής ευσπλα­χνί­ας! Ω παρά­δο­ξης φιλαν­θρω­πί­ας! Ω ασυ­νή­θι­στη συμ­φι­λί­ω­ση! Έπει­σε αμέ­σως τον Θεό σε μια μόνο κρί­σι­μη μετα­στρο­φή, ώστε να συγ­κα­τα­βεί στα δάκρυα και να παρα­βλέ­ψει πλή­θος αμέ­τρη­το αμαρ­τη­μά­των.

Θαύ­μα­σες, βλέ­πον­τας τον Θεό να κολα­κεύ­ει αμαρ­τω­λό; Ω της στορ­γής των σπλά­χνων των πατρι­κών! Ο αμαρ­τω­λός επί της γης δάκρυ­σε και ο μόνος ανα­μάρ­τη­τος από τον ουρα­νό έστρε­ψε τον εαυ­τό Του από φιλαν­θρω­πία προς την γη. Ποιος είδε ποτέ τον Θεό να κολα­κεύ­ει αμαρ­τω­λό; Ποιος είδε τον δικα­στή να περι­ποιεί­ται τον κατά­δι­κο; Ποιος είδε ποτέ τον κατά­δι­κο να τον κολα­κεύ­ουν; Αλλά ο Θεός, όμως, παρη­γο­ρεί, όπως κάπο­τε τον Ισρα­ήλ: «Λαός μου(:Λαέ μου)», λέγει, «τί ἐποί­η­σά σοι ἢ τί ἐλύπη­σά σε ἢ τί παρη­νώ­χλη­σά σοι;(:τι σου έκα­να ή σε τι σε λύπη­σα ή σε τι σε ενό­χλη­σα;)»[Μιχ.6,3]. Και τώρα τα ίδια γίνον­ται, και έγι­ναν, επει­δή έτσι συνη­θί­ζει να νικιέ­ται από τον εαυ­τό Του ο Πατέ­ρας των οικτιρ­μών και Θεός κάθε παρη­γο­ρί­ας.

Και δεν αρκέ­στη­κε βέβαια σε αυτά ο άσω­τος αυτός υιός· αλλά και στα αγα­θά της μετα­νοί­ας όντας άσω­τος, δεν νόμι­σε ότι είναι επαρ­κής η τόση φιλαν­θρω­πία για την ολο­κλη­ρω­τι­κή σωτη­ρία σε σύγ­κρι­ση προς τα πλή­θη των αμαρ­τη­μά­των του. Αλλά εκεί­να, που σκέ­φτη­κε να πει στον Πατέ­ρα, αυτά έλε­γε ενώ­πιόν Του με το κατάλ­λη­λο ταπει­νό σχή­μα : «Πατέ­ρα, αν βέβαια έχω τη δυνα­τό­τη­τα να Σε ονο­μά­ζω ‘’Πατέ­ρα’’· για­τί, μήπως και αυτό συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στα άλλα μου αμαρ­τή­μα­τα φοβά­μαι, ονο­μά­ζον­τάς Σε «Πατέ­ρα»· ή μήπως δια­πράτ­τω ύβρη ενώ­πιόν Σου με το να απο­κα­λώ έτσι το άσπι­λο και ανύ­βρι­στό Σου όνο­μα· ακό­μη, μήπως αμαρ­τά­νω φοβά­μαι, αν η συνεί­δη­σή μου δεν μου κλεί­νει τα χεί­λη μου, αν οι κακές μου πρά­ξεις δεν μου δένουν την γλώσ­σα, αν η αμαρ­τω­λή ζωή μου δεν εμπο­δί­ζει τον λόγο. Πατέ­ρα Άγιε, ας δεχτείς δέη­ση ρυπα­ρή από στό­μα ρυπα­ρό. Πατέ­ρα κατά χάριν, και Δημιουρ­γέ κατά φύσιν, αμάρ­τη­σα στον ουρα­νό και ενώ­πιόν Σου και δεν είμαι άξιος να λέγο­μαι υιός Σου. Αμάρ­τη­σα, ομο­λο­γώ τα παρα­πτώ­μα­τά μου, δεν κρύ­βω αυτά που βλέ­πεις, δεν αρνού­μαι αυτά που καλά γνω­ρί­ζεις. Ως υπεύ­θυ­νος είμαι εδώ ενώ­πιόν Σου, ως παρά­νο­μος κατα­κρί­νο­μαι, Εσύ ως κρι­τής ελέη­σέ με. Αμάρ­τη­σα στον ουρα­νό και ενώ­πιόν Σου. Φοβά­μαι να ανα­τεί­νω τους οφθαλ­μούς μου στον ουρα­νό· για­τί φοβού­μαι ως ενός κατη­γό­ρου φωνή την μορ­φή του στε­ρε­ώ­μα­τος· ευλα­βού­μαι να ατε­νί­σω στο φως της Θεό­τη­τος, έχον­τας ρυπα­ρούς τους οφθαλ­μούς της δια­νοί­ας μου. Αμάρ­τη­σα στον ουρα­νό και ενώ­πιόν Σου και δεν είμαι άξιος να ονο­μά­ζο­μαι υιός Σου. Ιδού ανα­κη­ρύτ­τω τον εαυ­τό μου άξιο κάθε κατα­δί­κης, τον εαυ­τό μου κατα­κρί­νω, κατά του εαυ­τού μου βγά­ζω από­φα­ση.

Δεν χρειά­ζο­μαι δικα­στή να με κατα­δι­κά­σει με την από­φα­σή του, δεν χρειά­ζον­ται κατή­γο­ροι να με ελέγ­ξουν, δεν έχω ανάγ­κη μαρ­τύ­ρων για έγγρα­φες απο­δεί­ξεις. Μέσα μου έχω την συνεί­δη­ση, σαν ένα δικα­στή αδέ­κα­στο, στην ψυχή μου υπάρ­χει το φοβε­ρό δικα­στή­ριο, μέσα στην συνεί­δη­σή μου βρί­σκον­ται οι μάρ­τυ­ρες, βλέ­πω με τα μάτια μου τους κατη­γό­ρους μου. Οι θεα­τρι­κές παρα­στά­σεις που παρα­κο­λού­θη­σα με κατη­γο­ρούν, οι ιππο­δρο­μί­ες στις οποί­ες πήγα και στοι­χη­μά­τι­ζα με κατα­κρί­νουν, όσα έβλε­πα στις θηριο­μα­χί­ες με ελέγ­χουν. Η ασω­τία μου με κάνει να αισθά­νο­μαι βαθύ­τα­τη αισχύ­νη, οι πρά­ξεις μου με στη­λι­τεύ­ουν, η τωρι­νή γυμνό­τη­τά μου με απο­κα­λύ­πτει, αυτά τα κου­ρέ­λια της ντρο­πής, που φορώ, με καταν­τρο­πιά­ζουν και δεν είμαι άξιος υιός Σου να λέγο­μαι. «Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου». Μήτε από την αυλή Σου να με διώ­ξεις, Δέσπο­τα, για να μη με βρει πάλι ο πολέ­μιος περι­πλα­νώ­με­νο και με συλ­λά­βει σαν αιχ­μά­λω­το. Αλλά ούτε πλη­σί­ον της φοβε­ρής Σου και μυστι­κής Τρα­πέ­ζης να με ελκύ­σεις· για­τί δεν τολ­μώ να βλέ­πω με μάτια ακά­θαρ­τα τα Άγια των Αγί­ων. Άφη­σέ με να στέ­κο­μαι μαζί με τους κατη­χου­μέ­νους, μέσα από τις θύρες της Εκκλη­σί­ας, ώστε, θεω­ρών­τας τα τελού­με­να μυστή­ρια σε αυτήν, να ποθή­σω, με τον και­ρό, να μετά­σχω πάλι σε αυτά· και λουό­με­νος με τα θεία νάμα­τα, να καθα­ρί­σω από την αισχύ­νη των αισχρών ασμά­των τον ρύπο, που παρα­μέ­νει ακό­μη στ’ αυτιά μου. Και βλέ­πον­τας τους μαρ­γα­ρί­τες (:το Σώμα Σου) να τους παίρ­νουν ευσε­βείς πιστοί, να επι­θυ­μή­σω και εγώ ν’ απο­κτή­σω χέρια άξια να τους υπο­δε­χθώ».

Αυτά καθώς έλε­γε ο Άσω­τος Υιός, και καθώς έκλαι­γε γοε­ρά, «εἶπεν ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ(:είπε ο πατέ­ρας στους δού­λους Του)». Σε ποιους «δού­λους»; Άκου: στους ιερείς και λει­τουρ­γούς των προ­σταγ­μά­των Του: «Ἐξενέγκα­τε τὴν στολὴν τὴν πρώτην, καὶ ἐνδύσατε αὐτόν(:Βγάλ­τε έξω την πιο καλή φορε­σιά απ’ όσες έχου­με, σαν αυτή που φορού­σε πριν φύγει απ’ το σπί­τι μου). Φέρε­τε αυτήν που έχει υφαν­θεί στους ουρα­νούς, αυτήν που απο­κα­τέ­στη­σε το πνευ­μα­τι­κό πυρ. Φέρε­τε την στο­λή, που υφαί­νε­ται στα ύδα­τα της κολυμ­βή­θρας. Φέρε­τε την στο­λή, που παρα­σκευά­ζε­ται από την πνευ­μα­τι­κή φωτιά και ενδύ­στε τον. Ενδύ­σα­τε αυτόν, που απο­γυ­μνώ­θη­κε, ενδύ­σα­τε τον νέο Αδάμ, τον οποίο γύμνω­σε ο διά­βο­λος. Ενδύ­σα­τε τον βασι­λέα της κτί­σε­ως· κοσμή­στε αυτόν, για τον οποί­ον κόσμη­σα τον κόσμο· καλ­λω­πί­στε του υιού μου τα φίλ­τα­τα μέλη.

Δεν ανέ­χο­μαι να τον βλέ­πω ακαλ­λώ­πι­στο. Δεν ανέ­χο­μαι να αφε­θεί η δική μου εικό­να απο­γυ­μνω­μέ­νη. Θεω­ρώ ντρο­πή δική μου την ντρο­πή του δικού μου παι­διού. Θεω­ρώ δική μου δόξα τη δόξα του παι­διού μου. Δώστε και δακτυ­λί­δι στο χέρι του, για να φορεί τον αρρα­βώ­να του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος και φορών­τας αυτό, να φρου­ρεί­ται από αυτό το Άγιο Πνεύ­μα. Κι έτσι, περι­φέ­ρον­τας την σφρα­γί­δα μου, θα είναι φοβε­ρός σ’ όλους τους πολε­μί­ους και εναν­τί­ους. Και γινό­με­νος αντι­λη­πτός από μακριά, να δεί­χνει ποιου Πατέ­ρα είναι αυτός υιός. Δώστε του και υπο­δή­μα­τα στα πόδια του, για να μη βρει πάλι ο όφις γυμνή την πτέρ­να του και τον κτυ­πή­σει με το κεν­τρί του, αλλά μάλ­λον για να κατα­πα­τεί αυτός την κεφα­λή του δρά­κον­τος και να συν­τρί­ψει του πολε­μί­ου τα κέν­τρα, καθώς και για να τρέ­χει στο δρό­μο του Θεού. Και στη συνέ­χεια, αφού φέρε­τε τον σιτευ­τό μόσχο, θυσιά­στε τον».

Ποιον «μόσχον τόν σιτευ­τόν» λέγει; Ποιον; Αυτόν που γέν­νη­σε η δάμα­λις Παρ­θέ­νος Μαρία. «Φέρε­τε τον μόσχο τον αδά­μα­στο, που δεν δέχθη­κε ζυγό αμαρ­τί­ας, τον Παρ­θέ­νο και εκ Παρ­θέ­νου, Αυτόν που ακο­λου­θεί αυτούς που Τον ακο­λου­θούν, όχι εξ ανάγ­κης, αλλά εκου­σί­ως. Αυτόν, που δεν κάνει χρή­ση της δυνά­με­ώς Του, ούτε των κερά­των Του, αλλά που πρό­θυ­μα παρα­δί­δει τον αυχέ­να Του και σφα­γιά­ζε­ται από τους ιερείς. Θυσιά­στε, λοι­πόν, τον θελη­μα­τι­κώς θυσια­ζό­με­νο, θυσιά­στε Αυτόν που ζωο­ποιεί όσους επι­τε­λούν τη θυσία, θυσιά­στε τον θυσια­ζό­με­νο, που όμως δεν πεθαί­νει. Θυσιά­στε τον μελι­ζό­με­νο, που αγιά­ζει αυτούς, που τον μελί­ζουν. Θυσιά­στε τον εσθιό­με­νο από τους πιστούς, που όμως ποτέ δεν δαπα­νά­ται. Θυσιά­στε τον Αυτόν, που κάνει μακα­ρί­ους εκεί­νους που Τον τρώ­γουν. Και αφού φάγου­με όλοι ας ευφραν­θού­με. Για­τί ο υιός μου αυτός ήταν νεκρός και ξανα­έ­ζη­σε· ήταν χαμέ­νος και βρέθηκε».«Καὶ ἤρξαν­το εὐφραί­νε­σθαι(:Και άρχι­σαν να ευφραί­νον­ται)»[Λουκ.15,27].

Εσείς που γευ­τή­κα­τε από αυτήν την θυσία, γνω­ρί­ζε­τε την πνευ­μα­τι­κή ευφρο­σύ­νη, και θυμά­στε τα φρι­κτά μυστή­ρια, τους λει­τουρ­γούς της θεί­ας ιερουρ­γί­ας, που μιμούν­ται με τα λεπτά λινά ενδύ­μα­τα, τα φτε­ρά των Αγγέ­λων, όπως απλώ­νον­ται στους αρι­στε­ρούς τους ώμους, και περι­φε­ρό­με­νοι στην εκκλη­σία, φωνά­ζουν: «Μή τις τῶν κατη­χουμένων, μή τις τῶν μὴ ἐσθιόντων, μή τις τῶν κατασκόπων, μή τις τῶν μὴ δυναμένων θεάσασθαι τὸν Μόσχον ἐσθιόμενον, μή τις τῶν μὴ δυναμένων θεάσασθαι τὸ οὐράνιον αἷμα τὸ ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρ­τιῶν, μή τις ἀνάξιος τῆς ζώσης θυσίας, μή τις ἀμύητος, μή τις μὴ δυνάμενος ἀκαθάρτοις χείλεσι προσ­ψαύσασθαι τῶν φρικτῶν μυστηρίων(:Μην τυχόν κανείς από τους κατη­χου­μέ­νους και όχι ακό­μη βαπτι­σμέ­νους, μην τυχόν κανείς από τους μη εσθί­ον­τες, μην τυχόν κανείς κατά­σκο­πος, μην τυχόν κανείς από εκεί­νους που δεν δύναν­ται να δουν το ουρά­νιο αίμα εκχυ­νό­με­νο “εἰς ἄφεσιν ἁμαρ­τιῶν’’, μην τυχόν κανείς ανά­ξιος της ζων­τα­νής θυσί­ας, μην τυχόν κανείς αμύ­η­τος, μην τυχόν κανέ­νας, που δεν δύνα­ται, λόγω των ακα­θάρ­των χει­λέ­ων του, να προσ­ψαύ­σει τα φρι­κτά μυστή­ρια)».

Ύστε­ρα οι Άγγε­λοι από τον ουρα­νό, δοξο­λο­γούν­τες και λέγον­τες: Άγιος ο Πατέ­ρας, που θέλη­σε να θυσια­σθεί ο μόσχος ο σιτευ­τός, που δεν γνώ­ρι­σε αμαρ­τία, καθώς λέγει ο προ­φή­της Ησα­ΐ­ας: «Ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ(:Αυτός καμία αμαρ­τία δε διέ­πρα­ξε, ούτε βρέ­θη­κε ποτέ δόλος και ψεύ­δος στο στό­μα του)» [Ησ.53,9]. Άγιος ο Υιός, μαζί και μόσχος, ο πάν­το­τε εκου­σί­ως θυό­με­νος και πάν­το­τε ζων­τα­νός. Άγιος ο Παρά­κλη­τος, το Πνεύ­μα το Άγιο, που τελε­σιούρ­γη­σε την θυσία.

Όταν, λοι­πόν, συνέ­βαι­ναν αυτά στο εσω­τε­ρι­κό του οίκου, ο πρε­σβύ­τε­ρος υιός, που έφθα­σε από μακριά, άκου­σε τις συγ­χορ­δί­ες και τους χορούς· και προ­σκα­λών­τας ένα δού­λο, ρωτού­σε να μάθει τι τάχα σημαί­νουν αυτά, για­τί ακού­νε τα αυτιά του αυτούς τους δυνα­τούς ήχους. Ο δού­λος του είπε: «Ο Δαβίδ ο Προ­φή­της ψάλ­λει μελω­δι­κά μέσα στο σπί­τι τον στί­χο: «Τότε ἀνοίσου­σιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους(:Τότε θα ανε­βά­σουν επά­νω στο θυσια­στή­ριό σου μόσχους, για να τους προ­σφέ­ρουν ως θυσία σε Σένα, Κύριε)»[Ψαλμ.50,21]. Και προ­τρέ­πει τους παρόν­τες να φάγουν, λέγον­τας: «Γεύσασθε, καὶ ἴδετε, ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος(: Δοκι­μά­στε με την πεί­ρα σας και δια­πι­στώ­στε έμπρα­κτα ότι ο Κύριος είναι καλός και ευερ­γε­τι­κός και προ­στά­της όσων Τον επι­κα­λούν­ται)» [Ψαλμ.33,9]. Ο δε Παύ­λος, ο ερμη­νευ­τής των θεί­ων μυστη­ρί­ων, φωνά­ζει δυνα­τά: «Τὸ πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός(:Ο δικός μας πασχα­λι­νός αμνός είναι ο Χρι­στός, που θυσιά­στη­κε για χάρη μας)»[Α΄Κορ. 5,7]. Η Εκκλη­σία πανη­γυ­ρί­ζει, ευφραί­νε­ται και χορεύ­ει.

Ο πρε­σβύ­τε­ρος υιός λέγει τότε στον δού­λο: «Καλά, χωρίς να είμαι εγώ παρών, άλλοι τα δικά μου μυστή­ρια, παρά την δική μου απου­σία, απο­λαμ­βά­νουν στη δική μου την αυλή;». «Ναι», απαν­τά, «για­τί ήλθε ο αδελ­φός σου και ο Πατέ­ρας σου θυσί­α­σε τον σιτευ­τό μόσχο, επει­δή χάρη­κε που τον δέχθη­κε υγιή».

Και ο δίκαιος αδελ­φός οργί­στη­κε και δεν θέλη­σε να εισέλ­θει στο σπί­τι του. Ο δίκαιος, λοι­πόν, οργί­στη­κε και υπο­δου­λώ­θη­κε στον φθό­νο. Αυτός που κατα­πά­τη­σε τα τερ­πνά της ζωής, κυριεύ­τη­κε από τον φθό­νο. Και πώς ο Παύ­λος λέγει: «Ἐβουλόμην αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ Χρι­στοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγ­γενῶν μου κατὰ σάρκα(:Και θα ευχό­μουν εγώ, που τίπο­τε δεν θα μπο­ρού­σε να με χωρί­σει από τον Χρι­στό, να χωρι­στώ από Αυτόν για πάν­τα, εάν ήταν δυνα­τόν να γίνει αυτό, για χάρη των αδελ­φών μου των Ιου­δαί­ων, οι οποί­οι είναι συγ­γε­νείς μου από σαρ­κι­κή κατα­γω­γή)»;[Ρωμ.9,3]. Ο Σωτή­ρας, όμως, δεν σχη­μά­τι­σε την παρα­βο­λή έτσι, ώστε να δεί­ξει τον δίκαιο κακό­βου­λο, αλλά για να δια­κη­ρύ­ξει τον υπερ­βάλ­λον­τα πλού­το της χρη­στό­τη­τας του Πατρός Του.

Και αυτό φανε­ρώ­νε­ται από τα ακό­λου­θα. Η παρα­βο­λή λέγει ότι ο Πατέ­ρας του εξήλ­θε από τον οίκο και παρη­γο­ρού­σε τον υιό του. Ω, ανέκ­φρα­στης σοφί­ας! Ω θεο­φι­λούς προ­νοί­ας! Και τον αμαρ­τω­λό ελέη­σε και τον δίκαιο επαί­νε­σε. Και τον όρθιο δεν άφη­σε να πέσει και τον πεσόν­τα σήκω­σε. Και τον πένη­τα πλού­τι­σε και τον πλού­σιο δεν άφη­σε να φτω­χύ­νει με τον φθό­νο.

Ο μεγα­λύ­τε­ρος γιος είπε στον Πατέ­ρα του: «Τόσα χρό­νια εγώ σου δου­λεύω και ουδέ­πο­τε παρέ­βλε­ψα εντο­λή Σου και σε εμέ­να ποτέ δεν έδω­σες ένα ερί­φιο, για να ευφραν­θώ με τους φίλους μου. Αλλά «περιέρχο­μαι ἐν μηλω­ταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμα­σιν, ὑστε­ρούμενος, θλιβόμενος, κακου­χούμενος(:περι­πλα­νιέ­μαι φορών­τας για ρού­χα προ­βιές και γιδο­δέρ­μα­τα, ζών­τας μέσα σε στε­ρή­σεις, θλί­ψεις και κακο­πά­θειες)»[Εβρ.11,37]. «Όταν όμως ο υιός σου αυτός ήλθε, που σε κατα­φρό­νη­σε και σου κατέ­φα­γε τον πλού­το με τις πόρ­νες, αμέ­σως θυσί­α­σες για χάρη του τον μόσχο τον σιτευ­τό. Και ούτε με λόγους τον κατη­γό­ρη­σες, ούτε το πρό­σω­πό σου απέ­στρε­ψες από την αθλιό­τη­τά του. Αλλά αμέ­σως τον περι­ποι­ή­θη­κες, και με λαμ­πρή στο­λή τον κατε­κό­σμη­σες, και το αστρα­φτε­ρό χρυ­σό δακτυ­λί­δι τού φόρε­σες, και με υπο­δή­μα­τα τον ασφά­λι­σες και την Εκκλη­σία άνοι­ξες και την τρά­πε­ζα ευτρέ­πι­σες και τα ποτή­ρια γέμι­σες. Αλλά και τον μόσχο τον σιτευ­τό θυσί­α­σες και προ­σκά­λε­σες τους πιστούς στην ευω­χία αυτήν και έκα­νες τους Αγγέ­λους να χορεύ­ουν και παρα­σκεύ­α­σες ένα παρά­ξε­νο συμ­πό­σιο με συμ­με­το­χή της γης και του ουρα­νού. Και όλα αυτά και τις τόσες δωρε­ές προ­σέ­φε­ρες σε αυτόν, που κατα­φρό­νη­σε την αγα­θό­τη­τά Σου και ύβρι­σε την ευγέ­νειά Σου». Τι να πω για το βάθος και το πέλα­γος των οικτιρ­μών Σου, πώς να θαυ­μά­σω την θάλασ­σα της ειρή­νης και γαλη­νό­τη­τάς Σου; Ελε­είς, Κύριε, τους πάν­τες, για­τί τα πάν­τα δύνα­σαι και παρα­βλέ­πεις τα αμαρ­τή­μα­τα των ανθρώ­πων, που προ­σέρ­χον­ται μετα­νο­ούν­τες.

Και ο Πατέ­ρας τού είπε: «Τέκνο μου, εσύ είσαι πάν­το­τε μαζί μου. Εσύ δεν χωρί­στη­κες ποτέ από τους δικούς μου κόλ­πους. Εσύ από την Εκκλη­σία τη δική μου δεν απο­μα­κρύν­θη­κες. Εσύ προ­σέ­χεις πάν­το­τε στους ψαλ­μούς και στους ύμνους. Εσύ συμ­προ­σεύ­χε­σαι πάν­το­τε μαζί με τους Αγγέ­λους. Εσύ στο Θυσια­στή­ριο παρι­στά­με­νος με παρ­ρη­σία βοάς: “Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγια­σθήτω τὸ ὄνομά Σου”. Αυτός όμως προ­σήλ­θε σε εμέ­να κατά­κρι­τος, κατη­σχυ­μέ­νος, στρέ­φον­τας το πρό­σω­πό του στη γη και με συν­τε­τριμ­μέ­νη και μελαγ­χο­λι­κή φωνή, φώνα­ξε: “Πατέ­ρα μου, αμάρ­τη­σα στον ουρα­νό και ενώ­πιόν Σου και δεν είμαι άξιος να λέγο­μαι υιός Σου. Πάρε με ως ένα μισθω­τό δού­λο Σου”.

Εγώ, παι­δί μου, τι έπρε­πε να κάμω ακού­γον­τας αυτά τα συγ­κλο­νι­στι­κά λόγια; Μπο­ρού­σα να μην ελε­ή­σω τον δικό μου υιό, που επέ­στρε­ψε σε εμέ­να; Εσύ που θυμώ­νεις, δίκα­σε. Αλλά εγώ ως φιλάν­θρω­πος που είμαι εκ φύσε­ως, δεν μπο­ρού­σα να κάνω κάτι απάν­θρω­πο. Δεν μπο­ρώ να μην ελε­ή­σω αυτόν, που εγώ δημιούρ­γη­σα. Δεν δύνα­μαι να μη λυπη­θώ αυτόν που γέν­νη­σα από τα σπλάγ­χνα μου. Παι­δί μου, εσύ είσαι πάν­το­τε μαζί μου και όσα έχω, όλα δικά σου είναι. Ο ουρα­νός δικός σου, το στε­ρέ­ω­μα δικό σου, ο ήλιος δικός σου φωστή­ρας, η σελή­νη δική σου υπη­ρέ­τρια, τα αστέ­ρια δικά σου πολύ­φω­τα, ο αέρας δικός σου τρο­φέ­ας και όλα τα ενα­έ­ρια δικά σου. Η γη και όσα εκεί φυτρώ­νουν, δικά σου, η θάλασ­σα και όσα είναι σε αυτή, δικά σου. Ο κόσμος όλος, δικός σου. Η Εκκλη­σία, δική σου. Το Θυσια­στή­ριο, δικό σου. Ο μόσχος ο σιτευ­τός, δικός σου. Η θυσία, δική σου. Οι Άγγε­λοι, δικοί σου. Οι Από­στο­λοι, δικοί σου. Οι Μάρ­τυ­ρες, δικοί σου. Τα παρόν­τα, δικά σου. Τα μέλ­λον­τα, δικά σου. Η Ανά­στα­ση, δική σου. Η αθα­να­σία, δική σου. Η αφθαρ­σία, δική σου. Η βασι­λεία των ουρα­νών, δική σου. Όλα τα φαι­νό­με­να και νοού­με­να, δικά σου.

Μήπως πήρα όσα έχεις και τα έδω­σα σε εκεί­νον; Μήπως γύμνω­σα εσέ­να και εκεί­νον έντυ­σα; Μήπως από τα δικά μου πράγ­μα­τα δεν χάρι­σα το έλε­ος; Μήπως εξί­σου δεν είμαι Πατέ­ρας δικός σου και εκεί­νου; Και εσέ­να τιμώ για την αρε­τή σου και εκεί­νον ελεώ για την πολύ καλή επι­στρο­φή του. Και εσέ­να ποθώ για τον ενά­ρε­το βίο σου, και εκεί­νον ποθώ για την μετά­νοιά του. Και εσέ­να αγα­πώ για την μακρο­θυ­μία σου, και εκεί­νον αγα­πώ, που επέ­στρε­ψε σ’ εμέ­να. Και εσέ­να αγα­πώ για την αρε­τή σου, και εκεί­νον αγα­πώ για τη μετά­νοιά του.

Έπρε­πε να ευφραν­θείς και να χαρείς, που ο αδελ­φός σου αυτός ήταν νεκρός και ζων­τά­νε­ψε, ήταν χαμέ­νος και βρέ­θη­κε. Ποιος βλέ­πον­τας νεκρό να ανα­σταί­νε­ται, δεν ευφραί­νε­ται; Και ποιος βρί­σκει εκεί­να που έχα­σε και δεν αγάλ­λε­ται; Έλα και εσύ, υιέ μου, να συνευ­φραν­θείς μαζί μας και σκίρ­τη­σε μαζί με τους Αγγέ­λους και αγκά­λια­σε τον αδελ­φό σου με μας και ψάλ­λε με τον Δαυίδ εκεί­νο το πνευ­μα­τι­κό μέλος, που ται­ριά­ζει στο τωρι­νό πανη­γύ­ρι μας. «Μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι, καὶ ὧν ἐπεκαλύφθη­σαν αἱ ἁμαρτίαι· μακάριος ἀνὴρ, ᾧ οὐ μὴ λογίσηται Κύριος ἁμαρτίαν (:Τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νοι είναι εκεί­νοι, των οποί­ων έχουν συγ­χω­ρη­θεί από τον Θεό οι ανο­μί­ες και του έχουν σκε­πα­σθεί, ώστε να μη φαί­νον­ται καθό­λου, οι αμαρ­τί­ες. Τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νος είναι ο άνθρω­πος που ο Κύριος δε θα του λογα­ριά­σει και δε θα του ζητή­σει ευθύ­νη για κάποια αμαρ­τία, ούτε υπάρ­χει στο στό­μα του δόλος και υπο­κρι­σία, αλλά οι δεή­σεις του προς τον Θεό για την άφε­ση των αμαρ­τιών του είναι ειλι­κρι­νείς και άδο­λες)»[Ψαλμ.31,1–2].

Ακού­σα­τε την θεία παρα­βο­λή και μάθα­τε το περιε­χό­με­νό της και τη σημα­σία της εννο­ή­σα­τε. Μάθα­τε ότι έχου­με Κύριο φιλάν­θρω­πο και ανε­ξί­κα­κο. Προς Αυτόν λοι­πόν ας κατα­φύ­γου­με με καθα­ρή καρ­διά. Ελά­τε να βοή­σου­με όλοι προς Αυτόν: «Δέσπο­τα, Κύριε, φιλάν­θρω­πε, μονο­γε­νή Υιέ του Θεού, αμαρ­τή­σα­με στον ουρα­νό και ενώ­πιόν Σου και δεν είμα­στε άξιοι να απο­κα­λού­μα­στε υιοί Σου· έχου­με, ωστό­σο, το θάρ­ρος στους δικούς Σου οικτιρ­μούς. Έχου­με ενέ­χυ­ρο της δικής Σου φιλαν­θρω­πί­ας τον Τίμιο Σταυ­ρό, που υπέ­μει­νες για μας. Έχου­με εγγυ­η­τές της δικής Σου ευσπλα­χνί­ας την άλλο­τε πόρ­νη και τον άλλο­τε ληστή. Εξ αφορ­μής αυτών, όλοι εμείς οι αμαρ­τω­λοί, προ­τρε­πό­μα­στε να κατα­φεύ­γου­με στη δική Σου φιλαν­θρω­πία. Όπως εκεί­νους τους μετέ­βα­λες σε αξιο­σέ­βα­στους και μακα­ρί­ους, Κύριε, και εμάς, που προ­σπί­πτου­με σε Σένα, ελέη­σέ μας. Και όπως ανέ­στη­σες νεκρούς με την Σταύ­ρω­σή σου και εμάς, που νεκρω­θή­κα­με από τις αμαρ­τί­ες, από την πολ­λή Σου φιλαν­θρω­πία ανά­στη­σέ μας, για να απο­λαύ­σου­με την δική Σου Ανά­στα­ση μαζί με όσους απο­λυ­τρώ­θη­καν» Και με αυτά τα λόγια, να επι­μεί­νου­με στη δέη­ση αυτή, για να ειπεί και σε μας ο Δεσπό­της μας Χρι­στός: «Κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν»

Και εσείς που πρό­κει­ται να λάβε­τε τη δωρεά του Βαπτί­σμα­τος, αφού απορ­ρί­ψε­τε κάθε αλλό­τριο λογι­σμό και κατευ­θύ­νε­τε τις ψυχές σας στον ουρά­νιο Νυμ­φίο, θα δεχτεί­τε την Χάρη του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος. «Ὁ Κύριος ἐγγὺς, μηδὲν μερι­μνᾶτε(:Ο Κύριος πλη­σιά­ζει να έλθει και Αυτός θα απο­δώ­σει στον καθέ­να ό,τι του ανή­κει. Μην κυριεύ­ε­στε από αγω­νιώ­δη φρον­τί­δα για τίπο­τε)»[Φιλιπ.4,5–6]. Ο Λυτρω­τής στέ­κε­ται στην θύρα, ο ιατρός είναι εδώ, το ιατρείο άνοι­ξε, τα φάρ­μα­κα υπάρ­χουν, η κολυμ­βή­θρα όλους τους δέχε­ται, η Χάρις έχει απλω­θεί, η στο­λή υφαί­νε­ται από τον Πατέ­ρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύ­μα. Μακά­ριοι αυτοί που αξιώ­νον­ται να φορέ­σουν την στο­λή. Μόνον εσείς ανάψ­τε τις λαμ­πά­δες της πίστε­ως, έχον­τας και άφθο­νο λάδι, ώστε, όταν ακου­σθεί η φωνή τη νύκτα να λέει: «Ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχε­ται», να εξέλ­θε­τε σε απάν­τη­σή Του με φαι­δρές τις λαμ­πά­δες, χορεύ­ον­τας και σκιρ­τών­τας και βοών­τας: «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Σε Αυτόν να είναι η δόξα και η δύνα­μη, τώρα και πάν­το­τε και στους αιώ­νες. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επι­μέ­λεια κειμένου(ερμηνευτική εξο­μά­λυν­ση της υπάρ­χου­σας μετα­φρά­σε­ως σε ορι­σμέ­να σημεία-προ­σθή­κες αγιο­γρα­φι­κών παρα­πομ­πών): Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος.

ΠΗΓΕΣ:

  • http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047–64/In%20parabolam%20de%20filio%20prodigo.pdf

  • Αγί­ου Ιωάν­νου του Χρυ­σο­στό­μου, «Εἰς τὴν παρα­βολὴν περὶ τοῦ ἀσώτου», από­δο­ση στη νέα ελλη­νι­κή: Μονα­χός Θεό­κλη­τος Διο­νυ­σιά­της, Εκδό­σεις «Ορθό­δο­ξος Κυψέ­λη»

  • Παν. Τρεμ­πέ­λα, Η Και­νή Δια­θή­κη μετά συν­τό­μου ερμη­νεί­ας, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθή­να 1997

  • Η Και­νή Δια­θή­κη, Κεί­με­νον και ερμη­νευ­τι­κή από­δο­σις υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τρια­κο­στή τρί­τη, Αθή­να 2009.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη κατά τους εβδο­μή­κον­τα, Κεί­με­νον και σύν­το­μος από­δο­σις του νοή­μα­τος υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2005.

