ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ)

Ευαγγελική Περικοπή και Κηρύγματα Αγίων Πατέρων

by admin

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ) — ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ (Α΄ 44 — 52)

Τῷ και­ρῷ ἐκεί­νῳ, ἠθέ­λη­σεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελ­θεῖν εἰς τὴν Γαλι­λαί­αν, καὶ εὑρί­σκει Φίλιπ­πον καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀκο­λού­θει μοι. 45ἦν δὲ ὁ Φίλιπ­πος ἀπὸ Βηθ­σαϊ­δά, ἐκ τῆς πόλε­ως Ἀνδρέ­ου καὶ Πέτρου. 46εὑρί­σκει Φίλιπ­πος τὸν Ναθα­να­ὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὃν ἔγρα­ψε Μωϋ­σῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προ­φῆ­ται, εὑρή­κα­μεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζα­ρέτ. 47καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθα­να­ήλ· Ἐκ Ναζα­ρὲτ δύνα­ταί τι ἀγα­θὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιπ­πος· Ἔρχου καὶ ἴδε. 48εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθα­να­ὴλ ἐρχό­με­νον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· Ἴδε ἀλη­θῶς Ἰσραη­λί­της ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. 49λέγει αὐτῷ Ναθα­να­ήλ· Πόθεν με γινώ­σκεις; ἀπε­κρί­θη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πρὸ τοῦ σε Φίλιπ­πον φωνῆ­σαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. 50ἀπε­κρί­θη Ναθα­να­ήλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ραβ­βί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασι­λεὺς τοῦ Ἰσρα­ήλ. 51ἀπε­κρί­θη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑπο­κά­τω τῆς συκῆς, πιστεύ­εις; μεί­ζω τού­των ὄψῃ. 52καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψε­σθε τὸν οὐρα­νὸν ἀνε­ῳ­γό­τα, καὶ τοὺς ἀγγέ­λους τοῦ Θεοῦ ἀνα­βαί­νον­τας καὶ κατα­βαί­νον­τας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώ­που.

44 Την άλλην ημέ­ραν απε­φά­σι­σεν ο Χρι­στός να ανα­χω­ρή­ση από την Ιου­δαί­αν δια την Γαλι­λαί­αν. Ευρί­σκει τον Φιλιπ­πον (μαθη­τήν και αυτός του Βαπτι­στού, από τον οποί­ον πολ­λά είχε ακού­σει περί του Μεσ­σί­ου) και του λέγει· “έλα κον­τά μου”. 45 Ο δε Φιλιπ­πος κατή­γε­το από την Βηθ­σαϊ­δά, από την πατρί­δα του Ανδρέ­ου και του Πετρου. 46 Ευρί­σκει ο Φιλιπ­πος τον Ναθα­να­ήλ και του λέγει· “αυτόν που έγρα­ψε ο Μωϋ­σής στον Νομον και προ­α­νήγ­γει­λαν οι προ­φή­ται εις τα προ­φη­τι­κά των βιβλία τον ευρή­κα­μεν· είναι ο Ιησούς, ο υιός του Ιωσήφ, από την Ναζα­ρέτ”. 47 Ο Ναθα­να­ήλ όμως είπεν εις αυτόν· “από την Ναζα­ρέτ είναι δυνα­τόν να βγη κάτι καλόν;” Λεγει εις αυτόν ο Φιλιπ­πος· “έλα και ιδέ μόνος σου, δια να πει­σθής”. 48 Είδεν ο Ιησούς τον Ναθα­να­ήλ να έρχε­ται προς αυτόν και λέγει περί αυτού· “ιδού ένας γνή­σιος Ισραη­λί­της, στον οποί­ον δεν υπάρ­χει πονη­ρία”. 49 Λεγει εις αυτόν ο Ναθα­να­ήλ· “από που με γνω­ρί­ζεις;” Απήν­τη­σεν ο Ιησούς και του είπε· “προ­τού σε φωνά­ξη ο Φιλιπ­πος, όταν ήσου­να κάτω από την συκήν, μακρυά από κάθε ανθρώ­πι­νον μάτι, εγώ σε είδα”. 50 Απε­κρί­θη τότε ο Ναθα­να­ήλ και του είπε· “Διδά­σκα­λε, συ είσαι ο Υιός του Θεού, συ είσαι ο Βασι­λεύς του Ισρα­ήλ, τον οποί­ον, σύμ­φω­να με τις προ­φη­τεί­ες, επε­ρι­μέ­να­μεν”. 51 Του απήν­τη­σεν δε ο Ιησούς· “Διό­τι σου είπα ότι σε είδα κάτω από την συκήν, πιστεύ­εις; Θα ίδης ακό­μη μεγα­λύ­τε­ρα από αυτά”. 52 Και εν συνε­χεία λέγει προς αυτόν, ώστε να ακού­σουν και οι άλλοι μαθη­ταί· “σας δια­βε­βαιώ­νω, ότι από τώρα θα ίδε­τε ανοι­κτόν τον ουρα­νόν και τους αγγέ­λους του Θεού ν’ ανε­βαί­νουν και να κατε­βαί­νουν, να συνο­δεύ­ουν και να υπη­ρε­τούν τον υιόν του ανθρώ­που (ο οποί­ος ως Θεός είναι κύριος και των αγγέ­λων)”.

44 Την άλλη μέρα απο­φά­σι­σε ο Ιησούς να ανα­χω­ρή­σει για τη Γαλι­λαία. Βρί­σκει τότε τον Φίλιπ­πο και του λέει: Ακο­λού­θη­σέ με στο ταξί­δι που πρό­κει­ται να κάνω. 45 Ο Φίλιπ­πος μάλι­στα κατα­γό­ταν από τη Βηθ­σαϊ­δά, την πατρί­δα του Ανδρέα και του Πέτρου. 46 Βρί­σκει στο μετα­ξύ ο Φίλιπ­πος τον Ναθα­να­ήλ και του λέει: Εκεί­νον για τον οποίο έγρα­ψε ο Μωυ­σής στο νόμο και προ­α­νήγ­γει­λαν οι προ­φή­τες, τον βρή­κα­με. Είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ, και κατά­γε­ται από τη Ναζα­ρέτ. 47 Αλλά ο Ναθα­να­ήλ του είπε: Από τη Ναζα­ρέτ, το κακό και άση­μο αυτό χωριό, μπο­ρεί να βγει τίπο­τα καλό; Του λέει ο Φίλιπ­πος: Έλα, κι όταν τον δεις με τα μάτια σου, θα πει­σθείς. 48 Είδε ο Ιησούς τον Ναθα­να­ήλ να έρχε­ται κον­τά του και λέει γι’ αυτόν: Να ένας γνή­σιος και πραγ­μα­τι­κός Ισραη­λί­της, που δεν έχει στην καρ­διά του καμία πονη­ριά και δόλο, αλλά ποθεί με ειλι­κρί­νεια να βρει την αλή­θεια. 49 Του λέει ο Ναθα­να­ήλ: Από πού με ξέρεις; Και πώς γνω­ρί­ζεις την ειλι­κρί­νεια των μυστι­κών μου σκέ­ψε­ων και ελα­τη­ρί­ων; Του απο­κρί­θη­κε τότε ο Ιησούς: Πριν ακό­μη σε φωνά­ξει ο Φίλιπ­πος, όταν ήσουν κάτω από τη συκιά και προ­σευ­χό­σουν μακριά από κάθε μάτι ανθρώ­που, εγώ με το υπερ­φυ­σι­κό και θείο μου βλέμ­μα σε είδα. 50 Τότε ο Ναθα­να­ήλ του απο­κρί­θη­κε: Διδά­σκα­λε, εσύ πράγ­μα­τι είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασι­λεύς του Ισρα­ήλ που περι­μέ­να­με σύμ­φω­να με τις προ­φη­τεί­ες. 51 Και ο Ιησούς του απάν­τη­σε: Επει­δή σου είπα ότι σε είδα κάτω από τη συκιά πιστεύ­εις; Θα δεις πιο μεγά­λα και πιο θαυ­μα­στά πράγ­μα­τα απ’ αυτά. 52 Και του λέει: Αλη­θι­νά σας δια­βε­βαιώ­νω ότι από τώρα που άνοι­ξε ο ουρα­νός κατά τη βάπτι­σή μου, θα δεί­τε κι εσείς τον ουρα­νό ανοιγ­μέ­νο, και τους αγγέ­λους του Θεού να ανε­βαί­νουν και να κατε­βαί­νουν στον Υιό του Θεού. Αυτός έγι­νε και τέλειος άνθρω­πος, και ως υιός του ανθρώ­που είναι μονα­δι­κός αντι­πρό­σω­πος του ανθρω­πί­νου γένους? και πρό­κει­ται να έλθει και πάλι ως Κρι­τής ένδο­ξος καθι­σμέ­νος πάνω σε νεφέ­λες. Θα ανε­βαί­νουν και θα κατε­βαί­νουν οι άγγε­λοι προ­κει­μέ­νου να υπη­ρε­τούν αυτόν και την Εκκλη­σία του.

44 Tὴν ἑπο­μέ­νη ἡμέ­ρα ἀπο­φά­σι­σε ὁ Ἰησοῦς νὰ πάῃ στὴ Γαλι­λαία. Kαὶ βρί­σκει τὸ Φίλιπ­πο καὶ τοῦ λέγει: «Ἀκο­λού­θη­σέ με». 45 Ὁ δὲ Φίλιπ­πος ἦταν ἀπὸ τὴ Bηθ­σαϊ­δά, ἀπὸ τὴν πόλι τοῦ Ἀνδρέα καὶ τοῦ Πέτρου. 46 Bρί­σκει ὁ Φίλιπ­πος τὸ Nαθα­να­ὴλ καὶ τοῦ λέγει: «Aὐτόν, γιὰ τὸν ὁποῖ­ον ἔγρα­ψε ὁ Mωυ­σῆς στὸ νόμο καὶ οἱ προ­φῆ­τες, τὸν βρή­κα­με. Eἶναι ὁ Ἰησοῦς ὁ υἱὸς τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴ Nαζα­ρέτ». 47 Ἀλλ’ ὁ Nαθα­να­ὴλ τοῦ εἶπε: «Eἶναι δυνα­τὸ νὰ προ­έλ­θῃ τίπο­τε καλὸ ἀπὸ τὴ Nαζα­ρέτ;». Tοῦ λέγει ὁ Φίλιπ­πος: «Ἔλα νὰ ἰδῇς». 48 Eἶδε ὁ Ἰησοῦς τὸ Nαθα­να­ὴλ νὰ ἔρχε­ται πρὸς αὐτόν, καὶ λέγει γι’ αὐτόν: «Nὰ ἕνας ἀλη­θι­νὰ Ἰσραη­λί­της, στὸν ὁποῖο δὲν ὑπάρ­χει δόλος». 49 Tοῦ λέγει ὁ Nαθα­να­ήλ: «Ἀπὸ ποῦ μὲ γνω­ρί­ζεις;». Ἀπο­κρί­θη­κε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε: «Προ­τοῦ νὰ σὲ φωνά­ξῃ ὁ Φίλιπ­πος, σὲ εἶδα νὰ εἶσαι κάτω ἀπὸ τὴ συκιά». 50 Tοῦ λέγει τότε ὁ Nαθα­να­ήλ: «Διδά­σκα­λε, σὺ εἶσαι ὁ Yἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶσαι ὁ βασι­λεὺς τοῦ Ἰσρα­ήλ». 51 Kαὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: «Διό­τι σοῦ εἶπα, σὲ εἶδα κάτω ἀπὸ τὴ συκιά, πιστεύ­εις; Θὰ ἰδῇς μεγα­λύ­τε­ρα ἀπ’ αὐτά». 52 Ἐπί­σης τοῦ λέγει: «Ἀλη­θι­νὰ ἀλη­θι­νὰ σᾶς λέγω, ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς θὰ βλέ­πε­τε τὸν οὐρα­νὸ ἀνοι­κτό, καὶ τοὺς ἀγγέ­λους τοῦ Θεοῦ ν’ ἀνε­βαί­νουν καὶ νὰ κατε­βαί­νουν πρὸς τὸν Yἱὸ τοῦ ἀνθρώ­που».

Ιερός Χρυ­σό­στο­μος (ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΑΘΑΝΑΗΛ)

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΑΘΑΝΑΗΛ

«Τῇ ἐπαύ­ριον ἠθέλη­σεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελ­θεῖν εἰς τὴν Γαλι­λαί­αν· καὶ εὑρίσκει Φίλιπ­πον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολού­θει μοι. ἦν δὲ ὁ Φίλιπ­πος ἀπὸ Βηθ­σαϊ­δά, ἐκ τῆς πόλε­ως Ἀνδρέ­ου καὶ Πέτρου(:την άλλη μέρα απο­φά­σι­σε ο Ιησούς να ανα­χω­ρή­σει για τη Γαλι­λαία. Βρί­σκει τότε τον Φίλιπ­πο και του λέει: “Ακο­λού­θη­σέ με στο ταξί­δι που πρό­κει­ται να κάνω”. Ο Φίλιπ­πος μάλι­στα κατα­γό­ταν από τη Βηθ­σαϊ­δά, την πατρί­δα του Ανδρέα και του Πέτρου)»[Ιω.1,44–45].

«Εκεί­νος που φρον­τί­ζει επι­με­λώς για κάτι, το λαμ­βά­νει με περίσ­σεια», λέγει κάποια παροι­μία. Ο Χρι­στός υπαι­νί­χθη­κε ωστό­σο και κάτι επι­πλέ­ον, όταν είπε: «Ὁ ζητῶν εὑρίσκει(:όποιος ανα­ζη­τεί, βρί­σκει)»[Ματθ.7,8]. Από αυτό λοι­πόν γεν­νιέ­ται η απο­ρία μου από ποια αιτία παρα­κι­νού­με­νος ο Φίλιπ­πος ακο­λού­θη­σε τον Χρι­στό· διό­τι ο μεν Ανδρέ­ας ακο­λού­θη­σε τον Χρι­στό, αφού πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε γι’ Αυτόν από τον Ιωάν­νη τον Βαπτι­στή και ο Πέτρος αφού παρα­κι­νή­θη­κε από τα λόγια του Ανδρέα, ενώ ο Φίλιπ­πος πεί­στη­κε αμέ­σως και Τον ακο­λού­θη­σε· και όχι μόνο δεν έφυ­γε, αλλά και κήρυ­ξε γι’ Αυτόν και σε άλλους, χωρίς να ακού­σει και να μάθει τίπο­τε από κανέ­να, παρά μόνο τον λόγο «Ακο­λού­θη­σέ με», που του είπε ο Χρι­στός· διό­τι έτρε­ξε αμέ­σως στον Ναθα­να­ήλ και του είπε: «ὃν ἔγρα­ψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκα­μεν(:εκεί­νον για τον Οποίο έγρα­ψε ο Μωυ­σής στο νόμο και προ­α­νήγ­γει­λαν οι προ­φή­τες, Τον βρή­κα­με. Είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ, και κατά­γε­ται από τη Ναζα­ρέτ)»[Ιω.1,46]. Βλέ­πεις πόσο καλά πλη­ρο­φο­ρη­μέ­νος και κατα­το­πι­σμέ­νος ήταν και συνε­χώς μελε­τού­σε όσα έγρα­ψε ο Μωυ­σής και προσ­δο­κού­σε την έλευ­σή Του; Διό­τι το «εὑρήκα­μεν» φανε­ρώ­νει ότι πάν­το­τε Τον ανα­ζη­τού­σαν.

«Τῇ ἐπαύ­ριον ἠθέλη­σεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελ­θεῖν εἰς τὴν Γαλι­λαί­αν(:την άλλη μέρα απο­φά­σι­σε ο Ιησούς να ανα­χω­ρή­σει από την Ιου­δαία για τη Γαλι­λαία)»[Ιω.1,44]· διό­τι δεν προ­σκα­λεί κανέ­ναν κον­τά Του, προ­τού ο ίδιος απο­φα­σί­σει αυτο­προ­αί­ρε­τα να Τον ακο­λου­θή­σει. Και ενερ­γεί κατ’ αυτόν τον τρό­πο πράγ­μα­τι όχι απλά και τυχαία, αλλά σύμ­φω­να με τη δική Του υπέρ­τα­τη σοφία και σύνε­ση· διό­τι, εάν ο Ίδιος τους είχε προ­σελ­κύ­σει κον­τά Του, χωρίς αυτοί μόνοι τους εξ ιδί­ας προ­αι­ρέ­σε­ως και τελεί­ως αυθόρ­μη­τα να Τον είχαν ακο­λου­θή­σει, υπήρ­χε η πιθα­νό­τη­τα να απο­μα­κρυν­θούν· τώρα όμως, επει­δή οι ίδιοι προ­τί­μη­σαν με δική τους από­φα­ση να Τον ακο­λου­θή­σουν, παρέ­με­ναν κον­τά Του στο εξής στα­θε­ροί και πιστοί μαθη­τές.

Τον Φίλιπ­πο όμως, ο οποί­ος ήταν περισ­σό­τε­ρο γνώ­ρι­μος σε Αυτόν, Τον προ­σκά­λε­σε· διό­τι τον γνώ­ρι­ζε καλύ­τε­ρα, επει­δή γεν­νή­θη­κε και ανα­τρά­φη­κε στη Γαλι­λαία. Αφού λοι­πόν παρέ­λα­βε μαζί Του τους μαθη­τές Του, πήγε έπει­τα για ανα­ζή­τη­ση των υπο­λοί­πων και να προ­σελ­κύ­σει κον­τά Του τον Φίλιπ­πο και τον Ναθα­να­ήλ. Και δεν πρέ­πει να απο­ρεί και τόσο κανείς με αυτό, διό­τι και η φήμη του Ιησού είχε εξα­πλω­θεί σε ολό­κλη­ρη τη Συρία. Το αξιο­θαύ­μα­στο, όμως, με όσους βρί­σκον­ταν κον­τά στον Πέτρο και τον Ιάκω­βο και τον Φίλιπ­πο ήταν αυτό, ότι όχι μόνο είχαν πει­στεί προ­τού λάβουν θαυ­μα­στά απο­δει­κτι­κά σημεία για το ποιος ήταν στ’ αλή­θεια ο Ιησούς, αλλά και ότι, παρά το ότι κατά­γον­ταν από τη Γαλι­λαία, περιο­χή δηλα­δή από την οποία ούτε προ­φή­της ούτε κάποιο καλό ήταν δυνα­τόν να προ­έλ­θει, εντού­τοις πίστε­ψαν και ακο­λού­θη­σαν τον Χρι­στό· διό­τι οι κάτοι­κοι αυτής της περιο­χής ήσαν κάπως περισ­σό­τε­ρο απαί­δευ­τοι και ατί­θα­σοι και τρα­χείς.