  • Παν. Τρεμ­πέ­λα,Το Ψαλ­τή­ριον με σύν­το­μη ερμη­νεία(από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», Αθή­να 2016

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

Ιερός Χρυ­σό­στο­μος (ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ)

Από­σπα­σμα από την πρώ­τη ομι­λία «ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ»
σχε­τι­κά με την παρα­βο­λή του ασώ­του υιού

Ήταν δύο αδέλ­φια, τα οποία, αφού μοι­ρά­στη­καν ανα­με­τα­ξύ τους την πατρι­κή περιου­σία, ο ένας έμει­νε στο σπί­τι, ενώ ο άλλος έφυ­γε σε μακρι­νή χώρα. Εκεί, αφού κατέ­φα­γε όλα όσα του δόθη­καν, δυστύ­χη­σε και υπέ­φε­ρε μη υπο­μέ­νον­τας την ντρο­πή από τη φτώ­χεια. [Λου­κά 15, 11 κ.ε.]. Αυτή την παρα­βο­λή θέλη­σα να σας την πω, για να μάθε­τε, ότι υπάρ­χει άφε­ση αμαρ­τη­μά­των και μετά το Βάπτι­σμα, εάν είμα­στε προ­σε­κτι­κοί. Και το λέγω αυτό όχι για να σάς κάνω αδιά­φο­ρους, αλλά για να σας απο­μα­κρύ­νω από την από­γνω­ση. Για­τί η από­γνω­ση μάς προ­ξε­νεί χει­ρό­τε­ρα κακά και από τη ραθυ­μία.

Αυτός λοι­πόν ο υιός απο­τε­λεί την εικό­να εκεί­νων που αμάρ­τη­σαν μετά το Βάπτι­σμα. Και ότι φανε­ρώ­νει εκεί­νους που αμάρ­τη­σαν μετά το Βάπτι­σμα, απο­δει­κνύ­ε­ται από το ότι ονο­μά­ζε­ται «υιός». Για­τί κανέ­νας δεν μπο­ρεί να ονο­μα­σθεί υιός χωρίς το Βάπτι­σμα. Επί­σης διέ­με­νε στην πατρι­κή οικία και μοι­ρά­στη­κε όλα τα πατρι­κά αγα­θά, ενώ πριν από το Βάπτι­σμα δεν μπο­ρεί κανείς να λάβει την πατρι­κή περιου­σία, ούτε να δεχθεί κλη­ρο­νο­μία. Ώστε με όλα αυτά μας υπαι­νίσ­σε­ται το σύνο­λο των πιστών.

Επί­σης ήταν αδελ­φός εκεί­νου που είχε προ­κό­ψει. Αδελ­φός όμως δεν θα μπο­ρού­σε να γίνει χωρίς την πνευ­μα­τι­κή ανα­γέν­νη­ση. Αυτός λοι­πόν, αφού έπε­σε στη χει­ρό­τε­ρη μορ­φή κακί­ας, τι λέγει; «Ἄναστὰς πορεύ­σο­μαι πρὸς τὸν πατέ­ρα μου(:Θα σηκω­θώ και θα πάω στον πατέ­ρα μου)» [Λου­κά 15,18]. Γι’ αυτό ο πατέ­ρας του τον άφη­σε και δεν τον εμπό­δι­σε να φύγει στην ξένη χώρα, για να μάθει καλά με την πεί­ρα, πόση ευερ­γε­σία απο­λάμ­βα­νε όταν βρι­σκό­ταν στο σπί­τι. Για­τί πολ­λές φορές ο Θεός, όταν δεν πεί­θει με το λόγο Του, αφή­νει να διδα­χθού­με από την πεί­ρα των πραγ­μά­των, πράγ­μα βέβαια που έλε­γε και στους Ιου­δαί­ους.

Επει­δή δηλα­δή δεν τους έπει­σε, ούτε τους προ­σέλ­κυ­σε, απευ­θύ­νον­τας σε αυτούς αμέ­τρη­τους λόγους με τους προ­φή­τες, τους άφη­σε να διδα­χθούν με την τιμω­ρία, λέγον­τάς τους: «Παι­δεύ­σει σε ἡ ἀποστα­σία σου, καὶ ἡ κακία σου ἐλέγ­ξει σε(:Θα σε διδά­ξει η απο­στα­σία σου και θα σε ελέγ­ξει η κακία σου)» [Ιερ. 2, 19]· για­τί έπρε­πε να Του είχαν εμπι­στο­σύ­νη από πριν. Επει­δή όμως ήταν τόσο πολύ αναί­σθη­τοι, ώστε να μην πιστεύ­ουν στις παραι­νέ­σεις και τις συμ­βου­λές Του, θέλον­τας να προ­λά­βει την υπο­δού­λω­σή τους στην κακία, επι­τρέ­πει να διδα­χθούν από τα ίδια τα πράγ­μα­τα, ώστε έτσι να τους κερ­δί­σει και πάλι.

Αφού λοι­πόν ο άσω­τος έφυ­γε στην ξένη χώρα και από τα ίδια τα πράγ­μα­τα έμα­θε πόσο μεγά­λο κακό είναι να χάσει κανείς το πατρι­κό του σπί­τι, επέ­στρε­ψε, και ο πατέ­ρας του τότε δεν του κρά­τη­σε κακία, αλλά τον δέχτη­κε με ανοι­χτή αγκα­λιά. Για­τί άρα­γε; Επει­δή ήταν πατέ­ρας και όχι δικα­στής. Και στή­θη­καν τότε χοροί και συμ­πό­σια και πανη­γύ­ρια και όλο το σπί­τι ήταν φαι­δρό και χαρού­με­νο. Τι μου λες τώρα, άνθρω­πέ μου; Αυτές είναι οι αμοι­βές της κακί­ας; Όχι της κακί­ας οι αμοι­βές, άνθρω­πε, αλλά της επι­στρο­φής. Όχι της πονη­ρί­ας, αλλά της μετα­βο­λής προς το καλύ­τε­ρο.

Και ακού­στε και το σπου­δαιό­τε­ρο: Αγα­νά­κτη­σε γι’ αυτά ο μεγα­λύ­τε­ρος υιός. Ο πατέ­ρας όμως τον προ­σέγ­γι­σε κι αυτόν μιλών­τας του με πρα­ό­τη­τα, του είπε: «Τέκνον, σὺ πάν­το­τε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάν­τα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελ­φός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζη­σε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη (:Παι­δί μου, εσύ είσαι πάν­το­τε μαζί μου. κι όλα όσα έχω, δικά σου είναι. Έπρε­πε λοι­πόν κι εσύ να ευφραν­θείς και να χαρείς, διό­τι ο αδελ­φός σου αυτός, για τον οποίο με τόση περι­φρό­νη­ση μιλάς, ήταν νεκρός, και ανα­στή­θη­κε. Ήταν χαμέ­νος, και βρέ­θη­κε)» [Λου­κά 15,31–32]. Όταν πρέ­πει να δια­σώ­σει τον χαμέ­νο, λέγει: «Δεν είναι ώρα τώρα για δικα­στή­ρια, ούτε για λεπτο­με­ρή εξέ­τα­ση, αλλά είναι ώρα μόνο φιλαν­θρω­πί­ας και συγνώ­μης». Κανέ­νας ιατρός, που έχει αμε­λή­σει ο ίδιος να δώσει φάρ­μα­κο στον ασθε­νή, δεν ζητεί ευθύ­νες απ’ αυτόν για την ατα­ξία του και ούτε τον τιμω­ρεί. Και αν ακό­μα χρεια­ζό­ταν να τιμω­ρη­θεί ο άσω­τος, τιμω­ρή­θη­κε αρκε­τά ζών­τας στην ξένη χώρα.

«Τόσο λοι­πόν χρό­νο στε­ρή­θη­κε τη συν­τρο­φιά μας και έζη­σε παλεύ­ον­τας με την πεί­να, την ατί­μω­ση και τα χει­ρό­τε­ρα κακά». Γι’ αυτό λέγει ο πατέ­ρας: «ήταν χαμέ­νος και βρέ­θη­κε, ήταν νεκρός και ξανα­βρή­κε τη ζωή του». «Μη βλέ­πεις», λέγει, «τα παρόν­τα, αλλά σκέ­ψου το μέγε­θος της προ­η­γού­με­νης συμ­φο­ράς. Αδελ­φό βλέ­πεις, όχι ξένο. Στον πατέ­ρα του επέ­στρε­ψε, που ξεχνά­ει τα περα­σμέ­να ή καλύ­τε­ρα που θυμά­ται εκεί­να μόνο τα οποία μπο­ρούν να τον οδη­γή­σουν σε συμ­πά­θεια και έλε­ος, σε στορ­γή και ευσπλα­χνία τέτοια που ται­ριά­ζει στους γονείς». Γι’ αυτό δεν είπε εκεί­να που έπρα­ξε ο άσω­τος, αλλά εκεί­να που έπα­θε. Δεν λυπή­θη­κε ότι κατέ­φα­γε την περιου­σία του, αλλά ότι περιέ­πε­σε σε αμέ­τρη­τα κακά.

Έτσι έψα­χνε με τόση προ­θυ­μία και με ακό­μα μεγα­λύ­τε­ρη να βρει το χαμέ­νο πρό­βα­το. Και εδώ βέβαια γύρι­σε πίσω ο ίδιος ο υιός, ενώ στην παρα­βο­λή του καλού Ποι­μέ­να έφυ­γε ο ίδιος ο ποι­μέ­νας. Και αφού βρή­κε το χαμέ­νο πρό­βα­το το έφε­ρε πίσω, και χαι­ρό­ταν πολύ περισ­σό­τε­ρο γι’ αυτό, παρά για όλα τα άλλα τα σωσμέ­να. Και πρό­σε­χε πώς έφε­ρε πίσω το χαμέ­νο πρό­βα­το: Δεν το μαστί­γω­σε, αλλά μετα­φέ­ρον­τάς το και βαστά­ζον­τάς το στους ώμους του, το παρέ­δω­σε πάλι στο κοπά­δι.

Γνω­ρί­ζον­τας λοι­πόν αυτά, ότι όχι μόνο δεν μας απο­στρέ­φε­ται όταν επι­στρέ­φου­με κον­τά Του, αλλά μας δέχε­ται με την ίδια αγά­πη με τους άλλους που έχουν προ­κό­ψει στην αρε­τή. Και ότι όχι μόνο δεν μας τιμω­ρεί, αλλά και έρχε­ται να ανα­ζη­τή­σει τους πλα­νη­μέ­νους. Και όταν τους βρει, χαί­ρε­ται περισ­σό­τε­ρο απ όσο χαί­ρε­ται για εκεί­νους που έχουν σωθεί. Ούτε πρέ­πει να απελ­πι­ζό­μα­στε όταν είμα­στε στην κατη­γο­ρία των κακών, αλλά ούτε όταν είμα­στε καλοί να έχου­με θάρ­ρος.

Ασκών­τας την αρε­τή να φοβό­μα­στε μήπως πέσου­με, στη­ρι­ζό­με­νοι στο θάρ­ρος μας. Και όταν αμαρ­τά­νου­με να μετα­νο­ού­με. Και εκεί­νο που είπα αρχί­ζον­τας την ομι­λία, αυτό λέγω και τώρα: Είναι προ­δο­σία της σωτη­ρί­ας μας αυτά τα δύο, δηλα­δή και το να έχου­με θάρ­ρος όταν είμα­στε ενά­ρε­τοι, και το να απελ­πι­ζό­μα­στε όταν είμα­στε πεσμέ­νοι στην κακία.

Γι΄ αυτό ο Παύ­λος, για να ασφα­λί­σει εκεί­νους που ασκούν την αρε­τή, έλε­γε: «Ὁ δοκῶν ἑστά­ναι βλε­πέ­τω μὴ πέσῃ(:Από τα διδα­κτι­κά λοι­πόν αυτά παρα­δείγ­μα­τα της ιστο­ρί­ας του Ισρα­ήλ, βγαί­νει το συμ­πέ­ρα­σμα ότι όποιος έχει την ιδέα ότι στέ­κε­ται καλά στα πόδια του, ας προ­σέ­χει μην πέσει όπως έπε­σαν και οι Ισραη­λί­τες που ανέ­φε­ρα)» [Α’ Κορ. 10, 12]. Και πάλι: «Ἀλλ᾿ ὑποπιά­ζω μου τὸ σῶμα καὶ δου­λα­γωγῶ, μήπως ἄλλοις κηρύ­ξας αὐτὸς ἀδόκι­μος γένω­μαι(:Αλλά ταλαι­πω­ρώ το σώμα μου και το μετα­χει­ρί­ζο­μαι ως δού­λο, για να μην απο­δο­κι­μα­στώ και απο­δει­χτώ ανά­ξιος του βρα­βεί­ου εγώ ο ίδιος που κήρυ­ξα σε άλλους και με τη δική μου προ­τρο­πή και διδα­σκα­λία αυτοί πήραν το βρα­βείο)» [Α’ Κορ. 9, 27]. Ανορ­θώ­νον­τας πάλι τους πεσμέ­νους και διε­γεί­ρον­τάς τους σε μεγα­λύ­τε­ρη προ­θυ­μία δια­κή­ρυτ­τε έντο­να στους Κοριν­θί­ους γρά­φον­τας τα εξής: «Μὴ πάλιν ἐλθόν­τα με ταπει­νώσῃ ὁ Θεός μου πρὸς ὑμᾶς καὶ πεν­θή­σω πολ­λοὺς τῶν προ­η­μαρ­τη­κό­των καὶ μὴ μετα­νο­η­σάν­των ἐπὶ τῇ ἀκαθαρ­σίᾳ καὶ πορ­νείᾳ καὶ ἀσελ­γείᾳ ᾗ ἔπρα­ξαν(: Φοβά­μαι μήπως, όταν έλθω σε σας, με ταπει­νώ­σει πάλι ο Θεός, όπως με ταπεί­νω­σε και στο προ­η­γού­με­νο ταξί­δι μου, και πεν­θή­σω πολ­λούς από εκεί­νους που έχουν τυχόν αμαρ­τή­σει πριν από το νέο μου αυτό ταξί­δι και δεν μετα­νόη­σαν για την ακα­θαρ­σία και πορ­νεία και ασέλ­γεια που διέ­πρα­ξαν)» [Β’ Κορ. 12, 21]. Για να δεί­ξει ότι είναι άξιοι θρή­νων όχι τόσο εκεί­νοι που αμαρ­τά­νουν, όσο εκεί­νοι που δεν μετα­νο­ούν για τα αμαρ­τή­μα­τά τους.

Και ο προ­φή­της πάλι λέγει: «Μὴ ὁ πίπτων οὐκ ἀνίστα­ται; ἢ ὁ ἀποστρέ­φων οὐκ ἀναστρέ­φει;(:Μήπως εκεί­νος που πέφτει δεν σηκώ­νε­ται, η εκεί­νος που παίρ­νει στρα­βό δρό­μο δεν επι­στρέ­φει😉» [Ιερ. 8, 4]. Γι΄αυτό και ο Δαυίδ παρα­κα­λεί αυτούς ακρι­βώς, λέγον­τας: «Σήμε­ρον, ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκού­ση­τε, μὴ σκλη­ρύ­νη­τε τὰς καρ­δί­ας ὑμῶν, ὡς ἐν τῷ παρα­πι­κρα­σμῷ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ πει­ρα­σμοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ(:Σήμε­ρα που ο Θεός μιλά στον καθέ­να μας, μακά­ρι να ακού­σε­τε τη φωνή Του η οποία μας προ­σκα­λεί και μας λέει: ’’Μην κάνε­τε με την ανυ­πα­κοή σκλη­ρές τις καρ­διές σας, όπως έγι­νε στη Ραφι­δείν και στην έρη­μο Κάδης, τον και­ρό που με πίκρα­ναν οι πρό­γο­νοί σας, την ημέ­ρα που δοκί­μα­ζαν και προ­κα­λού­σαν την δύνα­μή μου και την δικαιο­σύ­νη μου στην έρη­μο”)»[ Ψαλμ. 94, 8].

Όσο, λοι­πόν, θα υπάρ­χει το σήμε­ρα, ας μην απελ­πι­ζό­μα­στε, αλλά έχον­τας ελπί­δα προς τον Κύριο και έχον­τας κατά νου το πέλα­γος της φιλαν­θρω­πί­ας Του, αφού απο­τι­νά­ξου­με καθε­τί το πονη­ρό από τη σκέ­ψη μας, ας ασκού­με με πολ­λή προ­θυ­μία και ελπί­δα την αρε­τή, και ας επι­δεί­ξου­με μετά­νοια με όλη τη δύνα­μή μας.

Έτσι αφού απαλ­λα­χθού­με απ’ όλα τα αμαρ­τή­μα­τά μας εδώ στη γη, να μπο­ρέ­σου­με με θάρ­ρος να στα­θού­με μπρο­στά στο βήμα του Χρι­στού, και να επι­τύ­χου­με τη βασι­λεία των ουρα­νών, την οποία εύχο­μαι να επι­τύ­χου­με όλοι μας με τη χάρη και φιλαν­θρω­πία του Κυρί­ου μας Ιησού Χρι­στού, μαζί με τον Οποίο στον Πατέ­ρα και συγ­χρό­νως στο Άγιο Πνεύ­μα ανή­κει η δόξα, η δύνα­μη και η τιμή, τώρα και πάν­το­τε και στους αιώ­νες των αιώ­νων. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επι­μέ­λεια κει­μέ­νου: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος.

ΠΗΓΕΣ:

  • https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/de-paenitentia-sermo‑1.pdf

  • Αγ. Ιωάν­νου Χρυ­σο­στό­μου Άπαν­τα τα έργα, πατε­ρι­κές εκδό­σεις «Γρη­γό­ριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάν­τιον», Θεσ­σα­λο­νί­κη 1987, τόμος 30, σελί­δες 104–111.

  • Βιβλιο­θή­κη των Ελλή­νων, Άπαν­τα των αγί­ων Πατέ­ρων, Ιωάν­νου Χρυ­σο­στό­μου έργα, τόμος 9, σελ. 22–24.

  • Παν. Τρεμ­πέ­λα, Η Και­νή Δια­θή­κη μετά συν­τό­μου ερμη­νεί­ας, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθή­να 1997

  • Η Και­νή Δια­θή­κη, Κεί­με­νον και ερμη­νευ­τι­κή από­δο­σις υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τρια­κο­στή τρί­τη, Αθή­να 2009.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη κατά τους εβδο­μή­κον­τα, Κεί­με­νον και σύν­το­μος από­δο­σις του νοή­μα­τος υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2005.

  • Παν. Τρεμ­πέ­λα,Το Ψαλ­τή­ριον με σύν­το­μη ερμη­νεία(από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», Αθή­να 2016

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

Αρχιμ. Αθα­νά­σιος Μυτι­λη­ναί­ος (ΑΠΟΔΗΜΟΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ)

Απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ομι­λία μακα­ρι­στού γέρον­τος Αθα­να­σί­ου Μυτι­λη­ναί­ου με θέμα:

«ΑΠΟΔΗΜΟΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»

[εκφω­νή­θη­κε στην Ιερά Μονή Κομνη­νεί­ου Λαρί­σης στις 15-02-1998]

[Β 370]

«Εὐαγγέ­λιον ἐν Εὐαγγε­λίῳ» εχα­ρα­κτη­ρί­σθη, αγα­πη­τοί μου, η παρα­βο­λή του Ασώ­του Υιού, που ακού­σα­με σήμε­ρα. Και τού­το για­τί δεί­χνει την πτώ­ση του ανθρώ­που και την απο­στα­σία του από τον Θεό, αλλά και την αγά­πη του Θεού για την επι­στρο­φή και σωτη­ρία του ανθρώ­που.

Και η αγά­πη του Πατρός εξε­δη­λώ­θη σε όλο της το μεγα­λείο. Δηλα­δή με την προ­σφο­ρά του Υιού Του, χάριν των ανθρώ­πων. Και η αγά­πη και προ­σφο­ρά εκφρά­ζε­ται με τού­τα τα λόγια, όπως μας δια­σώ­ζει ο Ευαγ­γε­λι­στής Ιωάν­νης: «Οὕτω γὰρ ἠγάπη­σεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονο­γενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύ­ων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόλη­ται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον». Και η όλη η δια­δι­κα­σία της σωτη­ρί­ας είναι η πίστις εις το θεαν­θρώ­πι­νον πρό­σω­πον του Ιησού Χρι­στού. Είδα­τε; «Πᾶς ὁ πιστεύ­ων εἰς αὐτὸν» θα σωθεί. Δεν θα χαθεί. Δηλα­δή ο Θεός οικο­νο­μεί την Εναν­θρώ­πη­ση, που είναι το μέγι­στον και ζητά από τον άνθρω­πον την πίστιν, που είναι το ελά­χι­στον. Πρέ­πει πάν­τως να υπάρ­χει αυτή η αμοι­βαία προ­σφο­ρά.

Ένα μικρό παρά­δειγ­μα που πολ­λά­κις το έχο­με πει. Θέλεις να κοι­νω­νή­σεις; Τι θα πάρεις; Το Σώμα και το Αίμα του Χρι­στού. Είναι μέγι­στον; Σίγου­ρα. Θα πας όμως το πρό­σφο­ρό σου το πρωί. Κι ένα πρό­σφο­ρο τι τιμή έχει; Ελα­χί­στη. Έτσι, θα δώσεις και θα πάρεις. Όχι μόνον απλώς θα πάρεις. Θα δώσεις και θα πάρεις. Θέλεις τη σωτη­ρία σου; Μάλι­στα. Δώσε την πίστη σου. Αμοι­βαία, βλέ­πε­τε, η προ­σφο­ρά. Ο Θεός δίδει τη χάρη Του κι εμείς δίδο­με την πίστη μας. Μάλι­στα, αν έχε­τε προ­σέ­ξει, ο Κύριος, από εκεί­νους που ηδύ­ναν­το να ομο­λο­γή­σουν την πίστη των, τους ερω­τού­σε: «Εάν πιστεύ­εις, πάν­τα δυνα­τά τῷ πιστεύ­ον­τι». Βλέ­πε­τε, πρέ­πει να προ­σφέ­ρο­με. Θα μου πεί­τε, είναι τόσο απλό; Θα έλε­γα πάρα πολύ απλό. Βέβαια, πρέ­πει να είναι εκ βαθέ­ων αυτό το πιστεύω. Είναι πολύ απλό, είναι δυσκο­λό­τα­τον.

Ένα μικρό παρά­δειγ­μα. Λέγει ότι εκεί­νος που έχει το Πνεύ­μα του Θεού, λέγει: «Ἀββᾶ, ὁ Πατήρ». «Ἀββᾶ» θα πει «πατήρ». Αλλά εις την συρια­κήν γλώσ­σα. Το ίδιο πράγ­μα σε δύο γλώσ­σες. Πεί­τε σε κάποιον άνθρω­πο να πει: «Ἀββᾶ, ὁ Πατήρ». Να πει τον Θεό: «Πατέ­ρα». Δεν μπο­ρεί να το πει εάν δεν έχει το Πνεύ­μα το Άγιον. Σαφώς το λέγει αυτό ο λόγος του Θεού. Κανείς δεν μπο­ρεί να πει τον Θεόν Πατέ­ρα, εάν δεν έχει το Πνεύ­μα το Άγιον. Είναι λοι­πόν εύκο­λο; «Κανείς», λέγει ο Από­στο­λος Παύ­λος, «δεν μπο­ρεί να πει τον Χρι­στόν ‘’Κύριον’’», δηλα­δή «Θεόν», «εἰ μή ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁγίῳ». Είναι δύσκο­λο; Φοβε­ρά δύσκο­λο. Έτσι, φοβε­ρά απλό, φοβε­ρά δύσκο­λο. Ανα­λό­γως ρυθ­μί­ζε­ται το πράγ­μα από την προ­αί­ρε­ση του ανθρώ­που. Έτσι ο άνθρω­πος γίνε­ται από­δη­μος της Χάρι­τος του Θεού. Από­δη­μος. Απο­δη­μεί. Και, αν θέλει να σωθεί, πρέ­πει να επι­στρέ­ψει. Και η επι­στρο­φή πραγ­μα­το­ποιεί­ται με την πίστη και τη μετά­νοια.

Όλα αυτά, κατά θαυ­μά­σιον φιλο­λο­γι­κόν τρό­πον, εικο­νί­ζον­ται με την παρα­βο­λή του ασώ­του υιού. Αυτή μας δια­γρά­φει την πτώ­ση, την απο­στα­σία, την απο­δη­μία του ανθρώ­που από τον Θεό και την επι­στρο­φή του. Η παρα­βο­λή του ασώ­του υιού. Γι΄αυτό σας είπα ότι είναι «Εὐαγγέ­λιον ἐν Εὐαγγε­λίῳ» η παρα­βο­λή του Ασώ­του Υιού.

Ο δε συμ­βο­λι­σμός αυτής της παρα­βο­λής είναι άφθα­στος. Άφθα­στος. Και η κάθε λέξις έχει πολ­λά να πει μέσα εις την απλό­τη­τά της η παρα­βο­λή και μέσα εις την λιτό­τη­τά της. Ο άνθρω­πος, ζητών­τας την κατά­χρη­ση της ελευ­θε­ρί­ας του, απο­δη­μεί από τον Θεόν. Αισθά­νε­ται τον εαυ­τόν του δέσμιον κον­τά στον Θεό. Όπως και το παι­δί αισθά­νε­ται ότι είναι δέσμιο της οικο­γε­νεί­ας του. Ενώ αν ζυγί­σει καλά ο άνθρω­πος, θα δει ότι μόνο δέσμευ­σις δεν είναι αυτό. Είναι ελευ­θε­ρία. Έτσι λοι­πόν ο άνθρω­πος, δεν μπο­ρεί να αισθά­νε­ται κον­τά στον Θεό ελεύ­θε­ρος. Όπως του­λά­χι­στον κατα­λα­βαί­νει και κατα­νο­εί την έννοια της ελευ­θε­ρί­ας. Και τι κάνει; Απο­δη­μεί. Φεύ­γει. Και όπως περι­γρά­φει ο Ψαλ­μω­δός, είναι στον 2ον Ψαλ­μόν: «Καὶ οἱ ἄρχον­τες συνή­χθη­σαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τοῦ Κυρί­ου καὶ κατὰ τοῦ χρι­στοῦ αὐτοῦ». «Οι άρχον­τες, αλλά και πας άνθρω­πος, στρέ­φε­ται κατά του Κυρί­ου», εννο­εί τον Πατέ­ρα, «και κατά του Χρι­στού», εννο­εί του κεχρι­σμέ­νου, δηλα­δή του Υιού. «Διαῤῥήξω­μεν τοὺς δεσμοὺς αὐτῶν καὶ ἀποῤῥίψω­μεν ἀφ᾿ ἡμῶν τὸν ζυγὸν αὐτῶν». «Τοὺς δεσμοὺς αὐτῶν». Μας δεσμεύ­ουν ο Πατήρ και ο Υιός. «Και ελά­τε λοι­πόν να διαρ­ρή­ξο­με, να κάνο­με διάρ­ρη­ξη αυτής της δεσμεύ­σε­ως. Και να απορ­ρί­ψο­με από πάνω μας τον ζυγόν των». Τι ταλαί­πω­ρος που είναι ο άνθρω­πος! Τι φτω­χός που είναι ο άνθρω­πος! Είναι η χει­ρα­φέ­τη­σις του ανθρώ­που από τον Θεό και την απο­στα­σία Του. Δηλα­δή η απο­μά­κρυν­σή του. Ενώ υπάρ­χει τόση ασφά­λεια, υπάρ­χει τόση σιγου­ριά εις την πίστη και εις τη σκέ­πη του Αγί­ου Τρια­δι­κού Θεού.

Και γίνε­ται ο άνθρω­πος…, τι γίνε­ται; Ο άσω­τος υιός· που ζητά την «οὐσίαν» του Πατρός, δηλα­δή την περιου­σία. Λέει: «Δός μοι τό ἐπιβάλ­λον …». Ποιο «ἐπιβάλ­λον»; «Δηλα­δή είμαι υπο­χρε­ω­μέ­νος, παι­δί μου, να σου δώσω περιου­σία;». Το «ἐπιβάλ­λον»! «Αυτό που μου ανή­κει! Δώσε μου το». Και εν προ­κει­μέ­νω τι είναι η περιου­σία αυτή; Είναι, αγα­πη­τοί μου, το κατ΄εικόνα. Αυτό που πήρα­με από τον Θεόν. Το κατ’ εικό­να. Αυτή είναι η «οὐσία» που έρχε­ται να μας δώσει ο Θεός. Παίρ­νει λοι­πόν ο άνθρω­πος το κατ’ εικό­να και απο­μα­κρύ­νε­ται διαρ­κώς και διαρ­κώς από τον Θεό.

Και αυτό το κατ’ εικό­να ζητά τώρα να το σπα­τα­λή­σει στην ασω­τία του νου. Μάλι­στα με το να σκέ­φτε­ται και να γρά­φει, αν είναι συγ­γρα­φεύς κ.τ.λ., τα πιο φοβε­ρά πράγ­μα­τα εναν­τί­ον του Θεού. Έτσι λοι­πόν θέλει να σπα­τα­λή­σει ‑και σπα­τα­λά- την «οὐσίαν» του Θεού, δηλα­δή το κατ’ εικό­να που έχει ο άνθρω­πος στον νου, στην καρ­διά, στη βού­λη­ση. Σκέ­πτε­ται, σχε­διά­ζει, ιδί­ως ο σύγ­χρο­νος άνθρω­πος, ερή­μην τα πάν­τα του Θεού. Στή­νον­τας το είδω­λον της επι­στή­μης και της τεχνο­λο­γί­ας. «Δεν έχω ανάγ­κη, δεν σε έχω ανάγ­κη», έλε­γε ένας Γερ­μα­νός ποι­η­τής, άπι­στος, παρελ­θόν­των χρό­νων, «δεν σε έχω ανάγ­κη, Θεέ μου! Δεν σε έχω ανάγ­κη, δεν σε θέλω. Είμαι αυτάρ­κης». Και προ­σκυ­νών­τας αυτό το είδω­λον ο άνθρω­πος, ενθου­σιά­ζε­ται και αυτο­θαυ­μά­ζε­ται. «Είδες τι επέ­τυ­χα; Είδες;». Επε­νέ­βη ακό­μη και εις την γενε­τι­κήν του ανθρώ­που. «Είδες τι επέ­τυ­χα;».

Σύν­το­μα όμως θα αντι­λη­φθεί ο ταλαί­πω­ρος άνθρω­πος ότι ο δρό­μος που επέ­λε­ξε, θα τον οδη­γή­σει στον «λιμό»-με γιώ­τα. Και βάζω τη λέξη μέσα σε εισα­γω­γι­κά. Στον λιμό τον πνευ­μα­τι­κό. Όσο ο άνθρω­πος αλα­ζο­νεύ­ε­ται, τόσο πιο πολύ φτω­χαί­νει. Και αν θέλε­τε, σαν απο­τέ­λε­σμα αυτού του πνευ­μα­τι­κού λιμού, είναι και ο σωμα­τι­κός λιμός. Όταν γίνον­ται πόλε­μοι και ακα­τα­στα­σί­ες, θα έχο­με άφθο­νο το ψωμί να το φάμε; Θα αρχί­σει ο άνθρω­πος, σε αυτήν του την πεί­να, θα αρχί­σει να τρώ­ει τα ξυλο­κέ­ρα­τα. Έτσι μας λέει η παρα­βο­λή. «Και ήθε­λε να χορ­τά­σει», λέει, «με τα ξυλο­κέ­ρα­τα». Ποια είναι αυτά τα «ξυλο­κέ­ρα­τα»; Είναι τα χαρού­πια, τα κοι­νώς χαρού­πια. Τα ξυλο­κέ­ρα­τα της απι­στί­ας και της φθο­ράς του ήθους. Εκεί προ­σπα­θεί να βρει μια ικα­νο­ποί­η­ση, αλλά, δυστυ­χώς, είναι γνω­στόν, το χαρού­πι είναι γλυ­κό, αλλά μετά είναι στυ­φό… Έτσι ο άνθρω­πος ζει την παρα­κμή του.

Eίναι η χώρα όπου «λιμός ἰσχυ­ρός» λέγει, ανα­μέ­νε­ται στη χώρα που λέγε­ται- μη σας σοκά­ρει- «δυτι­κός πολι­τι­σμός». Αυτή είναι η χώρα του λιμού. Σε εκεί­νη, λέγει, τη χώρα, «ἐνέσκη­ψεν λιμός». Δεν ήταν μόνον ένα φαι­νό­με­νο προ­σω­πι­κό, ατο­μι­κό του ασώ­του υιού, που κατε­δα­πά­νη­σε την περιου­σία την πατρι­κή και τώρα πέφτει στον λιμόν, στην πεί­να. Αλλά είναι και ένα εξω­τε­ρι­κόν από τον άσω­τον υιόν, φαι­νό­με­νον.

«Σε εκεί­νη τη χώρα», λέγει, «ἐνέσκη­ψεν λιμός». Και σας ξανα­λέ­γω, δεν διστά­ζω να το πω και θα είχα πολ­λά να σας πω και να σας το δεί­ξω ότι αυτή η χώρα του λιμού του πνευ­μα­τι­κού είναι η Δύσις. Η Δύσις όχι γεω­γρα­φι­κώς μόνον. Αλλά η Δύσις σαν τρό­πος του σκέ­πτε­σθαι, σαν τρό­πος του ζην, σαν πολι­τι­σμός. Ο άνθρω­πος της Δύσε­ως είναι χρε­ω­κο­πη­μέ­νος, βαθιά χρε­ω­κο­πη­μέ­νος. Αλλά ας είναι.

Έτσι, ο από­δη­μος της χάρι­τος του Θεού, ο από­δη­μος άνθρω­πος, βρί­σκε­ται στο σταυ­ρο­δρό­μι της ιστο­ρι­κής του πορεί­ας. Τι πρέ­πει να κάνει; Ο άσω­τος υιός της παρα­βο­λής μάς λέγει ότι «εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισ­σεύ­ου­σιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλ­λυ­μαι;». «Πόσοι», λέγει, «από τους δού­λους, τους μισθω­τούς του πατέ­ρα μου χορ­ταί­νουν ψωμί, εγώ όμως που είμαι ο γιος, λιμῷ ἀπόλ­λυ­μαι , χάνο­μαι από πεί­να!». Αλή­θεια, κοι­τάξ­τε εδώ τι λέγει: ότι «εἰς ἑαυτὸν ἐλθὼν». Ήλθε στον εαυ­τό του. Μπα! Δεν ήταν στον εαυ­τόν του; Ο κάθε άνθρω­πος δεν είναι στον εαυ­τόν του; Αλλά όταν λέγει εδώ η παρα­βο­λή «εἰς ἑαυτὸν ἐλθὼν». Ήλθε στον εαυ­τόν του. Μπα! Δεν ήταν στον εαυ­τόν του; Ο κάθε άνθρω­πος δεν είναι στον εαυ­τόν του; Αλλά όταν λέγει εδώ η παρα­βο­λή «εἰς ἑαυτὸν ἐλθὼν», πού ευρί­σκε­το; Προ­φα­νώς εκτός εαυ­τού. Όταν ο άνθρω­πος σκέ­πτε­ται, λογί­ζε­ται, πρά­μα­τα που δεν ανή­κουν στην ίδια του τη φύση, είναι εκτός εαυ­τού. Ο απο­δη­μών από τον Θεόν, πρώ­τι­στα απο­δη­μεί από τον εαυ­τόν του. Από­δη­μος του εαυ­τού του. Για­τί τι άλλο είναι; Το «Γνῶθι σαὐτόν» είναι. Δεν ξέρεις, άνθρω­πε, ποιος είσαι; Για­τί αλα­ζο­νεύ­ε­σαι; «Είμαι Θεός!», λέει ο άνθρω­πος. Αλα­ζο­νεύ­ε­σαι. Και όπως λέγει ο Δίδυ­μος ο Αλε­ξαν­δρεύς: «Ὁ γινώ­σκων ἑαυτόν εἰς ἑαυτόν ἐστίν». «Αυτός ο οποί­ος γνω­ρί­ζει τον εαυ­τόν του, ποιος είναι, οι δυνα­τό­τη­τές του και τα όριά του, είναι στον εαυ­τόν του. Όταν όμως ξεπε­ρά­σει τα όριά του, τότε είναι εκτός εαυ­τού». Βέβαια λέμε σε μία κοι­νή έκφρα­ση τον τρε­λόν άνθρω­πον ότι είναι εκτός εαυ­τού. Ή τον θυμώ­δη άνθρω­πο λέμε: «Κοί­τα­ξε, έγι­νε αυτός ο άνθρω­πος εκτός εαυ­τού». Κι αυτός που γνω­ρί­ζει λοι­πόν τον εαυ­τό του, τι κάνει; Γνω­ρί­ζει τον Θεό. Και έτσι ποτέ, μα ποτέ δεν απο­δη­μεί.

Αλλά ο άσω­τος της παρα­βο­λής παίρ­νει τη μεγά­λη από­φα­ση. Και μετά την αυτο­γνω­σία του -«ἐλθὼν εἰς ἑαυτὸν»- θέλει να γυρί­σει πίσω. Είναι η επά­νο­δος στον Θεό. Είναι η μετά­νοια. «Καί ἀναστὰς- λέγει η παρα­βο­λή- πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου-αυτά τα σκέ­πτε­ται. Τώρα όμως τα σκέ­πτε­ται. Και μάλι­στα εμπει­ρι­κά- καὶ ἐρῶ αὐτῷ(:και θα του πω)· πάτερ, ἥμαρ­τον(:έχω αμαρ­τή­σει) εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου». «Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ». «Και αφού σηκώ­θη­κε κι έφυ­γε από την χώρα αυτή, ήρθε στον πατέ­ρα του».

Παρα­τη­ρού­με ότι η μετά­νοια στον άσω­το υιό είχε- προ­σέξ­τε- συμ­φε­ρον­το­λο­γι­κόν χαρα­κτή­ρα. Για­τί; Τι είπε; «Λιμῷ ἀπόλ­λυ­μαι». «Πεθαί­νω από την πεί­να. Θα γυρί­σω πίσω εις τον πατέ­ρα μου». Ώστε λοι­πόν επει­δή πει­νού­σε, γι΄αυτό γυρί­ζει πίσω; Δεν είχε δηλα­δή αυτό το «θα επι­στρέ­ψω εις τον πατέ­ρα μου», δεν είχε πνευ­μα­τι­κό βάθος. Ότι ελύ­πη­σε τον πατέ­ρα του ή ότι ανα­στά­τω­σε με τη φυγή του το πατρι­κό σπί­τι. Τίπο­τε από αυτά. «Ἐγώ λιμῷ ἀπόλ­λυ­μαι». «Εγώ πεθαί­νω από την πεί­να. Θα γυρί­σω να πάγω να φάω». Εσκέ­φτη­κε δηλα­δή μόνον τον εαυ­τόν του. Τίπο­τε άλλο. Εντού­τοις, εδώ είναι το κατα­πλη­κτι­κό, γίνε­ται δεκτή η επι­στρο­φή του. Και πώς γίνε­ται, δηλα­δή; Πανη­γυ­ρι­κά! Και όμως εσκέ­φθη συμ­φε­ρον­το­λο­γι­κά. Όμως είναι ο πρώ­τος βαθ­μός μετα­νοί­ας. Από καθα­ρώς συμ­φε­ρον­το­λο­γι­κής μορ­φής διά­στα­ση. Μια μετά­νοια που χαρα­κτη­ρί­ζει μόνον τον σαρ­κι­κόν άνθρω­πο. Κατά τον Από­στο­λο Παύ­λο έχο­με — προ­σέξ­τε- έχο­με τον ψυχι­κό, τον σαρ­κι­κό και τον πνευ­μα­τι­κό άνθρω­πο.

Άλλος λόγος μετα­νοί­ας είναι και ο φόβος της τιμω­ρί­ας. «Μη με τιμω­ρή­σει ο Θεός. Πρέ­πει λοι­πόν εγώ να γυρί­σω πίσω. Μην πετα­χτώ στην κόλα­ση». Ο φόβος είναι εκεί­νος που πιέ­ζει τον άνθρω­πο, πιέ­ζει για να μετα­νο­ή­σει. Κι αυτό, αυτός ο φόβος, δεν είναι βέβαια γνή­σιο στοι­χείο. Παρά ταύ­τα, είναι ανώ­τε­ρο του «λιμῷ ἀπόλ­λυ­μαι» και ακό­μη, φυσι­κά, πολύ περισ­σό­τε­ρο από την πρώ­τη περί­πτω­ση, γίνε­ται δεκτή η μετά­νοια ενός τέτοιου ανθρώ­που.

Και τέλος είναι η μετά­νοια για­τί ελύ­πη­σε τον Θεό. Αυτό είναι το υπέ­ρο­χον. «Προ­σέ­βα­λα την αγά­πη του Θεού. Εκεί­νος που τόσο με αγα­πά, εγώ Τον προ­σέ­βα­λα.» Αυτή η λύπη. Ούτε η πεί­να, ούτε η κόλα­σις, τίπο­τα. Θα μπο­ρού­σε να πει ο άνθρω­πος που αγα­πά­ει τον Χρι­στόν, να πει: «Χρι­στέ μου, με έβα­λες στην κόλα­ση, για­τί είσαι δίκαιος. Το απο­δέ­χο­μαι. Αλλά σε αγα­πώ». Μπο­ρείς να το πεις αυτό αν είσαι στην κόλα­ση; «Χρι­στέ μου, σε αγα­πώ»; Αυτό είναι το γνή­σιο, αγα­πη­τοί. Βέβαια, εάν φθά­σεις εκεί, δεν θα πας ποτέ εις την κόλα­ση. Αναμ­φι­σβή­τη­τα. Για­τί έχεις την υψί­στη ποιό­τη­τα μετα­νοί­ας. Και μια τέτοια μετά­νοια, είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κό, ότι δεν ξανα­γυ­ρί­ζει πίσω εις το ίδιον «ἐξέρα­μα». «Ἐξέρα­μα» θα πει «ξερα­τί, ξερα­τιά». Η φρά­σις δεν είναι δική μου. Είναι της Και­νής Δια­θή­κης. «Εκεί­νος», λέει, «ο οποί­ος επα­νέρ­χε­ται εις την αμαρ­τί­αν, μοιά­ζει με το σκυ­λί, λέει η Και­νή Δια­θή­κη, που γυρί­ζει πίσω στα ξερα­τιά του». Είναι γνω­στό ότι το σκυ­λί τρώ­ει, τρώ­ει λαί­μαρ­γα, σαν ζώο που είναι, και η γάτα, τρώ­ει, τρώ­ει λαί­μαρ­γα και τότε κάπου ξερ­νά. Και όταν ξανα­πει­νά­σει, γυρί­ζει πίσω, με συμ­πα­θά­τε για την εικό­να, αλλά είναι αγιο­γρα­φι­κή, για να φάει τα ξερα­τιά του. Πότε γυρί­ζει πίσω να φάει εκεί­να που ξέρα­σε; Όταν επα­νέλ­θει εις την αμαρ­τί­αν.

Έτσι λοι­πόν, μια τέτοια μετά­νοια που είναι γεμά­τη από λύπη για­τί προ­σέ­βα­λε τον Θεό, δεν ξανα­γυ­ρί­ζει στα ξερα­τιά της. Δηλα­δή δεν ξανα­α­μαρ­τά­νει κανείς. Πάν­τως και οι τρεις αυτές μορ­φές γίνον­ται δεκτές. Για­τί; Για­τί ο Θεός είναι φιλάν­θρω­πος. Είναι φιλάν­θρω­πος, όπως λέει εκεί η ωραία ευχή, ο Κατη­χη­τι­κός λόγος το Πάσχα, του Ιερού Χρυ­σο­στό­μου, «δέχε­ται» λέει, «και τον πρώ­τον, δέχε­ται και τον έσχα­τον». Δέχε­ται δηλα­δή της καλής ποιό­τη­τος την μετά­νοιαν, δέχε­ται και της πολύ χαμη­λής ποιό­τη­τος την μετά­νοιαν.

Πάν­τως, αγα­πη­τοί μου, να θέλο­με να επα­νερ­χό­με­θα εις τον Θεόν με ανι­διο­τέ­λεια. Αυτή είναι ωραία αγά­πη. «Όχι, Κύριε, για­τί σε φοβά­μαι ή δεν σε φοβά­μαι. Για­τί σε λύπη­σα».

Και ο Πατέ­ρας μεγα­λό­καρ­δα, δεν εξε­τά­ζει, όπως είπα­με, την ποιό­τη­τα της μετα­νοί­ας, απο­δέ­χε­ται, για­τί το παι­δί του, ο άνθρω­πος, επέ­στρε­ψε στο πατρι­κό σπί­τι. Και ο πατέ­ρας, λέγει η παρα­βο­λή, «εὐσπλα­χνί­σθη, καί δρα­μών ἐπέπε­σεν ἐπί τόν τρά­χη­λον αὐτοῦ καί κατε­φί­λη­σεν αὐτόν». Κοι­τάξ­τε: «Δρα­μών». Όχι δρα­μών ο άσω­τος. Δρα­μών ο πατήρ. Πιο πάνω μας είπε η παρα­βο­λή ότι διαρ­κώς παρα­τη­ρού­σε πότε θα γυρί­σει το παι­δί του. Δεν έχα­σε ποτέ την ελπί­δα της επι­στρο­φής του ανθρώ­που. Ποτέ. Και εδώ, αυτό το «εὐσπλα­χνί­σθη», στη συνέ­χεια, ποιος μπο­ρεί να το προ­σμε­τρή­σει; «Εὐσπλα­χνί­σθη». Πώς; Πόσο; Εδώ φαί­νε­ται όλη η μεγα­λο­σύ­νη του Θεού και όλο το έλε­ός Του.

«Καί δρα­μών…». Είναι πόδες οικτιρ­μών του Θεού. Τα πόδια του Θεού. Προ­σέξ­τε, ανθρω­πο­μορ­φι­κά. Είναι τα πόδια του Θεού που δρά­μουν και είναι πόδια ευσπλα­χνί­ας, πόδια οικτιρ­μών.

Και μετά, «ἐπέπε­σεν», λέει, ««ἐπί τόν τρά­χη­λον αὐτοῦ». «Ἐπέπε­σεν». Ξέρε­τε, άλλο το «πίπτω» και άλλο το «ἐπιπί­πτω. Ἐπιπί­πτω θα πει «με ορμή πέφτω». Έπε­σεν εις τον τρά­χη­λον του παι­διού. Για­τί στον τρά­χη­λον και όχι στο πρό­σω­πον; Για­τί ο υιός δεν είχε κου­ρά­γιο να σηκώ­σει το κεφά­λι του. Ήταν σκυμ­μέ­νο το κεφά­λι. Συνε­πώς εκρύ­πτε­το το πρό­σω­πον, προ­ε­βάλ­λε­το ο τρά­χη­λος. «Καί κατε­φί­λη­σεν», λέει, «τόν τρά­χη­λον αὐτοῦ». Αγκά­λες και χέρια οικτιρ­μών του Θεού. «Καί κατε­φί­λη­σεν αὐτόν». Προ­σέξ­τε, εδώ έχο­με χεί­λη ελέ­ους και οικτιρ­μών. Δεν λέει «ἐφίλη­σεν», λέει «κατε­φί­λη­σεν». Τον γέμι­σε με φιλιά. «Κατα­φιλῶ» θα πει «κατά κρά­τος, φιλώ». Είναι το φίλη­μα του Πατρός. Ότι… «Πάρε παι­δί μου, τη βεβαί­ω­ση ότι είσαι, ό,τι και να’ κανες, ότι είσαι απο­δε­κτός».

Αλλά δεν στα­μα­τά­ει εδώ ο Πατήρ Θεός. Επι­λέ­γει η παρα­βο­λή: «Εἶπε δέ ὁ Πατήρ πρός τούς δού­λους αὐτοῦ· ἐξενέγ­κα­τε τήν στο­λήν τήν πρώ­την καί ἐνδύ­σα­τε αὐτόν». «Ἐκφέ­ρω», «ἐξενέγ­κα­τε», δηλα­δή «βγάλ­τε από το ντου­λά­πι», να το πού­με έτσι απλά, «βγάλ­τε από την ιμα­τιο­θή­κη την πρώ­τη στο­λή και ντύ­σα­τέ τον». Είναι η στο­λή του Βαπτί­σμα­τος, που αντι­κα­τέ­στη­σε την δερ­μα­τί­νη στο­λή, που ήταν στο­λή ντρο­πής, που είχε ντύ­σει ο Θεός τους πρω­το­πλά­στους. Και έκτο­τε ο άνθρω­πος φορά την δερ­μα­τί­νη στο­λή. Είναι μεγά­λος ο πλού­τος της ερμη­νεί­ας του θέμα­τος. Η στο­λή η πρώ­τη όμως ποια είναι; Η στο­λή η πρώ­τη είναι η στο­λή του Βαπτί­σμα­τος. Αυτή που είχε ο Αδάμ πριν πέσει. Και την οποία επα­να­πο­κτού­με με το Άγιον Βάπτι­σμα. Τώρα αυτή η στο­λή είναι και στο­λή χάρι­τος. Προ­σπο­ρί­ζε­ται ο άνθρω­πος τη χάρη του Θεού. Είναι το καταλ­λη­λό­τα­τον ιμά­τιον των βασι­λι­κών γάμων που θα φορέ­σο­με, της ομω­νύ­μου παρα­βο­λής. Ποιοι είναι οι γάμοι του υιού του βασι­λέ­ως; Είναι η Βασι­λεία του Θεού. «Ἑταῖρε», λέει εκεί στην παρα­βο­λή «φίλε, πώς μπή­κες εδώ; Μή ἔχων ἔνδυ­μα γάμου;». Αυτή είναι η πρώ­τη στο­λή. Είναι η στο­λή της μετα­νοί­ας, είναι η στο­λή της χάρι­τος. Είναι το ένδυ­μα για τη Βασι­λεία του Θεού.

Και στη συνέ­χεια μας ανα­φέ­ρει ο ιερός Ευαγ­γε­λι­στής, λέγει ο Πατήρ εις τους δού­λους: «Καί δότε δακτύ­λιον εἰς τήν χεί­ραν αὐτοῦ». «Δώσα­τέ του», λέγει, «δακτυ­λί­δι». Δείγ­μα εξου­σί­ας. Για­τί; Για­τί επί του δακτυ­λί­ου στον αρχαίο κόσμο, ιδί­ως στην Ανα­το­λή, Παλαι­στί­νη, Βαβυ­λώ­να, στην Ασσυ­ρία, υπήρ­χε εκεί μια εγχά­ρα­κτη σφρα­γί­δα. Κρα­τού­σες τη σφρα­γί­δα, να το πω έτσι, τη μεγά­λη σφρα­γί­δα του κρά­τους. Την κρα­τάς στα χέρια σου. Το δακτυ­λί­δι. Με το οποίο δακτυ­λί­δι εσφρά­γι­ζες ένα έγγρα­φο. Συνε­πώς τι σημαί­νει; Εξου­σία. Τι είπε ο Χρι­στός εις τους μαθη­τάς Του; «Θα καθί­σε­τε επά­νω δώδε­κα θρό­νων». Δηλα­δή εξου­σία. «Κρί­νον­τες τις δώδε­κα φυλές του Ισρα­ήλ».

«Καί ὑποδή­μα­τα εἰς τούς πόδας». «Δώσα­τέ του και παπού­τσια στα πόδια του». Για­τί; Σημεί­ον αλη­θούς ελευ­θε­ρί­ας· διό­τι τον και­ρόν εκεί­νον οι δού­λοι δεν φορού­σαν υπο­δή­μα­τα. Παρά μόνον οι ελεύ­θε­ροι· που σημαί­νει ότι «πια είσαι ελεύ­θε­ρος». Να η αλη­θι­νή ελευ­θε­ρία. Κον­τά στον Χρι­στόν. Και τέλος η θυσία του μόσχου του σιτευ­τού· που είναι η θυσία του Χρι­στού επί του Σταυ­ρού, για τη σωτη­ρία του κόσμου· που είπε: «Να θυσιά­σε­τε τον μόσχον τον σιτευ­τόν» κλπ.

Αγα­πη­τοί, μεγά­λη υπό­θε­σις η μετά­νοια. Και όπως στο Βάπτι­σμά μας «Χρι­στόν ἐνεδύ­θη­μεν», όπως λέγει ο Από­στο­λος Παύ­λος, τώρα με τη μετά­νοια, που είναι το δεύ­τε­ρον βάπτι­σμα, πάλι τον Χρι­στό ενδυό­με­θα. Όταν αμαρ­τά­νο­με, θα έλε­γα, να μελε­τού­με την παρα­βο­λή του ασώ­του υιού, για να μην απελ­πι­ζό­με­θα. Καλόν θα είναι να δια­τη­ρού­με βεβαί­ως τη λαμ­πρό­τη­τα της πρώ­της στο­λής, του Βαπτί­σμα­τός μας. Αλλά, αν απρο­σε­κτή­σο­με, τότε να τρέ­ξο­με στη μετά­νοια, που είναι η απο­κα­τά­στα­σις της πρώ­της στο­λής. Οι ημέ­ρες που ακο­λου­θούν, αυτές οι ημέ­ρες, ανοί­γουν δύο δρό­μους. Τον δρό­μον της επι­τά­σε­ως της αμαρ­τί­ας με τις ποι­κί­λες ασω­τί­ες που ξεχυ­λάν στους δρό­μους. Τώρα, τις λεγό­με­νες «Από­κριες».

Αλλά έχο­με και τον άλλον τον δρό­μον, τον δρό­μον της μετα­νοί­ας. Όσοι αλη­θι­νά ποθού­με την επι­στρο­φή μας, ας αρχί­σο­με την κάθαρ­ση νου και καρ­διάς, δια της μετα­νοί­ας και εξο­μο­λο­γή­σε­ως. Και ας επα­να­λά­βο­με το κον­τά­κιον της ημέ­ρας: «Τῆς πατρῴας, δόξης σου, ἀποσκιρτήσας ἀφρόνως, ἐν κακοῖς ἐσκόρπι­σα, ὅν μοι παρέδωκας πλοῦτον· ὅθεν σοι τὴν τοῦ Ἀσώτου, φωνὴν κραυγάζω· Ἥμαρ­τον ἐνώπιόν σου Πάτερ οἰκτίρμον, δέξαι με μετα­νοοῦντα, καὶ ποίησόν με, ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου». Αμήν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απρο­σμέ­τρη­τη ευγνω­μο­σύ­νη στον πνευ­μα­τι­κό μας καθο­δη­γη­τή μακα­ρι­στό γέρον­τα Αθα­νά­σιο Μυτι­λη­ναίο,

ψηφιο­ποί­η­ση της απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νης ομι­λί­ας και επι­μέ­λεια: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απο­μα­γνη­το­φώ­νη­ση ομι­λί­ας δια χει­ρός του αξιο­τί­μου κ. Αθα­να­σί­ου Κ.

  • http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_745.mp3

Άγιος Κύριλ­λος Αλε­ξαν­δρεί­ας (ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ)

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

«Ἄνθρω­πός τις εἶχε δύο υἱούς καὶ εἶπεν ὁ νεώ­τε­ρος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλ­λον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συνα­γαγὼν ἅπαν­τα ὁ νεώ­τε­ρος υἱὸς ἀπεδή­μη­σεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διε­σκόρ­πι­σε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. δαπα­νή­σαν­τος δὲ αὐτοῦ πάν­τα ἐγένε­το λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκεί­νην, καὶ αὐτὸς ἤρξα­το ὑστε­ρεῖσθαι καὶ πορευ­θεὶς ἐκολ­λή­θη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκεί­νης, καὶ ἔπεμ­ψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοί­ρους(:Ένας άνθρω­πος είχε δύο γιους. Είπε λοι­πόν ο μικρό­τε­ρος γιος στον πατέ­ρα του: “Πατέ­ρα δώσε μου το μερί­διο της περιου­σί­ας που μου ανή­κει”. Και ο πατέ­ρας μοί­ρα­σε και στους δύο γιους την περιου­σία. Ύστε­ρα από λίγες μέρες ο νεό­τε­ρος γιος μάζε­ψε όλα όσα του έδω­σε ο πατέ­ρας του και ταξί­δε­ψε σε χώρα μακρι­νή. Εκεί δια­σκόρ­πι­σε την περιου­σία του κάνον­τας μια ζωή άσω­τη και ακό­λα­στη. Όταν ο νεό­τε­ρος γιος ξόδε­ψε όλα όσα είχε, έπε­σε μεγά­λη πεί­να στη χώρα εκεί­νη, κι αυτός άρχι­σε να στε­ρεί­ται. Και ο άσω­τος γιος εξαι­τί­ας των στε­ρή­σε­ων και της πεί­νας του πήγε σ’ έναν από τους πολί­τες εκεί­νης της χώρας, ο οποί­ος τον προ­σέ­λα­βε ως δού­λο. Και τον έστει­λε στα χωρά­φια του να βόσκει χοί­ρους)»[Λουκ.15,11–15].

Ο άσω­τος υιός ζήτη­σε το μερί­διο της περιου­σί­ας που του ανα­λο­γού­σε, το πήρε, έφυ­γε στην ξενι­τειά και το δαπά­νη­σε. Έπει­τα βρέ­θη­κε σε από­λυ­τη στέ­ρη­ση κάθε αγα­θού, αλλά και σε έλλει­ψη των χαρι­σμά­των που του έδω­σε ο Θεός, και κατά κάποιο τρό­πο σαν να πέθαι­νε από πνευ­μα­τι­κή πεί­να, μην έχον­τας τον ουρά­νιο άρτο· για­τί λέγει ο Κύριος: «Οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσε­ται ἄνθρω­πος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ῥήμα­τι ἐκπο­ρευο­μένῳ διὰ στό­μα­τος Θεοῦ(:Είναι γραμ­μέ­νο στο Δευ­τε­ρο­νό­μιο ότι ο άνθρω­πος δεν θα δια­τη­ρη­θεί στη ζωή μόνο με τον άρτο, αλλά με κάθε προ­στα­γή που θα εξέλ­θει από το στό­μα του Θεού. Όταν το πει ο Θεός, και χωρίς τρο­φή ακό­μη θα ζήσει ο άνθρω­πος)»[Ματθ.4,4].

Θα μπο­ρού­σε όμως κανείς να εφαρ­μό­σει την παρα­βο­λή και στους προ­ερ­χό­με­νους από τον πρώ­ην ειδω­λο­λα­τρι­κό κόσμο πιστούς. Για­τί είπε: «Κάποιος άνθρω­πος απέ­κτη­σε δύο υιούς, από τους οποί­ους ο ένας ήταν ενά­ρε­τος και συνε­τός, ενώ ο άλλος άσω­τος· ο ασύ­νε­τος και άσω­τος λοι­πόν γιος κατα­σπα­τά­λη­σε το μερί­διο της περιου­σί­ας που του ανα­λο­γού­σε και του παρα­χω­ρή­θη­κε από τον πατέ­ρα του, και έπει­τα πιε­ζό­με­νος από την πεί­να, κατέ­φυ­γε στα ξυλο­κέ­ρα­τα που έτρω­γαν οι χοί­ροι». Κάτι τέτοιο θα βρού­με να έχουν πάθει και εκεί­νοι που πλα­νή­θη­καν. Για­τί ο Δημιουρ­γός έδω­σε εξί­σου σε όλους, σαν κάποιο κλή­ρο, τη φυσι­κή ικα­νό­τη­τα και ροπή προς το αγα­θό· όμως άλλοι δια­τή­ρη­σαν αυτό που τους δόθη­κε, ακο­λου­θών­τας τους θεί­ους νόμους και οδη­γού­με­νοι από λογι­κούς στο­χα­σμούς που εκ φυσι­κής κατα­βο­λής μπο­ρού­σαν να κάνουν, σε καθε­τί από όσα έπρε­πε να ενερ­γούν και που δεν τους εκτό­πι­ζαν από την ορθή πορεία· αντί­θε­τα κάποιοι άλλοι, αφού στε­ρή­θη­καν τελεί­ως την ουρά­νια πρα­ό­τη­τα και φρον­τί­δα και αγά­πη, κατέ­λη­ξαν σε έλλει­ψη των καυ­χη­μά­των της άρι­στης ζωής, και έλα­βαν ως τρο­φή τις ψευ­δο­λο­γί­ες των ειδω­λο­λα­τρών Ελλή­νων, νοού­με­νες εδώ ως ξυλο­κέ­ρα­τα, στα οποία υπάρ­χει βέβαια ελά­χι­στη γλυ­κύ­τη­τα, αλλά πολ­λή ατρο­φία και ξηρό­τη­τα, και φυσι­κά τους έβο­σκε ο Σατα­νάς με τις ψευ­δο­λο­γί­ες των Ελλή­νων και τις ανόη­τες ευγλωτ­τί­ες των λογά­δων εκεί­νων. Για­τί είναι μύθοι και τίπο­τε άλλο και κελαη­δί­σμα­τα που ται­ριά­ζουν σε γριές τα εντάλ­μα­τα εκεί­νων. Και η σοφία του κόσμου, έχον­τας ήχο δυνα­τό και ωραίο, είναι «χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμ­βα­λον ἀλαλά­ζον(:άψυ­χος χαλ­κός που βουί­ζει όταν τον χτυ­πούν ή κύμ­βα­λο που βγά­ζει μεγά­λο θόρυ­βο χωρίς κάποια σημα­σία)»[Α΄Κορ.13,1].

Λοι­πόν τρέ­φον­ταν βέβαια παλιά με τα ελλη­νι­κά συγ­γράμ­μα­τα, δεν μπο­ρού­σαν όμως να έχουν καμία ωφέ­λεια ώστε να επι­τύ­χουν την αρε­τή. Όταν όμως ανα­ζή­τη­σαν τον Θεό και επέ­στρε­ψαν από τη μακρά πλά­νη, ως νεκροί βέβαια που ήταν ανα­στή­θη­καν, και ως χαμέ­νοι βρέ­θη­καν. Για­τί εκεί­νοι που βρί­σκον­ται ακό­μη στην πλά­νη και δεν γνώ­ρι­σαν τον από τη φύση Του Θεό, ο νους αυτών είναι νεκρός και κατά κάποιο τρό­πο κατα­ψυγ­μέ­νος, φρον­τί­ζον­τας για τα νεκρά έργα· και αυτά είναι τα θελή­μα­τα της σάρ­κας. Ενώ ο νους εκεί­νων που επέ­στρε­ψαν στον Θεό και γνώ­ρι­σαν την αλή­θεια, δεν είναι νεκρός, έχον­τας εμπλου­τι­στεί με ανα­γέν­νη­ση και ανα­ζω­ο­δό­τη­ση από τον Χρι­στό, ζει μάλ­λον και φρον­τί­ζει για τα αγω­νί­σμα­τα εκεί­να που οδη­γούν στην αιώ­νια ζωή και μακα­ριό­τη­τα. Και απο­μα­κρύ­νε­ται βέβαια από τα νεκρά έργα, επι­θυ­μεί όμως και τα έργα της αιώ­νιας ζωής, που θα δοθεί, εννοώ, στον μελ­λον­τι­κό αιώ­να από τον Χρι­στό σε εκεί­νους που πίστε­ψαν σε Αυτόν.

Κάποιοι όμως ερμη­νευ­τές της παρα­βο­λής θεω­ρούν ότι με τους δύο υιούς δηλώ­νον­ται οι άγιοι άγγε­λοι και εμείς οι άνθρω­ποι που βρι­σκό­μα­στε στη γη. Και το πρό­σω­πο βέβαια του μεγα­λυ­τέ­ρου, ο οποί­ος και ζει ενά­ρε­τα, συμ­βο­λί­ζει, κατά τη γνώ­μη τους, το τάγ­μα των αγί­ων αγγέ­λων, ενώ το πρό­σω­πο του νεό­τε­ρου γιου, που είναι και άσω­τος, συμ­βο­λί­ζει το ανθρώ­πι­νο γένος. Υπάρ­χουν επί­σης κάποιοι από εμάς, οι οποί­οι βαδί­ζουν άλλο δρό­μο ερμη­νεί­ας και λένε ότι με τον μεγα­λύ­τε­ρο υιό και που έζη­σε ορθά, συμ­βο­λί­ζε­ται ο κατά σάρ­κα Ισρα­ήλ, ενώ με τον άλλον, ο οποί­ος προ­τί­μη­σε να ζει φιλή­δο­να και απο­μα­κρύν­θη­κε από τον πατέ­ρα του, συμ­βο­λί­ζε­ται το πλή­θος των εθνι­κών.

Εγώ όμως απορ­ρί­πτω τις αντι­λή­ψεις αυτές, και ο φιλο­μα­θής ας ψάξει να βρει την αλή­θεια. Για­τί, όταν θεω­ρή­σου­με ότι ο πρώ­τος, ο υπά­κουος υιός, εικο­νί­ζει τους αγγέ­λους, τότε πώς είπε, μετά την επι­στρο­φή του ασώ­του αδελ­φού του, πικρό­χο­λα και οργι­σμέ­να λόγια που δεν ται­ριά­ζουν στους αγί­ους αγγέ­λους, ή πώς δεν είχε τέτοια ψυχι­κή διά­θε­ση όπως εκεί­νοι προς αυτούς που επι­στρέ­φουν από τις αμαρ­τί­ες σε μετά­νοια; Για­τί ο Σωτή­ρας και Κύριος των όλων λέγει ότι «χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρ­τωλῷ μετα­νοοῦντι(:γίνε­ται χαρά στους ουρα­νούς μπρο­στά στους αγγέ­λους του Θεού, οι οποί­οι συμ­με­τέ­χουν στη χαρά αυτή, για έναν αμαρ­τω­λό που μετα­νο­εί)»[Λουκ.15,10]· αντί­θε­τα, ο ανα­φε­ρό­με­νος στην εξε­τα­ζό­με­νη παρα­βο­λή υιός ως ευπρόσ­δε­κτος από τον πατέ­ρα του καθώς είχε άμεμ­πτη ζωή, λέγε­ται ότι οργί­στη­κε, και έφτα­σε σε τέτοιο βαθ­μό έλλει­ψης φιλαλ­λη­λί­ας, ώστε να κατη­γο­ρή­σει και τον πατέ­ρα του για τη στορ­γι­κή αγά­πη του προς εκεί­νον που σώθη­κε. Για­τί «δεν θέλη­σε καν», λέγει, «να μπει στο σπί­τι, αγα­να­κτι­σμέ­νος επει­δή έγι­νε δεκτός μετα­νο­η­μέ­νος εκεί­νος που μόλις ανέ­νη­ψε, και σφά­χτη­κε και το μοσχά­ρι γι΄αυτόν, και επει­δή ο πατέ­ρας οργά­νω­σε πανη­γύ­ρι γι΄αυτόν». Αυτό όμως έρχε­ται σε αντί­θε­ση, όπως είπα, προς τον σκο­πό των αγί­ων αγγέ­λων. Για­τί χαί­ρον­ται και δοξο­λο­γούν τον Θεό βλέ­πον­τας να σώζον­ται οι άνθρω­ποι.

Και πράγ­μα­τι, όταν ο Υιός υπέ­μει­νε στη Βηθλε­έμ την κατά σάρ­κα γέν­νη­σή Του από γυναί­κα, στους ποι­μέ­νες οι άγγε­λοι δια­λα­λού­σαν το ευχά­ρι­στο μήνυ­μα λέγον­τας: «Μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ γὰρ εὐγγε­λί­ζο­μαι ὑμῖν χαρὰν μεγά­λην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμε­ρον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαυ­ΐδ(:Μη φοβά­στε˙ χαρεί­τε· διό­τι, να, σας αναγ­γέλ­λω μια χαρ­μό­συ­νη είδη­ση που θα φέρει μεγά­λη χαρά και σε σας και σε όλο το λαό του Θεού. Και θα είναι χαρά όλου του λαού, διό­τι γεν­νή­θη­κε σήμε­ρα για σας Σωτή­ρας, ο οποί­ος ως άνθρω­πος βέβαια είναι όμοιος με σας, αλλά είναι και χρι­σμέ­νος με το πλή­ρω­μα της θεό­τη­τος˙ ως Θεός όμως είναι και Κύριός σας. Και γεν­νή­θη­κε στην πόλη του Δαβίδ, προς τον οποίο δόθη­καν οι υπο­σχέ­σεις ότι από το γένος του θα προ­έλ­θει ο Χρι­στός)»[Λου­κά 2,10–11]. Και στε­φα­νώ­νον­τας με υμνω­δί­ες και δοξο­λο­γί­ες Εκεί­νον που γεν­νή­θη­κε, έλε­γαν: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώ­ποις εὐδοκία(:Δοξα­σμέ­νος ας είναι ο Θεός στα ύψι­στα μέρη του ουρα­νού απ’ τους αγγέ­λους που κατοι­κούν εκεί· και στη γη ολό­κλη­ρη, που είναι ταραγ­μέ­νη απ’ την αμαρ­τία και τα βίαια πάθη της, ας βασι­λεύ­σει η θεία ειρή­νη· διό­τι ο Θεός εκδή­λω­σε τώρα εξαι­ρε­τι­κά την εύνοια και την ευα­ρέ­σκειά Του στους ανθρώ­πους με την εναν­θρώ­πη­ση του Υιού Του)»[Λουκ.2,14].

Εάν πάλι κάποιος ερμη­νευ­τής λέγει ότι με τον γνή­σιο και ενά­ρε­το υιό συμ­βο­λί­ζε­ται ο κατά σάρ­κα Ισρα­ήλ, μας απο­μα­κρύ­νει πάλι από το να συμ­φω­νή­σου­με με τη γνώ­μη αυτή, το ότι με κανέ­να τρό­πο δεν ται­ριά­ζει στον Ισρα­ήλ η προ­τί­μη­ση να ζει άμεμ­πτα και ενά­ρε­τα, χωρίς να κατη­γο­ρεί­ται. Για­τί σε ολό­κλη­ρη, που λέγει ο λόγος, τη θεό­πνευ­στη Γρα­φή μπο­ρού­με να δού­με να κατη­γο­ρούν­ται οι Ιου­δαί­οι για την απο­μά­κρυν­σή τους από το θέλη­μα του Θεού.