Ο Χρι­στός μάλι­στα ακρι­βώς από αυτό το γεγο­νός απέ­δει­ξε τη δύνα­μή Του, από το ότι δηλα­δή από αυτήν την περιο­χή, η οποία δεν παρή­γα­γε κανέ­να καρ­πό, διά­λε­ξε την πιο εκλε­κτή μερί­δα των μαθη­τών Του. Φυσι­κό, λοι­πόν, αφε­νός, ήταν, ο Φίλιπ­πος να Τον ακο­λου­θή­σει, τόσο επει­δή είδε παρά­δειγ­μα του Πέτρου και των άλλων, οι οποί­οι ακο­λού­θη­σαν τον Χρι­στό, όσο και επει­δή είχε ακού­σει από τον Ιωάν­νη τον Βαπτι­στή για το Ποιος ήταν ο Ιησούς, φυσι­κό όμως αφε­τέ­ρου ήταν επί­σης η φωνή του ίδιου του Χρι­στού να συν­τέ­λε­σε μέσα του στη δημιουρ­γία μιας τέτοιας εσω­τε­ρι­κής κατα­στά­σε­ως, προ­θυ­μί­ας και δεκτι­κό­τη­τας , ώστε να απο­φα­σί­σει χωρίς τον παρα­μι­κρό δισταγ­μό να Τον ακο­λου­θή­σει· διό­τι γνω­ρί­ζει ο Χρι­στός εκεί­νους οι οποί­οι επρό­κει­το να ανα­δει­χθούν ικα­νοί και κατάλ­λη­λοι για το έργο Του.

Ο ευαγ­γε­λι­στής όμως Ιωάν­νης όλα αυτά τα αφη­γεί­ται με συνο­πτι­κό τρό­πο. Ότι επρό­κει­το, λοι­πόν, ο Χρι­στός να έλθει το γνώ­ρι­ζε καλά ο Φίλιπ­πος, ότι όμως αυτός ήταν ο Χρι­στός που ανα­με­νό­ταν, το αγνο­ού­σε. Αυτό έχω τη γνώ­μη ότι το έμα­θε ή από τον Πέτρο ή από τον Ιωάν­νη τον Βαπτι­στή. Ο ευαγ­γε­λι­στής Ιωάν­νης ανα­φέ­ρει στη συνέ­χεια και τον τόπο της κατα­γω­γής του Φιλίπ­που, δηλα­δή τη Βηθ­σαϊ­δά, για να μάθεις ότι ο Θεός τους αδυ­νά­τους ως προς την κοσμι­κή δύνα­μη και σοφία, επέ­λε­ξε ως μαθη­τές Του, προ­κει­μέ­νου δι’ αυτών να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί το προ­αιώ­νιο σχέ­διό Του για τη σωτη­ρία των ανθρώ­πων.

«Εὑρίσκει Φίλιπ­πος τὸν Ναθα­ναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγρα­ψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκα­μεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζα­ρέτ(: βρίσκει στο μετα­ξύ ο Φίλιπ­πος τον Ναθα­να­ήλ και του λέει: “Εκεί­νον για τον Οποίο έγρα­ψε ο Μωυ­σής στον νόμο και προ­α­νήγ­γει­λαν οι προ­φή­τες, Τον βρή­κα­με. Είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ, και κατά­γε­ται από τη Ναζα­ρέτ”)»[Ιω.1,46]. Και τα λέγει αυτά, για να κάνει με την ανα­φο­ρά του στον Μωυ­σή και τους προ­φή­τες, τη διή­γη­σή του αξιό­πι­στη και να προ­δια­θέ­σει με αυτόν τον τρό­πο ευνοϊ­κά τον ακρο­α­τή. Επει­δή δηλα­δή ο Ναθα­να­ήλ όλα όσα ανα­φέ­ρον­ταν στην έλευ­ση του Μεσ­σία τα είχε ερευ­νή­σει με ακρί­βεια και με κάθε ειλι­κρί­νεια και αντι­κει­με­νι­κό­τη­τα, όπως ο ίδιος ο Χρι­στός βεβαί­ω­σε και εμπρά­κτως το απέ­δει­ξε, εύλο­γα τον παρέ­πεμ­ψε ο Φίλιπ­πος στον Μωυ­σή και τους προ­φή­τες, για να τον κάνει με τον τρό­πο αυτό να απο­δε­χθεί και να ομο­λο­γή­σει τον Κηρυτ­τό­με­νο.

Και δεν πρέ­πει καθό­λου να θορυ­βη­θείς, επει­δή Τον απο­κά­λε­σε «υιό του Ιωσήφ», διό­τι μέχρι εκεί­νη τη στιγ­μή εθε­ω­ρεί­το ακό­μη παι­δί του. Και από πού, Φίλιπ­πε, γίνε­ται φανε­ρό ότι αυτός είναι ο Μεσ­σί­ας, ο ανα­με­νό­με­νος Χρι­στός; Ποια από­δει­ξη έχεις να μας παρου­σιά­σεις; Διό­τι δεν αρκεί μονά­χα να το δια­κη­ρύτ­τεις. Ποιο απο­δει­κτι­κό σημείο είδες και πίστε­ψες; Ποιο θαύ­μα; Δεν είναι χωρίς κίν­δυ­νο να δίνει κανείς πίστη σε τέτοια πράγ­μα­τα αφε­λώς. Ποια λοι­πόν από­δει­ξη, έχεις; «Αυτή που είχε και ο Ανδρέ­ας», λέγει. Διό­τι και εκεί­νος, μην μπο­ρών­τας να παρα­στή­σει με λόγια τον θησαυ­ρό που είχε ανα­κα­λύ­ψει, οδη­γεί τον αδελ­φό του στον ίδιο τον Θησαυ­ρό που ανα­κά­λυ­ψε. Έτσι και ο Φίλιπ­πος δεν εξή­γη­σε στον Ναθα­να­ήλ, για ποιο λόγο Αυτός που ανα­κά­λυ­ψε είναι Εκεί­νος, ο Χρι­στός και με ποιον τρό­πο οι προ­φή­τες Τον είχαν προ­α­ναγ­γεί­λει, αλλά οδή­γη­σε αυτόν στον ίδιο τον Ιησού, επει­δή ήταν απο­λύ­τως βέβαιος ότι δε θα απο­μα­κρυ­νό­ταν από κον­τά Του, αν είχε την τιμή να γευ­τεί τα λόγια Του και να ακού­σει τη διδα­σκα­λία Του.

Και τον ρώτη­σε ο Ναθα­να­ήλ: «ἐκ Ναζαρὲτ δύνα­ταί τι ἀγαθὸν εἶναι;(:’’Από τη Ναζα­ρέτ, το κακό και άση­μο αυτό χωριό, μπο­ρεί να προ­έλ­θει τίπο­τα καλό;”)»[Iω.1,47]. Και ο Φίλιπ­πος του απάν­τη­σε: «ἔρχου καὶ ἴδε(: “Έλα, κι όταν Τον δεις μόνος σου με τα ίδια σου τα μάτια, θα πει­στείς”). «εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθα­ναὴλ ἐρχό­με­νον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· ἴδε ἀληθῶς Ἰσραη­λί­της ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι(:είδε ο Ιησούς τον Ναθα­να­ήλ να έρχε­ται κον­τά Του και λέει γι’ αυτόν: ‘’Να ένας γνή­σιος και πραγ­μα­τι­κός Ισραη­λί­της, που δεν έχει στην καρ­διά του καμία πονη­ριά και δόλο, αλλά ποθεί με ειλι­κρί­νεια να βρει την αλή­θεια”)»[Ιω. 1, 48].

Και επει­δή ο Ναθα­να­ήλ είχε ρωτή­σει αν ήταν δυνα­τόν να προ­έλ­θει κάποιο καλό από τη Ναζα­ρέτ, γι’ αυτό τον επαι­νεί και τον θαυ­μά­ζει. Μήπως όμως έπρε­πε ο Κύριος να του προ­σά­ψει κατη­γο­ρία που είπε κάτι τέτοιο; Δεν έκα­νε, όμως, καθό­λου αυτό, διό­τι τα λόγια του δεν ήταν απο­τέ­λε­σμα απι­στί­ας, ούτε άξια τιμω­ριών, αλλά επαί­νων. Πώς και για­τί; Διό­τι ο Ναθα­να­ήλ είχε ερευ­νή­σει και γνώ­ρι­ζε καλύ­τε­ρα από τον Φίλιπ­πο, τους προ­φή­τες. Και φυσι­κά είχε μάθει από τις Γρα­φές ότι ο Χρι­στός έπρε­πε να κατά­γε­ται από τη Βηθλε­έμ και από το χωριό στο οποίο γεν­νή­θη­κε και μεγά­λω­σε ο Δαβίδ [πρβ. Ιω.7,42: «Οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρ­μα­τος Δαυ­ΐδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυ­ΐδ, ὁ Χριστὸς ἔρχε­ται;(:δεν είπε η Αγία Γρα­φή ότι ο Μεσ­σί­ας Χρι­στός θα προ­έρ­χε­ται από το γένος του Δαβίδ και από το χωριό της Βηθλε­έμ, όπου γεν­νή­θη­κε και μεγά­λω­σε ο Δαβίδ😉»].

Αυτή λοι­πόν η πεποί­θη­ση επι­κρα­τού­σε στους Ιου­δαί­ους και ο προ­φή­της Μιχαί­ας από πολύ παλιά την είχε προ­α­ναγ­γεί­λει με τα εξής λόγια: «Καὶ σύ, Βηθλε­έμ, οἶκος τοῦ Ἐφρα­θά, ὀλιγοστὸς εἶ τοῦ εἶναι ἐν χιλιά­σιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ μοι ἐξελεύ­σε­ται τοῦ εἶναι εἰς ἄρχον­τα ἐν τῷ Ἰσρα­ήλ, καὶ αἱ ἔξοδοι αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος(:και εσύ Βηθλε­έμ, που αλλιώς ονο­μά­ζε­σαι και «οίκος του Εφρα­θά», μικρή είσαι μετα­ξύ των πόλε­ων του Ιού­δα. Δεν έχεις ούτε χιλί­ους κατοί­κους. Αλλά από εσέ­να θα προ­έλ­θει προς δόξα δική μου ένας άντρας ο οποί­ος θα γίνει άρχον­τας του ισραη­λι­τι­κού λαού. Η αρχή και η ενέρ­γεια Αυτού ξεπερ­νά την αρχή των ημε­ρών της δημιουρ­γί­ας. Είναι ο Μεσ­σί­ας)»[Μιχ.5,2] και «Καὶ σὺ Βηθλε­έμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχί­στη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμό­σιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύ­σε­ται ἡγού­με­νος, ὅστις ποι­μα­νεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσρα­ήλ(:και εσύ, Βηθλε­έμ, που περι­λαμ­βά­νε­σαι στη χώρα της φυλής του Ιού­δα, αν και φαί­νε­σαι μικρό χωριό, δεν είσαι όμως καθό­λου η πιο ασή­μαν­τη πόλη από τις πρω­τεύ­ου­σες που ξεχω­ρί­ζουν στην περιο­χή της φυλής του Ιού­δα. Και δεν είσαι η πιο μικρή, διό­τι από σένα θα βγει άρχον­τας, ο οποί­ος θα ποι­μά­νει το λαό μου τον Ισρα­ήλ)»[Ματθ. 2,6].

Όταν λοι­πόν ο Ναθα­να­ήλ άκου­σε ότι ο Χρι­στός προ­ερ­χό­ταν από τη Ναζα­ρέτ, θορυ­βή­θη­κε και από­ρη­σε, διό­τι η ευχά­ρι­στη κατά πάν­τα ανα­κοί­νω­ση του Φιλίπ­που, απ’ ό,τι γνώ­ρι­ζε, δεν φαι­νό­ταν να συμ­φω­νεί με την προ­φη­τι­κή ρήση. Αλλά πρό­σε­ξε τη σύνε­ση και την επιεί­κεια του Ναθα­να­ήλ και στην έκφρα­ση ακό­μη της αμφι­βο­λί­ας του· διό­τι δεν είπε αμέ­σως: «Με εξα­πα­τάς, Φίλιπ­πε, και ψεύ­δε­σαι, δεν πιστεύω τα λόγια σου, ούτε έρχο­μαι για να δια­πι­στώ­σω την αλή­θειά τους. Έμα­θα από τους προ­φή­τες ότι ο Χρι­στός πρέ­πει να έλθει από τη Βηθλε­έμ, εσύ όμως μου λες ότι Τον βρή­κες και ότι προ­έρ­χε­ται από τη Ναζα­ρέτ. Λοι­πόν δεν είναι αυτός που βρή­κες ο ανα­με­νό­με­νος Μεσ­σί­ας». Αλλά δεν είπε τίπο­τε από αυτά, αλλά τι; Προ­σήλ­θε και αυτός, αφε­νός μεν για να δεί­ξει, βάσει των μαρ­τυ­ριών των Γρα­φών, τις οποί­ες γνώ­ρι­ζε με κάθε ακρί­βεια, ότι ο Χρι­στός δεν είναι δυνα­τόν να προ­έλ­θει από τη Ναζα­ρέτ και ότι είναι συνε­πώς αδύ­να­το ως προς το ζήτη­μα αυτό να αλλά­ξει τις πεποι­θή­σεις του, αφε­τέ­ρου δε επει­δή δε θέλη­σε να περι­φρο­νή­σει εκεί­νον που του ανα­κοί­νω­σε τον μεγά­λο πόθο, τον οποίο είχε για την έλευ­ση του Χρι­στού· διό­τι κατά­λα­βε ότι ήταν φυσι­κό ο Φίλιπ­πος να έκα­νε λάθος ως προς τον τόπο της κατα­γω­γής του Χρι­στού.

Πρό­σε­ξε όμως και τον τρό­πο με τον οποίο αρνεί­ται να δεχθεί την πλη­ρο­φο­ρία του Φιλίπ­που, πόσο ήπιος και επιει­κής είναι και πώς υπό τύπον ερω­τή­σε­ως δια­τύ­πω­σε την επι­φύ­λα­ξή του· διό­τι δεν είπε: « Η Γαλι­λαία κανέ­να καλό δεν φέρ­νει», αλλά τι; «Από τη Ναζα­ρέτ είναι δυνα­τόν να προ­έλ­θει κάποιο καλό;». Αλλά και ο Φίλιπ­πος ήταν εξαι­ρε­τι­κά συνε­τός· διό­τι δεν δυσα­ρε­στή­θη­κε, ούτε αγα­νά­κτη­σε για τον δισταγ­μό και την αμφι­βο­λία του Ναθα­να­ήλ, αλλά επέ­με­νε να τον οδη­γή­σει κον­τά στον Χρι­στό και φανέ­ρω­σε έτσι εξαρ­χής σε μας την αρμό­ζου­σα για έναν Από­στο­λο επι­μο­νή και καρ­τε­ρία. Για τους λόγους αυτούς ο Χρι­στός λέγει: «Ιδού ένας γνή­σιος και πραγ­μα­τι­κός Ισραη­λί­της, στον οποίο δόλος δεν υπάρ­χει». Ώστε υπάρ­χει και πονη­ρός και ανει­λι­κρι­νής Ισραη­λί­της. Αυτός όμως δεν ήταν τέτοιος, διό­τι λέγει η κρί­ση του παρέ­μει­νε στα­θε­ρή, αδέ­κα­στη και αμε­τα­κί­νη­τη. Τίπο­τε δεν είπε με διά­θε­ση να καλο­πιά­σει ούτε να δυσα­ρε­στή­σει.

Παρά το ότι οι Ιου­δαί­οι ήταν εκεί­νοι οι οποί­οι απάν­τη­σαν ορθά όταν τους ρώτη­σαν πού γεν­νιέ­ται ο Χρι­στός, ότι γεν­νιέ­ται στη Βηθλε­έμ και ανέ­φε­ραν μάλι­στα και τη μαρ­τυ­ρία την εξής: «Καὶ σὺ Βηθλε­έμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχί­στη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμό­σιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύ­σε­ται ἡγού­με­νος, ὅστις ποι­μα­νεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσρα­ήλ»[Ματθ.2,6]. Ωστό­σο εκεί­νοι αφε­νός βεβαί­ω­ναν αυτά προ­τού να Τον δουν, αργό­τε­ρα, όμως, όταν Τον είδαν, απέ­κρυ­ψαν τη μαρ­τυ­ρία και Τον αρνή­θη­καν με τα ακό­λου­θα λόγια: «Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋ­σεῖ λελά­λη­κεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστί(:’’Εμείς, που είμα­στε σπου­δα­σμέ­νοι και ανα­γνω­ρι­σμέ­νοι άρχον­τες του έθνους, ξέρου­με ότι ο Θεός έχει μιλή­σει στο Μωυ­σή και σε κανέ­ναν άλλον. Αυτός μας είναι άγνω­στος και δεν ξέρου­με από πού είναι και από πού στάλ­θη­κε”)» [Ιω. 9,29], ενώ ο Ναθα­να­ήλ δεν συμ­πε­ρι­φέρ­θη­κε κατ’ αυτόν τον τρό­πο, αλλά τη γνώ­μη που είχε εξαρ­χής γι’ Αυτόν, αυτή και επέ­με­νε να δια­τη­ρεί στα­θε­ρά, ότι ο Χρι­στός δεν είναι από τη Ναζα­ρέτ.

Πώς λοι­πόν οι προ­φή­τες Τον ονο­μά­ζουν «Ναζω­ραίο»; Επει­δή εκεί διέ­με­νε και ανα­τρά­φη­κε. Ώστε παρά­λει­ψε μεν ο Κύριος να πει: «δεν είμαι από τη Ναζα­ρέτ, όπως σου ανήγ­γει­λε ο Φίλιπ­πος, αλλά από τη Βηθλε­έμ», για να κάνει αμέ­σως τον λόγο αντι­κεί­με­νο αμφι­σβη­τή­σε­ως και δια­φω­νί­ας. Αλλά εκτός από αυτά παρέ­λει­ψε και για έναν άλλο λόγο να πει αυτό, για τον λόγο, ότι αν και ήταν δυνα­τόν να γίνει πιστευ­τός, εντού­τοις τού­το δεν θα απο­τε­λού­σε αρκε­τή από­δει­ξη του ότι Αυτός είναι ο Χρι­στός. Διό­τι τι εμπό­δι­ζε και χωρίς να είναι Χρι­στός, να κατά­γε­ται από τη Βηθλε­έμ, όπως οι άλλοι που γεν­νή­θη­καν εκεί; Ώστε αυτό μεν το παρέ­λει­ψε, εκεί­νο όμως το οποίο μάλι­στα μπο­ρού­σε να προ­σθέ­σει, εκεί­νο και πρό­σθε­σε· διό­τι έδει­ξε ότι κατά τη στιγ­μή που αυτοί συνο­μι­λού­σαν, Εκεί­νος ήταν παρών. Μόλις λοι­πόν εκεί­νος Τον ρώτη­σε: «Πόθεν με γινώ­σκεις;(:από πού με ξέρεις; Και πώς γνω­ρί­ζεις την ειλι­κρί­νεια των μυστι­κών μου σκέ­ψε­ων και ελα­τη­ρί­ων;)», απάν­τη­σε: «Πρὸ τοῦ σε Φίλιπ­πον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε(:πριν ακό­μη σε φωνά­ξει ο Φίλιπ­πος, όταν ήσουν κάτω από τη συκιά και προ­σευ­χό­σουν μακριά από κάθε μάτι ανθρώ­που, εγώ με το υπερ­φυ­σι­κό και θείο μου βλέμ­μα σε είδα)»[Ιω. 1,49].