Για­τί ως απο­στά­τες και απεί­θαρ­χους έχει λεχθεί γι΄αυτούς με τη φωνή του Ιερε­μία: «Τί εὕροσαν οἱ πατέ­ρες ὑμῶν ἐν ἐμοὶ πλημ­μέ­λη­μα, ὅτι ἀπέστη­σαν μακρὰν ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ ἐπορεύ­θη­σαν ὀπίσω τῶν ματαί­ων καὶ ἐματαιώ­θη­σαν;(:Ποιο σφάλ­μα βρή­καν οι πατέ­ρες σας σε εμέ­να και έφυ­γαν μακριά από εμέ­να και πορεύ­θη­καν πίσω από τα μάταια είδω­λα και κατάν­τη­σαν ανόη­τοι😉»[Ιερ.2,5]. Σύμ­φω­να επί­σης με αυτά είπε κάπου γι΄αυτούς ο Θεός και με τη φωνή του Ησα­ΐα : «Ἐγγί­ζει μοι ὁ λαὸς οὗτος ἐν τῷ στό­μα­τι αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς χεί­λε­σιν αὐτῶν τιμῶσί με, ἡ δὲ καρ­δία αὐτῶν πόῤῥω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ· μάτην δὲ σέβον­ταί με διδά­σκον­τες ἐντάλ­μα­τα ἀνθρώ­πων καὶ διδα­σκα­λί­ας(:Ο λαός αυτός με πλη­σιά­ζει με τα λόγια του στό­μα­τός του, με τιμούν με τα λόγια των χει­λιών τους μονά­χα. Η ευσέ­βειά τους περιο­ρί­ζε­ται σε υπο­κρι­τι­κά λόγια, η καρ­διά τους όμως απέ­χει πολύ από Εμέ­να. Και με σέβον­ται ανώ­φε­λα, για­τί εγκα­τα­λεί­πουν τη δική μου Αλή­θεια και διδά­σκουν διδα­σκα­λί­ες και εντο­λές ανθρώ­πων)»[Ησ.29,13]. Πώς λοι­πόν μπο­ρεί κανείς σε αυτούς που είναι τόσο πολύ ένο­χοι να απο­δώ­σει τα λόγια της παρα­βο­λής, σαν να έχουν ειπω­θεί από τον γνή­σιο και ενά­ρε­το υιό; Για­τί εκεί­νος είπε: «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δου­λεύω σοι καὶ οὐδέπο­τε ἐντο­λήν σου παρῆλθον(:Να, τόσα πολ­λά χρό­νια είμαι στη δού­λε­ψή σου και ποτέ δεν παρά­κου­σα κάποια προ­στα­γή σου)». Αλλά δεν θα είχαν αξιο­κα­τά­κρι­τη ζωή, εάν δεν παρέ­βλε­παν τις θεί­ες εντο­λές και δεν στρέ­φον­ταν στη διε­φθαρ­μέ­νη ζωή.

Άλλω­στε πρέ­πει, νομί­ζω, να πού­με και το εξής: Κάποιοι θέλουν να απο­δώ­σουν στο πρό­σω­πο του Σωτή­ρα μας τον μόσχο τον σιτευ­τό, τον οποίο θυσί­α­σε ο πατέ­ρας όταν απο­φά­σι­σε ο άσω­τος υιός να επι­στρέ­ψει. Τότε πώς ο γνή­σιος υιός, ο σοφός και επι­στή­μων και αφο­σιω­μέ­νος, τον οποί­ον κάποιοι παρου­σιά­ζουν ως εκπρό­σω­πο των αγί­ων αγγέ­λων, έκα­νε τη θυσία του μοσχα­ριού αφορ­μή οργής και λύπης; Για­τί δεν μπο­ρεί κανείς να δει λυπη­μέ­νες τις ουρά­νιες δυνά­μεις όταν ο Χρι­στός υπέ­μει­νε τον σαρ­κι­κό θάνα­το και κατά κάποιο τρό­πο σφά­χθη­κε από εμάς. Για­τί χαί­ρον­ταν μάλ­λον, όπως είπα, βλέ­πον­τας να σώζε­ται η υφή­λιος με το άγιο Αίμα, εξαι­τί­ας του οποί­ου βέβαια λέγει ο γνή­σιος υιός του: «Ἐμοὶ οὐδέπο­τε ἔδωκας ἔριφον(:Παρό­λα αυτά δεν μου έδω­σες εμέ­να ποτέ ούτε ένα κατσι­κά­κι)»[Λουκ.15,29]. Από ποιο δηλα­δή αγα­θό έχουν ανάγ­κη οι άγιοι άγγε­λοι; Καθό­σον ο Δεσπό­της των όλων έδω­σε σε αυτούς πλου­σιο­πά­ρο­χα τη χορή­γη­ση πνευ­μα­τι­κών χαρι­σμά­των.

Ή και ποιας θυσί­ας είχαν ανάγ­κη, όσον αφο­ρά γι΄αυτούς τους ίδιους; Για­τί δεν χρεια­ζό­ταν να πάθει ο Εμμα­νου­ήλ και γι΄αυτούς. Εάν όμως πρέ­πει κάποιος να νομί­σει όπως είπα ήδη προ­η­γου­μέ­νως, ότι ο κατά σάρ­κα Ισρα­ήλ, σημαί­νε­ται από τον γνή­σιο και ενά­ρε­το υιό, τότε πώς είναι αλή­θεια αυτό που λέγει: «Σε εμέ­να δεν έδω­σες ποτέ ερί­φιο;». Για­τί είτε μοσχά­ρι είναι είτε ερί­φιο το θύμα υπέρ της αμαρ­τί­ας, νοεί­ται ο Χρι­στός, ο οποί­ος όμως δε θυσιά­στη­κε μόνο για τους εθνι­κούς, αλλά για να ελευ­θε­ρώ­σει και τον ίδιο τον Ισρα­ήλ, ο οποί­ος δέχτη­κε για την παρά­βα­ση του νόμου πολ­λή κατη­γο­ρία. Και θα το επι­βε­βαιώ­σει ο σοφό­τα­τος Παύ­λος γρά­φον­τας: «Διὸ καὶ Ἰησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθε(:Γι’ αυτό σύμ­φω­να με τον προ­φη­τι­κό τύπο των θυσιών που γίνον­ταν για άφε­ση των αμαρ­τιών, και ο Ιησούς, προ­κει­μέ­νου να αγιά­σει με το ίδιο του το αίμα τον λαό του νέου Ισρα­ήλ, έπα­θε και θανα­τώ­θη­κε έξω από την πύλη της πόλε­ως της Ιερου­σα­λήμ)»[Εβρ.13,12].

Ποιος λοι­πόν άρα­γε είναι ο σκο­πός της παρα­βο­λής; Ας εξε­τά­σου­με προ­σε­κτι­κά την αιτία για την οποία και λέχτη­κε αυτή, για­τί έτσι θα μάθου­με την αλή­θεια. Είπε λοι­πόν ο μακά­ριος Λου­κάς λίγο πιο πίσω, για τον Σωτή­ρα όλων μας Χρι­στό: «Ἦσαν δὲ ἐγγί­ζον­τες αὐτῷ πάν­τες οἱ τελῶναι καὶ οἱ ἁμαρ­τω­λοὶ ἀκού­ειν αὐτοῦ. καὶ διε­γόγ­γυ­ζον οἱ Φαρι­σαῖοι καὶ οἱ γραμ­μα­τεῖς λέγον­τες ὅτι οὗτος ἁμαρ­τω­λοὺς προσ­δέ­χε­ται καὶ συνε­σθί­ει αὐτοῖς(:Σε κάθε πόλη ή χωριό που πήγαι­νε ο Ιησούς, Τον πλη­σί­α­ζαν όλοι οι τελώ­νες και οι αμαρ­τω­λοί, όχι απλώς για να δουν τα θαύ­μα­τά Του από περιέρ­γεια, αλλά από ειλι­κρι­νές ενδια­φέ­ρον για ν’ ακού­σουν τη διδα­σκα­λία Του. Οι Φαρι­σαί­οι όμως και οι γραμ­μα­τείς γόγ­γυ­ζαν μετα­ξύ τους και έλε­γαν: ‘’Αυτός δέχε­ται με πολ­λή συμ­πά­θεια και οικειό­τη­τα τους αμαρ­τω­λούς και τρώ­ει μαζί τους, αθε­τών­τας την παρά­δο­ση των πρε­σβυ­τέ­ρων, που μας δίδα­ξαν να είμα­στε ευπρε­πείς και να μη συνα­να­στρε­φό­μα­στε με τέτοιου είδους πρό­σω­πα’’)»[Λουκ.15,1–2]. Ενώ λοι­πόν οι Γραμ­μα­τείς και οι Φαρι­σαί­οι κραύ­γα­ζαν για την αγα­θό­τη­τα και φιλαν­θρω­πία Του και Τον κατη­γο­ρού­σαν επει­δή δεχό­ταν κάποιους που υπήρ­ξαν βέβη­λοι και αμαρ­τω­λοί στη ζωή τους και τους δίδα­σκε, ο Χρι­στός θεώ­ρη­σε πάρα πολύ αναγ­καία τη διή­γη­ση της παρα­βο­λής αυτής, με την οποία μπο­ρού­σαν να δουν καλά το εξή:· ότι δηλα­δή ο Θεός των όλων θέλει, και ο αφο­σιω­μέ­νος και πραγ­μα­τι­κά γνή­σιος, που γνω­ρί­ζει να ζει σεμνά και έχει τη φήμη της άκρας επιεί­κειας, να σπεύ­δει να ακο­λου­θεί τα θελή­μα­τά Του, και γι’ αυτούς που καλούν­ται σε μετά­νοια, έστω και αν είναι πάρα πολύ ένο­χοι, να ευχα­ρι­στεί­ται μάλ­λον, παρά να αισθά­νε­ται γι΄αυτούς λύπη χωρίς φιλαλ­λη­λία.

Από κάτι τέτοιο βέβαια πάσχου­με πολ­λές φορές και εμείς οι ίδιοι. Για­τί ζουν ασφα­λώς κάποιοι την πιο ωραία και πανά­ρι­στη ζωή, ενώ κάποιος άλλος είναι ασθε­νής και πάσχει πεσμέ­νος σε κάθε είδος φαυ­λό­τη­τας. Αυτός πολ­λές φορές προς τα γηρα­τειά του επι­στρέ­φει στον Θεό και ζητά συγ­χώ­ρη­ση για τις προ­η­γού­με­νες αμαρ­τί­ες του, και γίνε­ται ερα­στής των αρί­στων, ή ενδε­χο­μέ­νως όταν πλη­σιά­ζει να τελειώ­σει την ανθρώ­πι­νη ζωή δέχε­ται και το άγιο βάπτι­σμα και απαλ­λάσ­σε­ται από τις αμαρ­τί­ες του με την ευσπλα­χνία του Θεού. Και τότε πολ­λές φορές κάποιοι δυσφο­ρούν γι΄αυτόν και λένε: «Αυτός που έκα­νε το τάδε και είπε εκεί­νο, δεν τιμω­ρή­θη­κε από τον Κρι­τή για τα όσα έκα­νε στη ζωή του, αλλά αξιώ­θη­κε την τόσο λαμ­πρή και αξιο­θαύ­μα­στη χάρη και κατα­γρά­φη­κε μετα­ξύ των υιών του Θεού και τιμή­θη­κε με τη δόξα των αγί­ων». Για­τί πολ­λές φορές αυτά τα περι­φρο­νούν κάποιοι από απα­ρά­δε­κτη μικρο­ψυ­χία, μη ακο­λου­θών­τας και κατα­νο­ών­τας τον σκο­πό του Πατέ­ρα όλων μας· για­τί Αυτός χαί­ρε­ται πολύ βλέ­πον­τας να σώζον­ται εκεί­νοι που έχουν χαθεί και τους επα­να­φέ­ρει στην αρχι­κή ωραιό­τη­τά τους, δίνον­τάς τους την ελευ­θε­ρία και στο­λί­ζον­τάς τους με την αρχι­κή στο­λή και περ­νών­τας δακτυ­λί­δι στο χέρι τους· και αυτό απο­τε­λεί ευκο­σμία που αγα­πά ο Θεός και που ται­ριά­ζει στους ελεύ­θε­ρους ανθρώ­πους.

Πρό­σε­χε δηλα­δή με ποιον τρό­πο παρου­σιά­ζει εξαί­ρε­τη την ωραιό­τη­τα της ψυχής, και ενερ­γά­ζε­ται τη λαμ­πρό­τη­τα της άμεμ­πτης ζωής. Για­τί εξω­ρα­ΐ­ζει με κάθε κόσμη­μα, νοη­τό δηλα­δή και πνευ­μα­τι­κό, τις ψυχές αυτών που Τον λατρεύ­ουν, ώστε να λέγε­ται και στην καθε­μιά αυτό που ψάλ­λε­ται με τη λύρα του Ψαλ­μω­δού: «Ἄκου­σον, θύγα­τερ, καὶ ἴδε καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ ἐπιλά­θου τοῦ λαοῦ σου καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου· καὶ ἐπιθυ­μή­σει ὁ βασι­λεὺς τοῦ κάλ­λους σου, ὅτι αὐτός ἐστι Κύριός σου καὶ προ­σκυ­νή­σεις αὐτῷ(:Άκου­σε, εμέ­να τον πρε­σβύ­τη, κόρη μου, εσύ που πρό­κει­ται να γίνεις Νύμ­φη του Μεσ­σία· άκου­σε τις συμ­βου­λές μου. Δες τη δόξα του κατα­γλαϊ­σμέ­νου περι­βάλ­λον­τός σου. Σκύ­ψε το αυτί σου για να ακού­ει με προ­σο­χή τα κελεύ­σμα­τα του Βασι­λιά. Και ξέχα­σε εντε­λώς τον λαό στον οποίο μέχρι τώρα ανή­κες. Λησμό­νη­σε ολο­κλη­ρω­τι­κά το παρελ­θόν σου, για να αφο­σιω­θείς στο νέο σου οίκο και στο νέο λαό σου. Και τότε ο βασι­λιάς Νυμ­φί­ος θα επι­θυ­μή­σει την πνευ­μα­τι­κή σου ομορ­φιά. Μην ξεχά­σεις όμως ποτέ ότι αυτός δεν παύ­ει να είναι και Κύριός σου και οφεί­λεις να Τον προ­σκυ­νάς)»[Ψαλμ.44,11· ερμ. από­δο­ση Παν. Τρεμ­πέ­λα] και τα λοι­πά. Ένδυ­μα λοι­πόν πολύ­τι­μο και δοξα­σμέ­νο πραγ­μα­τι­κά για το ιερό και άγιο γένος είναι ο Χρι­στός, κόσμη­μα λαμ­πρό και υπερ­κό­σμιο για τις ψυχές των αγί­ων. Για­τί λέγει: «Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθη­τε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε(:Και είστε υιοί του Θεού, διό­τι όσοι βαπτι­σθή­κα­τε στο όνο­μα του Χρι­στού πιστεύ­ον­τας σε Αυτόν ως σωτή­ρα, ντυ­θή­κα­τε τον Χρι­στό και ενω­θή­κα­τε μαζί Του)»[Γαλ.3,27], και είναι αλη­θής ο λόγος.

«Καὶ ἐπεθύ­μει γεμί­σαι τὴν κοι­λί­αν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερα­τί­ων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ(:Και επι­θυ­μού­σε ο νεό­τε­ρος γιος να γεμί­σει την κοι­λιά του με τα ξυλο­κέ­ρα­τα που έτρω­γαν οι χοί­ροι. Μα κανείς δεν του έδι­νε, διό­τι οι υπη­ρέ­τες που έκα­ναν την δια­νο­μή παρα­τη­ρού­σαν με προ­σο­χή να μην μεί­νουν χωρίς τρο­φή οι χοί­ροι)»[Λουκ.15,16].

Κάτι τέτοιο θα μπο­ρού­σα­με να δού­με ότι κάνει και ο άσω­τος, που ανα­φέ­ρε­ται με τη μορ­φή παρα­βο­λής, ο οποί­ος είχε κατα­σπα­τα­λή­σει την πατρι­κή του περιου­σία και πέθαι­νε από την έλλει­ψη των ουρα­νί­ων αγα­θών, και κατά κάποιον τρό­πο τον κατέ­τρω­γε η πεί­να των ουρα­νί­ων μαθη­μά­των, και επι­θυ­μού­σε να χορ­τά­σει με τα ξυλο­κέ­ρα­τα που έτρω­γαν οι χοί­ροι, αλλά περ­νών­τας και φεύ­γον­τας η μάταια ηδο­νή, τον άφη­νε άδειο, και βρι­σκό­ταν σε παν­τε­λή στέ­ρη­ση.

«Ἂναστὰς πορεύ­σο­μαι πρὸς τὸν πατέ­ρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρ­τον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποί­η­σόν με ὡς ἕνα τῶν μισθί­ων σου(:Θα σηκω­θώ και θα πάω στον πατέ­ρα μου και θα του πω: ‘’Πατέ­ρα, αμάρ­τη­σα στον ουρα­νό (διό­τι εκεί οι άγγε­λοι εκτε­λούν με ευλά­βεια το θείο θέλη­μα, και όπως υπα­κούν αυτοί, έτσι αξιώ­νουν και όλα τα κτί­σμα­τα να υπα­κούν σε αυτό, και λυπούν­ται για την απο­στα­σία κάθε ανθρώ­που). Αμάρ­τη­σα και σε σένα διό­τι περι­φρό­νη­σα τη στορ­γή σου και δεν λογά­ρια­σα τη λύπη που δοκί­μα­ζες όταν έφευ­γα μακριά σου’’)»[Λουκ.15,17, ερμ. από­δο­ση Παν. Τρεμ­πέ­λα].

Και ο Κύριος δηλα­δή, παρο­τρύ­νον­τάς μας να μιλού­με με παρ­ρη­σία και να λέμε τις προ­σευ­χές μας απο­κα­λών­τας Τον «Πατέ­ρα», δίνει σε αυτούς που προ­σεύ­χον­ται να εννο­ή­σουν ότι εφό­σον ονο­μά­ζου­με τον Θεό Πατέ­ρα και αξιω­θή­κα­με της τόσο λαμ­πρής τιμής, πρέ­πει και να ζού­με όπως αξί­ζει σε Αυτόν που μας έχει τιμή­σει. Για­τί αυτό λέγει και ο μέγας Από­στο­λος Πέτρος: «Καὶ εἰ πατέ­ρα ἐπικα­λεῖσθε(:Και εφό­σον επι­κα­λεί­σθε και ονο­μά­ζε­τε Πατέ­ρα)», λέγει, «τὸν ἀπρο­σω­πο­λή­πτως κρί­νον­τα κατὰ τὸ ἑκάστου ἔργον, ἐν φόβῳ τὸν τῆς παροι­κί­ας ὑμῶν χρό­νον ἀναστρά­φη­τε(:τον Θεό, ο οποί­ος αμε­ρό­λη­πτα και χωρίς να κάνει δια­κρί­σεις σε πρό­σω­πα κρί­νει τον καθέ­να μας σύμ­φω­να με το σύνο­λο των πρά­ξε­ών του, έχε­τε καθή­κον να ζεί­τε και να συμ­πε­ρι­φέ­ρε­στε με φόβο Θεού όλα τα χρό­νια της ζωής σας επά­νω στη γη, τα οποία είναι χρό­νια ξενι­τεί­ας· διό­τι η γη δεν είναι η αλη­θι­νή και παν­το­τι­νή πατρί­δα σας)»[Α΄Πετρ.1,17].

Ίσως όμως πεις μέσα σου: «Έχω κηλι­δω­θεί με πολ­λές αμαρ­τί­ες. Πώς λοι­πόν θα γίνω καθα­ρός εγώ που είμαι τόσο πολύ μολυ­σμέ­νος;». Άκου­σε λοι­πόν και τις δικές μας σκέ­ψεις: Γνω­ρί­ζεις γενι­κά ότι έχεις αμαρ­τή­σει; Ομο­λο­γείς την αδυ­να­μία σου; Θυμά­σαι τα ολι­σθή­μα­τά σου; Βρί­σκε­σαι κον­τά στη σωτη­ρία· για­τί αρχή της κάθαρ­σης είναι η ομο­λο­γία των αμαρ­τιών. Έτσι και έχει γρα­φεί: «Λέγε σὺ τὰς ἀνομί­ας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθῇς(:Λέγε εσύ πρώ­τος τις αμαρ­τί­ες σου για να δικαιω­θείς)»[Ησ. 43,26].Γιατί ο Δεσπό­της των όλων δεν είναι σκλη­ρός, ούτε άσπλα­χνος, αλλά μάλ­λον και φιλεύ­σπλα­χνος, και αγα­θός και γνω­ρί­ζει τη φύση μας. Για­τί είναι μεγά­λο πράγ­μα και η ομο­λο­γία και η απο­φυ­γή του κακού. Έτσι έγι­νε δεκτός ο άσω­τος.

Αλλά ποιος είναι ο μόσχος ο σιτευ­τός παρά οπωσ­δή­πο­τε ο Χρι­στός, το άμεμ­πτο σφά­γιο, Αυτός που σηκώ­νει την αμαρ­τία του κόσμου, αυτός που θυσιά­ζε­ται και τρώ­γε­ται; Κατά το ότι δηλα­δή έλα­βε την άλο­γη φύση και την κτη­νώ­δη σάρ­κα, αν και τη γέμι­σε με τα δικά Του καυ­χή­μα­τα, θεω­ρεί­ται μόσχος, που δεν γνώ­ρι­σε βέβαια τον ζυγό του νόμου της αμαρ­τί­ας, αλλά ήταν σιτευ­τός, για­τί πριν από τη δημιουρ­γία του κόσμου είχε προ­ο­ρι­σθεί το μυστή­ριο του Χρι­στού, η γεμά­τη φρί­κη και μεγά­λη θυσία, στην οποία επι­θυ­μεί να λάβουν μέρος όσοι επι­στρέ­φουν από την αμαρ­τία.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επι­μέ­λεια κει­μέ­νου: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • Αγί­ου Κυρίλ­λου, αρχιε­πι­σκό­που Αλε­ξαν­δρεί­ας, Ἐξή­γη­σις ὑπομνη­μα­τι­κή εἰς τό κατά Λου­κάν Εὐαγγέ­λιον, Πανε­πι­στή­μιο Αιγαί­ου, ερευ­νη­τι­κό έργο «Οι δρό­μοι της πίστης: Ψηφια­κή Πατρο­λο­γία».

(https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/09/commentarii-in-lucam_.pdf)

  • Αγί­ου Κυρίλ­λου Αλε­ξαν­δρεί­ας Άπαν­τα τα έργα, πατε­ρι­κές εκδό­σεις «Γρη­γό­ριος Παλα­μάς», εκδ. οίκος «Το Βυζάν­τιον», Θεσ­σα­λο­νί­κη 2005, «Ὑπόμνη­μα εἰς τό κατά Λου­κάν Β΄», κεφά­λαιο 15ο, σελ. 79–91.

  • Π. Τρεμ­πέ­λα, Η Και­νή Δια­θή­κη με σύν­το­μη ερμη­νεία (από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2014.

  • Η Και­νή Δια­θή­κη, Κεί­με­νον και ερμη­νευ­τι­κή από­δο­σις υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τρια­κο­στή τρί­τη, Αθή­να 2009.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη κατά τους εβδο­μή­κον­τα, Κεί­με­νον και σύν­το­μος από­δο­σις του νοή­μα­τος υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2005.

  • Παν. Τρεμπέλα,Το Ψαλ­τή­ριον με σύν­το­μη ερμη­νεία(από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», Αθή­να 2016

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

Αγί­ου Νικο­δή­μου του Αγιο­ρεί­του (Στην παρα­βο­λή του Ασώ­του)

Αγί­ου Νικο­δή­μου του Αγιο­ρεί­του, Πνευ­μα­τι­κά Γυμνά­σμα­τα

Μελέ­τη ΙΕ΄: Στην παρα­βο­λή του Ασώ­του

Α΄: Αυτός ανα­χώ­ρη­σε από τον οίκο του πατέ­ρα του

Β΄: Ποια ζωή έζη­σε μετά την ανα­χώ­ρη­ση

Γ’: Ποια επι­στρο­φή έδει­ξε.

Α΄

Σκέ­ψου, αδελ­φέ, την ανα­χώ­ρη­ση, που έκα­νε εκεί­νος ο άσω­τος υιός από τον οίκο του πατέ­ρα του, όπως διη­γεί­ται ο ιερός Λουκάς[Λουκ. 15,11–32], με την οποία ανα­χώ­ρη­ση φάνη­κε στ’ αλή­θεια σαν ένας νέος χωρίς μυα­λό και νου, διό­τι τι του έλει­πε, όταν ήταν στο πατρι­κό σπί­τι και βρι­σκό­ταν κάτω από την προ­στα­σία του γλυ­κύ­τα­του πατέ­ρα του; Αυτός βρι­σκό­ταν κάθε ημέ­ρα μέσα στην πατρι­κή αγκά­λη, είχε ό,τι χρεια­ζό­ταν, τον υπη­ρε­τού­σαν όλοι οι δού­λοι, είχε τα χάδια και τις τιμές ως κλη­ρο­νό­μος της πατρι­κής περιου­σί­ας και σχε­δόν ανα­γνω­ρι­ζό­ταν ως κύριος και εξου­σια­στής κάθε πράγ­μα­τος, ώστε μπο­ρού­σε να έχει κάθε λόγο να λέει εκεί­νο το ψαλ­μι­κό: «Πλη­σθη­σό­με­θα ἐν τοῖς ἀγαθοῖς τοῦ οἴκου σου(:Θα μας χορ­τά­σουν τα πλού­σια αγα­θά του οίκου σου)»[Ψαλμ. 64,5].Αλλά η επι­θυ­μία της πλα­νε­μέ­νης ελευ­θε­ρί­ας, από εκεί που ήταν τέκνο και κλη­ρο­νό­μος, τον έκα­νε να επι­θυ­μεί να γίνει δού­λος και μισθω­τός.

Άρχι­σε, λοι­πόν, να ενο­χλεί­ται από τη βασι­λι­κή και ελεύ­θε­ρη ζωή, που είχε κάτω από την υπα­κοή του πατέ­ρα του· άρχι­σε να επι­θυ­μεί να ζει σύμ­φω­να με το θέλη­μά του και να ικα­νο­ποιεί τη διά­θε­σή του, όπως την ικα­νο­ποιούν οι άλλοι, και αυτή η ενό­χλη­ση και επι­θυ­μία, τον παρα­κί­νη­σαν να ζητή­σει συγ­κα­τά­θε­ση από τον Πατέ­ρα του, για να φύγει από τον πατρι­κό οίκο και τον συμ­βού­λευ­σαν να ζητή­σει το μερί­διο από εκεί­νη την κλη­ρο­νο­μιά που ανα­λο­γού­σε ολό­κλη­ρη σ’ αυτόν: «Πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλ­λον μέρος τῆς οὐσίας(:Πατέ­ρα, δώσε μου το μερί­διο της περιου­σί­ας, που μου ανα­λο­γεί)»[Λουκ. 15,12]. Ο πατέ­ρας δεν θέλη­σε να τον εμπο­δί­σει από αυτήν την κίνη­ση, αλλά τον άφη­σε να ανα­χω­ρή­σει, για να μάθει με τη δοκι­μή και τη στέ­ρη­ση, ποια αγα­θά απο­λάμ­βα­νε, όταν ήταν στον οίκο του πατέ­ρα του και τα κατα­φρό­νη­σε, όπως ερμη­νεύ­ει ο θεί­ος Χρυ­σό­στο­μος: «Γι΄αυτό τον άφη­σε ο Πατέ­ρας και δεν τον εμπό­δι­σε να μετα­βεί στην ξένη χώρα, για να μάθει με την πεί­ρα καλά, πόσες ευερ­γε­σί­ες είχε μένον­τας στο πατρι­κό του σπί­τι»(Λόγ. Α΄περί Μετα­νοί­ας). Και επει­δή ο πατέ­ρας του δεν μπο­ρού­σε να τον πεί­σει με τον λόγο, για να παρα­μεί­νει στον οίκο του, άφη­σε να τον πεί­σουν αυτά τα πράγ­μα­τα και τα παθή­μα­τα· «Πολ­λές φορές ο Θεός, όταν με τα λόγια δεν πεί­θει, τότε αφή­νει τη διδα­σκα­λία στην εμπει­ρία των κατα­στά­σε­ων», λέει ο Χρυ­σορ­ρή­μων (ό.π.), «όπως έχει γρα­φεί: «Παι­δεύ­σει σε ἡ ἀποστα­σία σου, καὶ ἡ κακία σου ἐλέγ­ξει σε(: Η απο­μά­κρυν­σή σου από εμέ­να θα σε κατα­δι­κά­σει και η ασέ­βεια θα σε τιμω­ρή­σει)[Ιερ. 2,19]· διό­τι και ο Αδάμ, όταν ήταν μέσα στον παρά­δει­σο, δεν γνώ­ρι­ζε την ευδαι­μο­νία που είχε, από τότε όμως που εξο­ρί­σθη­κε από αυτόν, τότε τη γνώ­ρι­σε».

Γι’ αυτό, λοι­πόν, ο πατέ­ρας δια­μοί­ρα­σε σε αυτούς την περιου­σία του, «καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον(:και μοί­ρα­σε σε αυτούς την περιου­σία του)·καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συνα­γαγὼν ἅπαν­τα ὁ νεώ­τε­ρος υἱὸς ἀπεδή­μη­σεν εἰς χώραν μακράν(:και μετά από λίγες ημέ­ρες ο νεό­τε­ρος υιός, αφού πήρε όλη του την περιου­σία, έφυ­γε σε μακρι­νή χώρα)»[Λουκ.15,12–13].

Αυτή η κατα­νυ­κτι­κή παρα­βο­λή, αδελ­φέ, είναι μια ζων­τα­νή εικό­να εκεί­νου του κακού, που εσύ έπρα­ξες, απο­μα­κρυ­νό­με­νος από την υπο­τα­γή του Θεού σου με την αμαρ­τία. Αχ! Και ποιος ήταν πλου­σιό­τε­ρος από εσέ­να άθλιε, πριν να χάσεις την αθω­ό­τη­τα και να αμαρ­τή­σεις; Ποιος άλλος ήταν ευγε­νέ­στε­ρος από σένα; Ποιος ωραιό­τε­ρος και λαμ­πρό­τε­ρος; Για σένα ήταν προ­ε­τοι­μα­σμέ­νη όλη η κλη­ρο­νο­μιά του παρα­δεί­σου, την οποία μετά από λίγο θα απο­κτού­σε πλη­ρέ­στα­τα και της οποί­ας είχες τώρα την κυριό­τη­τα. Σε σένα ήταν δοσμέ­νο το χάρι­σμα της υιο­θε­σί­ας, με την οποία ήσουν υιός Θεού και ο πλου­σιό­τε­ρος από όλους που κατοι­κούν στην Ανα­το­λή, καθώς είναι γραμ­μέ­νο για τον Ιώβ : «Καὶ ἦν ὁ ἄνθρω­πος ἐκεῖνος εὐγενὴς τῶν ἀφ᾿ ἡλίου ἀνατολῶν(:Και έτσι ο άνθρω­πος εκεί­νος ήταν ένας από τους πολύ δια­κε­κρι­μέ­νους ανθρώ­πους των ανα­το­λι­κών εκεί­νων χωρών)»[Ιώβ,1,3].Είχες την ωραιό­τη­τα και την ομορ­φιά, την οποία σου προ­ξε­νεί η αθω­ό­τη­τα και ανα­μαρ­τη­σία και έπει­τα, ποιος θησαυ­ρός δεν ήταν για σένα η αγια­στι­κή χάρις του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος, η οποία είναι το μεγα­λύ­τε­ρο χάρι­σμα, που μπο­ρεί να δώσει ο Θεός προς ένα κτί­σμα σε αυτήν την ζωή;

Μέσα από αυτήν ήσουν αγα­πη­μέ­νος από τους αγγέ­λους, σύν­τρο­φος με τους αγί­ους, ναός έμψυ­χος της θεό­τη­τας, όπως λέει ο θεί­ος Παύ­λος: «Ἂρα οὖν οὐκέ­τι ἐστὲ ξένοι καὶ πάροι­κοι, ἀλλὰ συμ­πο­λῖ­ται τῶν ἁγί­ων καὶ οἰκεῖ­οι τοῦ Θεοῦ(:Άρα δεν είστε πλέ­ον ξένοι, όπως προ­η­γου­μέ­νως, και προ­σω­ρι­νοί πολί­τες της Εκκλη­σί­ας του Χρι­στού, αλλά είστε συμ­πο­λί­τες όλων των αγί­ων, και οικια­κοί του Θεού)»[Εφ.2,19].Αυτή η χάρις κατοι­κού­σε σε σένα πάν­το­τε, αυτή σε κυβερ­νού­σε, αυτή σε παρη­γο­ρού­σε ως φιλό­στορ­γη μητέ­ρα με τις ουρά­νιες γλυ­κύ­τη­τες, με το ακα­τη­γό­ρη­το της συνει­δή­σε­ως και με τα θεία της μυστή­ρια· αυτή σε κρα­τού­σε συχνά ως υιό μονο­γε­νή στις αγκα­λιές της πρό­νοιάς της. Αλλά εσύ, όντας νέος, που έπα­σχε από άγνοια, κατα­φρό­νη­σες όλα αυτά και θέλη­σες να κακο­με­τα­χει­ρι­σθείς χωρίς κανέ­να όφε­λος την ελευ­θε­ρία του αυτε­ξου­σί­ου σου, για να ζεις σύμ­φω­να με τις επι­θυ­μί­ες σου, αντί να το χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις, για να υπο­τάσ­σε­σαι με πολύ μισθό στον ουρά­νιο Πατέ­ρα σου και σκέ­φθη­κες εσφαλ­μέ­να, ότι θα κάνεις ένα μεγά­λο κέρ­δος, αν απο­μα­κρυν­θείς από τον Θεό και Πατέ­ρα σου.

Ω σκέ­ψη ανόη­τη, η οποία σου έφε­ρε αντί­στρο­φα τα πράγ­μα­τα, διό­τι όταν ήσουν δια­τα­ζό­με­νος και υπή­κο­ος, τότε ήσουν στ’ αλή­θεια αυτε­ξού­σιος και ελεύ­θε­ρος· και όταν φάνη­κες πως είσαι αυτε­ξού­σιος και ελεύ­θε­ρος, τότε έγι­νες στ’ αλή­θεια δού­λος και εξου­σια­ζό­με­νος. Ω και να ήταν δυνα­τόν να έμπαι­νε κανείς στην καρ­διά σου, αδελ­φέ, και να την κάνει να αισθαν­θεί το μεγά­λο σκο­τά­δι της άγνοιας, που την κυρί­ε­ψε και σε έκα­νε να υπο­λο­γί­ζεις τα κτί­σμα­τα περισ­σό­τε­ρο από τον Κτί­στη, να νομί­ζει βαρύ και σκλη­ρό φορ­τίο τον ελα­φρύ και γλυ­κό ζυγό της υπο­τα­γής σε αυτόν τον φιλο­στορ­γό­τα­το Πατέ­ρα σου : «Ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορ­τί­ον μου ἐλαφρόν ἐστιν(:Διό­τι ο ζυγός της υπα­κο­ής σε μένα και τη διδα­σκα­λία μου είναι απα­λός και ωφέ­λι­μος σ’ αυτόν που τον σηκώ­νει˙ και το φορ­τίο των υπο­χρε­ώ­σε­ων και καθη­κόν­των που θέτω εγώ πάνω στους πιστούς μου είναι ελα­φρύ)»[Ματθ.11,30] και να νομί­ζεις για ελευ­θε­ρία σου εκεί­νο που είναι αλη­θι­νά αιχ­μα­λω­σία σου, καθώς είναι γραμ­μέ­νο σχε­τι­κά με την Ιερου­σα­λήμ «ἀντὶ ἐλευ­θέ­ρας ἐγένε­το εἰς δού­λην(:από ελεύ­θε­ρη έγι­νε δού­λη)»[Α’ Μακαβ. 2,11]. Και όπως λέει ο Παύ­λος: «Ὅτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρ­τί­ας, ἐλεύ­θε­ροι ἦτε τῇ δικαιο­σύνῃ. τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαι­σχύ­νε­σθε; τὸ γὰρ τέλος ἐκεί­νων θάνα­τος(:Άλλο­τε, όταν ήσα­σταν υπό­δου­λοι στην αμαρ­τία, ήσα­σταν μεν ελεύ­θε­ροι ως προς τη δικαί­ω­ση και την αρε­τή, που θέλει ο Θεός, αλλά ποιο καρ­πό, ποιο κέρ­δος και ωφέ­λεια είχα­τε τότε από τα έργα της αμαρ­τί­ας, για τα οποία τώρα ντρέ­πε­στε κάθε φορά που τα ενθυ­μεί­σθε; Διό­τι η κατά­λη­ξη εκεί­νων είναι ο αιώ­νιος πνευ­μα­τι­κός θάνα­τος)»[Ρωμ. 6,20–21].

Όμως έστω και τώρα τίνα­ξε το παχύ σκο­τά­δι και την πλά­νη από τον νου σου και ανα­λαμ­βά­νον­τας τη φρό­νη­ση που έχα­σες, γνώ­ρι­σε πως δεν υπάρ­χει άλλη ελευ­θε­ρία, όπως το να υπο­τάσ­σε­σαι με όλη την τελειό­τη­τα στον Θεό και όπως το να αφή­νεις τον εαυ­τό σου να κυβερ­νά­ται από τη θέλη­ση του ουρά­νιου Πατέ­ρα σου, όπως σου το λέει ο Παύ­λος: «Νυνὶ δὲ ἐλευ­θε­ρω­θέν­τες ἀπὸ τῆς ἁμαρ­τί­ας δου­λω­θέν­τες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγια­σμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον(:Τώρα λοι­πόν που απο­κτή­σα­τε την ελευ­θε­ρία και απαλ­λα­χτή­κα­τε από τη δου­λεία της αμαρ­τί­ας, υπο­δου­λω­θή­κα­τε δε θελη­μα­τι­κά στον Θεό, έχε­τε ως καρ­πό την προ­κο­πή στην αγιό­τη­τα, τελι­κό δε και ανα­φαί­ρε­το κέρ­δος την αιώ­νια ζωή)»[Ρωμ. 6,22].

Βδε­λύ­ξου την ανο­η­σία, που έκα­νες και ανα­χώ­ρη­σε από αυτό το βασι­λι­κό παλά­τι του Πατέ­ρα σου, ομο­λο­γών­τας το σφάλ­μα σου και πάρε την από­φα­ση για όλη σου τη ζωή,να μη βγεις πλέ­ον από τον οίκο σου, ούτε από την υπα­κοή των εντο­λών Του. Αλλά επει­δή και μόνο του φυσι­κού υιού γνώ­ρι­σμα είναι να κατοι­κεί πάν­το­τε στον οίκο του πατέ­ρα του και όχι του δού­λου, όπως είσαι εσύ, παρα­κά­λε­σε τον μονο­γε­νή Υιό του να κάνει και σένα θετό υιό του Πατέ­ρα του και να σε ελευ­θε­ρώ­σει από τη δου­λεία της αμαρ­τί­ας, για να μπο­ρείς να μένεις παν­το­τι­νά και εσύ σαν υιός στην ουρά­νια οικία του Πατέ­ρα Του, όπως σου το υπό­σχε­ται ο ίδιος λέγον­τας: « Ὁ δέ δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ οἰκίᾳ εἰς τὸν αἰῶνα· ὁ υἱὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα. ἐὰν οὖν ὁ υἱὸς ὑμᾶς ἐλευ­θε­ρώσῃ, ὄντως ἐλεύ­θε­ροι ἔσεσθε (:Ο δού­λος όμως δεν παρα­μέ­νει για πάν­τα στην οικία του Κυρί­ου του ως κλη­ρο­νό­μος και παν­το­τι­νός κάτο­χος˙ διό­τι δεν έχει δικαιώ­μα­τα σ’ αυτήν και εκδιώ­κε­ται απ’ αυτήν όταν κατα­στεί ανε­πι­θύ­μη­τος. Αντί­θε­τα ο γιος μένει για πάν­τα στην οικία του πατέ­ρα του, επει­δή κλη­ρο­νο­μεί όλα τα δικαιώ­μα­τα του πατέ­ρα του. Εάν λοι­πόν ο μονο­γε­νής Υιός του Θεού σας χαρί­σει την ελευ­θε­ρία, τότε θα είστε πράγ­μα­τι ελεύ­θε­ροι και θα απο­κτή­σε­τε την αλη­θι­νή ελευ­θε­ρία της ψυχής)»[Ιω.8,35].

Β΄

Σκέ­ψου, αγα­πη­τέ, τη δυστυ­χι­σμέ­νη ζωή, που έζη­σε αυτός ο πτω­χός και άγνω­στος νέος έξω από την οικία του Πατέ­ρα του και τις ζημιές που έλα­βε, οι οποί­ες συνο­λι­κά ήταν τέσ­σε­ρις. Η πρώ­τη ζημιά ήταν, που κατα­ξό­δευ­σε κακώς όλο το μερί­διο της περιου­σί­ας του˙ η δεύ­τε­ρη, που τοπο­θε­τή­θη­κε να ζει κάτω από έναν αφέν­τη πολύ σκλη­ρό˙ η τρί­τη, που τοπο­θε­τή­θη­κε στο πλέ­ον μηδα­μι­νό έργο, δηλα­δή να βόσκει χοί­ρους, ζώα ακά­θαρ­τα˙ η τέταρ­τη που κατάν­τη­σε σε τόση πεί­να, ώστε του έλει­πε εκεί­νο που δεν έλει­πε από την αγέ­λη των χοί­ρων. Αλλά και κάθε αμαρ­τω­λός άνθρω­πος παθαί­νει όλες αυτές τις ζημιές και ακό­μη ασύγ­κρι­τα μεγα­λύ­τε­ρες˙ διό­τι πρώ­τα στε­ρεί­ται ο τρι­σά­θλιος τη φιλία του Θεού και μαζί με αυτήν στε­ρεί­ται και τα ουρά­νια αγα­θά, δια­σκορ­πί­ζον­τας στα υλι­κά πράγ­μα­τα τον νου του, ο οποί­ος είναι η καθε­αυ­τό και η κυριό­τε­ρη περιου­σία του ανθρώ­που, κατά τον Θεσ­σα­λο­νί­κης θεό­πνευ­στο Γρη­γό­ριο που λέει: «Ουσία και περιου­σία μας είναι ο έμφυ­τος νους. Έως ότου εμμέ­νου­με στους τρό­πους της σωτη­ρί­ας μας, τον έχου­με συγ­κεν­τρω­μέ­νο στον εαυ­τό μας και στον πρώ­το και ανώ­τα­το νου, τον Θεό˙ όταν όμως ανοί­ξου­με πόρ­τα στα πάθη, αμέ­σως σκορ­πί­ζε­ται περι­πλα­νώ­με­νος διαρ­κώς γύρω από τα σαρ­κι­κά και γήι­να»(αγί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Παλα­μά, Λόγος εἰς τήν παρα­βο­λήν τοῦ Ἀσώτου).

Δεύ­τε­ρον, υπο­τάσ­σε­ται στον μεγα­λύ­τε­ρο εχθρό του ‚ο οποί­ος είναι ο διά­βο­λος, κατά τον Χρυ­σό­στο­μο. Τρί­το, λησμο­νεί την ευγέ­νεια, που έλα­βε στο θείο Βάπτι­σμα˙ κατα­φρο­νεί την ανα­τρο­φή που αξιώ­θη­κε να λάβει στην αγία Εκκλη­σία, τρε­φό­με­νος με τα ιερά μυστή­ρια˙ απορ­ρί­πτει την υιο­θε­σία του Θεού και μετα­χει­ρί­ζε­ται ο δυστυ­χής την αισχρό­τε­ρη εργα­σία, που υπάρ­χει στον κόσμο, όπως το να βόσκει χοί­ρους, δηλα­δή όχι μόνο να κυλιέ­ται σαν χοί­ρος μέσα στον βόρ­βο­ρο των κτη­νω­δών ηδο­νών και ορέ­ξε­ων της σάρ­κας, αλλά και σε άλλους να γίνε­ται διδά­σκα­λος των αισχρών αυτών πρά­ξε­ων, σύμ­φω­να με την ερμη­νεία του αγί­ου Θεο­φύ­λα­κτου. Τέταρ­το δε και τελευ­ταίο, διό­τι και σ’ αυτήν την αισχρή πρά­ξη βρι­σκό­με­νος, δεν μπο­ρεί ο ελε­ει­νός καθό­λου να ικα­νο­ποι­ή­σει και να χορ­τά­σει την επι­θυ­μία του, αλλά όσο περισ­σό­τε­ρο τρώ­ει μία τέτοια αισχρή τρο­φή της αμαρ­τί­ας, τόσο περισ­σό­τε­ρο του αυξά­νει η πεί­να και του λεί­πει εκείνο,που περισ­σεύ­ει μέχρι και στα ζώα του κάμ­που. «Αυτός που συνή­θι­σε σ’ αυτά, δεν μπο­ρεί να τα χορ­τά­σει· για­τί η ηδο­νή δεν παρα­μέ­νει, αλλά συγ­χρό­νως γίνε­ται και απο­γί­νε­ται και παρα­μέ­νει πάλι κενός ο ελε­ει­νός», λέει ο ιερός Θεο­φύ­λα­κτος(Ἐρμη­νεία εἰς τήν τοῦ ἀσώτου παρα­βο­λήν). Και ο μέγας της Θεσ­σα­λο­νί­κης Γρη­γό­ριος λέει σ’ αυτήν την παρα­βο­λή: «Δεν μπο­ρού­σε να χορ­τά­σει την επι­θυ­μία του· για­τί; Διό­τι η φύση του σώμα­τος δεν επαρ­κεί, να ικα­νο­ποι­ή­σει τις ορμές του ακό­λα­στου». Ω συμ­φο­ρά! Ω δυστυ­χία αξιο­δά­κρυ­τη!

Πες μου τώρα, εσύ συνα­μαρ­τω­λέ, δεν τα έπα­θες όλα αυτά με την πρά­ξη, αφού αμάρ­τη­σες; Για­τί, λοι­πόν, δεν μαθαί­νεις με τα δικά σου έξο­δα και με τα παθή­μα­τα που έπα­θες, να βδε­λύσ­σε­σαι την αθλιό­τη­τά σου και να φεύ­γεις από έναν τόπο άκαρ­πο και στε­ρη­μέ­νο από κάθε καλό; Δε δοκί­μα­σες έμπρα­κτα ότι όσοι απο­μα­κρύ­νον­ται από τον Θεό όλοι χάνον­ται; Καθώς είναι γραμ­μέ­νο: «Ὅτι ἰδοὺ οἱ μακρύ­νον­τες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ ἀπολοῦνται(:Ιδού, αυτοί οι οποί­οι απο­μα­κρύ­νον­ται από σένα, θα κατα­στρα­φούν)»[Ψαλμ. 72,27],γιατί δε φεύ­γεις μία ώρα νωρί­τε­ρα από τα χέρια ενός κυρί­ου τόσο απάν­θρω­που και σκλη­ρού, που δε χαί­ρε­ται για άλλο παρά για τη δική σου απώ­λεια; Ποια ειρή­νη έχει ποτέ ο χοί­ρος με τον σκύ­λο; «Τίς εἰρήνη ὑαίνῃ πρὸς κύνα;(:Ποια ειρή­νη θα έχει η ύαι­να με τον σκύ­λο;)»[Σει­ράχ 13,18]· ή ποια ειρή­νη θα έχεις εσύ με τέτοιον τυραν­νι­κό κύριο;

Νομί­ζεις ότι θα βρεις ανά­παυ­ση καμία φορά όντας έξω από το θέλη­μα του Θεού; Νομί­ζεις ότι θα βρεις κάποιο καλό έξω από το σπί­τι του ουρά­νιου πατέ­ρα σου; Ω, τυφλός και πλα­νε­μέ­νος που είσαι! Και ποιος έκα­νε ποτέ πόλε­μο με τον Θεό και στά­θη­κε ειρη­νι­κός στον εαυ­τό του; «Τίς σκληρὸς γενό­με­νος ἐναν­τί­ον αὐτοῦ ὑπέμει­νεν;(:Ποιος θα πάει ενάν­τια στον Θεό και δε θα ζημιω­θεί;)»[Ιώβ. 9,4].Γι’ αυτό λοι­πόν εάν εσύ ζητάς να έχεις ειρή­νη με την αμαρ­τία και με τους εχθρούς του Θεού, τους δαί­μο­νες, γνώ­ρι­ζε, ότι ο Θεός και η συνεί­δη­σή σου δεν θα στα­μα­τή­σουν να σε πολε­μούν και η ειρή­νη σου δεν θα είναι ειρή­νη, αλλά αλη­θι­νός πόλε­μος. «Εἰρήνη — εἰρήνη. Καὶ ποῦ ἐστιν εἰρήνη;(:Ειρή­νη, ειρή­νη και πού είναι η ειρή­νη😉»[Ιερεμ. 6,14]. Αλλά εάν αντι­θέ­τως έχεις ειρή­νη με τον Θεό και με την αρε­τή, γνώ­ρι­ζε ότι αυτή είναι η αλη­θι­νή σου ειρή­νη, την οποία δεν μπο­ρεί να ταρά­ξει κανέ­νας πόλε­μος· «ἡσυχά­σεις γάρ, καὶ οὐ ἔσται ὁ πολεμῶν σε· μετα­βα­λό­με­νοι δὲ πολ­λοί σου δεη­θή­σον­ται(:εάν εσύ έχεις καθα­ρή την καρ­διά σου,θα απο­λαμ­βά­νεις ησυ­χία και ειρή­νη, διό­τι κανείς δεν θα υπάρ­ξει, που να σε επι­βου­λεύ­ε­ται και να σε πολε­μεί)»[Ιώβ,11,19].

Πώς λοι­πόν εσύ μόνος ζητείς να βρεις εκεί­νο, που δε βρή­κε μέχρι τώρα κανείς άλλος αμαρ­τω­λός; Πώς εσύ θέλεις να αμαρ­τά­νεις και έπει­τα θέλεις να μη σε ελέγ­χει η συνεί­δη­σή σου αλλά να σε κολα­κεύ­ει, ότι κάνεις καλά, η οποία συνεί­δη­ση σε όλους τους άλλους αμαρ­τω­λούς είναι κατή­γο­ρος και μάρ­τυ­ρας και κρι­τής και δήμιος; Βγά­λε, λοι­πόν, βγά­λε από τον νου σου αυτό που φαν­τά­σθη­κες να βρεις και να είσαι βέβαιος, ότι δε θα κάνεις ποτέ αλη­θι­νό καλό, παρά μόνο όταν υπο­τάσ­σε­σαι ολωσ­διό­λου στα προ­στάγ­μα­τα του Θεού και πάρε τέλεια από­φα­ση από τώρα και στο εξής να αλλά­ξεις και την γνώ­μη και τον τρό­πο της ζωής σου, και να προ­τι­μάς καλύ­τε­ρα να πεθά­νεις παρά να χωρι­σθείς άλλη μία φορά από τον ουρά­νιο οίκο του Πατέ­ρα σου και να θελή­σεις ξανά να κατοι­κή­σεις στην κατοι­κία των δαι­μό­νων και των αμαρ­τω­λών, λέγον­τας με τον Δαβίδ: «Ἐξελε­ξά­μην παραῤῥιπτεῖσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μου μᾶλλον ἢ οἰκεῖν με ἐν σκη­νώ­μα­σιν ἁμαρ­τωλῶν(:Προ­τί­μη­σα περισ­σό­τε­ρο να είμαι παρα­πε­τα­μέ­νος στον οίκο του Θεού μου παρά να κατοι­κώ στα ανά­κτο­ρα των αμαρ­τω­λών)»[Ψαλμ.83,11]. Και παρα­κά­λε­σε τον Κύριο, ότι αν τυχόν και καμιά φορά θελή­σεις να χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις κακώς την ελευ­θε­ρία του αυτε­ξου­σί­ου και να ζητή­σεις να βγεις έξω από τον οίκο του, να σου κλεί­σει τον δρό­μο με αγκά­θια, δηλα­δή με τις θλί­ψεις, τις δυστυ­χί­ες και τις ασθέ­νειες, ώστε αναγ­κα­στι­κά να επι­στρέ­ψεις αμέ­σως πίσω, όπως είναι γραμ­μέ­νο από τον Ψαλ­μω­δό: «Μὴ γίνε­σθε ὡς ἵππος καὶ ἡμίο­νος, οἷς οὐκ ἔστι σύνε­σις, ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σια­γό­νας αὐτῶν ἄγξαις τῶν μὴ ἐγγι­ζόν­των πρὸς σέ(:Λοι­πόν εσείς οι άνθρω­ποι μη γίνε­στε όμοιοι με τον ίππο και τον ημί­ο­νο, στους οποί­ους δεν υπάρ­χει καθό­λου σύνε­ση. Και όπως με σιδε­ρέ­νιο φίμω­τρο και χαλι­νά­ρι συσφίγ­γον­ται οι σια­γό­νες των άγριων αυτών ζώων, έτσι και Εσύ, Κύριε, ας σφί­ξεις με το χαλι­νά­ρι των θλί­ψε­ων και με τις πολ­λές τιμω­ρί­ες ας περιο­ρί­σεις τους αμαρ­τω­λούς, οι οποί­οι μένουν αμε­τα­νόη­τοι και δεν θέλουν να πλη­σιά­σουν προς Εσέ­να)»[Ψαλμ. 31,9].

Γ΄

Σκέ­ψου, αγα­πη­τέ, την επι­στρο­φή του δυστυ­χι­σμέ­νου νέου στο πατρι­κό σπί­τι και τα αίτια, που τον παρα­κί­νη­σαν, τα οποία ήταν τρία· το πρώ­το ήταν διό­τι στο­χά­στη­κε με προ­σο­χή την αθλιό­τη­τα της κατα­στά­σε­ώς του· τα δεύ­τε­ρο διό­τι σύγ­κρι­νε την αθλιό­τη­τά του με την ευτυ­χία εκεί­νων, που κατοι­κού­σαν στον πατρι­κό του οίκο και τρί­το, διό­τι έλα­βε μία ζων­τα­νή ελπί­δα, ότι θα τον συγ­χω­ρή­σει ο πατέ­ρας του, όπως τόσες άλλες φορές τον συγ­χώ­ρη­σε· και έτσι επι­στρέ­φον­τας επέ­τυ­χε την ποθού­με­νη συγ­χώ­ρη­ση· «ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχον­τος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγ­χνί­σθη, καὶ δραμὼν ἐπέπε­σεν ἐπὶ τὸν τρά­χη­λον αὐτοῦ καὶ κατε­φί­λη­σεν αὐτόν(:και ενώ βρι­σκό­ταν ακό­μη μακριά, τον είδε ο πατέ­ρας του και τον σπλα­χνί­σθη­κε. Έτρε­ξε τότε για να τον προ­ϋ­παν­τή­σει, έπε­σε στον τρά­χη­λό του, τον αγκά­λια­σε σφι­χτά και τον κατα­φι­λού­σε με στορ­γή)»[Λουκ.15,20].

Όλα αυτά είναι ανάγ­κη να τα κάνεις και εσύ , αδελ­φέ, με πολ­λή φρον­τί­δα και να έλθεις στον εαυ­τό σου, όπως λέει ο Προ­φή­της: «Μνή­σθη­τε ταῦτα καὶ στε­νά­ξα­τε, μετα­νο­ή­σα­τε οἱ πεπλα­νη­μέ­νοι, ἐπιστρέ­ψα­τε τῇ καρ­δίᾳ(:Μετα­νο­ή­στε οι απο­στά­τες και επι­στρέψ­τε με όλη σας την καρ­διά στον Θεό)»[Ησ. 46,8], συλ­λο­γι­ζό­με­νος με προ­σο­χή τη μεγά­λη δυστυ­χία, που παθαί­νει η ψυχή σου, όταν βρί­σκε­ται μακριά από την χάρη του Θεού. Μη θελή­σεις να κάνεις και εσύ σαν εκεί­νους τους δού­λους, οι οποί­οι, αφού σκλη­ρύ­νει το δέρ­μα τους, δεν αισθά­νον­ται το ραβδί του αφέν­τη τους· ούτε να φθά­σεις και εσύ να ονο­μά­ζεις ειρή­νη το απο­κο­ρύ­φω­μα όλων των κακών, που δοκι­μά­ζεις, όπως έχει γρα­φτεί: «Εἶτ᾿ οὐκ ἤρκε­σε τὸ πλανᾶσθαι περὶ τὴν τοῦ Θεοῦ γνῶσιν, ἀλλὰ καὶ μεγάλῳ ζῶντες ἀγνοί­ας πολέμῳ τὰ τοσαῦτα κακὰ εἰρήνην προ­σα­γο­ρεύ­ου­σιν(:Έπει­τα, σαν να μην ήταν αρκε­τό γι’ αυτούς να πλα­νών­ται στην περί του αλη­θι­νού Θεού γνώ­ση, περιέ­πε­σαν και σε άλλα κακά. Ζών­τας εξαι­τί­ας της αγνοί­ας τους αυτής σε διαρ­κή πόλε­μο με τον εαυ­τό τους και με τους άλλους, ονο­μά­ζουν ειρή­νη τις τόσες και τέτοιες συμ­φο­ρές τους)»[Σοφ. Σολ. 14,22].

Δεν ξέρεις πόσες ενο­χλή­σεις δοκι­μά­ζουν οι ταλαί­πω­ροι αμαρ­τω­λοί, που είναι μακριά από τον Θεό; Δεν ξέρεις πόσες δυσκο­λί­ες έχουν; Πόσες στε­νο­χώ­ριες; Πόση λύπη και πόνο στην καρ­διά; Για­τί έχουν στε­ρη­θεί τη θεία χάρη; Για­τί δεν κοι­νω­νούν τα άχραν­τα μυστή­ρια; Και για­τί δεν απο­λαμ­βά­νουν αορά­τως τις βοή­θειες από τον Θεό; Και εσύ για­τί μένεις αναί­σθη­τος σε όλες αυτές τις ζημιές; Δεν γνω­ρί­ζεις πως μία μόνο ζημιά από αυτές και μάλι­στα η στέ­ρη­ση των μυστη­ρί­ων, είναι μία ανυ­πό­φο­ρη ζημιά και ένας αλη­θι­νός θάνα­τος της ψυχής; Γι’ αυτό και ο Μέγας Βασί­λειος στον νέο Κανό­να του «θάνα­το» και «μάχαι­ρα» ονο­μά­ζει τη στέ­ρη­ση της Θεί­ας Κοι­νω­νί­ας και την καθαί­ρε­ση.

Είναι φανε­ρό, λοι­πόν, ότι δεν ήλθες ακό­μα στον εαυ­τό σου, αλλά βρί­σκε­σαι ακό­μη έξω από τον εαυ­τό σου· και γι’ αυτό και έλε­γε: «Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισ­σεύ­ου­σιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλ­λυ­μαι;(: Πόσοι μισθω­τοί εργά­τες του πατέ­ρα μου έχουν άφθο­νο και περίσ­σιο ψωμί, ενώ εγώ κιν­δυ­νεύω να πεθά­νω από την πεί­να;)»[Λουκ. 15,17],όπως βεβαιώ­νει και ο μέγας της Θεσ­σα­λο­νί­κης Γρη­γό­ριος λέγον­τας: «Εκεί­νος αν και στε­ρή­θη­κε, αφού απο­μα­κρύν­θη­κε από τον κοι­νό Πατέ­ρα και τρο­φέα και Δεσπό­τη, όταν έπε­σε σε λιμό ισχυ­ρό και αισθάν­θη­κε καλά τη στέ­ρη­ση, μετα­νόη­σε και επέ­στρε­ψε και ζήτη­σε και πάλι έτυ­χε της θεί­ας και ακή­ρα­της τρο­φής»(Λόγος εις την αυτήν παρα­βο­λήν). Εσύ, όμως, αδελ­φέ, και πει­νάς και την πεί­να που υπο­φέ­ρεις δεν αισθά­νε­σαι· γι’ αυτό λοι­πόν, πάσχεις και συγ­χρό­νως διπλό το κακό και διπλή η ζημία· επει­δή κιν­δυ­νεύ­εις να πεθά­νεις από την πεί­να όχι άρτου και νερού, αλλά από πεί­να λόγου Θεού, καθώς είναι γραμ­μέ­νο : «Ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχον­ται, λέγει Κύριος, καὶ ἐξαπο­στελῶ λιμὸν ἐπὶ τὴν γῆν, οὐ λιμὸν ἄρτων οὐδὲ δίψαν ὕδατος, ἀλλὰ λιμὸν τοῦ ἀκοῦσαι τὸν λόγον Κυρί­ου(:Να, έρχον­ται ημέ­ρες, λέει ο Κύριος, και θα στεί­λω μεγά­λη ανέ­χεια στη γη. Οι άνθρω­ποι θα πει­νά­νε, αλλά όχι για ψωμί και δεν θα διψά­νε για νερό, αλλά θα πει­νά­νε για να ακού­σουν λόγο Θεού)»[Αμώς.8,11].

Και όμως, ποια επι­θυ­μία δεί­χνεις στο να πηγαί­νεις συχνά να ακούς τα λόγια των δασκά­λων, που σου κηρύτ­τουν τον λόγο του Θεού, για να χορ­τά­σεις την πεί­να σου· επει­δή κατά τον Θεο­λό­γο Γρη­γό­ριο: «Άρτος αγγέ­λων ο λόγος του Θεού, με τον οποί­ον τρέ­φον­ται ψυχές που πει­νούν τον Θεό». Εσύ να ακούς τον λόγο του Κυρί­ου, που σε προ­στά­ζει να ερευ­νάς τις Γρα­φές, για να βρεις σε αυτές την αιώ­νια ζωή: «Ἐρευνᾶτε τὰς γρα­φάς, ὅτι ὑμεῖς δοκεῖτε ἐν αὐταῖς ζωὴν αἰώνιον ἔχειν· καὶ ἐκεῖναί εἰσιν αἱ μαρ­τυ­ροῦσαι περὶ ἐμοῦ· καὶ οὐ θέλε­τε ἐλθεῖν πρός με ἵνα ζωὴν ἔχητε(:Εσείς εξε­τά­ζε­τε με προ­σκόλ­λη­ση στο εξω­τε­ρι­κό γράμ­μα τις Άγιες Γρα­φές, διό­τι νομί­ζε­τε ότι μόνο με την ανά­γνω­ση και την εξέ­τα­ση αυτή θα έχε­τε ζωή αιώ­νια. Κι όμως εκεί­νες είναι που μαρ­τυ­ρούν για μένα. Δυστυ­χώς όμως, παρά τη μαρ­τυ­ρία των Γρα­φών, δεν θέλε­τε να έλθε­τε κον­τά μου, για να έχε­τε ζωή αιώ­νια)»[Ιω.5,39–40]· και όμως πότε πιά­νεις βιβλίο στα χέρια σου για να δια­βά­σεις; Πότε μελε­τάς τον νόμο του Κυρί­ου, για να οδη­γη­θείς με αυτόν στην σωτη­ρία σου, όπως παραγ­γέλ­λει ο Παύ­λος: «Ἀπὸ βρέφους τὰ ἱερὰ γράμμα­τα οἶδας, τὰ δυνάμενά σε σοφίσαι εἰς σωτηρίαν(:Από μικρό παι­δί γνω­ρί­ζεις τις άγιες Γρα­φές, οι οποί­ες μπο­ρούν να σου μετα­δώ­σουν την αλη­θι­νή σοφία, που οδη­γεί στη σωτη­ρία με την πίστη στον Ιησού Χρι­στό)»[Β΄Τιμ.3,15].

Εσύ γνω­ρί­ζεις ότι άρτος αλη­θι­νός και τρο­φή της ψυχής και του σώμα­τος είναι το ζωο­ποιό σώμα και το αίμα του Κυρί­ου, όπως το λέει μόνος Του: «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ κατα­βάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τού­του τοῦ ἄρτου, ζήσε­ται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μού ἐστιν(:Εγώ είμαι ο άρτος που κατέ­βη­κα από τον ουρα­νό κι έχω μέσα μου ζωή που τη μετα­δί­δω και στους άλλους. Όποιος φάει από τον άρτο αυτό θα ζήσει αιώ­νια. Επι­πλέ­ον, ο άρτος που θα δώσω στους πιστούς για να τον κοι­νω­νούν και να τρέ­φον­ται μ’ αυτόν, είναι η ανθρώ­πι­νή μου φύση, την οποία εγώ θα προ­σφέ­ρω θυσία για να ζωο­ποι­η­θεί ολό­κλη­ρος ο κόσμος)»[Ιωάν.6,51]· και όμως ποια προ­θυ­μία ή ποια αγά­πη έχεις στο να προ­ε­τοι­μά­ζε­σαι συνε­χώς και να μετα­λα­βαί­νεις αυτόν τον Θείο Άρτο(όταν δεν έχεις εμπό­διο) για να χορ­τά­σεις και να ζήσεις αιώ­νια; Γι’ αυτό λοι­πόν όπως ένας ασθε­νής, όταν είναι νηστι­κός για πολύ και­ρό και δεν έχει όρε­ξη να φάει, δεί­χνει έτσι σημείο θανά­του, έτσι και εσύ, αδελ­φέ, με την ανο­ρε­ξία αυτή, που έχεις στο να τρως τον νοη­τό και πνευ­μα­τι­κό άρτο, τόσο του λόγου του Θεού, όσο και του σώμα­τος του Κυρί­ου, δεί­χνεις σημά­δι ότι κιν­δυ­νεύ­εις να πεθά­νεις ολό­τε­λα ψυχι­κά.

Γι’ αυτό σύνελ­θε, αγα­πη­τέ, σύνελ­θε· πώς και με ποιον τρό­πο; Εγώ θα σου πω· εάν αγω­νί­ζε­σαι πάν­το­τε να συγ­κεν­τρώ­νεις όλο τον νου σου μέσα στην καρ­διά σου και δεν τον αφή­νεις να δια­σκορ­πί­ζε­ται με τις αισθή­σεις σου στα πράγ­μα­τα του κόσμου, τότε θα συνέλ­θεις· τότε θα δεις νοε­ρά εκεί μέσα τα πάθη που σε κυρί­ε­ψαν και σε κυριεύ­ουν, τα οποία προ­η­γου­μέ­νως δε γνώ­ρι­ζες καθό­λου· τότε θα δεις τους νοη­τούς εχθρούς, πώς σε πολε­μούν ακα­τά­παυ­στα· και απλά να πού­με τότε θα γνω­ρί­σεις το κέρ­δος ή τη ζημιά που έπα­θες· γι’ αυτό, λοι­πόν, θα παρα­κα­λείς πάν­το­τε νοε­ρά και μέσα από την καρ­διά σου τον Θεό.

Για να σε ελε­ή­σει, όπως ελέη­σε και τον άσω­το λέγον­τας: «Κύριε, Ιησού Χρι­στέ, Υιέ του Θεού, ελέη­σόν με», επει­δή η καρ­διά είναι το κέν­τρο και το ταμείο όλων των παθών και των λογι­σμών του ανθρώ­που, όπως είπε ο Κύριος: «Τὰ δὲ ἐκπο­ρευό­με­να ἐκ τοῦ στό­μα­τος ἐκ τῆς καρ­δί­ας ἐξέρ­χε­ται, κἀκεῖνα κοι­νοῖ τὸν ἄνθρω­πον. ἐκ γὰρ τῆς καρ­δί­ας ἐξέρ­χον­ται δια­λο­γι­σμοὶ πονη­ροί, φόνοι, μοι­χεῖαι, πορ­νεῖαι, κλο­παί, ψευ­δο­μαρ­τυ­ρί­αι, βλα­σφη­μί­αι (:Όσα όμως βγαί­νουν απ’ το στό­μα, προ­έρ­χον­ται από την καρ­διά, κι αυτά είναι που μολύ­νουν τον άνθρωπο·διότι απ’ την καρ­διά βγαί­νουν σκέ­ψεις πονη­ρές, φόνοι, μοι­χεί­ες, πορ­νεί­ες, κλο­πές, ψευ­δο­μαρ­τυ­ρί­ες, βλα­σφη­μί­ες. Όλες αυτές οι παρα­βά­σεις αρχι­κώς φυτρώ­νουν στην καρ­διά ως λογι­σμοί και επι­θυ­μί­ες και απο­φά­σεις, κι από εκεί πηγά­ζουν)»[Ματθ. 15,18–19].

Και ο μέγας Μακά­ριος λέει: «Η καρ­διά κυριαρ­χεί όλου του οργά­νου· και όταν η χάρις κατα­λά­βει τα μέρη της καρ­διάς, βασι­λεύ­ει σε όλους τους λογι­σμούς και τα μέλη· διό­τι εκεί είναι ο νους και όλοι οι λογι­σμοί της ψυχής»(Λόγος ιε΄, σελ. 203). Γι’ αυτό είπε και ο Μέγας Βασί­λειος ότι, όταν ο νους δε σκορ­πί­ζε­ται στα πράγ­μα­τα του κόσμου, επι­στρέ­φει στον εαυ­τό του και μέσα από τον εαυ­τό του ανε­βαί­νει στην έννοια του Θεού: «Νους που δεν δια­σκορ­πί­ζε­ται στα έξω, ούτε από τα αισθη­τή­ρια δια­χέ­ε­ται στον κόσμο, επα­νέρ­χε­ται στον εαυ­τό του και με τον εαυ­τό του ανε­βαί­νει προς την έννοια του Θεού και εκεί φωτι­ζό­με­νος και ελλαμ­πό­με­νος από το κάλ­λος του Θεού ξεχνά και αυτή την ίδια του τη φύση»( Επι­στο­λή α΄ προς τον θεο­λό­γο Γρη­γό­ριο).

Αυτή την κίνη­ση του νου προς τον εαυ­τό του την ονο­μά­ζει κυκλι­κή και απλα­νή ‚το πτη­νό του ουρα­νού, ο Αερο­πα­γί­της Διο­νύ­σιος, λέγον­τας: «Της ψυχής κυκλι­κή κίνη­ση είναι η απέ­ξω είσο­δος στον εαυ­τό της και η ενο­ει­δής συνέ­λι­ξη των νερών της δυνά­με­ων, που της προ­σφέ­ρει το απλά­νευ­το σαν μέσα σε έναν κύκλο και την επα­να­φέ­ρει από τα πολ­λά που είναι έξω, και πρώ­τα την συνά­γει στον εαυ­τό της, έπει­τα αφού γίνει ενο­ει­δής, την ενώ­νει με τις ενιαία ενω­μέ­νες δυνά­μεις κι έτσι τη χει­ρα­γω­γεί προς το καλό και αγα­θό , το επά­νω από όλα τα όντα, το ένα και το αυτό, το άναρ­χο και ατε­λεύ­τη­το (δηλα­δή τον Θεό)» (Κεφ. δ’, Περί θεί­ων ονο­μά­των).