Κοί­τα­ξε άνθρω­πο στα­θε­ρό και σοβα­ρό. Διό­τι, μόλις είπε ο Χρι­στός: «ἴδε ἀληθῶς Ἰσραη­λί­της ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι (:Να ένας γνή­σιος και πραγ­μα­τι­κός Ισραη­λί­της, που δεν έχει στην καρ­διά του καμία πονη­ριά και δόλο, αλλά ποθεί με ειλι­κρί­νεια να βρει την αλή­θεια)», δεν απο­χαυ­νώ­θη­κε απ΄τους επαί­νους, δεν έτρε­ξε πίσω Του αμέ­σως και ανε­πι­φύ­λα­κτα παρα­συρ­μέ­νος από τον εγκω­μια­σμό, αλλά επέ­με­νε να ρωτά και να ερευ­νά ακρι­βέ­στε­ρα και ζητού­σε να μάθει κάτι απο­λύ­τως σαφές.

Ο Ναθα­να­ήλ λοι­πόν ως άνθρω­πος ρωτού­σε ακό­μη, ο Ιησούς, όμως, ως Θεός απάν­τη­σε, καθό­σον βεβαί­ω­σε ότι «ανέ­κα­θεν σε γνω­ρί­ζω»- και τη σοβα­ρό­τη­τα του χαρα­κτή­ρα του Ναθα­να­ήλ και την ειλι­κρί­νεια των δια­θέ­σε­ών του, τη γνώ­ρι­ζε πάν­το­τε ως Θεός και όχι ως άνθρω­πος ύστε­ρα από προ­σε­κτι­κή παρα­κο­λού­θη­ση- και «τώρα σε είδα κάτω από τη συκιά», όταν δεν ήταν κανέ­νας εκεί, αλλά μόνο ο Φίλιπ­πος και ο Ναθα­να­ήλ και όλα αυτά τα είπαν ιδιαι­τέ­ρως και χωρίς κανείς να τους ακού­σει. Για τον λόγο αυτό ειπώ­θη­κε, ότι «αφού είδε αυτόν από μακριά, είπε: ‘’Ιδού, ένας γνή­σιος και πραγ­μα­τι­κός Ισραη­λί­της’’», για να μάθει ο Ναθα­να­ήλ ότι προ­τού ακό­μη πλη­σιά­σει ο Φίλιπ­πος, έλε­γε ήδη αυτά ο Χρι­στός, ώστε να μην κατα­στεί ύπο­πτη η μαρ­τυ­ρία αυτή. Γι’ αυτό προσ­διό­ρι­σε επα­κρι­βώς και τη στιγ­μή και ανέ­φε­ρε και τον τόπο και το δέν­τρο. Διό­τι, αν έλε­γε μονά­χα: «Προ­τού να έλθει ο Φίλιπ­πος κον­τά σου, εγώ σε είδα», θα υπο­πτευό­ταν του­λά­χι­στον ότι Αυτός τον είχε στεί­λει και ότι τίπο­τε το σπου­δαίο δεν λέγει, τώρα όμως με το να ανα­φέ­ρει και τον τόπο, στον οποίο βρι­σκό­ταν, κατά τη στιγ­μή κατά την οποία τον φώνα­ζε ο Φίλιπ­πος και το όνο­μα του δέν­τρου, κάτω από το οποίο ήταν και με το να προσ­διο­ρί­σει επα­κρι­βώς τη στιγ­μή της συνο­μι­λί­ας τους, κατέ­στη­σε την πρό­γνω­ση απο­λύ­τως ακρι­βή και αναμ­φι­σβή­τη­τη.

Με αυτόν επί­σης τον τρό­πο δεν κατέ­στη­σε φανε­ρή μονά­χα την πρό­γνω­ση, αλλά και με άλλο τρό­πο τον δίδα­ξε, διό­τι τον έκα­νε να θυμη­θεί αυτά που ειπώ­θη­καν τότε, όπως το ότι «από τη Ναζα­ρέτ μπο­ρεί να προ­έλ­θει κάποιο καλό;»- εξαι­τί­ας του οποί­ου και πολύ πιο ευχά­ρι­στα τον δέχθη­κε- και ότι, παρό­λο που αυτός είπε αυτά, δεν τον κατέ­κρι­νε, αλλά μίλη­σε γι’ αυτόν επαι­νε­τι­κά και με θαυ­μα­σμό. Γι’ αυτό και κατά­λα­βε καλά κατό­πιν τού­του ότι Αυτός που είχε μπρο­στά του ήταν πράγ­μα­τι ο Χρι­στός και το κατά­λα­βε και από την πρό­γνω­ση και από το γεγο­νός ότι ερεύ­νη­σε τη σκέ­ψη του με κάθε ακρί­βεια· πράγ­μα το οποίο απο­δεί­κνυε ότι γνώ­ρι­ζε καλά και τις σκέ­ψεις του.

Αυτό, άλλω­στε, έγι­νε φανε­ρό και από το ότι ενώ εκεί­νος νόμι­σε ότι θα κατα­φερ­θεί εναν­τί­ον του, εντού­τοις ο Χρι­στός όχι μόνο δεν τον κατη­γό­ρη­σε, αλλά και τον επαί­νε­σε. Ότι λοι­πόν ο Φίλιπ­πος τον φώνα­ξε, μας το είπε, τι του είπε όμως και τι εκεί­νος του απάν­τη­σε, το παρέ­λει­ψε, το άφη­σε στη συνεί­δη­σή του και δεν θέλη­σε να ερευ­νή­σει αυτόν ακό­μη περισ­σό­τε­ρο.

Τι λοι­πόν; Προ­τού να τον φωνά­ξει ο Φίλιπ­πος τον είδε μόνο, δεν τον έβλε­πε και προ­η­γου­μέ­νως με τον ακοί­μη­το οφθαλ­μό Του; Τον έβλε­πε και κανείς δε θα μπο­ρού­σε να αντεί­πει τίπο­τε ως προς αυτό, αλλά προ­εί­χε να πει οπωσ­δή­πο­τε αυτό προ­η­γου­μέ­νως. Τι λοι­πόν έκα­νε εκεί­νος; Όταν έλα­βε αναμ­φι­σβή­τη­το τεκμή­ριο της προ­γνώ­σε­ως, τότε ομο­λό­γη­σε αμέ­σως τον Χρι­στό και με αυτόν τον τρό­πο φανέ­ρω­σε και την ακρί­βεια στην προ­η­γού­με­νη ανα­βο­λή του και την ευγνω­μο­σύ­νη με την συγ­κα­τά­θε­σή του μετά από αυτά. Διό­τι απο­κρί­θη­κε, λέγει, σε Αυτόν και είπε: «ῥαββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασι­λεὺς τοῦ Ἰσρα­ήλ(:Διδά­σκα­λε, εσύ πράγ­μα­τι είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασι­λεύς του Ισρα­ήλ που περι­μέ­να­με σύμ­φω­να με τις προ­φη­τεί­ες)»[Ιω. 1,50]. Είδες ψυχή, που κατα­χά­ρη­κε ολό­κλη­ρη και τρυ­φε­ρά αγκά­λια­σε με τα λόγια τον Ιησού; «Εσύ είσαι», λέγει, «Εκεί­νος που ανα­μέ­να­με, Εσύ είσαι Εκεί­νος που ανα­ζη­τού­σα­με». Είδες πόσο εξε­πλά­γη, θαύ­μα­σε, σκίρ­τη­σε από χαρά, πήδη­σε από ευχα­ρί­στη­ση;

Με τέτοιο τρό­πο πρέ­πει να χαι­ρό­μα­στε κι εμείς, οι οποί­οι αξιω­θή­κα­με να γνω­ρί­σου­με τον Υιό του Θεού. Να χαι­ρό­μα­στε μάλι­στα όχι μόνο εσω­τε­ρι­κά, με την καρ­διά μας, αλλά και στα έργα μας να το δεί­χνου­με αυτό. Ποιο όμως είναι το καθή­κον όσων χαί­ρον­ται; Να πιστεύ­ουν σε Εκεί­νον, που έγι­νε γνω­στός. Να πιστεύ­ει όμως κανείς σημαί­νει να πράτ­τει εκεί­να ακρι­βώς τα οποία Εκεί­νος θέλει. Επει­δή, εάν πρό­κει­ται να πράτ­του­με όσα Τον εξορ­γί­ζουν, πώς θα φανε­ρώ­σου­με ότι χαι­ρό­μα­στε; Δεν βλέ­πε­τε ότι και στα σπί­τια κάτι τέτοιο περί­που γίνε­ται, όταν δηλα­δή, κανείς υπο­δέ­χε­ται κάποιον από τους πολύ αγα­πη­τούς του φίλους, δεν βλέ­πε­τε ότι κάνει τα πάν­τα με μεγά­λη χαρά, τρέ­χει παν­τού και δεν λυπά­ται τίπο­τε, αλλά αν χρεια­στεί είναι έτοι­μος να προ­σφέ­ρει ό,τι έχει, προ­κει­μέ­νου να ευχα­ρι­στή­σει τον φιλο­ξε­νού­με­νό του; Και αν κανείς προ­σκα­λεί στο σπί­τι του κάποιον και δεν αντα­πο­κρί­νε­ται στις υπο­χρε­ώ­σεις της φιλο­ξε­νί­ας και δεν πράτ­τει αυτά που τον ευχα­ρι­στούν, δεν μπο­ρεί με κανέ­ναν τρό­πο να πεί­σει τον φιλο­ξε­νού­με­νό του ότι είναι χαρού­με­νος που τον έχει κον­τά του, έστω κι αν του επα­να­λαμ­βά­νει διαρ­κώς αυτό. Και πολύ δικαί­ως, διό­τι τη χαρά μας πρέ­πει να φανε­ρώ­νου­με με τις πρά­ξεις μας.

Λοι­πόν, επει­δή και ο Χρι­στός ήλθε κον­τά μας, ας δεί­ξου­με τη χαρά μας και ας μην πράτ­του­με οτι­δή­πο­τε Τον δυσα­ρε­στεί και Τον παρορ­γί­ζει. Ας καλ­λω­πί­σου­με το σπί­τι μας, στο οποίο ήλθε, διό­τι αυτό είναι το καθή­κον όσων χαί­ρον­ται, όταν πραγ­μα­τι­κά χαί­ρον­ται. Ας Του παρα­θέ­σου­με ό,τι εκλε­κτό­τα­το επι­θυ­μεί να φάγει, διό­τι έτσι θα δεί­ξου­με ότι πράγ­μα­τι χαι­ρό­μα­στε πολύ. Ποιο, όμως, είναι αυτό το εκλε­κτό­τα­το γεύμα,το οποίο Εκεί­νος επι­θυ­μεί να φάγει; Το λέγει ο ίδιος: «ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλη­μα τοῦ πέμ­ψαν­τός με(:δικό μου φαγη­τό, που με χορ­ταί­νει και με τρέ­φει, είναι να κάνω πάν­το­τε το θέλη­μα εκεί­νου που με απέ­στει­λε στον κόσμο)»[Ιω. 4,34]. Ας παρα­θέ­σου­με, λοι­πόν, γεύ­μα σε Αυτόν, εφό­σον πει­νά, ας Του δώσου­με νερό, εφό­σον διψά. Δέχε­ται ακό­μη και ένα ποτή­ρι δρο­σε­ρό νερό, διό­τι σε αγα­πά. Οτι­δή­πο­τε προ­σφέ­ρε­ται ως δώρο από αυτούς που αγα­πά­με, όσο μικρό κι αν είναι, φαί­νε­ται μεγά­λο σε Αυτόν που αγα­πά.

Πρό­σε­ξε, λοι­πόν, εσύ τού­το μόνο, να μην αδια­φο­ρή­σεις· διό­τι δεν αρνεί­ται και αν ακό­μη προ­σφέ­ρεις δύο οβο­λούς, θεω­ρεί μάλι­στα αυτούς μεγά­λο πλού­το και τον δέχε­ται ευχα­ρί­στως. Επει­δή δηλα­δή σε Αυτόν τίπο­τα δεν λεί­πει, αλλά είναι πλή­ρως και τελεί­ως αυτάρ­κης, κατά συνέ­πεια δέχε­ται αυτά όχι από ανάγ­κη, εύλο­γα υπο­λο­γί­ζει το παν όχι σύμ­φω­να με το προ­σφε­ρό­με­νο ποσό, αλλά από τη διά­θε­ση του προ­σφέ­ρον­τος και με το μέτρο αυτό της δια­θέ­σε­ως προσ­διο­ρί­ζει και κρί­νει κάθε πρά­ξη μας. Μόνο δεί­ξε σε Αυτόν που ήλθε την αγά­πη σου, δεί­ξε τον ζήλο σου και ότι κάνεις τα πάν­τα για να Τον ευχα­ρι­στή­σεις, δεί­ξε τη χαρά σου για τον ερχο­μό Του. Κοί­τα­ξε Αυτός πώς διά­κει­ται απέ­ναν­τί σου. Ήλθε προς χάριν σου, έδω­σε τη ζωή του χάριν της δικής σου σωτη­ρί­ας και παρ’ όλ’ αυτά και μετά από όλα αυτά δεν παύ­ει να σε παρα­κα­λεί: «Ὑπὲρ Χρι­στοῦ οὖν πρε­σβεύ­ο­μεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρα­κα­λοῦντος δι᾿ ἡμῶν(:εμείς λοι­πόν αντι­προ­σω­πεύ­ον­τας τον Χρι­στό ενερ­γού­με ως απε­σταλ­μέ­νοι Του και πρε­σβευ­τές Του· διό­τι ο Θεός παρα­κα­λεί με το δικό μας στό­μα)»[Β΄Κορ. 5,20]. «Και ποιος είναι τόσο τρε­λός και ανόη­τος», λέγει, «ώστε να μην αγα­πά τον Κύριό του;». Αυτό λέγω και εγώ και γνω­ρί­ζω μεν ότι κανείς από μας δεν θα αρνη­θεί αυτό στα λόγια και στην καρ­διά του, αλλά ο αγα­πώ­με­νος θέλει να απο­δεί­ξου­με αυτό και με τις πρά­ξεις μας· διό­τι είναι ειρω­νεία και καθα­ρή υπο­κρι­σία να βεβαιώ­νου­με με λόγια μόνο ότι αγα­πά­με, χωρίς να πράτ­του­με συγ­χρό­νως,όπως αυτοί που πραγ­μα­τι­κά αγα­πούν και τού­το δεν συμ­βαί­νει μόνο με τον Θεό, αλλά και με τους ανθρώ­πους.

Επει­δή λοι­πόν το να ομο­λο­γού­με πίστη και αγά­πη με τα λόγια μόνο,ενώ με τα έργα μας να εναν­τιω­νό­μα­στε, είναι όχι μόνο ανω­φε­λές, αλλά και επι­βλα­βές σε μας, παρα­κα­λώ, ας προ­τι­μή­σου­με την δια των έργων ομο­λο­γία, για να επι­τύ­χου­με και την υπέρ ημών ομο­λο­γία Αυτού, κατά την ημέ­ρα εκεί­νη της Κρί­σε­ως, όταν ενώ­πιον του Πατρός θα ομο­λο­γεί τους αξί­ους στον Χρι­στό Ιησού τον Κύριό μας, δια του οποί­ου και μετά του οποί­ου στον Πατέ­ρα πρέ­πει η δόξα και στο Άγιο Πνεύ­μα, τώρα και πάν­το­τε και στους αιώ­νες των αιώ­νων. Αμήν.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

ΟΜΙΛΙΑ ΚΑ΄(επι­λεγ­μέ­νο από­σπα­σμα)

«Ἀπεκρί­θη Ναθα­ναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ῥαββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασι­λεὺς τοῦ Ἰσρα­ήλ. ἀπεκρί­θη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκά­τω τῆς συκῆς, πιστεύ­εις; μεί­ζω τού­των ὄψει(: τότε ο Ναθα­να­ήλ Τού απο­κρί­θη­κε: ‘’Διδά­σκα­λε, Εσύ πράγ­μα­τι είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασι­λεύς του Ισρα­ήλ που περι­μέ­να­με σύμ­φω­να με τις προ­φη­τεί­ες’’. Και ο Ιησούς τού απάν­τη­σε: ‘’Επει­δή σου είπα ότι σε είδα κάτω από τη συκιά πιστεύ­εις; Θα δεις πιο μεγά­λα και πιο θαυ­μα­στά πράγ­μα­τα απ’ αυτά’’)»[Ιω.1,50–51].

Μας χρειά­ζε­ται, αγα­πη­τοί μου, επι­στα­μέ­νη μελέ­τη και κοπιώ­δης φρον­τί­δα, χρειά­ζε­ται συνε­χής εγρή­γορ­ση και μεγά­λη προ­σπά­θεια, για να κατορ­θώ­σου­με να ερευ­νή­σου­με προ­σε­κτι­κά το βάθος των θεί­ων Γρα­φών· διό­τι δεν είναι δυνα­τόν απλά και επι­πό­λαια, ούτε ολι­γω­ρών­τας και μη δίνον­τας την πρέ­που­σα σημα­σία, να εννο­ή­σου­με τη βαθύ­τε­ρη σημα­σία αυτών, αλλά χρειά­ζε­ται και ακρι­βής μελέ­τη όσων εκτί­θεν­ται σε αυτές και συνε­χής και θερ­μή προ­σευ­χή, για να κατορ­θώ­σου­με λίγο να δια­κρί­νου­με τα ιερά άδυ­τα των θεί­ων λόγων. Ιδού λοι­πόν, ότι και σήμε­ρα βρί­σκε­ται ενώ­πιόν μας προς εξέ­τα­ση ένα ζήτη­μα, όχι μικρό και ασή­μαν­το, αντι­θέ­τως μάλι­στα και πάρα πολύ σπου­δαίο και το οποίο έχει ανάγ­κη πολ­λής μελέ­της και προ­σε­κτι­κής έρευ­νας. Διό­τι μόλις ο Ναθα­να­ήλ είπε : «Σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ(:Εσύ είσαι ο Υιός του Θεού)», ο Χρι­στός αμέ­σως του απάν­τη­σε: «ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκά­τω τῆς συκῆς, πιστεύ­εις; μεί­ζω τού­των ὄψει(:επει­δή σου είπα ότι σε είδα κάτω από την συκιά, πιστεύ­εις; Θα δεις ακό­μη μεγα­λύ­τε­ρα και πλέ­ον αξιο­θαύ­μα­στα από αυτά)»[Ιω.1,51].