Έλα λοι­πόν με αυτόν τον τρό­πο στον εαυ­τό σου, αγα­πη­τέ, διό­τι με άλλον τρό­πο δεν είναι δυνα­τό να έλθεις στον εαυ­τό σου· σήκω και πάρε αυτή τη γεν­ναία από­φα­ση λέγον­τας: «Ἀναστὰς πορεύ­σο­μαι πρὸς τὸν πατέ­ρα μου(:Θα σηκω­θώ και θα πάω προς τον πατέ­ρα μου)»[Λουκ.15,18]· σήκω από εκεί­νη την λάσπη, που είσαι πεσμέ­νος και πήγαι­νε τρέ­χον­τας να βρεις τον πατέ­ρα σου, τον γλυ­κύ­τα­το Ιησού, στου οποί­ου τα χέρια βρί­σκε­ται όλη η σωτη­ρία σου, όλη η ειρή­νη σου, όλη η αιω­νιό­τη­τά σου· «καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτη­ρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδο­μέ­νον ἐν ἀνθρώ­ποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς(:και δεν είναι δυνα­τόν με κανέ­ναν άλλον να απο­κτή­σου­με τη σωτη­ρία που μας υπο­σχέ­θη­κε ο Θεός· διό­τι δεν υπάρ­χει κάτω από τον ουρα­νό και πάνω σ’ όλη τη γη εκτός από το όνο­μα του Ιησού κανέ­να άλλο όνο­μα το οποίο να έχει δώσει ο Θεός στους ανθρώ­πους και να έχει ορί­σει ο ίδιος ότι μόνο με αυτό μπο­ρού­με να σωθού­με όλοι εμείς. Συνε­πώς μόνον αυτόν τον Ιησού οφεί­λου­με να εγκολ­πω­θού­με ως Σωτή­ρα)»[Πράξ. 4,12]. Τι φοβά­σαι; Αν και με δική σου υπαι­τιό­τη­τα έχα­σες εκεί­νο, που είναι γνώ­ρι­σμα ενός υιού, αυτό λόγω της υπερ­βο­λι­κής του αγα­θό­τη­τας δεν έχα­σε εκεί­νο, που είναι γνώ­ρι­σμα ενός πατέ­ρα, όπως λέει ο θεό­πνευ­στος Χρυ­σό­στο­μος: «Εμείς στε­ρη­θή­κα­με το γνώ­ρι­σμα της υιό­τη­τας, Εκεί­νος το της πατρό­τη­τας δεν απέ­βα­λε».

Και εσύ, που ακο­λού­θη­σες το παρά­δειγ­μα αυτού του ασώ­του με το να αμαρ­τή­σεις, ακο­λού­θη­σε ακό­μη και το παρά­δειγ­μά του με το να μετα­νο­ή­σεις και ταπει­νώ­σου μέχρι τη γη μπρο­στά στο Θεό και ομο­λό­γη­σε μπρο­στά σε Αυτόν και στους αγγέ­λους πως έσφαλ­λες και πως δεν είσαι άξιος να ονο­μα­σθείς υιός Του· «Πάτερ, ἥμαρ­τον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου(:Πατέ­ρα, αμάρ­τη­σα στον ουρα­νό· διό­τι εκεί οι άγγε­λοι εκτε­λούν με ευλά­βεια το θείο θέλη­μα, και όπως υπα­κού­ουν αυτοί, έτσι αξιώ­νουν και όλα τα κτί­σμα­τα να υπα­κού­ουν σ’ αυτό, και λυπούν­ται για την απο­στα­σία κάθε ανθρώ­που. Αμάρ­τη­σα και σε σένα διό­τι περι­φρό­νη­σα τη στορ­γή σου και δεν λογά­ρια­σα τη λύπη που δοκί­μα­ζες όταν έφευ­γα μακριά σου)»[Λουκ.15,18]· και εκεί­νη την ελευ­θε­ρία, για την αγά­πη της οποί­ας παρα­κι­νή­θη­κες να φύγεις από τον οίκο του, αφιέ­ρω­σέ την στον Κύριο και εμψύ­χω­σε την καρ­διά σου με ένα μεγά­λο θάρ­ρος, στο­χα­ζό­με­νος ότι ο ουρά­νιος Πατέ­ρας σου, βλέ­πον­τας σε τόσο πτω­χό, τόσο γυμνό, τόσο ταλαι­πω­ρη­μέ­νο και κακο­πα­θη­μέ­νο από τον διά­βο­λο, από τα πάθη και την αμαρ­τία (επει­δή λέει ένας σοφός ότι είναι αναγ­καία κατα­δί­κη για τον πονη­ρό η πονη­ρία) δεν θα σκε­φθεί, ότι κατέ­φα­γες την περιου­σία του, ούτε θα θυμη­θεί εκεί­να που έκα­νες, αλλά μόνο εκεί­να που έπα­θες, όπως λέει ο κήρυ­κας της μετά­νοιας και παρη­γο­ρη­τής των αμαρ­τω­λών ο θεί­ος Χρυ­σό­στο­μος· «Γι’ αυτό δεν είπε «όσα έκα­νε», αλλά «όσα έπα­θε»· δεν μνη­μό­νευ­σε ότι κατέ­φα­γε την περιου­σία, αλλά ότι έπε­σε σε αμέ­τρη­τες συμ­φο­ρές· έτσι ζητεί το πρό­βα­το με τόση φρον­τί­δα»( Λόγος περί μετα­νοί­ας ἐξ ἀγροῦ ἐπανή­κων).

Γι ‘ αυτό, λοι­πόν, θα κινη­θεί από την υπερ­βο­λι­κή του ευσπλα­χνία και θα έλθει προς συνάν­τη­σή σου, θα πέσει πάνω στον τρά­χη­λό σου, θα σε αγκα­λιά­σει, θα σου δώσει τα φίλη­μα της ειρή­νης και θα λησμο­νή­σει όλες τις αμαρ­τί­ες σου· ωστό­σο εσύ με έκπλη­ξη για την αμέ­τρη­τη ευσπλα­χνία Του, απο­μά­κρυ­νε και μίση­σε τις αμαρ­τί­ες σου τόσο όσο ποτέ. Να ντρα­πείς, που άλλοι ελά­χι­στοι και κατώ­τε­ροι από σένα, που φύλα­ξαν καθα­ρή ζωή με το να μεί­νουν στην υπο­τα­γή του ουρά­νιου Πατέ­ρα και δεν ανα­χώ­ρη­σαν από την οικία του, βρί­σκον­ται στην τάξη των υιών· άλλοι πάλι, αν και αμάρ­τη­σαν, όμως με τους πόνους και τους ιδρώ­τες της μετα­νοί­ας ανα­κά­λε­σαν την χάρη και βρί­σκον­ται στην τάξη των μισθω­τών, όπως ερμη­νεύ­ει για τους υιούς και τους μισθω­τούς ο Θεσ­σα­λο­νί­κης Γρη­γό­ριος· και οι δύο μαζί κοι­νω­νούν τα θεία μυστή­ρια, έχουν χορ­τα­σμέ­νη την καρ­διά τους από την χάρη του Θεού και από μία πλου­σιο­πά­ρο­χη ειρή­νη της συνει­δή­σε­ως· εσύ, όμως, ταλαί­πω­ρε, με το να παρα­κού­σεις τις εντο­λές του Θεού και να αμαρ­τή­σεις και να μην κάνεις την απα­ραί­τη­τη μετά­νοια, στε­ρή­θη­κες όλα αυτά και έλα­βες Κανό­να να μην κοι­νω­νείς τα θεία μυστή­ρια: «Πόσοι εργά­τες του Πατέ­ρα μου έχουν περίσ­σευ­μα άρτων και εγώ πεθαί­νω από την πεί­να;». Πάρε την από­φα­ση να δεί­ξεις από τώρα και στο εξής μία παν­το­τι­νή με συν­τρι­βή μετά­νοια και ζήτη­σε από τον Κύριο χάρη, για να σε δυνα­μώ­σει να μην απο­μα­κρυν­θείς πλέ­ον ποτέ από την υπο­τα­γή των εντο­λών του· ο οποί­ος σαν ένας φιλό­στορ­γος πατέ­ρας σε προ­σκα­λεί ως παι­δί του, για να σε ορί­ζει μόνος αυτός και παρα­πο­νε­τι­κά σου φωνά­ζει με τον Προ­φή­τη: «Ἐπιστρά­φη­τε, υἱοὶ ἀφεστη­κό­τες, λέγει Κύριος, διό­τι ἐγὼ κατα­κυ­ριεύ­σω ὑμῶν(:Γυρί­στε πίσω, παρα­στρα­τη­μέ­να παι­διά, για­τί Εγώ θα γίνω και πάλι ο Κύριός σας)»[Ιερεμ.3,14].

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επι­μέ­λεια κει­μέ­νου: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος



ΠΗΓΕΣ:

  • Αγί­ου Νικο­δή­μου του Αγιο­ρεί­του, Πνευ­μα­τι­κά Γυμνά­σμα­τα, μελέ­τη ΙΕ΄, σελί­δες 127–137, Έκδο­σις Συνο­δεί­ας Σπυ­ρί­δω­νος Ιερομονάχου[4η έκδο­ση], Ιερά Καλύ­βη «Άγιος Σπυ­ρί­δων Α΄», Νέα σκή­τη Αγί­ου ΄Ορους,2016

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • Π. Τρεμ­πέ­λα, Η Και­νή Δια­θή­κη με σύν­το­μη ερμη­νεία (από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2014.

  • Η Και­νή Δια­θή­κη, Κεί­με­νον και ερμη­νευ­τι­κή από­δο­σις υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τρια­κο­στή τρί­τη, Αθή­να 2009.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη κατά τους εβδο­μή­κον­τα, Κεί­με­νον και σύν­το­μος από­δο­σις του νοή­μα­τος υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2005.

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

 

Άγιος Νικό­λα­ος Βελι­μί­ρο­βιτς (Ομι­λία)

Από το βιβλίο: Ομι­λί­ες Αγ. Βελι­μί­ρο­βιτς — Τόμος Β (Και­ρός Μετα­νοί­ας)

Ἡ ἀπε­ρι­νόη­τη ἀγά­πη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρω­πο φαί­νε­ται ἀπὸ τὴ μεγά­λη Του ὑπο­μο­νή, τὴ μεγά­λη συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τά Τοῦ καὶ τὴ μεγά­λη χαρά Του. Τέτοια ἀγά­πη στὴ γῆ μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μόνο μὲ τὴ μητρι­κή. Ποιός ἔχει μεγα­λύ­τε­ρη ὑπο­μο­νὴ πρὸς κάθε πλά­σμα στὴ γῆ, ἀπ’ ὅση ἔχει μιὰ μητέ­ρα γιὰ τὸ παι­δί της; Ποιός ἔχει μεγα­λύ­τε­ρη συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα ἀπὸ τὴ μητέ­ρα; Ποιός κλαί­ει ἀπὸ χαρὰ ὅταν βλέ­πει τὸν μετα­νιω­μέ­νο ἁμαρ­τω­λό, ὅσο μιὰ μητέ­ρα ποὺ βλέ­πει τὴ βελ­τί­ω­ση τοῦ παι­διοῦ της;

Ἀπὸ τότε ποὺ δημιουρ­γή­θη­κε ὁ κόσμος, ἡ μητρι­κὴ ἀγά­πη ξεπε­ρά­στη­κε μόνο ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χρι­στό, μὲ τὴν ἀγά­πη τοῦ γιὰ τοὺς ἀνθρώ­πους. Ἡ ὑπο­μο­νή Του τὸν ὁδή­γη­σε στὰ φοβε­ρὰ πάθη Του στὸ σταυ­ρό.

Ἡ συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τά Τοῦ πήγα­ζε ἀπὸ τὴν καρ­διὰ καὶ τὰ χεί­λη Του, ἀκό­μα κι ὅταν βρι­σκό­ταν πάνω στὸ σταυ­ρό. Ἡ χαρά Του γι’ αὐτοὺς ποὺ μετα­νο­οῦ­σαν, ἁπά­λυ­νε τοὺς πόνους τῆς στορ­γι­κῆς ψυχῆς Του. Μόνο ἡ θεία ἀγά­πη ξεπερ­νά­ει τὴ μητρι­κή. Μόνο ὁ Θεός μας ἀγα­πᾷ περισ­σό­τε­ρο ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ μάνα μας. Μόνο Ἐκεῖ­νος μᾶς συγ­χω­ρεῖ πιὸ εὔκο­λα ἀπὸ ἐκεί­νη. Μόνο ὁ Θεὸς χαί­ρε­ται περισ­σό­τε­ρο ἀπὸ τὴ μητέ­ρα μας ὅταν ἐμεῖς βελ­τιω­νό­μα­στε.

Αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ὑπο­μο­νὴ μαζί μας ὅταν ἁμαρ­τά­νου­με, δὲν μᾶς ἀγα­πᾷ. Οὔτε μᾶς ἀγα­πᾷ αὐτὸς ποὺ δὲν μᾶς συγ­χω­ρεῖ ὅταν μετα­νο­οῦ­με γιὰ τίς ἁμαρ­τί­ες μας. Καὶ λιγό­τε­ρο ἀπ’ ὅλους μας ἀγα­πᾷ ἐκεῖ­νος ποὺ δὲν χαί­ρε­ται ὅταν βελ­τιω­νό­μα­στε.

Ἡ ὑπο­μο­νή, ἡ συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα καὶ ἡ χαρὰ εἶναι τὰ τρία μέγι­στα χαρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς θεί­ας ἀγά­πης. Εἶναι χαρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς ὁλο­κλη­ρω­τι­κῆς, τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ἀγά­πης — ἂν ὑπάρ­χει πραγ­μα­τι­κὴ ἀγά­πη ἔξω ἀπὸ τὴ θεϊ­κή. Χωρὶς τὰ τρία αὐτὰ χαρα­κτη­ρι­στι­κά, ἡ ἀγά­πη δὲν εἶναι ἀγά­πη. Ἄν δώσεις τὸ ὄνο­μα «ἀγά­πη» σὲ ὁτι­δή­πο­τε ἄλλο, εἶναι σὰ νά ‘δινες τὸ ὄνο­μα «πρό­βα­το» σὲ μιὰ κατσί­κα ἢ σ’ ἕνα γου­ρού­νι.

Στὴν παρα­βο­λὴ τοῦ Ἀσώ­του Υἱοῦ, ὁ Κύριος Ἰησοῦς μας παρου­σιά­ζει τὴν εἰκό­να τῆς πραγ­μα­τι­κῆς, τῆς θεϊ­κῆς ἀγά­πης. Ἡ εἰκό­να αὐτὴ εἶναι ἱστο­ρη­μέ­νη μὲ τόσο ζωη­ρὰ καὶ καθα­ρὰ χρώ­μα­τα, ὥστε μπρο­στὰ στὰ μάτια μας μοιά­ζει ζων­τα­νή, ὅπως φαί­νε­ται ὁ κόσμος μᾶς μετὰ τὸ σκο­τά­δι, ὅταν ἀνα­τέλ­λει ὁ ἥλιος. Δυὸ χιλιά­δες χρό­νια τώρα τὰ χρώ­μα­τα τῆς εἰκό­νας αὐτῆς δὲν ξεθώ­ρια­σαν, οὔτε καὶ πρό­κει­ται νὰ ξεθω­ριά­σουν ὅσο ὑπάρ­χουν ἄνθρω­ποι στὴ γῆ κι ὁ Θεὸς ἐξα­κο­λου­θεῖ νὰ τοὺς ἀγα­πᾷ. Τὸ ἀντί­θε­το μάλι­στα. Ὅσο πιὸ ἁμαρ­τω­λοὶ γίνον­ται οἱ ἄνθρω­ποι, τόσο πιὸ ζων­τα­νὴ μοιά­ζει ἡ εἰκό­να, τόσο πιὸ φρέ­σκια.

Ἄνθρω­πός τις εἶχε δύο υἱούς. Καὶ εἶπεν ὁ νεώ­τε­ρος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δὸς μοὶ τὸ ἐπι­βάλ­λον μέρος τῆς οὐσί­ας» (Λουκ. ἰε’11–12). Ἕνας ἄνθρω­πος εἶχε δυὸ γιούς. Καὶ εἶπε ὁ νεό­τε­ρος ἀπ’ αὐτοὺς στὸν πατέ­ρα τοῦ: πατέ­ρα, δός μου τὸ μερί­διο τῆς περιου­σί­ας ποὺ μοῦ ἀνή­κει. Κι ὁ πατέ­ρας τοὺς μοί­ρα­σε τὴν περιου­σία.

Πόσο ἁπλὸ μὰ καὶ πόσο δρα­μα­τι­κὸ εἶναι τὸ ξεκί­νη­μα τῆς παρα­βο­λῆς αὐτῆς! Πόσο βάθος κρύ­βε­ται κάτω ἀπὸ τὴν ἁπλό­τη­τα αὐτή! Πίσω ἀπὸ τίς λέξεις ἄνθρω­πός τις, κρύ­βε­ται ὁ Θεός. Κάτω ἀπὸ τίς λέξεις δύο υἱούς, ὑπάρ­χουν καὶ δίκαιος ἄνθρω­πος κι ὁ ἁμαρ­τω­λός, ἢ μᾶλ­λον, ὅλοι οἱ δίκαιοι ἄνθρω­ποι κι ὅλοι οἱ ἁμαρ­τω­λοί. Ὁ δίκαιος ἄνθρω­πος εἶναι μεγα­λύ­τε­ρος ἀπὸ τὸν ἁμαρ­τω­λό. “Ὁ Θεὸς στὴν ἀρχὴ δημιούρ­γη­σε τὸν ἄνθρω­πο δίκαιο. ‘Ἀργό­τε­ρα ἔγι­νε ἁμαρ­τω­λός. Ὁ ἁμαρ­τω­λὸς ζητά­ει τὸ μερί­διό του, τόσο ἀπό το Θεὸ ὅσο κι ἀπὸ τὸν δίκαιο ἀδερ­φό του.

Μὲ τοὺς δυὸ γιοὺς πρέ­πει ἐπί­σης νὰ κατα­νο­ή­σου­με τὴ διπλὴ φύση ποὺ ἔχει κάθε ἄνθρω­πος: τὴ μιὰ ποὺ διψά­ει γιά το Θεὸ καὶ τὴν ἄλλη ποὺ ρέπει πρὸς τὴν ἁμαρ­τία. Ἡ μιὰ φύση πιέ­ζει τὸν ἄνθρω­πο νὰ ζεὶ σύμ­φω­να μὲ τίς ἐντο­λὲς τοῦ Θεοῦ, σύμ­φω­να μὲ το νόμο τοῦ νοῦ, ποὺ λέει ὁ ἀπό­στο­λος Παῦ­λος ἡ ἄλλη τὸν σπρώ­χνει νὰ ζεῖ σύμ­φω­να μὲ τὸ νόμο τῆς σάρ­κας (βλ. Ρωμ. ζ’ 22–23). “Ἔχου­με τὸν πνευ­μα­τι­κὸ ἄνθρω­πο καὶ τὸν σαρ­κι­κό, δυὸ ἀνθρώ­πους νὰ συνυ­πάρ­χουν στὸν ἕνα. Ὁ πνευ­μα­τι­κὸς ἄνθρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ φαν­τα­στεῖ πῶς θὰ ζήσει μακριὰ ἀπό το Θεό. Ὁ σαρ­κι­κὸς νομί­ζει πὼς ἡ ζωή του ἀρχί­ζει μόνο ὅταν ἀπο­μα­κρύ­νε­ται ἀπό το Θεό. Ὁ πνευ­μα­τι­κὸς ἄνθρω­πος εἶναι πρε­σβύ­τε­ρος, ὁ σαρ­κι­κὸς νεό­τε­ρος. Ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ δημιουρ­γία του ὁ πνευ­μα­τι­κὸς ἄνθρω­πος εἶναι πρε­σβύ­τε­ρος, ἀφοῦ μαθαί­νου­με πῶς ὁ Θεὸς εἶπε στὴν ἀρχή: «Ποι­ή­σω­μεν ἄνθρω­πον κατ’ εἰκό­να ἡμε­τέ­ραν» (Γέν. ἅ’26).

Εἰκό­να τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ πνευ­μα­τι­κὴ φύση τοῦ ἀνθρώ­που, ὄχι ἡ σαρ­κι­κή. Ἐξάλ­λου ὁ Θεὸς δημιούρ­γη­σε τὸν ἄνθρω­πο ἀπὸ τὸν πηλὸ (Γέν. β 7), στὸν ὁποῖο «ἐνε­φύ­ση­σεν» τὴν εἰκό­να ποὺ εἶχε ἤδη δια­μορ­φω­θεῖ, δηλα­δὴ τὸν πνευ­μα­τι­κὸ ἄνθρω­πο. Βέβαια τὸ ἀνθρώ­πι­νο σῶμα, ὅπως τὸ δημιούρ­γη­σε ὁ Θεός, ἂν καὶ ἦταν πηλὸς δὲν ἦταν ἁμαρ­τω­λό, ἔστω κι ἂν αὐτὸ ὁδή­γη­σε τὸν ἄνθρω­πο στὴν ἁμαρ­τία. Ἐπί­σης ἡ Εὔα ἦταν νεό­τε­ρη ἀπὸ τόν ‘Ἀδάμ. Δημιουρ­γή­θη­κε ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ‘Ἀδάμ, ἀλλὰ παρα­βί­α­σε τὴν ἐντο­λὴ τοῦ Θεοῦ κι ἔπε­σε στὸν πει­ρα­σμὸ λόγῳ τῶν ἐπι­θυ­μιῶν τῆς σάρ­κας της. Μὲ τὴν πτώ­ση της χωρί­στη­κε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ὁδη­γή­θη­κε «εἵς χώραν μακράν», στὸ βασί­λειο τοῦ Σατα­νᾶ.

Δὸς μοὶ τὸ ἐπι­βάλ­λον μέρος τῆς οὐσί­ας. Ἔτσι μιλά­ει στὸ Θεὸ καὶ ἁμαρ­τω­λός. Για­τί ἔτσι εἶναι. Τί ἀνή­κει στὸν ἄνθρω­πο, ποὺ δὲν εἶναι τοῦ Θεοῦ; Ὁ πηλός, μόνο ὁ πηλός, τίποτ’ ἄλλο. Εἶναι ἀλή­θεια πῶς τὸν πηλὸ τὸν δημιούρ­γη­σε ὁ Θεός. Ὁ πηλὸς ὅμως δὲν εἶναι μέρος τῆς ὕπαρ­ξής του. Ἔτσι μόνο ὁ ἄνθρω­πος μπο­ρεῖ νὰ ἰσχυ­ρι­στεῖ πῶς ὁ πηλός του ἀνή­κει. “Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι τοῦ Θεοῦ. “Ὅλα τ’ ἄλλα ἀνή­κουν στὸ Θεό. “Ὅσο ὁ ἄνθρω­πος δὲν εἶναι χωρι­σμέ­νος ἀπό το Θεό, ὅλα ὅσα ἀνή­κουν στὸ Θεό, ἀνή­κουν καὶ στὸν ἴδιο. “Ὅπως ὁ Θεὸς λέει: «τέκνον… πάν­τα τὰ ἐμά, σὰ ἐστιν» (Λουκ. ἰε’31), ἔτσι κι ὁ ἄνθρω­πος θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ σ’ αὐτὴν τὴν περί­πτω­ση: «πάν­τα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμὰ ἔστι» (Ἰωάν. ἴστ15).

Ὅταν ὁ ἄνθρω­πος ἀπο­φα­σί­σει νὰ χωρι­στεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ κι ὅταν ζητή­σει νὰ λάβει τὸ μερί­διό του ἀπὸ τ’ ἀμέ­τρη­τα ἀγα­θὰ τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς μπο­ρεῖ νὰ μὴν τοῦ δώσει τίπο­τα, χωρὶς νὰ χάσει τὴ δικαιο­σύ­νη Του. Για­τί χωρίς το Θεὸ ὁ ἄνθρω­πος εἶναι ἕνα τίπο­τα. Κι ὅλα ὅσα κατέ­χει, εἶναι τίπο­τα. Ὅταν ὁ Θεός του δίνει πηλό, δηλα­δὴ μόνο σῶμα χωρὶς πνεῦ­μα, χωρὶς ψυχή, χωρὶς πνευ­μα­τι­κὲς δωρε­ές, πάλι τοῦ ἔχει δώσει περισ­σό­τε­ρα ἀπ’ ὅσα τοῦ ἀνή­κουν. Καί του τά ‘δωσε αὐτὰ ὄχι ὡς πρά­ξη δικαιο­σύ­νης, ἀλλὰ ἐλέ­ους. Καθὼς ὅμως τὸ ἔλε­ος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπρο­σμέ­τρη­τα ἀνώ­τε­ρο ἀπὸ τὸ ἔλε­ος ποὺ ἔχει μιὰ μητέ­ρα πρὸς τὸ παι­δί της, ὁ Θεὸς δίνει στὸ ἁμαρ­τω­λὸ παι­δί Του κάτι περισ­σό­τε­ρο ἀπὸ πηλό. Μαζὶ μὲ τὸ σῶμα δηλα­δὴ τοῦ δίνει καὶ ψυχή, ὅπως καὶ στὰ ζῶα, τοῦ ἀφή­νει καὶ κάποια πνευ­μα­τι­κὰ χαρί­σμα­τα ὅπως ἐπί­γνω­ση, συνεί­δη­ση, ἐπι­θυ­μία τοῦ καλοῦ. Κι αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ μόνο ἕνας μικρὸς σπιν­θῆ­ρας, ἀρκε­τὸς νὰ τὸν δια­φυ­λά­ξει γιὰ νὰ μὴν πέσει χαμη­λὰ καὶ φτά­σει στὸ ἐπί­πε­δο τῶν ζώων, γιὰ νὰ μὴ γίνει ἕνα ζῶο ἀνά­με­σα στὰ ἄλλα.

«Καὶ διεῖ­λεν αὐτοῖς τὸν βίον». Ὁ πρε­σβύ­τε­ρος γιὸς κάθη­σε μαζὶ μὲ τὸν πατέ­ρα του κι ἀπο­λάμ­βα­νε ὅλα τὰ ἀγα­θά του. Ὁ νεό­τε­ρος γιὸς ὅμως «μετ’ οὐ,οὗ πολ­λὲς ἡμέ­ρας συνα­γα­γὼν ἅπαν­τα… ἀπε­δή­μη­σεν εἰς χώρας μακράν, καὶ ἐκεῖ διε­σκόρ­πι­σε τὴν οὐσί­αν αὐτοῦ ζῶν ἀσώ­τως» (Λουκ. ἰε13). Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες μάζε­ψε ὅλα ὅσα τοῦ ἔδω­σε ὁ πατέ­ρας του καὶ πῆγε σὲ μιὰ μακρι­νὴ χώρα. Ἐκεῖ ἔζη­σε μὲ ἀσω­τεία καὶ σπα­τά­λη­σε ὅλη τὴν περιου­σία του.

Αὐτό το μετ’ οὐ,οὗ πολ­λὲς ἡμέ­ρας, δὲ θυμί­ζει τὴ σύν­το­μη παρα­μο­νὴ τοῦ Ἀδὰμ στὸν παρά­δει­σο; Ὅταν ἁμάρ­τη­σε ὁ Ἀδάμ, ζήτη­σε κι ἔλα­βε ἀπὸ τὸ Θεὸ τὸ μερί­διό του. Τότε εἶδε τὴ γύμνω­σή του. Εἶδε δηλα­δὴ πῶς χωρὶς τὸ Θεὸ δὲν εἶναι τίπο­τα. Κι ὁ Θεὸς μὲ τὸ ἔλε­ὸς Τοῦ δὲν τὸν ἔδιω­ξε γυμνό, ἀλλὰ τοῦ ἔδω­σε ροῦ­χα. «Καὶ ἐποί­η­σε Κύριος ὁ Θεὸς τὸ Ἀδὰμ καί τη γυναι­κὶ αὐτοῦ χιτῶ­νας δερ­μα­τί­νους καὶ ἐνέ­δυ­σεν αὐτούς» (Γέν. γ’21). «Γῆ εἴ καὶ εἰς γῆν ἀπε­λεύ­σῃ» (Γέν, γ19), εἶπε στὸν Ἀδάμ. Αὐτὸ σημαί­νει: Στὴν καλύ­τε­ρη περί­πτω­ση μόνο ὁ πηλὸς εἶναι δικός σου. Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι δικά μου. Ζήτη­σες αὐτὸ ποὺ σοῦ ἀνή­κει κι Ἐγώ σου τὸ ἔδω­σα. Γιὰ σένα ὅμως, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σεις νὰ ζήσεις ἔστω καὶ στὴ σκιὰ αὐτοῦ ποὺ ἤσουν πρίν, σοῦ δίνω καὶ κάτι παρα­πά­νω. Σοῦ δίνω ἕνα σπιν­θῆ­ρα τῆς θεϊ­κῆς μου δύνα­μης καὶ ἀξί­ας.

Αὐτὸ ποὺ ἔπα­θε ὁ ‘Ἀδὰμ ἐπα­να­λαμ­βά­νε­ται ξανὰ καὶ ξανὰ σὲ ἑκα­τομ­μύ­ρια ἀπο­γό­νους του. “Ὅλοι ἐκεῖ­νοι ποὺ μὲ τὴν ἁμαρ­τία τους χωρί­στη­καν ἀπὸ τὸ Θεό, λαβαί­νουν τὸ μερί­διό τους κι ἀπο­δη­μοῦν εἵς χώραν μακράν. “Ὁ Θεὸς δὲ θὰ πιέ­σει κανέ­ναν νὰ μεί­νει μαζί Του. Ὁ Θεὸς δημιούρ­γη­σε τὸν ἄνθρω­πο ἐλεύ­θε­ρο καὶ δὲ θέλει μὲ τίπο­τα νὰ περιο­ρί­σει τὴν ἐλευ­θε­ρία του, για­τί αὐτὸ θά ‘τὰν ἀντί­θε­το στὴ θεϊ­κή Του φύσῃ.

Τί κάνει τώρα ὁ ἀνόη­τος ἁμαρ­τω­λὸς ἄνθρω­πος ὅταν ἀπο­μα­κρύ­νε­ται ἀπό το Θεό, ὅταν χωρί­ζε­ται ἀπ’ Αὐτόν; ‘Ἀπο­δη­μεῖ σὲ χώρα μακρι­νὴ καὶ σπα­τα­λά­ει τὴν περιου­σία του ζῶν­τας μὲ ἄσω­τεῖ­ες. Αὐτὰ δὲν τὰ ἔχει κάνει ἕνας μόνο ἁμαρ­τω­λός. Δὲν τὰ ἔκα­νε μόνο ὁ νεό­τε­ρος γιὸς τῆς παρα­βο­λῆς. Αὐτὰ τὰ κάνουν ὅλοι οἱ ἄνθρω­ποι ὅταν χωρί­ζον­ται ἀπό το Θεό, ἀφοῦ «ἐξέ­λι­παν ἐν ματαιό­τη­τι αἱ ἡμέ­ραι αὐτῶν» (Ψαλμ. όζ’33).

Τί σημαί­νει ζῶν ἀσώ­τως; Πῶς τίς μέρες του τίς δαπά­νη­σε ἄσκο­πα, μέσα στὴν ἁμαρ­τία, μὲ μεθύ­σια, δια­πλη­κτι­σμούς, ὀργή, σπα­τά­λες καὶ κυρί­ως μὲ ἀνη­θι­κό­τη­τα. Μὲ ἁμαρ­τί­ες ποὺ σπα­τα­λοῦν τίς ζωτι­κὲς λει­τουρ­γί­ες γρή­γο­ρα καὶ ὁλο­κλη­ρω­τι­κά, ἐνῶ ὁ θεϊ­κὸς σπιν­θῆ­ρας ἐξα­φα­νί­ζε­ται. “Ὅταν ὁ ἄνθρω­πος δὲν ἔχει ἀγά­πη, παρα­δί­νε­ται στὰ πάθῃ. Ὅταν ὁ ἄνθρω­πος ἐγκα­τα­λεί­πει το δρό­μο τοῦ Θεοῦ, κυκλώ­νε­ται ἀπὸ πλῆ­θος παθῶν,παθών καὶ περι­φέ­ρε­ται ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεί. Ὁ ἄνθρω­πος αὐτὸς εἶναι σὰ νὰ παίρ­νει τὸ τσε­κού­ρι καὶ νὰ κόβει τὶς ἴδιες τὶς ρίζες τῆς ζωῆς του. Κόβει κάθε μέρα κι ἀπὸ μιὰ ρίζα, ὡσό­του τὸ δέν­τρο ἀρχί­σει νὰ μαραί­νε­ται.

Ὁ Ἄσω­τος Υἱὸς ἔζη­σε ἄσκο­πα καὶ σπα­τά­λη­σε ὅλη τὴν περιου­σία ποὺ τοῦ ἔδω­σε ὁ πατέ­ρας του. «Δαπα­νή­σαν­τος δὲ αὐτου πάν­τα ἐγέ­νε­το λιμὸς ἰσχυ­ρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκεί­νην, καὶ αὐτὸς ἤρξα­το ὑστε­ρεῖ­σθαι». Κι ἀφοῦ τὰ ξόδε­ψε ὅλα, στὴ μακρι­νὴ αὐτὴ χώρα ἔπε­σε πεῖ­να μεγά­λη κι ἄρχι­σε κι ὁ ἴδιος νὰ πει­νᾷ. Στὴ μακρι­νὴ αὐτὴ χώρα, μακριὰ πολὺ ἀπὸ τὸ Θεό, ὑπάρ­χει πάν­τα πεῖ­να, για­τί ἡ γῆ δὲν μπο­ρεῖ νὰ χορ­τά­σει τὸν πει­να­σμέ­νο ἄνθρω­πο. Ἡ τρο­φή της τὸ μόνο ποὺ κάνει, εἶναι νὰ αὐξά­νει τὴν πεῖ­να του. Ἡ γῆ μόνο τὰ ἄλο­γα ζῶα μπο­ρεῖ νὰ χορ­τά­σει. Σὲ καμιὰ περί­πτω­ση δὲν μπο­ρεῖ νὰ χορ­τά­σει τὸν ἄνθρω­πο. Στὴ μακρι­νὴ χώρα πάν­τα ὑπάρ­χει πεῖ­να. Ὁ ἁμαρ­τω­λὸς ποὺ ξεχνᾷ τελεί­ως το Θεὸ καὶ δαπα­νᾷ ὅλες τίς ζωτι­κὲς δυνά­μεις του, ποὺ ὁ Θεός του ἔδω­σε μὲ τὸ μερί­διό του, πέφτει σὲ μεγά­λη πεῖ­να. Μιὰ πεῖ­να ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὴν κορέ­σει οὔτε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἡ γῆ ὁλό­κλη­ρη, μὲ ὅλα τὰ ἀγα­θά της.