Ποιο λοι­πόν είναι το ζήτη­μα που δημιουρ­γεί­ται από αυτά που ειπώ­θη­καν; Ότι ο μεν Πέτρος, όταν μετά από τόσα θαύ­μα­τα και μετά από τέτοια διδα­σκα­λία, ομο­λο­γεί ότι «σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος(:Εσύ είσαι ο Χρι­στός, ο φυσι­κός και μονο­γε­νής Υιός του Θεού, που δεν είναι νεκρός όπως τα είδω­λα, αλλά ζει παν­το­τι­νά)»[Ματθ.16,16], μακα­ρί­ζε­ται από τον Χρι­στό, επει­δή δέχθη­κε την απο­κά­λυ­ψη αυτή από τον Πατέ­ρα: «μακά­ριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκά­λυ­ψέ σοι, ἀλλ᾿ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(:μακά­ριος και ευτυ­χι­σμέ­νος είσαι, Σίμων, γιε του Ιωνά, διό­τι την αλή­θεια αυτή της ορθής πίστε­ως δεν σου τη φανέ­ρω­σε κανείς άνθρω­πος, αλλά ο Πατέ­ρας μου που είναι στους ουρα­νούς)»[Ματθ.16,17]˙ο Ναθα­να­ήλ όμως παρά το ότι ομο­λο­γεί το ίδιο ακρι­βώς και μάλι­στα προ­τού δει τα θαύ­μα­τα του Χρι­στού και ακού­σει τη διδα­σκα­λία Του, εντού­τοις δεν ακού­ει τίπο­τε ανά­λο­γο προς αυτό που άκου­σε ο Πέτρος και όχι μόνο τίπο­τε ανά­λο­γο, αλλά και σαν να μην είπε τίπο­τε τόσο μεγά­λο όσο έπρε­πε να πει, τον βεβαιώ­νει ότι θα δει μεγα­λύ­τερα.

Ποια λοι­πόν είναι η αιτία αυτών; Η αιτία είναι ότι ναι μεν τα ίδια λόγια είπαν και ο Πέτρος και ο Ναθα­να­ήλ, ωστό­σο όμως όχι με το ίδιο πνεύ­μα και με το ίδιο νόη­μα και οι δύο, αλλά ο μεν Πέτρος ομο­λό­γη­σε ότι ο Χρι­στός είναι Υιός του Θεού, Θεός αλη­θι­νός, ο δε Ναθα­να­ήλ ότι είναι απλός άνθρω­πος. Και από πού το κατα­λα­βαί­νου­με αυτό; Από αυτά που ειπώ­θη­καν παρα­κά­τω. Διό­τι, αφού είπε: «σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ(: Εσύ είσαι ο Υιός του Θεού)», πρό­σθε­σε αμέ­σως: «σὺ εἶ ὁ βασι­λεὺς τοῦ Ἰσρα­ήλ(:εσύ είσαι ο βασι­λέ­ας του Ισρα­ήλ)». Ο Υιός όμως του Θεού δεν είναι βασι­λέ­ας του Ισρα­ήλ μόνο, αλλά και ολό­κλη­ρης της οικου­μέ­νης. Αλλά αυτό δεν το συμ­πε­ραί­νου­με από αυτό μόνο, αλλά και από τα εξής: στον μεν Πέτρο δηλα­δή, τίπο­τε περισ­σό­τε­ρο δεν πρό­σθε­σε ο Χρι­στός, αλλά είπε, αφού δια­πί­στω­σε ότι η πίστη του ήταν πλή­ρης και ολο­κλη­ρω­μέ­νη, ότι θα οικο­δο­μή­σει την Εκκλη­σία επά­νω στην ομο­λο­γία του αυτή, ενώ στον Ναθα­να­ήλ δεν έκα­νε καθό­λου κάτι τέτοιο, αλλά μάλι­στα και το αντί­θε­το· διό­τι σαν να έλει­πε μεγά­λο μέρος από την ομο­λο­γία του και μάλι­στα το σπου­δαιό­τε­ρο, πρό­σθε­σε τα υπό­λοι­πα.

Τι του είπε, λοι­πόν; «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέ­λους τοῦ Θεοῦ ἀναβαί­νον­τας καὶ κατα­βαί­νον­τας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώ­που(:αλη­θι­νά σας δια­βε­βαιώ­νω ότι από τώρα που άνοι­ξε ο ουρα­νός κατά τη βάπτι­σή μου, θα δεί­τε κι εσείς τον ουρα­νό ανοιγ­μέ­νο, και τους αγγέ­λους του Θεού να ανε­βαί­νουν και να κατε­βαί­νουν στον Υιό του Θεού. Αυτός έγι­νε και τέλειος άνθρω­πος, και ως υιός του ανθρώ­που είναι μονα­δι­κός αντι­πρό­σω­πος του ανθρω­πί­νου γένους˙ και πρό­κει­ται να έλθει και πάλι ως Κρι­τής ένδο­ξος καθι­σμέ­νος πάνω σε νεφέ­λες. Θα ανε­βαί­νουν και θα κατε­βαί­νουν οι άγγε­λοι προ­κει­μέ­νου να υπη­ρε­τούν αυτόν και την Εκκλη­σία Του)»[Ιω. 1,51].

Βλέ­πεις πώς τον απο­σπά βαθ­μη­δόν από τη γη και ολί­γον κατ’ ολί­γον τον υψώ­νει και τον κάνει να μη Τον θεω­ρεί πλέ­ον απλώς έναν άνθρω­πο; Διό­τι Εκεί­νος, τον οποίο υπη­ρε­τούν συνε­χώς άγγε­λοι και επά­νω στον οποίο ανε­βαί­νουν και κατε­βαί­νουν άγγε­λοι, πώς θα μπο­ρού­σε να είναι απλός άνθρω­πος; Γι’ αυτό είπε: «Θα δεις μεγα­λύ­τε­ρα από αυτά» και το φανέ­ρω­σε αυτό με το να προ­σθέ­σει τα σχε­τι­κά με τη δια­κο­νία των αγγέ­λων. Αυτό επί­σης που είπε, σημαί­νει ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα τα εξής: «Σου φάνη­κε μεγά­λο πράγ­μα», είπε, « αυτό, Ναθα­να­ήλ, και γι’ αυτό με απο­κά­λε­σες βασι­λέα του Ισρα­ήλ; Τι λοι­πόν θα πεις όταν θα δεις αγγέ­λους να ανε­βαί­νουν και να κατε­βαί­νουν επά­νω σε εμέ­να;». Και με αυτά τα λόγια τον έπει­θε να ομο­λο­γή­σει τον Χρι­στό ως Δεσπό­τη και των αγγέ­λων.

Διό­τι σαν σε γνή­σιο υιό βασι­λέ­ως, έτσι ακρι­βώς ανέ­βαι­ναν και κατέ­βαι­ναν οι βασι­λι­κοί διά­κο­νοι και κατά τη Σταύ­ρω­σή Του και κατά την Ανά­στα­ση και την Ανά­λη­ψή Του, αλλά και προ­η­γου­μέ­νως, όταν προ­σήλ­θαν και Τον υπη­ρε­τού­σαν, όταν δια­λα­λού­σαν το χαρ­μό­συ­νο γεγο­νός της Γεν­νή­σε­ώς Του, όταν δια­λα­λού­σαν παν­τού: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώ­ποις εὐδοκία(:Δοξα­σμέ­νος ας είναι ο Θεός στα ύψι­στα μέρη του ουρα­νού απ’ τους αγγέ­λους που κατοι­κούν εκεί˙ και στη γη ολό­κλη­ρη, που είναι ταραγ­μέ­νη απ’ την αμαρ­τία και τα βίαια πάθη της, ας βασι­λεύ­σει η θεία ειρή­νη. Διό­τι ο Θεός εκδή­λω­σε τώρα εξαι­ρε­τι­κά την εύνοια και την ευα­ρέ­σκειά Του στους ανθρώ­πους με την εναν­θρώ­πη­ση του Υιού Του)»[Λουκ.2,14],όταν επι­σκέ­φθη­καν την Μαρία, όταν εμφα­νί­στη­καν στον Ιωσήφ.

Αυτό μάλι­στα ακρι­βώς, το οποίο έκα­νε σε πολ­λές άλλες περι­πτώ­σεις, αυτό έκα­νε και στην παρού­σα περί­πτω­ση. Δύο προρ­ρή­σεις έκα­νε, και της μεν πρώ­της απέ­δει­ξε ήδη την ορθό­τη­τα και αλή­θεια, της δε άλλης, που ανα­φε­ρό­ταν στο μέλ­λον, την αλή­θειά της τη βεβαί­ω­σε με την πραγ­μα­το­ποί­η­ση της παρού­σας, καθό­σον από όσα ειπώ­θη­καν, άλλα μεν απο­δεί­χθη­καν, όπως για παρά­δειγ­μα απο­δεί­χτη­κε το ότι γνώ­ρι­ζε όσα είχαν γίνει νωρί­τε­ρα, όταν είπε: «πρὸ τοῦ σε Φίλιπ­πον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε(:προ­τού σε φωνά­ξει ο Φίλιπ­πος, κάτω από τη συκιά σε είδα)», άλλα πάλι επρό­κει­το να πραγ­μα­το­ποι­η­θούν και εν μέρει πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν· πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν, δηλα­δή, η ανά­βα­ση και κατά­βα­ση των αγγέ­λων κατά τη Σταύ­ρω­ση, κατά την Ανά­στα­ση και την Ανά­λη­ψη˙ το οποίο και αυτό δια των λεχθέν­των το καθι­στά αξιό­πι­στο και πριν από την πραγ­μα­το­ποί­η­σή του.

Διό­τι αυτός ο οποί­ος γνώ­ρι­σε και αντι­λή­φθη­κε από όσα έγι­ναν στο παρελ­θόν την δύνα­μή Του, ήταν ευκο­λό­τε­ρο να απο­δε­χθεί και αυτή την πρόρ­ρη­ση, η οποία ανα­φε­ρό­ταν στο μέλ­λον. Τι απάν­τη­σε λοι­πόν ο Ναθα­να­ήλ; Τίπο­τε δεν απάν­τη­σε σε αυτό. Για τον λόγο αυτό και ο Χρι­στός στα­μά­τη­σε εδώ τη συνο­μι­λία Του με αυτόν και τον άφη­σε να σκε­φθεί μόνος του όσα του είπε, επει­δή άλλω­στε και δεν ήθε­λε να τα προ­σφέ­ρει όλα δια­μιάς, αλλά ήθε­λε, αφού έρι­ξε τα σπέρ­μα­τα στην εύφο­ρη γη, να την αφή­σει πλέ­ον με την ησυ­χία της σιγά σιγά με τον και­ρό και με δική της προ­σπά­θεια να βλα­στή­σει.

Τον τρό­πο αυτόν ακρι­βώς της διδα­σκα­λί­ας και αλλού μας φανέ­ρω­σε μέσω των εξής λόγων: «ὡμοιώ­θη ἡ βασι­λεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ σπεί­ραν­τι καλὸν σπέρ­μα ἐν τῷ ἀγρῷ αὐτοῦ. ἐν δὲ τῷ καθεύ­δειν τοὺς ἀνθρώ­πους ἦλθεν αὐτοῦ ὁ ἐχθρὸς καὶ ἔσπει­ρε ζιζά­νια ἀνὰ μέσον τοῦ σίτου καὶ ἀπῆλθεν(:ο Κύριος τούς δίδα­ξε και μια άλλη παρα­βο­λή: ‘’Η βασι­λεία των ουρα­νών, η Εκκλη­σία δηλα­δή που θα κατα­κτή­σει τον κόσμο ολό­κλη­ρο, και ο λόγος της αλή­θειας που κηρύτ­τει σ’ όλο τον κόσμο δια της Εκκλη­σί­ας, μοιά­ζει με άνθρω­πο που έσπει­ρε καλό σπό­ρο στο χωρά­φι του. Έτσι ο Κύριος σπέρ­νει πάν­το­τε τον καλό σπό­ρο της σωτή­ριας αλή­θειας στον κόσμο που κατα­κτά­ται από την Εκκλη­σία. Την ώρα όμως που κοι­μούν­ταν οι άνθρω­ποί του, ήλθε ο εχθρός του, ο διά­βο­λος δηλα­δή, κι έσπει­ρε ανά­με­σα στο σιτά­ρι ‘’ήρα’’, το ζιζά­νιο των σιτη­ρών, και έφυ­γε’’)»[Ματθ.13,24–25].

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επι­μέ­λεια κει­μέ­νου: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047–64/In%20Joannem.pdf

  • Ιωάν­νου του Χρυ­σο­στό­μου Άπαν­τα τα έργα, Υπό­μνη­μα στο Κατά Ιωάν­νην Ευαγ­γέ­λιον, ομι­λί­ες Κ΄ και ΚΑ΄, πατε­ρι­κές εκδό­σεις «Γρη­γό­ριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάν­τιον», Θεσ­σα­λο­νί­κη 1978, τόμος 13, σελί­δες 292–315.

  • Βιβλιο­θή­κη των Ελλή­νων, Άπαν­τα των αγί­ων Πατέ­ρων, Ιωάν­νου Χρυ­σο­στό­μου έργα, τόμος 72, σελ. 44–61.

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • Π. Τρεμ­πέ­λα, Η Και­νή Δια­θή­κη με σύν­το­μη ερμη­νεία (από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2014.

  • Η Και­νή Δια­θή­κη, Κεί­με­νον και ερμη­νευ­τι­κή από­δο­σις υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τρια­κο­στή τρί­τη, Αθή­να 2009.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη κατά τους εβδο­μή­κον­τα, Κεί­με­νον και σύν­το­μος από­δο­σις του νοή­μα­τος υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2005.

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

Ιερός Χρυ­σό­στο­μος (Πρός τε Ἰου­δαί­ους καὶ Ἓλλη­νας)

AΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝ/ΛΕΩΣ, ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

«Πρός τε Ἰου­δαί­ους καὶ Ἓλλη­νας ἀπό­δει­ξις ὅτι ἐστὶ Θεὸς ὁ Χρι­στός ἐκ τῶν παρά τοῖς προ­φή­ταις πολ­λα­χοῦ περί αὐτοῦ εἰρημέ­νων»

(:κατά Ιου­δαί­ων και εθνι­κών, από­δει­ξη ότι ο Χρι­στός είναι Θεός, με βάση όσα είπαν οι προ­φή­τες γι’ Αυτόν σε πολ­λά σημεία των βιβλί­ων τους)

Επει­δή πολ­λοί από τους ανθρώ­πους δεν θα ανέ­χον­ταν να ακού­νε με ευκο­λία μακρο­σκε­λείς λόγους, για τον λόγο ότι άλλοι είναι εκ φύσε­ως ράθυ­μοι, άλλοι έχουν παρα­δο­θεί με πολ­λή αφο­σί­ω­ση στις βιο­τι­κές μέρι­μνες και άλλοι επει­δή κατέ­χον­ται από πολ­λή αμά­θεια, θεώ­ρη­σα αναγ­καίο να σας απαλ­λά­ξω από τον κόπο της μακρη­γο­ρί­ας, ώστε και την οκνη­ρία να αφαι­ρέ­σω από τους ράθυ­μους και να πεί­σω εκεί­νους που απο­φεύ­γουν να δια­βά­ζουν κάτι, να ακού­σουν με πολ­λή προ­θυ­μία την ανά­πτυ­ξη της πραγ­μα­τεί­ας αυτής. Γι’ αυτό λοι­πόν δεν θα στο­λί­σω την ομι­λία μου με λέξεις και ονό­μα­τα καλο­λο­γι­κά, αλλά θα θέσω τα ονό­μα­τα και τις λέξεις έτσι, ώστε να είναι ευκο­λο­νόη­τα και στον δού­λο κα στην υπη­ρέ­τρια και στη χήρα γυναί­κα και στον έμπο­ρο και στον ναύ­τη και στον αγρό­τη, και θα προ­σπα­θή­σω παν­τού να περιο­ρί­σω, όσο είναι δυνα­τό, το μήκος της ομι­λί­ας και να κάνω σύν­το­μη τη διδα­σκα­λία, για να διε­γεί­ρω και με τα δύο αυτά την όρε­ξη των αδιά­φο­ρων ακρο­α­τών να ακού­σουν με ευκο­λία και χωρίς κού­ρα­ση τα όσα πρό­κει­ται να λεχθούν, ώστε, συγ­κρα­τών­τας τα στη μνή­μη σας, να ωφε­λη­θεί­τε. Θα αρχί­σω τον αγώ­να μου πρώ­τα εναν­τί­ον των εθνι­κών.

Αν δηλα­δή λέγει ο ειδω­λο­λά­τρης: «Από πού γίνε­ται φανε­ρό ότι ο Χρι­στός είναι Θεός;»(για­τί πρέ­πει από την αρχή να λάβου­με αυτό σαν προ­ϋ­πό­θε­ση, αφού όλα τα άλλα είναι επα­κό­λου­θα αυτού), εμείς δεν θα αρχί­σου­με την από­δει­ξη ξεκι­νών­τας από τον ουρα­νό, ούτε και από άλλα παρό­μοια. Για­τί, αν του πω, ότι «ο Θεός δημιούρ­γη­σε τον ουρα­νό και τη γη και τη θάλασ­σα», δεν θα το ανε­χθεί· αν του πω «ότι ανέ­στη­σε νεκρούς, ότι θερά­πευ­σε τυφλούς, ότι εξε­δί­ω­ξε δαί­μο­νες», ούτε και αυτό θα το απο­δε­χθεί· αν του πω, ότι «υπο­σχέ­θη­κε τη βασι­λεία των ουρα­νών και τα άρρη­τα αγα­θά, αν του μιλή­σω για την ανά­στα­ση», όχι μόνο δεν θα τα δεχθεί, αλλά και θα γελά­σει.

Πώς λοι­πόν θα τον φέρου­με κον­τά μας, και μάλι­στα αν είναι ιδιώ­της; Από πού αλλού, παρά από αυτά, που και από μένα και απ’ αυτόν τον ίδιο είναι κοι­νώς παρα­δε­κτά και αναν­τίρ­ρη­τα και προς τα οποία δεν έχει καμία αμφι­βο­λία; Για­τί, αν του πω ότι δημιούρ­γη­σε τον ουρα­νό και τα άλλα που ανέ­φε­ρα προ­η­γου­μέ­νως, δεν θα δεχό­ταν να πει­σθεί εύκο­λα. Ποια είναι λοι­πόν εκεί­να, που κι αυτός δέχε­ται ότι τα έκα­με ο Θεός και δεν θα μπο­ρού­σε να προ­βάλ­λει καμία αντίρ­ρη­ση; Το ότι Αυτός φύτευ­σε το γένος των Χρι­στια­νών- για­τί δεν μπο­ρεί να αρνη­θεί ότι Αυτός ίδρυ­σε τις Εκκλη­σί­ες που υπάρ­χουν σε όλα τα μέρη της οικου­μέ­νης. Από αυτά θα απο­δεί­ξου­με τη δύνα­μή Του, και θα δεί­ξου­με ότι είναι Θεός, και θα του πού­με ότι δεν είναι έργο απλού ανθρώ­που η εξά­πλω­ση της διδα­σκα­λί­ας μέσα σε τόσο μικρό χρο­νι­κό διά­στη­μα σε όλη την οικου­μέ­νη, στη στε­ριά και στη θάλασ­σα, και μάλι­στα τη στιγ­μή που καλού­σε τους ανθρώ­πους προς τέτοια πράγ­μα­τα, και ανθρώ­πους τέτοιους που ήταν προ­κα­τει­λημ­μέ­νοι από τις κακές συνή­θειές τους, ή καλύ­τε­ρα που ήταν κυριευ­μέ­νοι από τόσο μεγά­λη κακία. Και όμως κατόρ­θω­σε να ελευ­θε­ρώ­σει από όλα αυτά το ανθρώ­πι­νο γένος και όχι μόνο τους Ρωμαί­ους, αλλά και τους Πέρ­σες, και γενι­κά όλα τα έθνη των βαρ­βά­ρων. Και όλα αυτά τα κατόρ­θω­σε όχι με τη χρή­ση όπλων, ούτε με δαπά­νες χρη­μά­των, ούτε κινών­τας εναν­τί­ον τους στρα­τεύ­μα­τα και υπο­κι­νών­τας πολέ­μους, αλλά έχον­τας στην αρχή ένδε­κα ανθρώ­πους, άση­μους, απλοϊ­κούς, αγράμ­μα­τους, ιδιώ­τες, φτω­χούς, κακον­τυ­μέ­νους, άοπλους, ανυ­πό­δη­τους, με έναν και μόνο χιτώ­να.

Για­τί όμως λέγω «κατόρ­θω­σε»; Μπό­ρε­σε να πεί­σει τόσες φυλές ανθρώ­πων να φιλο­σο­φούν όχι μόνο για τα παρόν­τα, αλλά και για τα μελ­λον­τι­κά αγα­θά, να καταρ­γή­σουν τους νόμους των πατέ­ρων τους, να ξερι­ζώ­σουν τις επί τόσα χρό­νια ριζω­μέ­νες παλιές συνή­θειες και να φυτεύ­σουν άλλες αντί αυτών, και παίρ­νον­τάς τους από τα εύκο­λα τούς οδή­γη­σε στα δικά Του τα δύσκο­λα, και όλα αυτά τα κατόρ­θω­σε ενώ πολε­μούν­ταν από όλους και αφού υπέ­μει­νε χλευα­ζό­με­νος τον σταυ­ρό και τον επο­νεί­δι­στο εκεί­νον θάνα­το. Δεν μπο­ρούν βέβαια να προ­βά­λουν αντιρ­ρή­σεις γι’ αυτά, ότι δηλα­δή δεν σταυ­ρώ­θη­κε από τους Ιου­δαί­ους και έπα­θε άπει­ρα κακά από αυτούς, και ότι το κήρυγ­μα καθη­με­ρι­νά σημειώ­νει πρό­ο­δο. Και το παρά­δο­ξο είναι ότι ανθεί όχι μόνο εδώ, αλλά και στους Πέρ­σες, αν και πολε­μεί­ται ακό­μη και τώρα από αυτούς. Και αν και υπάρ­χει σε αυτούς μέχρι τώρα ένα πλή­θος μαρ­τύ­ρων, κι όμως αυτοί που ήταν και από τους λύκους πιο άγριοι, αφού δέχθη­καν το κήρυγ­μα, έγι­ναν πιο ήμε­ροι και από τα πρό­βα­τα, και φιλο­σο­φούν για την αθα­να­σία και την ανά­στα­ση και τα απόρ­ρη­τα αγα­θά.

Και τα κατορ­θώ­μα­τα αυτά δεν επι­τεύ­χθη­καν μόνο στις πόλεις, αλλά και στην έρη­μο και στα χωριά και στα νησιά και στους όρμους και στα επί­νεια. Και δεν είναι μόνο ιδιώ­τες ούτε και άρχον­τες απλώς, αλλά και αυτοί που φορούν τα βασι­λι­κά στέμ­μα­τα με μεγά­λη πίστη έχουν υπο­τα­γή στον Εσταυ­ρω­μέ­νο. Και ότι όλα αυτά δεν έγι­ναν τυχαία, αλλά ύστε­ρα από πρόρ­ρη­ση που είχε γίνει πριν από πολύ χρό­νο, θα προ­σπα­θή­σω τώρα να το απο­δεί­ξω. Καλύ­τε­ρα όμως, για να μη θεω­ρη­θεί ύπο­πτος ο λόγος μου, είναι ανάγ­κη να παρα­θέ­σω μπρο­στά σας τα βιβλία των Ιου­δαί­ων που σταύ­ρω­σαν Αυτόν και να ανα­φέ­ρω, μπρο­στά στα μάτια αυτών που δεν πιστεύ­ουν, όλες τις μαρ­τυ­ρί­ες γι΄Αυτόν των Γρα­φών που ακό­μη και σήμε­ρα φυλάσ­σουν.

Το ότι λοι­πόν ο Θεός θα γινό­ταν άνθρω­πος, παρα­μέ­νον­τας Θεός, πρώ­τος το λέγει ο Βαρούχ: «Οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐ λογι­σθή­σε­ται ἕτερος πρὸς αὐτόν. ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστή­μης καὶ ἔδωκεν αὐτὴν Ἰακὼβ τῷ παιδὶ αὐτοῦ καὶ Ἰσραὴλ τῷ ἠγαπη­μένῳ ὑπ᾿ αὐτοῦ· μετὰ τοῦτο ἐπὶ γῆς ὤφθη καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώ­ποις συνα­νε­στρά­φη (: Αυτός είναι ο Θεός μας, ο δημιουρ­γός πάν­των, ο κυβερ­νή­της και ηγε­μό­νας τους· κανείς άλλος δεν μπο­ρεί να συγ­κρι­θεί και να αντι­με­τρη­θεί προς Αυτόν. Αυτός βρή­κε και έχει όλη την οδό της σοφί­ας και έδω­σε αυτήν στον Ιακώβ, τον δού­λο Του, και στον Ισρα­ήλ, τον αγα­πη­μέ­νο Του. Έπει­τα λοι­πόν από αυτό, φανε­ρώ­θη­κε στη γη και συνα­να­στρά­φη­κε με τους ανθρώ­πους)»[Βαρούχ, 3,36–38]. Είδες πώς τα δήλω­σε όλα μέσα σε λίγες λέξεις, και ότι, ενώ ήταν Θεός, έγι­νε άνθρω­πος και ότι συνα­να­στρά­φη­κε τους ανθρώ­πους και ότι Αυτός νομο­θέ­τη­σε και την Παλαιά Δια­θή­κη; Για­τί λέγει «Αυτός βρή­κε όλη την οδό της σοφί­ας και την έδω­σε στον Ιακώβ τον δού­λο Του, τον Ισρα­ήλ τον αγα­πη­μέ­νο Του». Δεί­χνει δηλα­δή εδώ, ότι και πριν από την παρου­σία Του ως άνθρω­πος, Αυτός τα κυβερ­νού­σε όλα και Αυτός τα έκα­νε όλα, δίνον­τας τη νομο­θε­σία, και προ­νο­ών­τας, κηδε­μο­νεύ­ον­τας και ευερ­γε­τών­τας τα πάν­τα.

Άκου­σε πάλι τι λέγει άλλος προ­φή­της θέλον­τας να δεί­ξει ότι δεν θα είναι μόνο άνθρω­πος, αλλά ότι θα γεν­νη­θεί από Παρ­θέ­νο: «Διὰ τοῦτο δώσει Κύριος αὐτὸς ὑμῖν σημεῖον(:γι’ αυτό θα δώσει ο ίδιος ο Κύριος σε σας σημείο, θαύ­μα μέγα και κατα­πλη­κτι­κό): Ἰδοὺ ἡ παρ­θέ­νος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξε­ται υἱόν, καὶ καλέ­σου­σι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμα­νου­ήλ(:Να, η παρ­θέ­νος, που δεν γνώ­ρι­σε άνδρα, θα συλ­λά­βει και θα γεν­νή­σει υιό, και όσοι θα πιστεύ­ουν σε Αυτόν, θα Τον ονο­μά­σουν Εμμα­νου­ήλ’’)»[Ησ.7,14]· το όνο­μα αυτό ερμη­νευό­με­νο σημαί­νει «ο Θεός μαζί μας».

Έπει­τα, για να δεί­ξει ότι αυτό που φαι­νό­ταν δεν ήταν φαν­τα­στι­κό, αλλά ότι ήταν πράγ­μα­τι άνθρω­πος, πρό­σθε­σε λέγον­τας: «διό­τι πρὶν ἢ γνῶναι τὸ παι­δί­ον ἀγαθὸν ἢ κακόν, ἀπει­θεῖ πονη­ρίᾳ τοῦ ἐκλέ­ξα­σθαι τὸ ἀγαθόν, καὶ κατα­λει­φθή­σε­ται ἡ γῆ, ἣν σὺ φοβῇ, ἀπὸ προ­σώ­που τῶν δύο βασι­λέ­ων(:διό­τι, πριν ακό­μη το παι­δί κατα­νο­ή­σει και είναι σε θέση να δια­κρί­νει μετα­ξύ αγα­θού και κακού, θα απει­θεί σε κάθε πονη­ρία, για να εκλέ­γει και να προ­τι­μά πάν­το­τε το αγα­θό. Η υπερ­φυ­σι­κή γέν­νη­ση και αρε­τή του παι­διού θα είναι το σημείο που θα εγγυ­η­θεί ότι θα μεί­νει ανέ­πα­φη η χώρα, για την οποία εσύ ο βασι­λιάς Άχαζ φοβά­σαι εξαι­τί­ας των δύο βασι­λέ­ων που επέ­δρα­μαν εναν­τί­ον σου)»[Ησ. 7,16].

Το ότι Αυτός δεν θα γινό­ταν μόνο άνθρω­πος και δεν θα γεν­νιό­ταν από παρ­θέ­νο μόνο, αλλά και θα κατα­γό­ταν από το γένος του Δαβίδ, άκου­σε ότι και αυτό το προ­λέ­γει πολύ πιο μπρο­στά ο Ησα­ΐ­ας, χρη­σι­μο­ποιών­τας αλλη­γο­ρι­κά και μετα­φο­ρι­κά τις λέξεις, πλην όμως το προ­λέ­γει: «Καὶ ἐξελεύ­σε­ται ῥάβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης ἀναβή­σε­ται. καὶ ἀναπαύ­σε­ται ἐπ᾿ αὐτὸν πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πνεῦμα σοφί­ας καὶ συνέ­σε­ως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύ­ος, πνεῦμα γνώ­σε­ως καὶ εὐσεβεί­ας·ἐμπλή­σει αὐτὸν πνεῦμα φόβου Θεοῦ(:και από τη γενε­α­λο­γι­κή ρίζα του Ιεσ­σαί θα φυτρώ­σει κλω­νά­ρι και άνθος από τη ρίζα αυτήν θα ανα­βλα­στή­σει. Στον ευλο­γη­μέ­νο αυτόν από­γο­νο του Ιεσ­σαί θα επα­να­παυ­τεί το Πνεύ­μα του Θεού, Πνεύ­μα σοφί­ας και συνέ­σε­ως, Πνεύ­μα υγιούς θελή­σε­ως και ισχύ­ος, Πνεύ­μα γνώ­σε­ως και ευσε­βεί­ας· θα γεμί­σει Αυτόν ο Θεός με Πνεύ­μα φόβου Θεού)»[Ησ. 11, 1–3]· για­τί αυτός ο Ιεσ­σαί ήταν πατέ­ρας του Δαβίδ. Είναι φανε­ρό από αυτό, ότι και από τη φυλή εκεί­νη κατα­γό­ταν. Και όχι μόνο το ότι θα κατά­γε­ται από τη φυλή εκεί­νη, αλλά και το ότι θα προ­έλ­θει από τον οίκο του Ιεσ­σαί, και αυτό το προ­εί­πε, λέγον­τας «θα φυτρώ­σει», λέγει, «ράβδος από τη ρίζα του Ιεσ­σαί», μιλών­τας όχι απλώς για ράβδο, αλλά γι΄Αυτόν τον ίδιο και τη βασι­λεία Του. Και ότι δεν το είπε αυτό εννο­ών­τας απλώς τη ράβδο, το δήλω­σε με τα επό­με­να. Για­τί, αφού είπε, «θα φυτρώ­σει ράβδος», πρό­σθε­σε: «και θα ανα­παυ­θεί σε Αυτόν πνεύ­μα σοφί­ας και συνέ­σε­ως». Κανείς βέβαια, και αν ακό­μη είναι πάρα πολύ ανόη­τος, δεν θα πει αυτό, ότι η χάρη του Πνεύ­μα­τος θα ερχό­ταν στο ξύλο, αλλά είναι φανε­ρό, ότι θα ερχό­ταν στον Ναό εκεί­νο τον άμω­μο. Γι’ αυτό δεν είπε «θα έλθει», αλλά «θα ανα­παυ­θεί», επει­δή αφού ήλθε το Πνεύ­μα, παρέ­μει­νε και δεν έφυ­γε. Και αυτό ακρι­βώς για να δηλώ­σει και ο Ευαγ­γε­λι­στής Ιωάν­νης, έλε­γε: «Καὶ ἐμαρ­τύ­ρη­σεν Ἰωάν­νης λέγων ὅτι τεθέ­α­μαι τὸ Πνεῦμα κατα­βαῖνον ὡς περι­στερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμει­νεν ἐπ᾿ αὐτόν(:ο Ιωάν­νης ο Βαπτι­στής μάλι­στα έδω­σε και την εξής μαρ­τυ­ρία: “Έχω δει το Άγιο Πνεύ­μα να κατε­βαί­νει σαν περι­στέ­ρι απ’ τον ουρα­νό και να μένει πάνω Του μόνι­μα και διαρ­κώς, και όχι όπως στους προ­φή­τες, οι οποί­οι δέχον­ταν εκτά­κτως τη χάρη του Πνεύ­μα­τος και για ειδι­κό σκο­πό”)»[Ιω. 1,32].

Δεν παρα­σιώ­πη­σαν επί­σης ούτε την ιου­δαϊ­κή γνώ­μη, που εξέ­φρα­σαν μόλις γεν­νή­θη­κε. Καθό­σον ο Ματ­θαί­ος λέγει: «Ἀκού­σας δὲ Ἡρῴδης ὁ βασι­λεὺς ἐταρά­χθη καὶ πᾶσα Ἱερο­σό­λυ­μα μετ᾿ αὐτοῦ(:όταν όμως ο βασι­λιάς Ηρώ­δης άκου­σε τα λόγια αυτά που είπαν οι μάγοι, ταρά­χθη­κε, επει­δή φοβή­θη­κε μήπως ο νέος βασι­λιάς γίνει αντί­ζη­λός του. Συγ­χρό­νως όμως ταρά­χθη­καν μαζί με αυτόν και οι κάτοι­κοι όλης της πόλε­ως της Ιερου­σα­λήμ, επει­δή φοβή­θη­καν μήπως η ταρα­χή του σκλη­ρού Ηρώ­δη ξεσπά­σει πάνω τους)»[Ματθ. 2,3], ενώ ο Ησα­ΐ­ας άκου­σε πως και αυτό το προ­έ­λε­γε πριν από χρό­νια λέγον­τας: «ὅτι πᾶσαν στολὴν ἐπισυ­νηγ­μέ­νην δόλῳ καὶ ἱμάτιον μετὰ καταλ­λαγῆς ἀποτί­σου­σι καὶ θελή­σου­σιν εἰ ἐγενή­θη­σαν πυρί­καυ­στοι. ὅτι παι­δί­ον ἐγενή­θη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐγενή­θη ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ, καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγά­λης βουλῆς ἄγγε­λος, θαυ­μαστὸς σύμ­βου­λος, Θεὸς ἰσχυ­ρός, ἐξου­σια­στής, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλ­λον­τος αἰῶνος· ἐγὼ γὰρ ἄξω εἰρήνην ἐπὶ τοὺς ἄρχον­τας, εἰρήνην καὶ ὑγίειαν αὐτῷ(:διό­τι τις στο­λές και τα ιμά­τια, τα οποία όσοι κατα­δυ­νά­στευαν τον λαό μάζε­ψαν με δόλο και απά­τη και κατα­πί­ε­ση, θα τα απο­δώ­σουν πίσω και με το παρα­πά­νω. Και οι λυτρω­μέ­νοι άνθρω­ποι θα θελή­σουν όλα αυτά να παρα­δο­θούν στη φωτιά. Αυτά λοι­πόν θα πραγ­μα­το­ποι­η­θούν, διό­τι θα γεν­νη­θεί για εμάς παι­δί, θα δοθεί σε εμάς ο υιός αυτός, του Οποί­ου η αρχή και εξου­σία υπάρ­χει απ’ αρχής επά­νω στους ώμους Του και θα καλεί­ται το όνο­μα Αυτού αγγε­λια­φό­ρος της μεγά­λης βου­λής του Θεού, θαυ­μα­στός σύμ­βου­λος, Θεός ισχυ­ρός, εξου­σια­στής, αρχη­γός της ειρή­νης, πατήρ του μέλ­λον­τος αιώ­νος)» [Ησ. 9,5–6].