Τὸ ἴδιο γίνε­ται μέχρι σήμε­ρα μὲ κάθε ἁμαρ­τω­λὸ ποῦ παρα­δί­δε­ται ὁλο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴ γῆ, στὸ σῶμα καὶ τίς σωμα­τι­κὲς ἀπο­λαύ­σεις. Ἡ τρα­γω­δία γιὰ τὸν ἁμαρ­τω­λὸ ἀρχί­ζει ὅταν όλ’ αὐτὰ γίνον­ται ἀπο­κρου­στι­κά, μοιά­ζουν μὲ βρώ­μα καὶ δυσω­δία. Τότε ἀρχί­ζει νὰ παρα­πο­νιέ­ται γιὰ τὸν κόσμο ὁλό­κλη­ρο, νὰ κατα­ριέ­ται τὴν ἴδια του τὴ ζωή. Μὲ στε­γνὸ τὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ τὴν ψυχή του, νιώ­θει σὰ νά ‘χει μέσα του ἕνα κενό, σὰ νά ‘ναι ἕνα καλά­μι ξερό, ἀπ’ ὅπου περ­νά­ει παγε­ρὸς ἀέρας. Ὅλα του φαί­νον­ται μαῦ­ρα. Ὅλα εἶναι ἄσχη­μα, ἀηδια­στι­κά. Σ’ αὐτὴ τὴν κατά­στα­ση ποὺ βρί­σκε­ται τά ‘χει χαμέ­να, δὲν ξέρει τί νὰ κάνει. Δὲν πιστεύ­ει στὴ ζωή του. Πῶς τότε μπο­ρεῖ νὰ πιστέ­ψει στὴν ἄλλη; Ἐκεί­νη τὴν ἔχει ξεχά­σει ἐντε­λῶς, τού­την ἐδῶ ἄρχι­σε νὰ τὴν μισεῖ. Τί κάνου­με τώρα; Ποὺ πᾶμε; Τὸ σύμ­παν ὁλό­κλη­ρο τὸν πιέ­ζει καὶ που­θε­νὰ δὲ βλέ­πει πόρ­τα μὲ τὴν ἔνδει­ξη «ἔξο­δος».

Ὁ τάφος δὲν εἶναι διέ­ξο­δος, εἶναι εἴσο­δος. Κι ὅταν ὁ ἄνθρω­πος βρί­σκε­ται σὲ τέτοια ἀπελ­πι­σμέ­νη κατά­στα­ση, τοῦ παρου­σιά­ζε­ται ὁ σατα­νᾶς, ποὺ ὅλον αὐτὸν τὸν και­ρὸ ἦταν κον­τά του καὶ τὸν ὁδη­γοῦ­σε ἀπὸ ἁμαρ­τία σὲ ἁμαρ­τία, ἂν καὶ κρυ­φά, ἀόρα­τα. Τώρα ὅμως τοῦ παρου­σιά­ζε­ται, τὸν παίρ­νει στὴν ὑπη­ρε­σία του καὶ τὸν στέλ­νει στὸν ἀγρό του γιὰ νὰ ποι­μά­νει τοὺς χοί­ρους. Ὅπως λέει κι ἡ παρα­βο­λή, «πορευ­θεῖς ἐκολ­λή­θῃ ἑνὶ τῶν πολι­τῶν τῆς χώρας ἐκεί­νης, καὶ ἔπεμ­ψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτου βόσκειν χοί­ρους» (Λουκ. ἰε15).

Αὐτὸ παθαί­νει κάθε ἀνυ­πά­κουος γιὸς ποὺ ἔφυ­γε μακριὰ ἀπὸ τὸν πατέ­ρα του. Τὸν ἀπο­χαι­ρέ­τη­σε γεμᾶ­τος ὑπε­ρη­φά­νεια καὶ μεγά­λα σχέ­δια γιὰ τὴ ζωή του, γιὰ τὴν εὐτυ­χία του, ἀλλὰ κατάν­τη­σε δοῦ­λος κάποιου ποὺ ἦταν χει­ρό­τε­ρος ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἔγι­νε ποι­μέ­νας σὲ ξένους χοί­ρους.

Εἶναι φανε­ρὸ ὅτι μὲ τὸν ἕνα τῶν πολι­τῶν τῆς χώρας ἐκεί­νης, ἐννο­εῖ τὸν πονη­ρό. Ἐδῶ βέβαια ἀνα­φέ­ρε­ται ἄνθρω­πος, ὅπως κι ὁ πατέ­ρας ὀνο­μά­ζε­ται ἄνθρω­πος, ἱστο­ρεῖ­ται ὅμως μ’ ἕναν τρό­πο ἐντε­λῶς ἀντί­θε­το ἀπὸ τὸν «πατέ­ρα-ἄνθρω­πο» ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔφυ­γε ὁ ἀνόη­τος γιός. Αὐτὸς ἐδῶ δὲν εἶναι ἄνθρω­πος τῆς οὐρά­νιας βασι­λεί­ας, οὔτε κὰν τῆς ἐπί­γειας, ἀλλὰ κάποιας τρί­της, τῆς βασι­λεί­ας τοῦ σκό­τους καὶ τῆς φρί­κης, τῆς παρα­κμῆς καὶ τῆς γέεν­νας, τῆς βασι­λεί­ας τῶν δαι­μό­νων. Μὲ τὸν πρῶ­το, τὸν «πατέ­ρα-ἄνθρω­πο», ὁ ἁμαρ­τω­λὸς ὀνο­μά­ζε­ται γιός, μὲ τὸν ἄλλον, τὸν «πονη­ρό-ἄνθρω­πο», ὀνο­μά­ζε­ται δοῦ­λος. Ὅταν ἦταν κον­τὰ στὸν «πατέ­ρα-ἄνθρω­πο» ἦταν εὐλο­γη­μέ­νος, εἶχε ὅλα τὰ ἀγα­θὰ καὶ μάλι­στα μὲ ἀφθο­νία. Μὲ τὸν ἄλλον, τὸν «πονη­ρό-ἄνθρω­πο», πει­νά­ει. Πει­νοῦ­σε τόσο πολύ, ὥστε ἤθε­λε νὰ φάει τὰ ξυλο­κέ­ρα­τα ποὺ ἔτρω­γαν οἱ χοῖ­ροι, μὰ κανέ­νας δὲν τοῦ ἔδι­νε οὔτε κὰν ἀπ’ αὐτά.

Οἱ χοῖ­ροι ἐδῶ ἔχουν μιὰ βαθύ­τε­ρη σημα­σία. Μ’ αὐτοὺς πρέ­πει νὰ ὑπο­νο­ή­σου­με τὰ πονη­ρὰ πνεύ­μα­τα, τοὺς κατοί­κους τῆς βασι­λεί­ας τῶν δαι­μό­νων. Τὰ πονη­ρὰ πνεύ­μα­τα εἶναι φορεῖς κάθε ἀκα­θαρ­σί­ας. Καὶ οἱ χοῖ­ροι εἶναι τὰ ὁρα­τὰ σύμ­βο­λα τῆς βρω­μιᾶς. “Ὅταν ὁ Κύριος «ἐξέ­βα­λε» τὰ πονη­ρὰ πνεύ­μα­τα ἀπὸ τὸν δαι­μο­νι­σμέ­νο στὰ Γάδα­ρα, τὰ ἔστει­λε στοὺς χοί­ρους (βλ. Λουκ. ἡ’3233). “Ὅπως οἱ χοῖ­ροι εἶναι κολ­λη­μέ­νοι στὴ γῆ, ἔτσι καὶ τὰ πονη­ρὰ πνεύ­μα­τα ριζώ­νουν μέσα στὸν ἄνθρω­πο, ὡσό­του βροῦν μέσα του κάποια ἀκα­θαρ­σία γιὰ νὰ τρα­φοῦν. Μὲ τὰ ξυλο­κέ­ρα­τα πρέ­πει νὰ ὑπο­νο­ή­σου­με κάθε ἀκα­θαρ­σία του μέσα ἀνθρώ­που, δηλα­δὴ πονη­ρὲς σκέ­ψεις, ἰδιο­τε­λεῖς, ἁμαρ­τί­ες, ἀκά­θαρ­τες καὶ λάγνες ἐπι­θυ­μί­ες κι ἄλλα πάθη. Τὰ πονη­ρὰ πνεύ­μα­τα τρέ­φον­ται καὶ ἱκα­νο­ποιοῦν­ται μὲ ὅλα ὅσα ἀπο­μυ­ζοῦν τὴν ψυχὴ καὶ τὴν μαραί­νουν. Ὅλα ὅσα γίνον­ται στὸ σκό­τος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώ­που, ἐκεῖ ποὺ δὲ φτά­νει ὁ θεῖ­ος φωτι­σμός, ὅπως οἱ καρ­ποὶ ποὺ ἀνα­πτύσ­σον­ται μέσα στὸ ἔδα­φος, εἶναι ἡ ἀκά­θαρ­τη τρο­φὴ γιὰ τὰ πονη­ρὰ πνεύ­μα­τα.

Τὰ πονη­ρὰ πνεύ­μα­τα ὅμως δὲ δίνουν τὴν τρο­φὴ αὐτὴ στὸν ἄνθρω­πο ἀπὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ μπῆ­κε στὴν ὑπη­ρε­σία τους. Τὸν τρέ­φουν ὼς τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ γίνει ὁλό­τε­λα δικός τους, ποὺ θὰ ὑπο­τα­χτεῖ στὴ δύνα­μή τους. Μετά, ὅταν τὸν ἔχουν στὸ χέρι τους, δὲν ὑπάρ­χει λόγος νὰ τὸν ταΐ­σουν ἄλλο. Ἡ τρο­φή τους εἶναι δηλη­τή­ριο: κι αὐτὸς τώρα ἔχει δηλη­τη­ρια­στεῖ ὁλό­κλη­ρος. Αὐτὸ ποὺ ὼς τότε ἦταν δηλη­τή­ριο, τώρα τὸν τρέ­φει. Ροκα­νί­ζουν τὴν ψυχή του καὶ περι­μέ­νουν τὴν ὥρα ποὺ θ’ ἀπο­χω­ρι­στεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, τότε ποὺ θὰ μπο­ροῦν νὰ τὴν ταΐ­σουν μὲ ἀκό­μα μεγα­λύ­τε­ρα βάσα­να στὸ σκο­τά­δι τῆς γέεν­νας. Ὅπως εἶπε ὁ προ­φη­τά­να­κτας Δαβίδ, «κατε­δί­ω­ξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐτα­πεί­νω­σεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκά­θι­σε μὲ ἕνα σκο­τει­νοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶ­νος» (Ψαλμ. ρμβ’3). “Ὁ “Ἄσω­τος Υἱὸς ἔμοια­ζε μὲ νεκρὸ προ­τοῦ πεθά­νει σωμα­τι­κά.

Τὴ στιγ­μὴ ἐκεί­νη ὅμως, ποὺ ὁ Ἄσω­τος Υἱὸς βρι­σκό­ταν στὴν ἔσχα­τη ἀπό­γνω­ση, τὴν ὥρα τῆς μεγά­λης πεί­νας καὶ τοῦ τρό­μου, μιὰ σπί­θα ἄνα­ψε μέσα του. Μιὰ ξεχα­σμέ­νη, ἐντε­λῶς ἀπρό­σμε­νη σπί­θα. Ἀπὸ ποὺ φάνη­κε ἡ σπί­θα αὐτὴ σὲ σβη­σμέ­να κάρ­βου­να; Πῶς ξεπή­δη­σε σπί­θα ἀπὸ νεκρὸ σῶμα; Ἦρθε ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἐπι­ση­μά­να­με ἀπὸ τὴν ἀρχή. Πῶς ὁ πατέ­ρας, τὴν ὥρα ποὺ ἔδι­νε στὸ γιὸ τὴν ἀνα­λο­γία του, ἔδω­σε κάτι παρα­πά­νω ἀπὸ τὸ μερ­τι­κό του. Μαζὶ μὲ τὸν πηλό του ἔδω­σε κι ἕναν σπιν­θῆ­ρα συνεί­δη­σης καὶ ἐπί­γνω­σης. Ὅταν ὁ σοφὸς καὶ εὔσπλα­χνος πατέ­ρας του ἔδι­νε τὸ μερί­διο τῆς περιου­σί­ας ποὺ τοῦ ἀνῆ­κε, ἦταν σὰ νὰ μονο­λο­γοῦ­σε: «Θὰ τοῦ δώσω κι αὐτό: λίγη συνεί­δη­ση καὶ ἐπί­γνω­ση, κάτι ἀπ’ αὐτὸ ποὺ θέλη­σε νὰ ἐγκα­τα­λεί­ψει φεύ­γον­τας. Για­τί ὄχι; Θὰ τὸ χρεια­στεῖ. Φεύ­γει, πηγαί­νει σὲ χώρα κρύα, φτω­χή. Ὅταν βρε­θεῖ σὲ μεγά­λη ἀνάγ­κη, καὶ μόνο αὐτὴ ἡ σπί­θα μπο­ρεῖ νὰ φωτί­σει το δρό­μο ποὺ θὰ τὸν ὁδη­γή­σει πίσω σὲ μένα. Ἐντά­ξει. Ἄς τὸ πάρει κι αὐτό. Θὰ τὸ χρεια­στεῖ. Ἡ σπί­θα αὐτὴ θὰ τὸν σώσει».

Κι ἔτσι ἔγι­νε. Ἡ σπί­θα αὐτὴ ἔλαμ­ψε στὸ βαθὺ σκο­τά­δι, ἀκρι­βῶς τὴ δωδέ­κα­τη ὥρα, τότε ποὺ ὁ Ἀσω­τος Υἱὸς εἶχε φτά­σει στὸ τρί­το βασί­λειο καὶ εἶχε παρα­δο­θεῖ στὴν ὑπη­ρε­σία τοῦ δια­βό­λου. Ἔλαμ­ψε μέσα τοῦ σὰν μαγι­κὸ φανα­ρά­κι τὸ ξεχα­σμέ­νο ἀπὸ παλιὰ φὼς τῆς συνεί­δη­σης καὶ τῆς ἐπί­γνω­σης. Καὶ στὴ λάμ­ψη τοῦ φανα­ριοῦ αὐτοῦ ἦρθε στὸν ἑαυ­τό του, σὲ ἐπί­γνω­ση. Μόνο μὲ τὸ φωτι­σμὸ τῆς μικρῆς αὐτῆς σπί­θας κατόρ­θω­σε νὰ δεῖ τὴν ἄβυσ­σο ὅπου εἶχε πέσει, νὰ νιώ­σει ὅλη τὴ δυσο­σμία ποὺ εἶχε ἀνα­σά­νει, τὸ βρώ­μι­κο περι­βάλ­λον ὅπου ζοῦ­σε καὶ τὴ διε­φθαρ­μέ­νη κοι­νω­νία στὴν ὁποία εἶχε ἐντα­χθεῖ. Μὲ τὸ φῶς ποὺ ἀνέ­δι­δε τὸ μικρὸ φανα­ρά­κι, αὐτὸ ποὺ εἶχε βάλει στὴν ψυχή του καὶ εὔσπλα­χνος πατέ­ρας του, ξύπνη­σε ἀπὸ τὸ φοβε­ρὸ ὄνει­ρο κι ἄρχι­σε νὰ συγ­κρί­νει τὴ ζωὴ ποὺ ἔκα­νε παλιό­τε­ρα, κον­τὰ στὸν πατέ­ρα του, μὲ κεί­νην ποῦ ζοῦ­σε τώρα.

«Εἵς ἑαυ­τὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισ­σεύ­ου­σιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλ­λυ­μαι! ἀνα­στὰς πορεύ­σο­μαι πρὸς τὸν πατέ­ρα μου καὶ ἔρὼ αὐτό: πάτερ, ἥμαρ­τον εἰς τὸν οὐρα­νὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου. Οὐκέ­τι εἰμὶ ἄξιος κλη­θῆ­ναι υἱός σου· ποί­η­σόν μὲ ὡς ἕνα τῶν μισθί­ων σου. Καὶ ἀνα­στὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέ­ρα αὐτοῦ» (Λουκ. ἰε17–19). Κάποια στιγ­μὴ συνῆλ­θε, ἦρθε στὸν ἑαυ­τό του καὶ σκέ­φτη­κε: πόσους μισθω­τοὺς ἔχει ὁ πατέ­ρας μου ποὺ χορ­ταί­νουν μὲ τὸ παρα­πά­νω ἀπὸ τὰ ἀγα­θα του κι ἐγὼ πεθαί­νω τῆς πεί­νας; “Ἄς σηκω­θῶ κι ἐγὼ λοι­πὸν κι ἂς γυρί­σω κον­τά του λέγον­τας: πατέ­ρα μου, ἁμάρ­τη­σα καὶ στὸν οὐρα­νό, στὸ Θεό, μὰ καὶ σὲ σένα. Τώρα πιὰ δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ξανα­γί­νω γιός σου. Δέξου με ὅμως καὶ κάνε με ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑπη­ρέ­τες σου. Καὶ μὲ τὴ σκέ­ψη αὐτὴ ξεκί­νη­σε γιὰ νά ‘ρθεὶ στὸν πατέ­ρα του.

Ὁ Θεο­φύ­λα­κτος λέει: «Ἀπὸ τὸ εἰς ἑαυ­τὸν δὲ ἐλθὼν συμ­πε­ραί­νου­με πῶς ὅσο και­ρὸ ζοῦ­σε στὴν ἁμαρ­τία, ἦταν ἐκτὸς ἑαυ­τοῦ. Κι ἔτσι εἶναι. Ὅταν περι­πλα­νιό­μα­στε μὲ τίς αἰσθή­σεις μᾶς ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυ­τό μας, ἀπο­ξε­νω­νό­μα­στε ἀπὸ μᾶς τοὺς ἴδιους, ἀπὸ τὸν ἐσω­τε­ρι­κό μας κόσμο καὶ ἐγκα­τα­λεί­που­με τὴ βασι­λεία τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ἐντὸς ἡμῶν».

Μέ το ποὺ ἄρχι­σε νὰ λάμ­πει ἡ σπί­θα στὴν ψυχὴ τοῦ Ἀσω­του Υἱοῦ καὶ μέ το ποὺ ἔκα­νε τὴ σύγ­κρι­ση ἀνά­με­σα στὴ ζωὴ ποὺ ἔκα­νε κον­τὰ στὸν πατέ­ρα του καὶ σὲ κεί­νην ποῦ ζοῦ­σε τώρα στὴ μακρι­νὴ χώρα, πῆρε τὴν ἀπό­φα­ση: Ἀνα­στὰς πορεύ­σο­μαι πρὸς τὸν πατέ­ρα μου. Ἄς σηκω­θῶ, εἶπε. Ἀνα­γνώ­ρι­σε ἔτσι τὸ τέλ­μα ὅπου βρι­σκό­ταν. Τρί­τος δρό­μος δὲν ὑπάρ­χει. Ὁ ἕνας εἶναι αὐτὸς ποὺ ὁδη­γεῖ χαμη­λά, στὰ βάθη τῆς δαι­μο­νι­κῆς ἀβύσ­σου, κι ὁ ἄλλος εἶναι αὐτὸς ποὺ ὁδη­γεῖ ψηλά, στὸν πατέ­ρα. Κι ὁ πατέ­ρας του εἶναι πλού­σιος. Πεί­να δὲν ὑπάρ­χει κον­τά του. Οἱ μισθω­τοὶ ὑπη­ρέ­τες του τρῶ­νε καλὰ κι ἔχουν καὶ περισ­σεύ­μα­τα κι αὐτός, ὁ γιός του, λιμο­κτο­νεῖ, πεθαί­νει τῆς πεί­νας.

«Ψωμὶ» ἐδῶ πρέ­πει νὰ ἐννο­ή­σου­με τὴ «ζωή». Οἱ «μισθω­τοὶ ὑπη­ρέ­τες» εἶναι ὑπάρ­ξεις στὴ δημιουρ­γία τοῦ Θεοῦ, κατώ­τε­ρες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώ­πους, ὅπως τὰ ζῶα κι ἄλλα ὄντα. Ὁ Ἄσω­τος Υἱὸς εἶχε πέσει πιὸ χαμη­λὰ ἀπὸ τὰ ζῶα. Καὶ ζητοῦ­σε νὰ ζεὶ τοὐλάχιστον,τουλάχιστο ὅπως τὰ ζῶα, ποὺ ὅμως δὲν εἶναι ἐλεύ­θε­ρες ὑπάρ­ξεις. Τὰ κυβερ­νᾷ ὁ Θεὸς ἀπο­κλει­στι­κὰ μὲ τὴ δύνα­μη καὶ τὴ θέλη­σή Του. Τὰ φρον­τί­ζει, τοὺς χαρί­ζει ζωή, καὶ τοὺς παρέ­χει τρο­φὴ ἀνά­λο­γα μὲ τίς ἀνάγ­κες τους. Ὁ Ἄσω­τος Υἱὸς ὅμως σπα­τά­λη­σε τίς ζωτι­κὲς αὐτὲς δυνά­μεις ποὺ ὁ Θεὸς ἔδω­σε στὰ ζῶα καὶ ποὺ αὐτὰ τίς δια­χει­ρί­ζον­ται σωστά.



Ἥμαρ­τον εἰς τὸν οὐρα­νὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου. Μὲ τὴ λέξη «οὐρα­νὸς» ἐδῶ πρέ­πει νὰ ἐννο­ή­σου­με κατ’ ἀρχὴν ὁλό­κλη­ρο τὸ χορὸ τῶν ἀγγέ­λων τοῦ Θεοῦ καὶ ἰδιαί­τε­ρα τοὺς φύλα­κες ἀγγέ­λους. Ἔπει­τα τίς πνευ­μα­τι­κὲς δωρε­ὲς ποὺ ὁ Θεὸς χαρί­ζει σὲ κάθε ἄνθρω­πο, ἀκό­μα καὶ στὸν ἁμαρ­τω­λό. Τὸ ὅτι ὁ οὐρα­νὸς ἐδῶ ἀνα­φέ­ρε­ται στοὺς ἀγγέ­λους τοῦ Θεοῦ φαί­νε­ται κι ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ Κυρί­ου: «Χαρὰ γίνε­ται ἐνώ­πιον τῶν ἀγγέ­λων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρ­τω­λῷ μετα­νο­οῦν­τι» (Λουκ. ἰε’7, 10). Ἐφό­σον λοι­πὸν ὑπάρ­χει χαρὰ γιὰ τὸν ἁμαρ­τω­λὸ ποῦ μετα­νο­εῖ, ὑπάρ­χει καὶ λύπη γιὰ τὸν ἀμε­τα­νόη­το.

Τὸ ὅτι ὁ «οὐρα­νὸς» σημαί­νει ἐπί­σης τίς πνευ­μα­τι­κὲς δωρε­ὲς ποὺ χαρί­ζει ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρω­πο, φαί­νε­ται κι ἀπὸ τὰ ἑξῆς λόγια τοῦ ἀπο­στό­λου Παύ­λου: «Οὐκ οἴδα­τε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τός ἔστιν, οὐ,οὗ ἔχε­τε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυ­τῶν;» (AΚορ. στ’19). Κι ἀκό­μα πιὸ καθα­ρὰ φαί­νε­ται ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Σωτῆ­ρα μας: «Ἡ βασι­λεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἔστι» (Λουκ. ἴζ’ 21). Ἔτσι, αὐτὸς ποὺ ἁμαρ­τά­νει ἐναν­τί­ον τοῦ Θεοῦ, ἁμαρ­τά­νει κι ἐναν­τί­ον τῶν ἀγγέ­λων τοῦ Θεοῦ, καθὼς κι ἐναν­τί­ον τοῦ δίκαιου ἀνθρώ­που ποῦ βρί­σκε­ται μέσα του, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ἀνή­κει στὸ Θεό. Αὐτὸ σημαί­νει τὸ ἥμαρ­τον εἰς τὸν οὐρα­νόν. Γι’ αὐτὸ κι o Ἀσω­τος Υἱὸς λέει: Ἥμαρ­τον εἰς τὸν οὐρα­νὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου.

«Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέ­χον­τος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγ­χνί­σθῃ, καὶ δρα­μὼν ἐπέ­πε­σεν ἐπὶ τὸν τρά­χη­λον αὐτοῦ καὶ κατε­φί­λη­σεν αὐτόν» (Λουκ. ἰε’20). Κι ἐνῶ βρι­σκό­ταν ἀκό­μα μακριά, τὸν εἶδε ὁ πατέ­ρας του καὶ τὸν σπλα­χνί­στη­κε, ἔτρε­ξε ἀμέ­σως κον­τά του, ἔπε­σε μὲ ἀγά­πη στὸν τρά­χη­λό του καὶ τὸν γέμι­σε φιλιά.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγά­πη τοῦ Θεοῦ! Aπρο­σμέ­τρη­τη, εὐγε­νι­κή, μεγα­λειώ­δης! Ὅσο μεγά­λη ἦταν ὡς τώρα ἡ ὑπο­μο­νή του γιὰ τὸν ἁμαρ­τω­λό, ἄλλῃ τόσῃ εἶναι τώρα ἡ συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα καὶ ἡ χαρά Του. Μέ το ποὺ θὰ μετα­νο­ή­σει ὁ ἁμαρ­τω­λὸς κι ἀπο­φα­σί­σει νὰ ἐπι­στρέ­ψει στὸ Θεό, Ἐκεῖ­νος ἔχει ξεκι­νή­σει ἤδη νὰ τὸν συναν­τή­σει, νὰ τὸν ὑπο­δε­χτεῖ, νὰ τὸν ἀγκα­λιά­σει καὶ νὰ τὸν φιλή­σει.

Ἡ χαρὰ τῆς μάνας ὅταν βλέ­πει τὴν προ­κο­πὴ τοῦ παι­διοῦ της, εἶναι μεγά­λη. Ἡ χαρὰ τοῦ τσο­πά­νου ὅταν βρί­σκει τὸ χαμέ­νο πρό­βα­το, εἶναι μεγά­λη. Ἡ χαρὰ τῆς γυναί­κας ποὺ βρί­σκει τὸ χαμέ­νο νόμι­σμά της, εἶναι μεγά­λη. Καμιὰ ἀπὸ τίς χαρὲς αὐτὲς ὅμως δὲν μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὴ χαρὰ τοῦ Θεοῦ ὅταν βλέ­πει τὸν ἁμαρ­τω­λὸ νὰ μετα­νο­εῖ καὶ νὰ ἐπι­στρέ­φει κον­τά Του.

Μέ το ποὺ θὰ κάνει τὴν πρώ­τη κίνη­ση ἡ καρ­διὰ μᾶς πρὸς τὴ μετά­νοια, ἀκό­μα κι ἂν εἴμα­στε μακριά, ὁ Θεὸς τὸ γνω­ρί­ζει. Θὰ μᾶς δεὶ πιὸ γρή­γο­ρα κι ἀπὸ τὴν ταχύ­τη­τα τοῦ φωτὸς καὶ θὰ τρέ­ξει νὰ μᾶς συναν­τή­σει. Νὰ συναν­τή­σει τὸ νέο ἄνθρω­πο ποὺ ἀνα­γεν­νή­θη­κε μέσα μας μὲ τὴ μετά­νοια. «Κύριε», κρά­ζει ὁ προ­φη­τά­να­κτας στὸν πάν­σο­φο Θεό, «σὺ συνή­κας τοὺς δια­λο­γι­σμοὺς μοῦ ἀπὸ μακρό­θεν» (Ψαλμ. ρλή’2).

Ὁ οὐρά­νιος Πατέ­ρας μας θὰ τρέ­ξει νὰ μᾶς ὑπο­δε­χτεῖ, θ’ ἀνοί­ξει διά­πλα­τα τὴν ἀγκα­λιά Του καὶ θὰ μᾶς σφί­ξει, γιὰ νὰ μὴν ξανα­γυ­ρί­σου­με στὴ δαι­μο­νι­κὴ ἄβυσ­σο, στοὺς ἀγροὺς τῶν χοί­ρων, στὴ γῆ τῆς πεί­νας. «Ἐγγί­σα­τε τῷ Θεῷ καὶ ἐγγιεὶ ὑμῖν» (Ἰακ. δ’8).

Πόσο εὐλο­γη­μέ­νη εἶναι ἡ σπου­δή Του γιὰ βοή­θεια! Πόσο εὐλο­γη­μέ­να εἶναι τὰ χέρια Του! Ἄν δὲν ἔχου­με ἀφα­νί­σει ἔστω καὶ τὴν τελευ­ταία σπί­θα τῆς συνεί­δη­σης καὶ τῆς ἐπί­γνω­σης ποὺ ἔχου­με μέσα μας, πρέ­πει νὰ ντρε­πό­μα­στε γιὰ τὴν τόσο μεγά­λη, τὴν ἀπρο­σμέ­τρη­τη ἀγά­πη τοῦ Θεοῦ. Πρέ­πει νὰ μετα­νο­ή­σου­με ἀμέ­σως, χωρὶς καθυ­στέ­ρη­ση, νὰ τρέ­ξου­με μὲ τὰ μάτια χαμη­λω­μέ­να καὶ τίς καρ­διές μας ὑψω­μέ­νες στὴν ἀγκα­λιὰ τοῦ Πατέ­ρα ποὺ εἴχα­με ἀπορ­ρί­ψει.

Ὅταν ὁ μετα­νιω­μέ­νος γιὸς ἔφτα­σε στὸν πατέ­ρα του, τοῦ εἶπε ἐκεῖ­να ποὺ εἶχε σχε­διά­σει νὰ τοῦ πεί: Πάτερ, ἥμαρ­τον εἰς τὸν οὐρα­νὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου. Οὐκέ­τι εἰμὶ ἄξιος κλη­θῆ­ναι υἱός σου. Δὲν τοῦ εἶπε ὅλα ὅσα εἶχε σκε­φτεῖ. Ἡ συνέ­χεια ἦταν: ποί­η­σόν μὲ ὼς ἕνα τῶν μισθί­ων σου. Μὰ ὁ πατέ­ρας του δὲν τὸν ἀφή­νει νὰ τελειώ­σει. Δὲν ἀφή­νει τὸν μετα­νιω­μέ­νο νὰ ταπει­νω­θεῖ καὶ νὰ ζητή­σει νὰ γίνει μισθω­τὸς ὑπη­ρέ­της. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν δια­κό­πτει, τὸν ἀγκα­λιά­ζει κι ἀρχί­ζει νὰ τὸν φιλά­ει. Ὁ εὔσπλα­χνος πατέ­ρας ἀγκα­λιά­ζει τὸν ρακέν­δυ­το, λασπω­μέ­νο, ἰσχνὸ καὶ ἀπε­ρι­ποί­η­το γιο του καὶ φωνά­ζει στοὺς ὑπη­ρέ­τες Τοῦ: «Ἔξε­νέγ­κα­τε τὴν στο­λὴν τὴν πρώ­της καὶ ἐνδύ­σα­σθε αὐτόν, καὶ δότε δακτύ­λιον εἰς τὴν χεῖ­ρα αὐτοῦ καὶ ὑπο­δή­μα­τα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγ­καν­τες τὸν μόσχον τὸν σιτευ­τὸν θύσα­τε, καὶ φαγόν­τες εὐφραν­θῶ­μεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἢν καὶ ἀνέ­ζη­σε, ἀπο­λω­λὼς ἢν καὶ εὑρέ­θῃ» (Λουκ. ἰε’22–23). Βγάλ­τε τὴν καλύ­τε­ρη στο­λὴ καὶ ντῦ­στε τον, βάλ­τε του δαχτυ­λί­δι στὸ χέρι καὶ παπού­τσια στὰ πόδια, γιὰ νὰ μὴν περ­πα­τᾷ ξυπό­λυ­τος. Φέρ­τε καὶ τὸ θρε­φτὸ μοσχά­ρι, σφάξ­τε το κι ἐλᾶ­τε νὰ τὸ πανη­γυ­ρί­σου­με, νὰ εὐφραν­θοῦ­με. Για­τί ὁ γιός μου αὐτὸς ἦταν νεκρὸς καὶ ἀνα­στή­θη­κε, ἦταν χαμέ­νος καὶ βρέ­θη­κε.

Ἡ καλύ­τε­ρη στο­λὴ συμ­βο­λί­ζει ὅλον τὸν πλοῦ­το καὶ τὸ κάλ­λος τῶν πνευ­μα­τι­κῶν δωρε­ῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἢ στο­λὴ τῆς ἁγιό­τη­τας καὶ τῆς ἁγνό­τη­τας ποὺ φοροῦ­σε ὁ Ἀδὰμ προ­τοῦ ἁμαρ­τή­σει, πέσει κι ὁδη­γη­θεῖ μακριὰ ἀπό το Θεό, εἰς χώραν μακράν. Ἡ στο­λὴ αὐτὴ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χρι­στός, γι’ αὐτὸ καὶ ὀνο­μά­ζε­ται «πρώ­τη», ἡ καλ­λί­τε­ρη. Δὲν ὑπάρ­χει καλ­λί­τε­ρη στο­λὴ ἀπ’ αὐτὴν στὸν οὐρα­νό. Λέει ὁ ἀπό­στο­λος: «Ὅσοι εἰς Χρι­στὸν ἐβα­πτί­σθη­τε, Χρι­στὸν ἐνε­δύ­σα­σθε» (Γαλ. γ’27). Ἡ ψυχὴ ποὺ εἶχε ἀπο­γυ­μνω­θεῖ ἀπὸ κάθε καλό, τώρα ξαναν­τί­νε­ται ἀπὸ τὴν ἀρχή. Τὴν παλιὰ καὶ κου­ρε­λια­σμέ­νη στο­λὴ τὴν πετοῦν καὶ τὸν ντύ­νουν μὲ τὴν και­νούρ­για, τὴν «πρώ­τη». Ἡ νέα αὐτὴ στο­λή, ἡ «πρώ­τη», συμ­βο­λί­ζει τὸ νέο ἄνθρω­πο, τὸν ἀνα-γεν­νη­μέ­νο, ποὺ ἔχει συγ­χω­ρη­θεῖ κι ἔχει γίνει δεκτὸς ἀπό το Θεό. Χωρὶς τὴ στο­λὴ αὐτὴ κανέ­νας δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζήσει στὴ βασι­λεία τοῦ Θεου, ὅπως βλέ­που­με καθα­ρὰ ἀπὸ τὴν παρα­βο­λὴ τῶν γάμων τοῦ Υἱοῦ τοῦ βασι­λιᾶ (πρβλ. Ματθ. κβ’2–14). Σύμ­φω­να μὲ τὸν ἀπό­στο­λο, ἡ στο­λὴ συνί­στα­ται ἀπὸ «σπλάγ­χνα οἰκτιρ­μοῦ, χρη­στό­τη­τα, ταπει­νο­φρο­σύ­νη, πρα­ό­τη­τα, μακρο­θυ­μία… ἐπὶ πᾶσι δὲ τού­τοις (ἀπὸ) τὴν ἀγά­πην, ἥτις ἐστὶ σύν­δε­σμος τῆς τελειό­τη­τος» (Κολ. γ12–14).