Το ότι αυτό δεν θα μπο­ρού­σε κανείς να το πει για άνθρω­πο απλό, είναι ολο­φά­νε­ρο και για εκεί­νους που θέλουν επί­μο­να να φιλο­νι­κούν. Για­τί κανείς από τους ανθρώ­πους δεν ονο­μά­στη­κε από την αρχή των αιώ­νων Θεός ισχυ­ρός, ούτε άρχον­τας μιας τέτοιας ειρή­νης· για­τί λέγει: «τῆς εἰρήνης αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ὅριον(:της ειρη­νι­κής Του βασι­λεί­ας δεν υπάρ­χει τέλος)» [Ησ. 9,7]. Και το επι­βε­βαιώ­νει η φύση των πραγ­μά­των, ότι η ειρή­νη αυτή, από την ημέ­ρα εκεί­νη που είπε ο Χρι­στός λίγο πριν ανα­λη­φθεί στους ουρα­νούς: «Εἰρήνην ἀφίη­μι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδω­μι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδω­σιν, ἐγὼ δίδω­μι ὑμῖν. μὴ ταρασ­σέ­σθω ὑμῶν ἡ καρ­δία μηδὲ δει­λιά­τω(:φεύ­γω και σας αφή­νω την ειρή­νη. Σας δίνω τη δική μου αλη­θι­νή και βαθιά ειρή­νη, την οποία ήλθα να φέρω στον κόσμο που συν­τα­ρά­ζε­ται από την αμαρ­τία. Δεν σας δίνω εγώ μια ειρή­νη υπο­κρι­τι­κή, απα­τη­λή και αστα­θή, σαν αυτή που δίνει ο κόσμος. Ας μην ταρά­ζε­ται η καρ­διά σας από εσω­τε­ρι­κούς φόβους κι ας μη δει­λιά­ζει από εξω­τε­ρι­κά φόβη­τρα και απει­λές)»[Ιω. 14,27], κατέ­λα­βε ολό­κλη­ρη τη γη, ολό­κλη­ρη τη θάλασ­σα, ολό­κλη­ρη την οικου­μέ­νη, ολό­κλη­ρη την έρη­μο, καθώς και τα όρη και τα λαγ­κά­δια και τα βου­νά. Για­τί άρα­γε μίλη­σε έτσι ο Χρι­στός για την ειρή­νη; Επει­δή η ειρή­νη των ανθρώ­πων εύκο­λα κατα­λύ­ε­ται και έχει πολ­λές μετα­βο­λές, ενώ η ειρή­νη που δίνει Αυτός είναι στα­θε­ρή, αμε­τά­βλη­τη, πάγια, μόνι­μη, αθά­να­τη, χωρίς να έχει τέλος, και όλα αυτά ενώ εγεί­ρον­ται εναν­τί­ον της από παν­τού μύριοι πόλε­μοι, και καθη­με­ρι­νά γίνον­ται αμέ­τρη­τες επι­βου­λές. Αλλά ο λόγος Αυτού, που κατορ­θώ­νει τα πάν­τα, και αυτό το κατόρ­θω­σε μαζί με τα άλλα.

Και δεν προ­φή­τευ­σαν μόνο το ότι θα γίνει άνθρω­πος, αλλά και τον τρό­πο της παρου­σί­ας Του στη γη. Επει­δή δηλα­δή επρό­κει­το να έλθει χωρίς να αφή­σει να πέσουν αστρα­πές και κεραυ­νοί από τον ουρα­νό, χωρίς να σεί­σει τη γη, χωρίς να συγ­κλο­νί­σει τον ουρα­νό, χωρίς να κάνει κάποια εκπλη­κτι­κά έργα, αλλά αντί­θε­τα γεν­νή­θη­κε αθό­ρυ­βα και χωρίς να το γνω­ρί­ζει κανείς στην οικία ενός ξυλουρ­γού, σε μία άση­μη και ταπει­νή οικία, άκου­σε πώς δεν το παρα­σιώ­πη­σε αυτό ο Δαβίδ, λέγον­τας: «κατα­βή­σε­ται ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον καὶ ὡσεὶ σταγὼν ἡ στά­ζου­σα ἐπὶ τὴν γῆν(:ο Μεσ­σί­ας θα κατέ­βει από τον ουρα­νό αθό­ρυ­βα, όπως η βρο­χή, η οποία πέφτει πάνω στο ποκά­ρι των μαλ­λιών, ευερ­γε­τι­κός όπως η ποτι­στι­κή βρο­χή που ποτί­ζει τη γη)» [Ψαλμ.71,6],θέλοντας να δηλώ­σει με αυτό την ατά­ρα­χη, την ήσυ­χη παρου­σία Του.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά και ένας άλλος προ­φή­της, θέλον­τας να δεί­ξει την ήσυ­χη και γεμά­τη επιεί­κεια συνα­να­στρο­φή Του με τους ανθρώ­πους, πρό­σε­χε τι λέγει. Επει­δή δηλα­δή, ενώ υβρι­ζό­ταν, φτυ­νό­ταν, κακο­λο­γούν­ταν, ατι­μα­ζό­ταν, μαστι­γω­νό­ταν και τέλος αφού οδη­γή­θη­κε στον σταυ­ρό, δεν πρό­βα­λε άμυ­να εναν­τί­ον κανε­νός που Του έκα­ναν αυτά, αλλά τα υπέ­μει­νε όλα με μακρο­θυ­μία και πρα­ό­τη­τα, τις ατι­μί­ες δηλα­δή, τις επι­βου­λές, τη μανία, τον αδι­καιο­λό­γη­το θυμό εκεί­νου του λαού, τις επι­θέ­σεις, όλα αυτά θέλον­τας να τα δηλώ­σει, έλε­γε: «κάλα­μον τεθλα­σμέ­νον οὐ συν­τρί­ψει καὶ λίνον καπνι­ζό­με­νον οὐ σβέ­σει, ἀλλὰ εἰς ἀλήθειαν ἐξοί­σει κρί­σιν(:καλά­μι σπα­σμέ­νο δεν θα συν­τρί­ψει και λινά­ρι, που καπνί­ζει έτοι­μο να σβή­σει, δεν θα το σβή­σει, αλλά θα φέρει στο φως και θα κηρύ­ξει την αλή­θεια)»[Ησ. 42,3].

Άλλος πάλι προ­φή­της, ο Μιχαί­ας, προ­λέ­γει και τον τόπο, όπου επρό­κει­το να γεν­νη­θεί λέγον­τας: «Καὶ σύ, Βηθλε­έμ, οἶκος τοῦ Ἐφρα­θά, ὀλιγοστὸς εἶ τοῦ εἶναι ἐν χιλιά­σιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ μοι ἐξελεύ­σε­ται τοῦ εἶναι εἰς ἄρχον­τα ἐν τῷ Ἰσρα­ήλ, καὶ αἱ ἔξοδοι αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος(:και Εσύ Βηθλε­έμ, που αλλιώς ονο­μά­ζε­σαι και οίκος Εφρα­θά, μικρή είσαι μετα­ξύ των πόλε­ων του Ιού­δα. Δεν έχεις ούτε χιλί­ους κατοί­κους. Αλλά από εσέ­να θα προ­έλ­θει προς δόξα δική μου ένας άντρας ο οποί­ος θα γίνει άρχον­τας του ισραη­λι­τι­κού λαού. Η αρχή και η ενέρ­γεια Αυτού ξεπερ­νά την αρχή των ημε­ρών της δημιουρ­γί­ας)» [Μιχ.5,1]. Αυτός δεί­χνει και τη θεό­τη­τα και την ανθρω­πό­τη­τα του Χρι­στού. Για­τί με το να πει: «αἱ ἔξοδοι αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος(:η αρχή του ένδο­ξου αυτού άρχον­τα, η γέν­νη­σή Του από τον Θεό Πατέ­ρα, είναι από αρχής προ πάν­των των αιώ­νων· είναι προ­αιώ­νια και υπερ­βαί­νει τον χρό­νο· ο άρχον­τας Αυτός υπάρ­χει αϊδί­ως, από την άναρ­χη και άχρο­νη αιω­νιό­τη­τα. Πρό­κει­ται για τον Μεσ­σία)»[ερμην. από­δο­ση Παν. Τρεμ­πέ­λα], φανέ­ρω­σε την προ­αιώ­νια ύπαρ­ξή Του, ενώ λέγον­τας: «ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύ­σε­ται ἡγού­με­νος, ὅστις ποι­μα­νεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσρα­ήλ (:δεν είσαι η πιο μικρή, διό­τι από σένα θα βγει άρχον­τας, ο οποί­ος θα ποι­μά­νει τον λαό μου τον Ισρα­ήλ)», δήλω­σε την κατά σάρ­κα γέν­νη­ση.

Και πρό­σε­χε πάλι να δια­λάμ­πει εδώ και άλλη προ­φη­τεία. Για­τί δεν είπε μόνο ότι θα γεν­νη­θεί, αλλά ότι και το χωριό, στο οποίο θα γεν­νη­θεί, θα κατα­στεί λαμ­πρό, αν και ήταν ασή­μαν­το και μικρό. Διό­τι λέγει: «δεν είσαι καθό­λου κατώ­τε­ρη ως προς τους ηγε­μό­νες του Ιού­δα». Όλη τώρα η οικου­μέ­νη τρέ­χει να δει τη Βηθλε­έμ, όπου τοπο­θε­τή­θη­κε όταν γεν­νή­θη­κε, για κανέ­να άλλο λόγο, παρά μόνο γι’ αυτόν.

Άλλος πάλι προ­φή­της[:ο γενάρ­χης Ιακώβ], δήλω­σε και τον χρό­νο, κατά τον οποίο επρό­κει­το να έλθει, λέγον­τας τα εξής: «Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα, οὐδὲ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ,ἕως ἂν ἔλθῃ ᾧ ἀπόκει­ται· καὶ αὐτὸς προσ­δοκία ἐθνῶν. δεσμεύ­ων πρὸς ἄμπε­λον τὸν πῶλον αὐτοῦ καὶ τῇ ἕλικι τὸν πῶλον τῆς ὄνου αὐτοῦ· πλυ­νεῖ ἐν οἴνῳ τὴν στολὴν αὐτοῦ καὶ ἐν αἵματι στα­φυλῆς τὴν περι­βολὴν αὐτοῦ· χαρο­ποιοὶ οἱ ὀφθαλ­μοὶ αὐτοῦ ἀπὸ οἴνου, καὶ λευ­κοὶ οἱ ὀδόν­τες αὐτοῦ ἢ γάλα (: δεν θα εκλεί­ψει άρχον­τας από τη φυλή του Ιού­δα και αρχη­γός από τη γενιά του, μέχρις ότου έλθει Εκεί­νος, στα χέρια του Οποί­ου από­κειν­ται οι εξου­σί­ες· και Αυτός θα είναι η ελπί­δα και η προ­σμο­νή των λαών, ο Μεσ­σί­ας.Τόση τότε θα είναι η ευη­με­ρία, ώστε θα δένει αυτός τον όνο του στην άμπε­λο και το που­λά­ρι της όνου του στην ψαλί­δα της αμπέ­λου. Θα πλέ­νει όχι με νερό αλλά με κρα­σί τη στο­λή του και με το κόκ­κι­νο, σαν αίμα, κρα­σί του στα­φυ­λιού θα καθα­ρί­ζει την ενδυ­μα­σία του. Οι οφθαλ­μοί του θα ακτι­νο­βο­λούν χαρά· θα σπιν­θη­ρο­βο­λούν σαν εκεί­νου που πίνει οίνο. Η καθα­ρό­τη­τά του θα είναι άψο­γη, και τα δόν­τια του θα είναι λευ­κό­τε­ρα από το γάλα)»[Γέν. 49, 10–12].

Πρό­σε­χε και αυτήν την προ­φη­τεία που δια­λάμ­πει. Για­τί ήλθε τότε, όταν είχαν εκλεί­ψει οι άρχον­τες των Ιου­δαί­ων και βρί­σκον­ταν κάτω από την κυριαρ­χία των Ρωμαί­ων, και έτσι εκπλη­ρω­νό­ταν και η προ­φη­τεία εκεί­νη που λέγει: «δεν θα εκλεί­ψει άρχον­τας από τη φυλή του Ιού­δα, ούτε αρχη­γός από τους απο­γό­νους Αυτού, μέχρι να έλθει Εκεί­νος στον οποίο ανή­κει η εξου­σία», εννο­ών­τας τον Χρι­στό· για­τί όταν γεν­νή­θη­κε, ταυ­τό­χρο­να γινό­ταν και η πρώ­τη απο­γρα­φή, μετά την επι­κρά­τη­ση των Ρωμαί­ων επί του ιου­δαϊ­κού έθνους και την υπο­τα­γή αυτών κάτω από τον ζυγό της βασι­λεί­ας αυτών. Έπει­τα υπο­δη­λώ­νει και κάτι άλλο, λέγον­τας: «καὶ αὐτὸς προσ­δοκία ἐθνῶν (:και Αυτός είναι η προσ­δο­κία των εθνών)»·για­τί ερχό­με­νος στον κόσμο προ­σέλ­κυ­σε όλα τα έθνη.

Επρό­κει­το ο Ηρώ­δης, ζητών­τας να μάθει πού γεν­νή­θη­κε, να φονεύ­σει τα παι­διά της περιο­χής εκεί­νης. Ούτε και αυτό το απο­σιώ­πη­σαν οι προ­φή­τες, αλλά το προ­εί­παν πριν από πολ­λά χρό­νια, λέγον­τας: «Φωνὴ ἐν Ῥαμᾷ ἠκού­σθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ῥαχὴλ κλαί­ου­σα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρα­κληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν(:Φωνή σπα­ρα­κτι­κή ακού­στη­κε στο χωριό Ραμά της φυλής Βενια­μίν, θρή­νος και κλά­μα­τα και οδυρ­μός πολύ. Η σύζυ­γος του Ιακώβ Ραχήλ, που ήταν εκεί θαμ­μέ­νη, κλαί­ει τα παι­διά της(με το στό­μα των απο­γό­νων της μητέ­ρων που στε­ρή­θη­καν τα μικρά του) και δεν θέλει με κανέ­να τρό­πο να παρη­γο­ρη­θεί, διό­τι τα αθώα αυτά παι­διά δεν υπάρ­χουν πλέ­ον στη ζωή)» [Ιερ.31,15].

Επρό­κει­το να επα­νέλ­θει από την Αίγυ­πτο· και αυτό το προ­εί­παν, λέγον­τας: «Ὄρθρου ἀπεῤῥίφη­σαν, ἀπεῤῥίφη βασι­λεὺς Ἰσρα­ήλ· ὅτι νήπιος Ἰσρα­ήλ, καὶ ἐγὼ ἠγάπη­σα αὐτὸν καὶ ἐξ Αἰγύπτου μετε­κά­λε­σα τὰ τέκνα αὐτοῦ (:όπως στον όρθρο, όταν ακό­μη κοι­μόν­του­σαν, απερ­ρί­φθη­σαν αιφ­νι­δί­ως οι Ισραη­λί­τες. Απερ­ρί­φθη ο βασι­λεύς του Ισρα­ήλ· όταν ο ισραη­λι­τι­κός λαός διερ­χό­ταν ακό­μα την πνευ­μα­τι­κά νηπια­κή του ηλι­κία, εγώ τον αγά­πη­σα και τον κάλε­σα από την Αίγυ­πτο και τον ελευ­θέ­ρω­σα από τη δου­λεία, αυτόν και τους απο­γό­νους Του)»[Ωσ. 11,1].

Αλλά και μετα­βαί­νον­τας σε ορι­σμέ­να μέρη, επρό­κει­το να διδά­ξει δημό­σια και να επι­τε­λέ­σει αμέ­σως θαύ­μα­τα· και αυτό προ­λέ­χθη­κε. Άκου­σε λοι­πόν τι λέγει ο Ησα­ΐ­ας: «Τοῦτο πρῶτον πίε, ταχὺ ποί­ει, χώρα Ζαβου­λών, ἡ γῆ Νεφθαλὶμ ὁδὸν θαλάσ­σης καὶ οἱ λοι­ποὶ οἱ τὴν παρα­λί­αν κατοι­κοῦντες καὶ πέραν τοῦ Ἰορδά­νου, Γαλι­λαία τῶν ἐθνῶν, τὰ μέρη τῆς Ἰουδαί­ας. ὁ λαὸς ὁ πορευό­με­νος ἐν σκό­τει, ἴδετε φῶς μέγα· οἱ κατοι­κοῦντες ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανά­του, φῶς λάμ­ψει ἐφ᾿ ὑμᾶς(: πιες πρώ­τα το πικρό αυτό ποτή­ρι, σύν­το­μα κάνε το. Πιες το ποτή­ρι εσύ, η χώρα της Ζαβου­λών και της Νεφθα­λίμ. Εσείς που κατοι­κεί­τε την οδό, η οποία οδη­γεί προς τη Μεσό­γειο Θάλασ­σα, και οι άλλοι, που κατοι­κεί­τε στην παρα­λία της λίμνης Γενη­σα­ρέτ· οι κάτοι­κοι ανα­το­λι­κά του Ιορ­δά­νη, η Γαλι­λαία αυτή των εθνών και ολό­κλη­ρη η Ιου­δαία. Ο λαός των χωρών αυτών, που βρί­σκε­ται και ζει στο πνευ­μα­τι­κό σκο­τά­δι, θα δουν πρώ­τοι το μεγά­λο φως του Μεσ­σία. Σε σας, που κατοι­κεί­τε στη χώρα, όπου επι­κρα­τεί η σκιά του θανά­του, θα λάμ­ψει το σωτή­ριο και χαρ­μό­συ­νο φως)»[Ησ. 9,1–2]. Με τα λόγια αυτά φανε­ρώ­νει την εκεί παρου­σία του Χρι­στού, τη διδα­σκα­λία Του και την επί­γνω­σή Του από τα θαύ­μα­τά Του.

Έπει­τα, διη­γού­με­νος άλλα θαύ­μα­τα και δεί­χνον­τας πως θερά­πευ­σε χωλούς, πως χάρι­σε το φως σε τυφλούς, πως έδω­σε τη λαλιά σε άλα­λους, λέγει: «Τότε ἀνοι­χθή­σον­ται ὀφθαλ­μοὶ τυφλῶν, καὶ ὦτα κωφῶν ἀκού­σον­ται(:τότε θα ανοί­ξουν οφθαλ­μοί τυφλών και θα ακού­σουν αυτιά κωφών)». Και αμέ­σως μετά από αυτά: «τότε ἁλεῖται ὡς ἔλαφος ὁ χωλός, τρανὴ δὲ ἔσται γλῶσσα μογι­λά­λων, ὅτι ἐῤῥάγη ἐν τῇ ἐρήμῳ ὕδωρ καὶ φάραγξ ἐν γῇ διψώσῃ(:τότε ο χωλός, αφού θερα­πευ­τεί, θα πηδά σαν το ελά­φι, και μεγα­λό­φω­να θα ακού­γε­ται να ομι­λεί η γλώσ­σα των βου­βών, διό­τι ξέσπα­σε και ανα­πή­δη­σε άφθο­νο νερό στην έρη­μο, και φαράγ­γι γεμά­το νερό στην έως τώρα ξηρή και διψα­σμέ­νη γη)» [Ησ.35,5–6], πράγ­μα που ποτέ άλλο­τε δεν συνέ­βη­κε, παρά μόνο κατά την παρου­σία Αυτού.