Τὸ δαχτυ­λί­δι στὸ χέρι συμ­βο­λί­ζει τὸν ἀρρα­βῶ­να τῆς ψυχῆς μὲ τὸ Χρι­στό. Ὁ μετα­νιω­μέ­νος ἀπαρ­νιέ­ται ὅλες τίς ἁμαρ­τω­λὲς σχέ­σεις του μὲ τὸν κόσμο, ἡ ψυχή του προ­σκολ­λᾷ­ται στὸ Χρι­στὸ καὶ παρα­μέ­νει ἑνω­μέ­νη μαζί Του, σὲ μιὰ ἕνω­ση ἀδιά­λυ­τη. Ὁ ἀρρα­βῶ­νας αὐτὸς γίνε­ται μὲ τὴ δύνα­μη καί τη χάρη τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος, ποὺ σφρα­γί­ζει ὅλες τίς οὐρά­νιες δωρε­ές.

Δότε… ὑπο­δή­μα­τα εἵς τοὺς πόδας, λέει ὁ πατέ­ρας στοὺς ὑπη­ρέ­τες. Τὰ ὑπο­δή­μα­τα συμ­βο­λί­ζουν τὴ δύνα­μη τῆς θέλη­σης, ποὺ βοη­θεῖ τὸν ἄνθρω­πο νὰ βαδί­σει στα­θε­ρὰ στὰ μονο­πά­τια τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ παρεκ­κλί­νει δεξιὰ ἢ ἀρι­στε­ρά, χωρὶς πισω­γυ­ρί­σμα­τα.

Ὁ μόσχος ὁ σιτευ­τὸς ποὺ θυσιά­στη­κε εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χρι­στός, ποὺ παρα­δό­θη­κε ἑκού­σια στὸ θάνα­το γιὰ τὴν κάθαρ­ση τῶν ἁμαρ­τω­λῶν ἀπὸ τίς ἁμαρ­τί­ες τους.

Οἱ ὑπη­ρέ­τες ἐδῶ συμ­βο­λί­ζουν εἴτε τοὺς ἀγγέ­λους εἴτε τοὺς ἱερεῖς. Ἄν ὁ οἶκος τοῦ πατέ­ρα εἶναι ὁ ἴδιος ὁ οὐρα­νός, τότε οἱ ὑπη­ρέ­τες πρέ­πει νὰ εἶναι οἱ ἄγγε­λοι. Ἄν τὸν οἶκο τοῦ πατέ­ρα τὸν ἐκλά­βου­με ὡς τὴν ἐπί­γεια ‘Ἐκκλη­σία, κάτι ποὺ εἶναι ἐπί­σης σωστό, τότε οἱ ὑπη­ρέ­τες πρέ­πει νὰ εἶναι οἱ ἱερεῖς, ποὺ καλοῦν­ται νὰ λει­τουρ­γή­σουν τὸ μυστή­ριο τῆς θυσί­ας τοῦ Χρι­στοῦ κι ἔτσι νὰ προ­ε­τοι­μά­σουν τοὺς ἀνθρώ­πους γιὰ τὴν αἰώ­νια ζωή. Ἐδῶ μᾶλ­λον ἐννο­εῖ τὴν Ἐκκλη­σία. Κι αὐτὸ προ­κύ­πτει ἀπὸ τὸ γεγο­νὸς ὅτι ὁ “Ἀσω­τος Υἱὸς δὲν ἦταν ἀκό­μα σωμα­τι­κὰ νεκρὸς κι ὡσό­του ὁ ἄνθρω­πος ἀνα­χω­ρή­σει ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀνή­κει στὴ βασι­λεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ στὴ γῆ λει­τουρ­γεῖ μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς Ἐκκλη­σί­ας. Τὸ ὅτι τοὺς ὑπη­ρέ­τες ὅμως πρέ­πει νὰ τοὺς βλέ­που­με καὶ σὰν ἀγγέ­λους, φαί­νε­ται καθα­ρὰ ἀπὸ τὸ γεγο­νὸς ὅτι οἱ ἄγγε­λοι παρί­σταν­ται στὴν ἐκκλη­σία κατὰ τὴν τέλε­ση τῶν θεί­ων μυστη­ρί­ων, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸ ἄλλο γεγο­νός, ὅτι ὁ Θεὸς χρη­σι­μο­ποιεῖ τοὺς ἀγγέ­λους-φύλα­κες τῶν ἀνθρώ­πων, γιὰ νὰ τοὺς ὁδη­γεῖ στὸ δρό­μο τῆς σωτη­ρί­ας.

Ὅτι οὗτος ὁ Υἱός μου νεκρὸς ἢν καὶ ἀνέ­ζη­σε, καὶ ἀπο­λω­λὼς ἢν καὶ εὑρέ­θῃ. Σωμα­τι­κὰ ὁ γιός του ἦταν ζων­τα­νὸς ἀκό­μα, μὰ ἡ ψυχή του ἦταν νεκρή. Ἡ σπί­θα τῆς θεϊ­κῆς δωρε­ᾶς παρέ­με­νε ἀκό­μα ζων­τα­νὴ μέσα του. Αὐτὴ ἀνά­στη­σε τὴν ψυχή του. Χαμέ­νος ἦταν ἀπὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ζήτη­σε ἀπὸ τὸν πατέ­ρα τὸ μερί­διο τῆς περιου­σί­ας του. Ἐλθὼν δὲ εἰς ἑαυ­τόν. Αὐτὸ σημαί­νει πῶς ἦρθε στὸν ἑαυ­τό του, ἀπό­κτη­σε ἐπί­γνω­ση στὸ φῶς τῆς θεϊ­κῆς σπί­θας, ποῦ ὼς τότε εἶχε χάσει. Ὁ Θεὸς τὸν γνώ­ρι­ζε, τὸν παρα­κο­λου­θοῦ­σε ὼς τὴν ὕστα­τη στιγ­μή, τὴ στιγ­μὴ τῆς μετά­νοιας.

Καὶ ἤρξαν­το εὐφραί­νε­σθαι. Κι ἄρχι­σαν ὅλοι νὰ χαί­ρον­ται, νὰ πανη­γυ­ρί­ζουν καὶ νὰ εὐφραί­νον­ται.

Ἐκεί­νη τὴν ὥρα ὅμως ἔφτα­σε στὸ σπί­τι ὁ μεγά­λος ἀδερ­φός, ὁ «πρε­σβύ­τε­ρος» καὶ ρώτη­σε νὰ μάθει τί εἶχε γίνει. Κι ὅταν ἔμα­θε, ὀργί­στη­κε καὶ εἶπε στὸν πατέ­ρα τοῦ: «Ἰδού, τοσαῦ­τα ἔτη δου­λεύω σοὶ καὶ οὐδέ­πο­τε ἐντο­λήν σου παρῆλ­θον, καὶ ἐμοὶ οὐδέ­πο­τε ἔδω­κας ἔρι­φον ἶνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφραν­θῶ ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ κατα­φα­γών σου τὸν βίον μετὰ πορ­νῶν, ἦλθεν, ἔθυ­σας αὐτὸ τὸν μόσχον τὸν σιτευ­τόν» (Λουκ. ἰε’29). Ὁρί­στε, τόσα χρό­νια σὲ ὑπη­ρε­τῶ καὶ ποτὲ δὲν κατα­πά­τη­σα κάποια ἐντο­λή σου. Κι ὅμως, ποτὲ δὲν μοῦ ἔδω­σες ἕνα κατσί­κι γιὰ νὰ γλεν­τή­σω μὲ τοὺς φίλους μου. Καὶ τώρα ποὺ ἦρθε ὁ γιός σου αὐτός, ποὺ κατα­σπα­τά­λη­σε τὴν περου­σία σου μὲ πόρ­νες, ἔσφα­ξες γιὰ χάρη του τὸ θρε­φτὸ μοσχά­ρι.

Ἔτσι μίλη­σε στὸν πατέ­ρα του καὶ δίκαιος γιός. Μ’ αὐτὸν τὸν τρό­πο, ὀργι­σμέ­νοι, μιλοῦν κάποιοι δίκαιοι ἄνθρω­ποι τῆς Ἐκκλη­σί­ας ὅταν Ἐκεί­νη ὑπο­δέ­χε­ται μὲ ἱλα­ρό­τη­τα καὶ ἐπιεί­κεια τοὺς μετα­νιω­μέ­νους ἁμαρ­τω­λοὺς καὶ τοὺς ὁδη­γεῖ στὸ μυστή­ριο τῆς θεί­ας κοι­νω­νί­ας. Ἔτσι μίλη­σαν πολ­λοὶ δίκαιοι ἄνθρω­ποι τῆς Παλαιᾶς Δια­θή­κης ὅταν εἶδαν το Θεὸ νὰ προ­σφέ­ρει το μονο­γε­νῆ Τοῦ Ὑιο θυσία γιὰ τίς νεό­τε­ρες καὶ πιὸ ἁμαρ­τω­λὲς γενιὲς τῶν ἀνθρώ­πων. «Δὲ μᾶς ἔδω­σε ποτὲ οὔτε ἕνα κατσί­κι!» Ἄν συγ­κρί­νου­με τὴν κατα­πλη­κτι­κὴ θυσία ποὺ ἔκα­νες γι’ αὐτοὺς τοὺς ἁμαρ­τω­λοὺς καὶ ἄσω­τους ἀπο­γό­νους μας, γιὰ μᾶς δὲν ἔκα­νες οὔτε τὴν παρα­μι­κρὴ θυσία, τὴν πιὸ ἀσή­μαν­τη». Μετά, ἐπει­δὴ τὰ ἐρί­φια γενι­κὰ συμ­βο­λί­ζουν τὴν ἁμαρ­τία, οἱ ἴδιοι αὐτοὶ δίκαιοι ἄνθρω­ποι θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ποῦ­νε. «Μᾶς ἀπα­γό­ρε­ψες νὰ κάνου­με ἔστω καὶ τὴ μικρό­τε­ρη ἁμαρ­τία — μικρὴ κι ἀσή­μαν­τη ὅσο ἕνα κατσί­κι — καὶ τώρα ἀντα­μεί­βεις τίς ἁμαρ­τω­λὲς αὐτὲς γενιὲς μὲ τὸ μεγα­λύ­τε­ρο θησαυ­ρό Σου — μὲ τὴ θυσία τοῦ Υἱοῦ Σου!»

Ἄν προ­χω­ρή­σου­με ἀκό­μα, θὰ δοῦ­με πῶς ἡ φαι­νο­με­νι­κὰ ἁπλῆ αὐτὴ παρα­βο­λὴ εἰσχω­ρεῖ στὴν καρ­διὰ ὁλό­κλη­ρης τῆς Ἱστο­ρί­ας τοῦ ἀνθρώ­πι­νου γένους, ἀπὸ τὴν πτώ­ση τοῦ Ἀδὰμ ὡς τὸν πλέ­ον δίκαιο, τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Γιὰ τὴν ἀνθρω­πό­τη­τα, γιὰ τὸν Ἀδὰμ καὶ τοὺς ἀπο­γό­νους του, ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὅπως ὁ πρε­σβύ­τε­ρος Υἱὸς τοῦ οὐρά­νιου Πατέ­ρα — μόνο ποὺ εἶναι ὁ Μονο­γε­νὴς Υἱὸς καὶ ὄχι υἱὸς «ἔξ υἱο­θε­σί­ας». Ἄν ὁ Κύριος Ἰησοῦς μιλοῦ­σε σὰν ἕνας συνη­θι­σμέ­νος θνη­τὸς ἄνθρω­πος, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶχε πεῖ στὸν Πατέ­ρα Του: «Ὁ Ἀδὰμ ἁμάρ­τη­σε κι ἀπο­μα­κρύν­θη­κε ἀπὸ κον­τά Σου. Κι αὐτὸς κι οἱ ἀπό­γο­νοί του βλα­σφή­μη­σαν τ’ ὄνο­μά Σου. Καὶ Σὺ τώρα ἑτοι­μά­ζεις γι’ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ἀπο­γό­νους του τέτοια δόξα καὶ εὐφρο­σύ­νη, ποὺ οὔτε ἐγὼ οὔτε κι ὁ οὐρα­νὸς ὁλό­κλη­ρος θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ».

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς βέβαια ποτὲ δὲ θὰ ὀργι­ζό­ταν μὲ τὸν οὐρά­νιο Πατέ­ρα Του. Ποτὲ δὲ θὰ μιλοῦ­σε στὸν Πατέ­ρα Τοῦ μ’ αὐτὸν τὸν τρό­πο, ἐκτὸς ἂν ἔβα­ζε θελη­μα­τι­κὰ τὸν ἑαυ­τό του στὶς καρ­διές μας καὶ τά ‘λεγε αὐτὰ γιὰ νὰ μᾶς ἐπι­τι­μή­σει καὶ νὰ μᾶς διδά­ξει, ὥστε νὰ μὴ γίνου­με ὑπε­ρή­φα­νοι καὶ ἀλα­ζό­νες γιὰ τὴ δικαιο­σύ­νη μας καὶ μὲ τὴν ἔπαρ­σή μας περι­φρο­νή­σου­με τοὺς μετα­νιω­μέ­νους ἁμαρ­τω­λούς. Εἶναι σὰ νά ‘θελε νὰ μᾶς πεί: «Ὅταν Ἐγώ, ὁ τέλειος καὶ αἰώ­νια δίκαιος, ποὺ εἶμαι αἰώ­νια ἀδιαί­ρε­τος μὲ τὸν Πατέ­ρα Μου, δὲ δια­μαρ­τύ­ρο­μαι ἐπει­δὴ ξανα­δέ­χε­ται τὸν μετα­νιω­μέ­νο Ἀδὰμ στὴ βασι­λεία τῶν Οὐρα­νῶν, πῶς μπο­ρεῖ­τε ἐσεῖς, ποὺ εἶστε μόλις ἀπὸ χτὲς δίκαιοι, ἀλλὰ ἁμαρ­τω­λοὶ ἀπὸ τὴν πρώ­τη ἁμαρ­τία τοῦ Ἀδάμ, νὰ δια­μαρ­τύ­ρε­στε γιὰ τὴν ἀγά­πη ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς μετα­νιω­μέ­νους ἁμαρ­τω­λούς;»

Τέκνον, τοῦ εἶπε ὁ πατέ­ρας, σὺ πάν­το­τε μετ’ ἐμοῦ εἴ, καὶ πάν­τα τὰ ἐμά, σὰ ἐστιν εὐφραν­θῆ­ναι δὲ καὶ χαρῆ­ναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελ­φός σου οὗτος νεκρὸς ἢν καὶ ἀνέ­ζη­σε, καὶ ἀπο­λω­λὼς ἢν καὶ εὑρέ­θῃ (Λουκ. ἰε’31–32). Παι­δί μου, ἐσὺ ἤσουν πάν­τα μαζί μου, ὅλα τὰ ὑπάρ­χον­τά μου εἶναι καὶ δικά σου. Ἔπρε­πε καὶ σὺ νὰ χαρεῖς καὶ νὰ γιορ­τά­σεις ὅμως, για­τί ὁ ἀδερ­φός σου ἦταν νεκρὸς κι ἀνα­στή­θη­κε ἦταν χαμέ­νος καὶ βρέ­θη­κε.

Μ’ αὐτὸν τὸν τρό­πο εἰρη­νεύ­ει τὸ δίκαιο ἄνθρω­πο καὶ Θεός. Τοῦ θυμί­ζει τὰ ἀμέ­τρη­τα ἀγα­θὰ ποὺ ὁ ἴδιος δια­χει­ρί­ζε­ται καὶ χρη­σι­μο­ποιεῖ μαζὶ μὲ τὸν Πατέ­ρα Του. Ὅλα τὰ ὑπάρ­χον­τα μοῦ εἶναι καὶ δικά σου. Μὲ τὸν ἐρχο­μὸ τοῦ μετα­νιω­μέ­νου ἀδερ­φοῦ σου τὸ μερί­διό σου δὲ λιγο­στεύ­ει, ἀλλὰ ἡ χαρὰ πρέ­πει νὰ εἶναι μεγα­λύ­τε­ρη, για­τί ὁ ἀδελ­φός σου αὐτὸς ἦταν νεκρὸς καὶ ξανα­γύ­ρι­σε στὴ ζωή, ἦταν χαμέ­νος καὶ βρέ­θη­κε.

Ἔτσι τελειώ­νει ἡ παρα­βο­λὴ αὐτή, ποὺ ἀπὸ μόνη της εἶναι ὁλό­κλη­ρο εὐαγ­γέ­λιο μυστη­ρί­ου καὶ διδα­χῆς. Μὲ ὅση περισ­σό­τε­ρη προ­σευ­χὴ εἰσχω­ρή­σει κανεὶς στὸ βάθος τῆς παρα­βο­λῆς αὐτῆς, τόσο περισ­σό­τε­ρο θ ἀπο­κα­λύ­ψει καὶ τὰ δύο, τόσο τὸ μυστή­ριο ὅσο καὶ τὴ διδα­χή.

Δόξα νά ‘χει ὁ Κύριος Ἰησοῦς ποὺ μᾶς παρέ­δω­σε τὴν παρα­βο­λὴ αὐτή, τὸ θησαυ­ρὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι γεμᾶ­τος πλοῦ­το πνευ­μα­τι­κό, ἀπ’ ὅπου καὶ μιὰ γενιὰ μετὰ τὴν ἄλλη συσ­σω­ρεύ­ει γνώ­ση θεϊ­κή. Ἀπ’ αὐτὴν μαθαί­νει ὁ ἄνθρω­πος τὴν ἀγά­πη ἀπὸ τὴ μακρο­θυ­μία, τὴ συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα ἀπὸ τὴν ἀγά­πη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ ἀνθρώ­πι­νο γένος, τὴν εὐφρο­σύ­νη ἀπὸ τὴν ἀγά­πη ποὺ δεί­χνει ὁ Θεὸς ὅταν ὑπο­δέ­χε­ται τὸν μετα­νιω­μέ­νο ἁμαρ­τω­λό. Δόξα στὸν Ἀναρ­χο Πατέ­ρα Του, δόξα καὶ στὸ ζωο­ποιὸ Πνεῦ­μα, τὴν ὁμο­ού­σια καὶ ἀδιαί­ρε­τη Τριά­δα, τώρα καὶ πάν­τα καὶ στοὺς αἰῶ­νες τῶν αἰώ­νων. Ἀμήν.

Αυγου­στί­νος Καν­τιώ­της (Από το βιβλίο “ΚΥΡΙΑΚΗ”)

Ἡ φωτο­γρα­φία μας

«Πάτερ, ἥμαρ­τον εἰς τὸν οὐρα­νὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου» (Λουκ. 15, 21)

ΥΠΗΡΧΕ, ἀγα­πη­τοί μου, ἕνας πατέ­ρας καλὸς πατέ­ρας. Τέτοιος πατέ­ρας δὲν ὑπῆρ­χε ἄλλος. Ἦταν γεμᾶ­τος στορ­γὴ στὰ δυό του παι­διά. Φρόν­τι­ζε νὰ μὴν τοὺς λεί­πῃ τίπο­τε. Ζοῦ­σαν εὐτυ­χι­σμέ­να. Τὰ ἔβλε­πε ὁ κόσμος καὶ τὰ ζήλευε. Τί εὐτυ­χι­σμέ­να παι­διά! Ζοῦ­σαν σὰν πριγ­κι­πό­που­λα.

Ἀλλὰ μιὰ μέρα ἕνας ξένος, ποὺ φθο­νοῦ­σε τὴν εὐτυ­χία τῶν παι­διῶν, πλη­σί­α­σε τὸ νεώ­τε­ρο παι­δί. Ὦ τὸν κακό, ὦ τὸν κατα­ρα­μέ­νο ἄνθρω­πο! Σὰν νὰ τὸν ἀκούω νὰ λέη στὸ νεώ­τε­ρο παι­δὶ τοῦ καλοῦ πατέ­ρα

-Νέε μου, νομί­ζεις ὅτι στὸ πατρι­κό σου σπί­τι ὑπάρ­χει εὐτυ­χία; Ἀπα­τᾶ­σαι. Ἐγώ, ποὺ ἔχω γυρί­σει τὸν κόσμο ὅλο, ξέρω μιὰ πολι­τεία, πού ἐκεῖ οἱ ἄνθρω­ποι ζοῦν μιὰ ζωὴ τόσο εὐτυ­χι­σμέ­νη, ποὺ οὔτε στὸ ὄνει­ρό σου ἔχεις δεῖ. Ἐδῶ ζῆς πολὺ περιο­ρι­σμέ­να. Ἐκεῖ θὰ ζῆς ἐλεύ­θε­ρα. Δὲν θὰ ἔχῃς κανέ­να πάνω ἀπ’ τὸ κεφά­λι σου. Ὅ,τι θέλεις θὰ κάνῃς κι ὅ,τι ἐπι­θυ­μεῖς θὰ τὸ ἔχῃς. Ἄκου­σέ με, ἄφη­σε τὸ πατρι­κό σου σπί­τι, κ’ ἔλα νὰ πᾶμε στὰ ξένα…

Μ’ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ πονη­ρὸς ξεγέ­λα­σε τὸ νεώ­τε­ρο γυιό. Τίπο­τε πιὰ δὲν τὸν εὐχα­ρι­στεῖ. Ὅλα του φαί­νον­ται μαῦ­ρα καὶ σκο­τει­νά. Ὁ καλὸς πατέ­ρας του φαί­νε­ται σὰν ἐχθρός. Καὶ τὸ πατρι­κό του σπί­τι σὰν φυλα­κή. Νὰ φύγῃ, νὰ φύγῃ ὅσο πιὸ σύν­το­μα! Αὐτὸς εἶνε ὁ ζωη­ρός του πόθος.

-Πατέ­ρα, λέει, θὰ φύγω θὰ πάω στὰ ξένα. Ἡ ἀπό­φα­σή μου εἶνε ὁρι­στι­κὴ καὶ ἀμε­τά­κλη­τη. Μὴ μὲ κρα­τᾷς. Μοί­ρα­σε τὴν περιου­σία σου καὶ δός μου τὸ δικό μου μερί­διο.

Λυπή­θη­κε ὁ πατέ­ρας, ἀνα­στέ­να­ξε, δάκρυ­σε. Ἀλλὰ τοῦ κάκου. Τὸ παι­δὶ δὲν ἤθε­λε ν’ ἀκού­σῃ τίπο­τε. Ὁ καλὸς πατέ­ρας δὲν ἤθε­λε νὰ μετα­χει­ρι­σθῇ βία καὶ νὰ τὸν κρα­τή­σῃ κον­τά του. Τοῦ ἔδω­σε τὸ μερί­διό του, καὶ τὸν ἄφη­σε ἐλεύ­θε­ρο. Καὶ ὁ γυιός, φορ­τω­μέ­νος λεφτά, ἀνε­βαί­νει στὸ ἄλο­γο, τὸ κεν­τᾶ καὶ τρέ­χει. Τρέ­χει γιὰ νὰ πάη στὸν παρά­δει­σο…

Νὰ κ’ ἔφθα­σε στὸν παρά­δει­σο. Παρά­δει­σος; Κόλα­σι ἦταν ἡ μακρι­νὴ πολι­τεία ὅπου πῆγε. Ἄπει­ρος καθὼς ἦταν, ἔμπλε­ξε μὲ κακὲς παρέ­ες κ’ ἔπε­σε μὲ τὰ μοῦ­τρα στὴ δια­φθο­ρά. Τὰ λεφτὰ πού εἶχε πολὺ τὸν βοη­θοῦ­σαν. Φαγο­πό­τια, κρα­σί, γυναῖ­κες, ξενύ­χτια. “Ἔτσι περ­νοῦ­σε τὴ ζωή του. ‘Ἀλλὰ δὲν πέρα­σε πολὺς και­ρὸς καὶ τὰ λεφτὰ σώθη­καν. Οἱ φίλοι καὶ οἱ διε­φθαρ­μέ­νες γυναῖ­κες, ποὺ σὰν βδέλ­λες ρου­φοῦ­σαν τὸ αἷμα του, ὅταν εἶδαν πὼς δὲν ἔχει πιὰ λεφτά, τὸν ἄφη­σαν. Τί νὰ τὸν κάνουν; Δὲν ἀγα­ποῦ­σαν αὐτὸν ἀλλὰ τὰ λεφτά του. Τὰ ἔφα­γαν, καὶ τώρα φεύ­γουν τὰ κορά­κια, γιὰ νὰ πᾶνε νὰ βροὺν ἄλλον ἠλί­θιο, νὰ τὸν μαδή­σουν κι αὐτόν. ὁ Ὁ νέος ἔμει­νε χωρὶς λεφτά. Ἡ πεῖ­να τὸν θέρι­ζε. Κανέ­νας δὲν τοῦ ἔδι­νε τίπο­τε. Ἀναγ­κά­στη­κε νὰ πάη νὰ γίνῃ χοι­ρο­βο­σκός. Χοι­ρο­βο­σκός; Ποιός; Αὐτὸς ποὺ ζοῦ­σε σὰν πρίγ­κι­πας μέσα στὸ πατρι­κό του σπί­τι, αὐτὸς ποὺ εἶχε τόσους ὑπη­ρέ­τες, τώρα κατήν­τη­σε ἕνας ἐλε­ει­νὸς ὑπη­ρέ­της. Αὐτός, ποὺ ἦταν ντυ­μέ­νος μὲ τὰ καθα­ρὰ ροῦ­χα, τώρα φορά­ει βρώ­μι­κα κου­ρέ­λια. Αὐτός, ποὺ εἶχε τὰ καλύ­τε­ρα φαγη­τά, τώρα περι­μέ­νει ν’ ἁρπά­ξῃ κανέ­να χαρού­πι ἀπό ‘κεῖ­να ποὺ ρίχνουν στὰ γου­ρού­νια. Αὐτός, ποὺ εἶχε ἕναν πατέ­ρα μάλα­μα, τώρα ἔχει στὸ κεφά­λι του ἕνα σκλη­ρὸ ἀφέν­τη, ποὺ τὸν ἐκμε­ταλ­λεύ­ε­ται ἄγρια.

Ἄχ, δυστυ­χι­σμέ­νο παι­δί! Για­τί νὰ φύγῃς ἀπὸ τὸ πατρι­κό σου σπί­τι; Για­τί ν’ ἀκού­σης τὴ συμ­βου­λὴ τοῦ πονη­ροῦ ἀνθρώ­που…

Ἀλλά, δόξα τῷ Θεῷ! Ἡ συνεί­δη­σί του, ποὺ κοι­μό­ταν μέχρι τώρα, ξυπνᾷ. Ὁ νέος βλέ­πει καθα­ρὰ τὸ κατάν­τη­μά του. Ὄχι σὲ παρά­δει­σο, ἀλλά σὲ κόλα­σι τὸν ὡδή­γη­σε ἡ ἀμυα­λω­σύ­νη του. Αἰσθά­νε­ται πόσο λύπη­σε τὸν καλό του πατέ­ρα καὶ πόσο κακὸ ἔκα­νε στὸν ἑαυ­τό του. Ἡ καρ­διά του συγ­κι­νεῖ­ται. Δάκρυα ἔρχον­ται στὰ μάτια του. Θυμᾶ­ται τὸ πατρι­κό του σπί­τι. Ὅλα τώρα τὰ ἔχα­σε. Ἕνα μόνο του ἔμει­νε ἡ ἐλπί­δα. Ἡ ἐλπί­δα, ὅτι ὁ καλός του πατέ­ρας, καὶ σ’ αὐτὴ τὴν ἐλε­ει­νὴ κατά­στα­ση ποὺ κατήν­τη­σε, δὲν ἔπαυ­σε νὰ τὸν ἀγα­πᾷ. Σ’ αὐτὴ τὴν ἐλπί­δα στη­ρί­ζε­ται καὶ παίρ­νει τὴν ἀπό­φα­σι. Θὰ ἐπι­στρέ­ψω, λέει, στὸν πατέ­ρα μου. Θὰ πέσω στὰ πόδια του καὶ θὰ τοῦ πῶ «Πατέ­ρα, ἁμάρ­τη­σα στὸν οὐρα­νὸ καὶ ἐνώ­πιόν σου. Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λέγω­μαι παι­δί σου. Κάνε με ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑπη­ρέ­τες σου. Πατέ­ρα, συγ­χώ­ρε­σέ με…».…

Ξεκι­νᾷ…

Κι ὁ πατέ­ρας; Ὦ ὁ πατέ­ρας! Περι­μέ­νει τὸ παι­δί του νὰ ἐπι­στρέ­ψῃ. Καὶ μόλις βλέ­πει ἀπὸ μακριὰ νὰ ἔρχε­ται, τρέ­χει, τὸν ἀγκα­λιά­ζει, τὸν φιλεῖ.

-Παι­δί μου!… ‑Πατέ­ρα μου!

Ὅλοι χαί­ρον­ται γιά το γυρι­σμὸ τοῦ παι­διοῦ. Μόνο ἕνας λυπᾶ­ται. Κι αὐτὸς εἶνε ὁ μεγα­λύ­τε­ρος ἀδελ­φός. Αὐτὸς θὰ προ­τι­μοῦ­σε, ὁ ἀδελ­φός του νὰ πεθά­νῃ σὰν ἀλή­της στὰ ξένα, παρὰ νὰ γυρί­σῃ στὸ πατρι­κό του σπί­τι. Τί κακία, τί φθό­νος!

Αὐτή, ἀγα­πη­τοί, μὲ κάποια ἀνά­πτυ­ξι, εἶνε ἡ παρα­βο­λὴ τοῦ ἀσώ­του, ποὺ δια­βά­ζε­ται τὴ δευ­τέ­ρα Κυρια­κὴ τοῦ Τριω­δί­ου σὲ ὅλες τίς ἐκκλη­σί­ες.

Ἡ παρα­βο­λὴ αὐτὴ εἶνε ἕνας καθρέ­φτης. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν παρα­βο­λὴ βλέ­που­με τὸν ἑαυ­τό μας. Ὅποιος δια­βά­ζει τὴν παρα­βο­λὴ αὐτὴ μὲ προ­σο­χὴ καὶ μὲ ταπεί­νω­σι, βλέ­πον­τας τὴν εἰκό­να τοῦ ἀσώ­του ὅπως τὴ ζωγρά­φι­σε ὁ Χρι­στός, δὲν δυσκο­λεύ­ε­ται νὰ φωνά­ξῃ Χρι­στέ μου, ἐγὼ εἶμαι ὁ ἄσω­τος!

Ναί, ἀγα­πη­τοί. Κάθε ἄνθρω­πος εἶνε ἕνας ἄσω­τος. Ἄλλος περισ­σό­τε­ρο κι ἄλλος λιγό­τε­ρο, ὅλοι πέφτου­με σὲ ἁμαρ­τί­ες. Ἁμαρ­τά­νου­με μὲ τίς κακὲς σκέ­ψεις. Ἁμαρ­τά­νου­με μὲ τὴ γλῶσ­σα, ποὺ κου­τσομ­πο­λεύ­ει, λέει ψέμα­τα, δια­βάλ­λει, συκο­φαν­τεῖ, αἰσχρο­λο­γεῖ, ψευ­δορ­κεί, βλα­στη­μά­ει το Θεό. Ἁμαρ­τά­νου­με μὲ τὰ μάτια. Ἁμαρ­τά­νου­με μὲ τ’ αὐτιά. Ἁμαρ­τά­νου­με μὲ τὰ χέρια, μὲ τὰ πόδια. Ἁμαρ­τά­νου­με μὲ τὸ κορ­μί μας ὁλό­κλη­ρο… Ἁμαρ­τά­νου­με τὴν ἡμέ­ρα, ἁμαρ­τά­νου­με τὴ νύχτα. Ἁμαρ­τά­νου­με στὰ σπί­τια, ἁμαρ­τά­νου­με στοὺς δρό­μους καὶ στὶς πλα­τεῖ­ες. Ἁμαρ­τά­νου­με ἀλλοί­μο­νο, ἀκό­μη καὶ στὴν ἐκκλη­σιά, ποὺ πᾶμε γιὰ νὰ κάνου­με τὴν προ­σευ­χή μας. Ποιός μπο­ρεῖ νὰ μετρή­σῃ τίς ἁμαρ­τί­ες; Εἶνε ἀνα­ρίθ­μη­τες. Eἶνε σὰν τὴν ἄμμο τῆς θαλάσ­σης. «Ἁμαρ­τιῶν μου τὰ πλή­θη καὶ κρι­μά­των σοῦ ἀβύσ­σους τίς ἐξι­χνιά­σει, ψυχο­σώ­στα σωτήρ μου;». «Ὅσοι λένε, ὅτι δὲν ἔχουν ἁμαρ­τί­ες, μοιά­ζουν μὲ τὸν ἄρρω­στο, ποὺ ἔχει μέσα του καρ­κί­νο, καὶ ὁ ταλαί­πω­ρος νομί­ζει πῶς δὲν ἔχει τίπο­τε. ..

Ἁμαρ­τω­λοὶ εἴμα­στε. Τί πρέ­πει νὰ γίνῃ; Ν’ ἀπελ­πι­στοῦ­με; Ὄχι. Ἡ παρα­βο­λὴ τοῦ ἀσώ­του μας δίνει τὴν ἐλπί­δα ὅτι, ὅσο μεγά­λα καὶ τρο­με­ρὰ κι ἂν εἶνε τὰ ἁμαρ­τή­μα­τα τοῦ ἀνθρώ­που, ὁ οὐρά­νιος Πατέ­ρας εἶνε ἕτοι­μος νὰ τὰ συχω­ρέ­ση. Ἀρκεῖ ὁ ἁμαρ­τω­λὸς νὰ πῇ ‑ὄχι ψεύ­τι­κα ἀλλ’ ἀλη­θι­νά- τὸ «ἥμαρ­τον» τοῦ ἀσώ­του. Ὁ ἱερὸς Χρυ­σό­στο­μος λέει, ὅτι οἱ ἁμαρ­τί­ες εἶνε φωτιὰ ποὺ καί­ει. Ἀλλ’ ὅπως ἡ φωτιά, ὅσο μεγά­λη κι ἂν εἶνε, ἂν τὴ ρίξου­με στὴ θάλασ­σα, δὲν μπο­ρεῖ παρὰ θὰ σβή­σῃ, ἔτσι καὶ ἐδῶ!

Συνα­μαρ­τω­λοὶ ἀδελ­φοί μου! Χρό­νια καὶ χρό­νια περι­μέ­νει ὁ Χρι­στὸς νὰ ποῦ­με τὸ «ἥμαρ­τον» τοῦ ἀσώ­του. Οἱ ἁμαρ­τί­ες μᾶς εἶνε ἀναμ­μέ­να κάρ­βου­να. Κι ὅπως τὰ κάρ­βου­να, ἂν τὰ ρίξου­με στὴ θάλασ­σα, σβή­νουν, ἔτσι καὶ οἱ ἁμαρ­τί­ες. Πᾶρε τὰ ἀναμ­μέ­να κάρ­βου­να, πᾶρε τίς ἁμαρ­τί­ες σου ὅλες, καὶ ρῖξε τις στὴν ἀπέ­ραν­τη θάλασ­σα, ποὺ εἶνε τὸ ἔλε­ος τοῦ Θεοῦ. Ἡ θάλασ­σα νικᾷ τὴ φωτιὰ καὶ τὸ ἔλε­ος τοῦ Θεοῦ νικᾷ τὴν ἁμαρ­τία, ὅσο μεγά­λη καὶ βαρειὰ κι ἂν εἶνε.

Διαβάστε επίσης και τα εξής:

elGreek