Μερι­κά θαύ­μα­τά Του τα μνη­μό­νευ­σαν οι προ­φή­τες κατά εντε­λώς ειδι­κό τρό­πο. Εισήλ­θε λοι­πόν κάπο­τε στον ναό και τα παι­διά που ακό­μη θήλα­ζαν και δεν μπο­ρού­σαν να αρθρώ­σουν λέξεις, έψαλ­λαν γι’ Αυτόν ύμνους ιερούς, λέγον­τας τα εξής: «ὡσαννὰ τῷ υἱῷ Δαυ­ΐδ· εὐλογη­μέ­νος ὁ ἐρχό­με­νος ἐν ὀνόμα­τι Κυρί­ου· ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις(:Δόξα στον από­γο­νο του Δαβίδ, που περι­μέ­να­με έως τώρα. Δοξα­σμέ­νος να είναι αυτός που έρχε­ται σταλ­μέ­νος από τον Κύριο. Δόξα στον Θεό ας κρά­ζουν και οι άγγε­λοι που βρί­σκον­ται στα υψη­λό­τε­ρα μέρη του ουρα­νού)»[Ματθ.21,9]. Αυτό το είπε από πριν ο προ­φή­της με αυτά τα λόγια: «ἐκ στό­μα­τος νηπί­ων καὶ θηλα­ζόν­των κατηρ­τί­σω αἶνον ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν σου τοῦ καταλῦσαι ἐχθρὸν καὶ ἐκδι­κη­τήν(:από τα στό­μα­τα και αυτών ακό­μη των νηπί­ων και θηλα­ζόν­των παι­διών άκου­σες και ακούς τέλειο ύμνο πίστε­ως και δοξο­λο­γί­ας προς Εσέ­να, εις πεί­σμα των μεγά­λων απί­στων εχθρών Σου και κατε­ξευ­τε­λι­σμό και εξου­δέ­νω­ση εκεί­νου, ο οποί­ος τολ­μά να παρου­σια­στεί εχθρός και αντί­δι­κός Σου)» [Ψαλμ.8,3]. Βλέ­πεις πως η φύση αυτή καθ’ εαυ­τήν αγω­νί­ζε­ται να δια­κη­ρύ­ξει τον Δημιουρ­γό της, και τα άκα­κα βρέ­φη, τα ανί­κα­να να αρθρώ­σουν ακό­μη λέξη, ανέ­λα­βαν έργο απο­στο­λι­κό;

Μιλών­τας αλλού προς τους Ιου­δαί­ους, επει­δή εξαι­τί­ας της αγνω­μο­σύ­νης τους έλε­γε τα περισ­σό­τε­ρα συγ­κα­λυμ­μέ­να, υπό μορ­φή αινιγ­μά­των και παρα­βο­λών, προ­φη­τεύ­τη­κε και αυτό από πριν: «ἀνοί­ξω ἐν παρα­βο­λαῖς τὸ στό­μα μου, φθέγ­ξο­μαι προ­βλή­μα­τα ἀπ᾿ ἀρχῆς(: θα αρχί­σω με διδα­κτι­κές παρα­βο­λι­κές ιστο­ρί­ες, γεμά­τες με ιερά διδάγ­μα­τα. Θα σας διη­γη­θώ αρχαία γεγο­νό­τα με βαθύ­τα­τα νοή­μα­τα)» [Ψαλμ.77,2]. Αλλά και τη σοφία του κηρύγ­μα­τός Του προ­φη­τεύ­ον­τας από πριν ο προ­φή­της λέγει: «ὡραῖος κάλ­λει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώ­πων, ἐξεχύ­θη χάρις ἐν χεί­λε­σί σου· διὰ τοῦτο εὐλόγη­σέ σε ὁ Θεὸς εἰς τὸν αἰῶνα(:είσαι Εσύ, ω Χρι­στέ και Μεσ­σία, ωραιό­τα­τος. Η ωραιό­τη­τά Σου υπερ­βαί­νει όλες τις καλ­λο­νές των ανθρώ­πων. Ιδιαί­τε­ρη χάρη έχει χυθεί στους λόγους των χει­λέ­ων Σου. Για τον λόγο αυτόν ο Θεός σε ευλό­γη­σε, σου έδω­σε χάρι­τες και δωρε­ές σε όλους τους αιώ­νες)» [Ψαλμ.44,3].

Άλλος πάλι προ­φή­της λέγει: «Ἰδοὺ συνή­σει ὁ παῖς μου καὶ ὑψωθή­σε­ται καὶ δοξα­σθή­σε­ται καὶ μετε­ω­ρι­σθή­σε­ται σφό­δρα(:ιδού το παι­δί μου, ο Μεσ­σί­ας, θα γεμί­σει από σοφία και σύνε­ση, για να εννο­ή­σει πλή­ρως και να εκπλη­ρώ­σει την απο­στο­λή Του. Θα υψω­θεί, θα δοξα­στεί, θα μεγα­λυν­θεί στον υπέρ­τα­το βαθ­μό)» [Ησ. 52,13]. Διη­γού­με­νος επί­σης πάλι αυτός ο ίδιος προ­φή­της με συν­το­μία τα κατορ­θώ­μα­τα της παρου­σί­ας Του στη γη τα συνο­δευό­με­να από θαύ­μα­τα, λέγει τα εξής: «Πνεῦμα Κυρί­ου ἐπ᾿ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρι­σέ με· εὐαγγε­λί­σα­σθαι πτω­χοῖς ἀπέσταλ­κέ με, ἰάσα­σθαι τοὺς συν­τε­τρι­μέ­νους τὴν καρ­δί­αν, κηρύ­ξαι αἰχμα­λώ­τοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλε­ψιν(: ο παις Κυρί­ου λέγει: Πνεύ­μα Κυρί­ου είναι και μένει σε Εμέ­να, διό­τι με αυτό με έχρι­σε ο Κύριος ως άνθρω­πο και με έστει­λε να κηρύ­ξω στους φτω­χούς και γυμνούς από πίστη ανθρώ­πους το χαρ­μό­συ­νο μήνυ­μα της σωτη­ρί­ας· να θερα­πεύ­σω αυτούς, των οποί­ων η καρ­διά έχει συν­τρι­βεί από το βάρος της αμαρ­τί­ας· να κηρύ­ξω στους δού­λους της αμαρ­τί­ας την άφε­ση και την απε­λευ­θέ­ρω­ση· να χαρί­σω ανά­βλε­ψη σε εκεί­νους που έχουν σκο­τι­σμέ­νο και τυφλω­μέ­νο τον νου από τα πάθη της αμαρ­τί­ας)»[Ησ. 61,1].

Επί­σης, επει­δή επρό­κει­το να απο­στρα­φούν αδι­καιο­λό­γη­τα και χωρίς να έχουν καμία κατη­γο­ρία μικρή ή μεγά­λη εναν­τί­ον Του, Εκεί­νον που τόσο πολύ τους ευερ­γέ­τη­σε, και αυτό προ­λέ­χθη­κε. Άκου­σε λοι­πόν τον Δαβίδ που προ­λέ­γει ακρι­βώς, λέγον­τας τα εξής: «Μετὰ τῶν μισούν­των τὴν εἰρήνην ἤμην εἰρηνι­κός· ὅταν ἐλάλουν αὐτοῖς, ἐπολέ­μουν με δωρε­άν(:με τους ανθρώ­πους οι οποί­οι μισού­σαν την ειρή­νη, εγώ ήμου­να πάν­το­τε ειρη­νι­κός. Όταν συνο­μι­λού­σα με αυτούς, εκεί­νοι με πολε­μού­σαν χωρίς λόγο και αφορ­μή)» [Ψαλμ. 119,7].

Επρό­κει­το να εισέλ­θει στην πόλη καθι­σμέ­νος επά­νω σε όνο· και αυτό προ­λέ­χθη­κε από πριν από τον Ζαχα­ρία, λέγον­τας τα εξής: «Χαῖρε σφό­δρα, θύγα­τερ Σιών· κήρυσ­σε, θύγα­τερ Ἱερου­σα­λήμ· ἰδοὺ ὁ βασι­λεὺς σου ἔρχε­ταί σοι, δίκαιος καὶ σῴζων αὐτός, πρα­ΰς καὶ ἐπιβε­βηκὼς ἐπὶ ὑποζύ­γιον καὶ πῶλον νέον(:χαί­ρε λοι­πόν πάρα πολύ, κόρη μου Σιών, δια­λά­λη­σε Ιερου­σα­λήμ, ιδού ο βασι­λιάς σου έρχε­ται σε εσέ­να δίκαιος, λυτρω­τής και σωτή­ρας, πρά­ος, καθι­σμέ­νος επά­νω σε ένα υπο­ζύ­γιο, σε ένα νεα­ρό που­λά­ρι)» [Ζαχ. 9,9]. Εκδί­ω­ξε από τον ναό εκεί­νους που πωλού­σαν περι­στέ­ρια καθώς και τους κολ­λυ­βι­στές. Το έκα­νε αυτό από ζήλο προς τον ναό, και συγ­χρό­νως για να δεί­ξει ότι δεν είναι κάποιος αντί­θε­τος του Θεού, αλλά και σύμ­φω­νος προς τον Πατέ­ρα. Γι’ αυτό και υπε­ρά­σπι­σε τον ναό από τις αγο­ρα­πω­λη­σί­ες που γίνον­ταν εκεί. Ούτε αυτό αφέ­θη­κε αδή­λω­το, αλλά προ­λέ­γον­τάς το και αυτό ο προ­φή­της Δαβίδ και προ­ερ­μη­νεύ­ον­τας τη διά­θε­ση με την οποία θα το έκα­νε, λέγει: «ὅτι ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέ­φα­γέ με, καὶ οἱ ὀνει­δι­σμοὶ τῶν ὀνει­δι­ζόν­των σε ἐπέπε­σον ἐπ᾿ ἐμέ(:πάσχω από όλα αυτά διό­τι ο φλο­γε­ρός ζήλος υπέρ του ναού σου ως πυρ με έχει κατα­φλέ­ξει· οι αναί­σχυν­τες ύβρεις, οι οποί­ες εκτο­ξεύ­ον­ται εναν­τί­ον σου από τους ασε­βείς ανθρώ­πους, πέφτουν όλες βαριές επά­νω μου)» [Ψαλμ. 68,10]. Τι θα μπο­ρού­σε να υπάρ­ξει πιο καθα­ρό από αυτό;

Επρό­κει­το να παρα­δο­θεί και την προ­δο­σία να την κάνει εκεί­νος που καθό­ταν μαζί Του στο τρα­πέ­ζι. Πρό­σε­χε πώς και αυτό το προ­εί­πε αυτός ο ίδιος προ­φή­της, λέγον­τας: « καὶ γὰρ ὁ ἄνθρω­πος τῆς εἰρήνης μου, ἐφ᾿ ὃν ἤλπι­σα, ὁ ἐσθί­ων ἄρτους μου, ἐμεγά­λυ­νεν ἐπ᾿ ἐμὲ πτερ­νι­σμόν(:όχι μόνο οι εχθροί μου, αλλά και ο επι­στή­θιος φίλος μου, στον οποίο είχα στη­ρί­ξει τις ελπί­δες μου, αυτόν τον οποίο είχα ομο­τρά­πε­ζό μου και έτρω­γε από τους άρτους μου, ύψω­σε όσο του ήταν δυνα­τό υψη­λό­τε­ρα τη φτέρ­να του και κατά­φε­ρε εναν­τί­ον μου λάκτι­σμα βίαιο και κτη­νώ­δες)» [Ψαλμ. 40,10]. Πρό­σε­χε όμως και του ευαγ­γε­λι­στού τη συμ­φω­νία. Για­τί λέγει: «ὁ δὲ ἀποκρι­θεὶς εἶπεν· ὁ ἐμβά­ψας μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ τρυ­βλίῳ τὴν χεῖρα, οὗτός με παρα­δώ­σει(:ο Κύριος τους απο­κρί­θη­κε: “Εκεί­νος που βού­τη­ξε μαζί μου το χέρι στο ζωμό της πια­τέ­λας, αυτός θα με παρα­δώ­σει να θανα­τω­θώ”)»[Ματθ.26,23].

Επρό­κει­το εκεί­νος που θα Τον παρέ­δι­δε, όχι απλώς να Τον παρα­δώ­σει, αλλά να πωλή­σει το τίμιο αίμα Του και να πάρει γι’ αυτήν την πρά­ξη Του χρήματα[Ματθ.26,15 κ.ε.]. Ούτε αυτό το απο­σιώ­πη­σε ο προ­φή­της, αλλά προ­λέ­γον­τας και τις αδιάν­τρο­πες συμ­φω­νί­ες και τις συνο­μι­λί­ες που θα είχαν μετα­ξύ τους, έλε­γε: «Ὁ Θεός, τὴν αἴνεσίν μου μὴ παρα­σιω­πήσῃς, ὅτι στό­μα ἁμαρ­τω­λοῦ καὶ στό­μα δολί­ου ἐπ᾿ ἐμὲ ἠνοί­χθη, ἐλάλη­σαν κατ᾿ ἐμοῦ γλώσσῃ δολίᾳ καὶ λόγοις μίσους ἐκύκλω­σάν με καὶ ἐπολέ­μη­σάν με δωρε­άν(: ω Θεέ μου, μη σιω­πή­σεις μπρο­στά στην προ­σευ­χή την οποία με δοξο­λο­γί­ες απευ­θύ­νω προς Εσέ­να· διό­τι στό­μα αμαρ­τω­λού και δολί­ου ανθρώ­που ανοί­χτη­κε εναν­τί­ον μου. Άντρες ασε­βείς και πονη­ροί στρά­φη­καν εναν­τί­ον μου με δόλια γλώσ­σα. Με περι­κύ­κλω­σαν με λόγια μίσους και με πολε­μού­σαν χωρίς καμία αιτία και αφορ­μή)»[Ψαλμ.108,1–3].

Ο προ­δό­της αυτός, μετα­νο­ών­τας γι’ αυτό που έκανε,και τα αργύ­ρια τα έρρι­ψε και πήγε και απαγ­χο­νί­σθη­κε [Ματθ. 27,5: «καὶ ρίψας τὰ ἀργύ­ρια ἐν τῷ ναῷ ἀνε­χώ­ρη­σε, καὶ ἀπελ­θὼν ἀπήγ­ξα­το(:και αφού έρι­ξε τα αση­μέ­νια νομί­σμα­τα στον περί­βο­λο του ναού, έφυ­γε και πήγε και πνί­γη­κε με σκοι­νί)»], τερ­μα­τί­ζον­τας έτσι τη ζωή του και αφή­νον­τας χήρα τη γυναί­κα του, ορφα­νά τα παι­διά του και έρη­μο το σπί­τι του. Πρό­σε­χε πώς διε­κτρα­γω­δεί ο προ­φή­της και αυτή τη συμ­φο­ρά, λέγον­τας τα εξής: «Γενη­θή­τω­σαν αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὀλίγαι, καὶ τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος. γενη­θή­τω­σαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ὀρφα­νοὶ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ χήρα· σαλευό­με­νοι μετα­να­στή­τω­σαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἐπαι­τη­σά­τω­σαν, ἐκβλη­θή­τω­σαν ἐκ τῶν οἰκοπέ­δων αὐτῶν(:οι μέρες της ζωής του ας γίνουν λίγες και το αξί­ω­μά του ας το πάρει άλλος. Ορφα­νά και απρο­στά­τευ­τα ας μεί­νουν τα παι­διά του, χήρα ας μεί­νει η γυναί­κα του. Τα παι­διά του από τόπο σε τόπο μετα­φε­ρό­με­να ας γίνουν επαί­τες. Ας εκδιω­χτούν από τα γκρε­μι­σμέ­να σπί­τια τους)» [Ψαλμ.108, 9–10].

Αλλά και μετά από εκεί­νον στη θέση του έγι­νε από­στο­λος ο Ματ­θί­ας [Πράξ. 1,26: «καὶ ἔδωκαν κλή­ρους αὐτῶν, καὶ ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπὶ Ματ­θί­αν, καὶ συγ­κα­τε­ψη­φί­σθη μετὰ τῶν ἕνδε­κα ἀποστό­λων(:έρι­ξαν τότε κλή­ρους με τα ονό­μα­τά τους, κι ο κλή­ρος έπε­σε στο Ματ­θία. Και κατα­τά­χθη­κε αυτός μαζί με τους έντε­κα απο­στό­λους)»]. Και αυτό πάλι ο ίδιος αυτός προ­φή­της το προ­λέ­γει, λέγον­τας: «Γενη­θή­τω­σαν αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὀλίγαι, καὶ τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος (:οι μέρες της ζωής του ας γίνουν λίγες και το αξί­ω­μά του ας το πάρει άλλος)» [Ψαλμ. 108,8].

Αφού προ­δό­θη­κε και συνε­λή­φθη­κε με τη θέλη­σή Του, συγ­κρο­τή­θη­κε δικα­στή­ριο γεμά­το από πολ­λή παρα­νο­μία, από Ιου­δαί­ους και εθνι­κούς. Πρό­σε­χε πώς και αυτό το προ­λέ­γει ο προ­φή­της, λέγον­τας: «Ἱνατί ἐφρύ­α­ξαν ἔθνη, καὶ λαοὶ ἐμελέ­τη­σαν κενά;(:για­τί σαν αχα­λί­νω­τα άγρια άλο­γα ανα­στα­τώ­θη­καν και αφη­νί­α­σαν τα ειδω­λο­λα­τρι­κά έθνη και για­τί αυτοί οι λαοί μελέ­τη­σαν και κατά­στρω­σαν σχέ­δια μωρά, αμαρ­τω­λά και απραγ­μα­το­ποί­η­τα;)» [Ψαλμ. 2,1].

Και δεν προ­εί­παν αυτά μόνο, αλλά και τη σιω­πή που έδει­ξε, όταν εκστο­μί­ζον­ταν κατη­γο­ρί­ες εναν­τί­ον Του και Αυτός στε­κό­ταν ανά­με­σά τους άφω­νος, και αυτήν για να δηλώ­σει ο Ησα­ΐ­ας, είπε: «καὶ αὐτὸς διὰ τὸ κεκακῶσθαι οὐκ ἀνοί­γει τὸ στό­μα αὐτοῦ· ὡς πρό­βα­τον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναν­τί­ον τοῦ κεί­ρον­τος αὐτὸν ἄφωνος, οὕτως οὐκ ἀνοί­γει τὸ στό­μα(: και aυτός, παρά τις κακώ­σεις που υπέ­στη, δεν άνοι­ξε το στό­μα του· σαν άφω­νο πρό­βα­το οδη­γή­θη­κε προς σφα­γή. Ως αμνός άφω­νος ενώ­πιον εκεί­νου, ο οποί­ος τον κου­ρεύ­ει, έτσι πορεύ­ε­ται χωρίς να ανοί­γει το στό­μα του)»[Ησ. 53,7].

Έπει­τα, για να δεί­ξει το διε­φθαρ­μέ­νο της απο­φά­σε­ως, πρό­σθε­σε: «ἐν τῇ ταπει­νώ­σει ἡ κρί­σις αὐτοῦ ἤρθη(:μέσα στην όλη ταπεί­νω­ση και τον εξευ­τε­λι­σμό στον οποίο βυθί­στη­κε, παρα­γνω­ρί­στη­κε και κατα­πα­τή­θη­κε το δίκαιό του κατά τη διάρ­κεια της δίκης του)»[Ησ.53,8], δηλα­δή κανέ­νας δεν Τον δίκα­σε δίκαια. Στη συνέ­χεια λέγει και την αιτία της σφα­γής Του. Επει­δή δηλα­δή δεν τα πάθαι­νε εκεί­να που πάθαι­νε για αμαρ­τή­μα­τά Του, καθό­σον ήταν άμεμ­πτος και αδιά­βλη­τος, αλλά παρα­δι­νό­ταν για τα κακά των ανθρώ­πων, πρό­σε­χε πώς τα υπαι­νί­χθη­κε και τα δύο αυτά, λέγον­τας: «καὶ δώσω τοὺς πονη­ροὺς ἀντὶ τῆς ταφῆς αὐτοῦ καὶ τοὺς πλου­σί­ους ἀντὶ τοῦ θανά­του αὐτοῦ· ὅτι ἀνομί­αν οὐκ ἐποί­η­σεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στό­μα­τι αὐτοῦ(:εγώ λοι­πόν ως εκδί­κη­ση για τον άδι­κο θάνα­το και την ταφή του,θα τιμω­ρή­σω και θα παρα­δώ­σω σε θάνα­το τους κακούς ανθρώ­πους και για τον θάνα­τό του θα παρα­δώ­σω τους πονη­ρούς πλου­σί­ους και άρχον­τες· διό­τι δεν διέ­πρα­ξε καμία παρα­νο­μία, ούτε βρέ­θη­κε δόλος και ψεύ­δος στο στό­μα του)»[Ησ.53,9]. Με αυτό δηλα­δή έδει­ξε για ποιο λόγο θανα­τώ­θη­κε. Έπει­τα προ­σθέ­τει και άλλη αιτία: «ὅτι αἴρεται ἀπὸ τῆς γῆς ἡ ζωὴ αὐτοῦ, ἀπὸ τῶν ἀνομιῶν τοῦ λαοῦ μου ἤχθη εἰς θάνα­τον(:διό­τι αφαι­ρέ­θη­κε βίαια και άδι­κα από τη γη η ζωή του· αλλά οδη­γή­θη­κε στον θάνα­το εξαι­τί­ας των αμαρ­τιών του λαού μου)» [Ησ.53,8]. Και όχι μόνο λέγει την αιτία της σφα­γής Του, αλλά θέλον­τας να δεί­ξει και ποιο υπήρ­ξε το κέρ­δος από τον σταυ­ρό και από τη σφα­γή εκεί­νη, πρό­σε­χε πώς το προ­λέ­γει και αυτό, λέγον­τας: «πάν­τες ὡς πρό­βα­τα ἐπλα­νή­θη­μεν, ἄνθρω­πος τῇ ὁδῷ αὐτοῦ ἐπλα­νή­θη· καὶ Κύριος παρέ­δω­κεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρ­τί­αις ἡμῶν(:όλοι σαν πρό­βα­τα είχα­με πλα­νη­θεί. Κάθε άνθρω­πος στον δρό­μο και τον τρό­πο της ζωής του πλα­νή­θη­κε. Για τις δικές μας αμαρ­τί­ες ο Κύριος παρέ­δω­σε αυτόν σε παθή­μα­τα και θάνα­το)» [ Ησ.53,6].

Έπει­τα, επει­δή επρό­κει­το οι Ιου­δαί­οι και να τιμω­ρη­θούν για τα τολ­μή­μα­τά τους αυτά, και αυτό το προ­λέ­γει ο ίδιος αυτός προ­φή­της με αυτά που λέγει: «Ἱνατί ἐφρύ­α­ξαν ἔθνη, καὶ λαοὶ ἐμελέ­τη­σαν κενά; Παρέ­στη­σαν οἱ βασι­λεῖς τῆς γῆς, καὶ οἱ ἄρχον­τες συνή­χθη­σαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τοῦ Κυρί­ου καὶ κατὰ τοῦ χρι­στοῦ αὐτοῦ.Διαῤῥήξω­μεν τοὺς δεσμοὺς αὐτῶν καὶ ἀποῤῥίψω­μεν ἀφ᾿ ἡμῶν τὸν ζυγὸν αὐτῶν. Ὁ κατοικῶν ἐν οὐρανοῖς ἐκγε­λά­σε­ται αὐτούς, καὶ ὁ Κύριος ἐκμυ­κτη­ριεῖ αὐτούς. Τότε λαλή­σει πρὸς αὐτοὺς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ θυμῷ αὐτοῦ ταρά­ξει αὐτούς(:Για­τί αφή­νια­σαν και ανα­στα­τώ­θη­καν σαν αχα­λί­νω­τα και ατί­θα­σα άλο­γα οι ειδω­λο­λά­τρες; Τι παρά­πο­νο έχουν και ποια ωφέ­λεια περι­μέ­νουν; Και για­τί οι λαοί αυτοί έκα­ναν ανόη­τα σχέ­δια; Παρα­τά­χθη­καν απει­λη­τι­κά οι βασι­λείς της γης και οι άρχον­τες με κοι­νή συμ­φω­νία συνα­θροί­σθη­καν στον ίδιο τόπο εναν­τί­ον του Θεού, που είναι ο κυρί­αρ­χος των πάν­των, και εναν­τί­ον του Μεσ­σία, τον οποίο ο ίδιος ο Θεός έχρι­σε προ­φή­τη, αρχιε­ρέα και βασι­λιά. Αυτό ήταν το επα­να­στα­τι­κό τους σύν­θη­μα: “Ας σπά­σου­με τα δεσμά της υπο­τέ­λειάς μας στον κυρί­αρ­χο Θεό και στον Μεσ­σία Του και ας απο­τι­νά­ξου­με από πάνω μας τον ζυγό και των δύο. Ας κατα­λύ­σου­με την κυριαρ­χία τους και ας εκμη­δε­νί­σου­με το κρά­τος τους”. Αλλά ο Θεός που κατοι­κεί στους ουρα­νούς θα γελά­σει περι­φρο­νη­τι­κά μαζί τους και ο Κύριος θα τους περι­παί­ξει και θα τους χλευά­σει. Κι αμέ­σως τότε θα μιλή­σει σε αυτούς με αγα­νά­κτη­ση και θα τους συν­τα­ρά­ξει με την τρο­με­ρή έκρη­ξη του θυμού Του)» [Ψαλμ.2,1–5].

Και ο Δαβίδ πάλι αφού είπε ότι σκέ­φτη­καν: «ας σπά­σου­με και ας πετά­ξου­με από πάνω μας τον ζυγό αυτού», πρό­σθε­σε: «αυτός που κατοι­κεί στους ουρα­νούς θα γελά­σει σε βάρος τους. Τότε θα μιλή­σει οργι­σμέ­νος προς αυτούς και θα τους συν­τα­ρά­ξει με τον θυμό Του» [βλ. παρα­πά­νω], εννο­ών­τας τη δια­σπο­ρά τους σε όλα τα μέρη της γης. Αυτό ακρι­βώς δηλώ­νον­τας και ο Χρι­στός στα ευαγ­γέ­λια, λέγει: «Πλὴν τοὺς ἐχθρούς μου ἐκεί­νους, τοὺς μὴ θελή­σαν­τάς με βασι­λεῦσαι ἐπ᾿ αὐτούς, ἀγάγε­τε ὧδε καὶ κατα­σφά­ξα­τε αὐτοὺς ἔμπρο­σθέν μου(:αλλά και τους εχθρούς μου εκεί­νους που δεν με θέλη­σαν για βασι­λιά τους, φέρ­τε τους εδώ και κατα­σφάξ­τε τους μπρο­στά μου. Ρίξ­τε τους στον αιώ­νιο θάνα­το, του οποί­ου προ­άγ­γελ­μα και προ­ει­κό­νι­ση υπήρ­ξε η πανω­λε­θρία της Ιερου­σα­λήμ και των Ιου­δαί­ων την επο­χή του Τίτου)» [Λου­κά 19,27].

Έπει­τα, αφού οι προ­φή­τες προ­εί­παν τον θάνα­τό Του, δεν απο­σιώ­πη­σαν και τον τρό­πο του θανά­του Του, αλλά και αυτόν τον προ­εί­πε ο Δαβίδ λέγον­τας τα εξής: «ὅτι ἐκύκλω­σάν με κύνες πολ­λοί, συνα­γωγὴ πονη­ρευο­μέ­νων περιέ­σχον με, ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας. ἐξηρίθ­μη­σαν πάν­τα τὰ ὀστᾶ μου, αὐτοὶ δὲ κατε­νόη­σαν καὶ ἐπεῖδόν με(:διό­τι ιδού, οι εχθροί μου σαν αγέ­λη άγριων σκυ­λιών με έχουν περι­κυ­κλώ­σει. Ο συρ­φε­τός αυτός των κακούρ­γων ανθρώ­πων σαν με φοβε­ρά καρ­φιά έχουν δια­τρυ­πή­σει τα χέρια και τα πόδια μου. Από την εξάν­τλη­σή και την αδυ­να­μία, στην οποία έχω καταν­τή­σει, μπο­ρούν όλοι να δια­κρί­νουν και να μετρούν τα οστά του σώμα­τός μου. Οι εχθροί μου με χαι­ρε­κα­κία πολ­λή παρα­τή­ρη­σαν προ­σε­κτι­κά και περι­παι­χτι­κά τον πόνο μου και τον σπα­ραγ­μό μου)» [Ψαλμ.21,17–18]. Δεν απο­σιώ­πη­σε ούτε και την παρα­νο­μία που διέ­πρα­ξαν μετά τον σταυ­ρό, λέγον­τας πάλι: «Διε­με­ρί­σαν­το τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματι­σμόν μου ἔβαλον κλῆρον(:μοι­ρά­στη­καν μετα­ξύ τους τα ενδύ­μα­τά μου και για το ακρι­βό­τε­ρο ένδυ­μά μου-τον άρρα­φο χιτώ­να- έβα­λαν κλή­ρο, ποιος θα το πάρει)» [Ψαλμ.21,19].

Έπει­τα και το ότι επρό­κει­το να ταφεί και αυτό το προ­εί­πε, λέγον­τας: «ἔθεν­τό με ἐν λάκκῳ κατω­τάτῳ, ἐν σκο­τει­νοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανά­του(:με βύθι­σαν στον βαθύ­τα­το λάκ­κο του θανά­του, στις σκο­τει­νές περιο­χές του άδη, όπου βασι­λεύ­ει η σκιά του θανά­του)» [Ψαλμ.87,7]. Και το ότι επρό­κει­το να ανα­στη­θεί, πρό­σε­χε πως και αυτό το προ­εί­πε, λέγον­τας: «ὅτι οὐκ ἐγκα­τα­λεί­ψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν δια­φθο­ράν(:διό­τι Εσύ ο Θεός μου δεν θα εγκα­τα­λεί­ψεις την ψυχή μου στον άδη, ώστε να φυλα­κι­στεί για πάν­τα σε αυτόν, ούτε θα επι­τρέ­ψεις, εγώ ο αφο­σιω­μέ­νος σε Εσέ­να να δοκι­μά­σω τη φθο­ρά και απο­σύν­θε­ση του τάφου. Θα με ανα­στή­σεις)» [Ψαλμ.15,10].

Το ίδιο πάλι προ­λέ­γει, κατά τρό­πο δια­φο­ρε­τι­κό, και ο Ησα­ΐ­ας λέγον­τας: «Καὶ Κύριος βού­λε­ται καθα­ρί­σαι αὐτὸν ἀπὸ τῆς πληγῆς. Ἐὰν δῶτε περὶ ἁμαρ­τί­ας, ἡ ψυχὴ ὑμῶν ὄψεται σπέρ­μα μακρό­βιον· καὶ βού­λε­ται Κύριος ἀφελεῖν ἀπὸ τοῦ πόνου τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, δεῖξαι αὐτῷ φῶς καὶ πλά­σαι τῇ συνέ­σει, δικαιῶσαι δίκαιον εὖ δου­λεύ­ον­τα πολ­λοῖς, καὶ τὰς ἁμαρ­τί­ας αὐτῶν αὐτὸς ἀνοί­σει(:και ο Κύριος θέλει να Τον απο­δεί­ξει καθα­ρό και να τον απαλ­λά­ξει από την πλη­γή που επι­φέρ­θη­κε σε Αυτόν εξαι­τί­ας της ενο­χής των άλλων. Εάν προ­σφέ­ρε­τε Αυτόν εξι­λα­στή­ριο θυσία για τις αμαρ­τί­ες σας, η ψυχή σας θα δει τη μακρό­βιο και ατε­λεύ­τη­τη γενεά Του· και ο Κύριος θέλει να αφαι­ρέ­σει τον πόνο της ψυχής Του, δεί­χνον­τας σε Αυτόν φως και ανα­πλα­στι­κή δύνα­μη συνέ­σε­ως· θέλει να απο­δεί­ξει αθώο τον δίκαιο, που δια­κο­νεί καλώς πολ­λούς, και αυτών τις αμαρ­τί­ες Αυτός θα βαστά­σει)» [Ησ.53,10–11].

Το ότι ο θάνα­τός Του παρέ­σχε άφε­ση των ανθρω­πί­νων αμαρ­τιών και αυτό το προ­εί­πε, λέγον­τας: «Διὰ τοῦτο αὐτὸς κλη­ρο­νο­μή­σει πολ­λοὺς καὶ τῶν ἰσχυρῶν μεριεῖ σκῦλα, ἀνθ᾿ ὧν παρε­δό­θη εἰς θάνα­τον ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, καὶ ἐν τοῖς ἀνόμοις ἐλογί­σθη· καὶ αὐτὸς ἁμαρ­τί­ας πολλῶν ἀνήνεγ­κε καὶ διὰ τὰς ἁμαρ­τί­ας αὐτῶν παρε­δό­θη(: για τον λόγο αυτόν Αυτός θα λάβει ως πνευ­μα­τι­κή κλη­ρο­νο­μία Του πολ­λούς και από τους ισχυ­ρούς θα λάβει λάφυ­ρα, διό­τι παρα­δό­θη­κε εκου­σί­ως σε θάνα­το η ζωή Του και λογα­ριά­στη­κε μετα­ξύ των παρα­νό­μων ανθρώ­πων και Αυτός τις αμαρ­τί­ες πολ­λών ανέ­βα­σε επί του Σταυ­ρού, όταν γι’ αυτές θυσιά­στη­κε, και για τις αμαρ­τί­ες τους παρα­δό­θη­κε σε θάνα­το)» [Ησ.53,12].

Επί­σης και το ότι απάλ­λα­ξε τους ανθρώ­πους από τους δαί­μο­νες και αυτό το είπε: «καὶ τῶν ἰσχυρῶν μεριεῖ σκῦλα(:και από τους ισχυ­ρούς θα πάρει και θα δια­μοι­ρά­σει λάφυ­ρα)»[Ησ.53,12]. Το ότι αυτό το κατόρ­θω­σε με τον θάνα­τό Του, ούτε αυτό το απο­σιώ­πη­σε, αλλά λέγει: «ἀνθ᾿ ὧν παρε­δό­θη εἰς θάνα­τον ἡ ψυχὴ αὐτοῦ(:για­τί εκου­σί­ως παρα­δό­θη­κε στον λυτρω­τι­κό για μας θάνα­το η ζωή Του)» [Ησ. 53,12]]. Επί­σης και το ότι επρό­κει­το να κυριαρ­χή­σει του κόσμου, και αυτό το δήλω­σε με αυτά που είπε: «Διὰ τοῦτο αὐτὸς κλη­ρο­νο­μή­σει πολ­λοὺς(:για τον λόγο αυτόν Αυτός θα πάρει ως δική Του πνευ­μα­τι­κή κλη­ρο­νο­μιά πολ­λούς)» [επί­σης βλ. παρα­πά­νω, Ησ. 53,12].

Έπει­τα, επει­δή με την κατά­βα­σή Του στον άδη διε­τά­ρα­ξε τα πάν­τα, τα γέμι­σε με θόρυ­βο και ταρα­χή και κατέ­στρε­ψε την ακρό­πο­λή του, ούτε και αυτό το απο­σιω­πούν, αλλά άλλο­τε ο Δαβιδ κραυ­γά­ζει και λέγει: «ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχον­τες ὑμῶν, καὶ ἐπάρ­θη­τε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύ­σε­ται ὁ βασι­λεὺς τῆς δόξης(:και τώρα που πρό­κει­ται η κιβω­τός του Θεού να εισα­χθεί στον ναό, ανοίξ­τε τις πύλες, άρχον­τες, που τις κρα­τά­τε από μέσα κλει­σμέ­νες. Και εσείς πύλες, που δεν πρό­κει­ται να κατα­λυ­θεί­τε ποτέ, πλα­τυν­θεί­τε και γίνε­τε υψη­λό­τε­ρες από ό,τι είστε, για να εισέλ­θει ο βασι­λέ­ας της δόξης)» [Ψαλμ.23,7]· άλλο­τε πάλι ο Ησα­ΐ­ας κάπως δια­φο­ρε­τι­κά: «Ἐγὼ ἔμπρο­σθέν σου πορεύ­σο­μαι καὶ ὄρη ὁμαλιῶ, θύρας χαλκᾶς συν­τρί­ψω καὶ μοχλοὺς σιδη­ροῦς συγ­κλά­σω(:εγώ θα πορευ­θώ μπρο­στά από εσέ­να, και εμπό­δια σαν βου­νά επε­γει­ρό­με­να θα τα εξομαλύνω,ώστε να προ­ε­λαύ­νεις ελεύ­θε­ρα, και θύρες χάλ­κι­νες θα συν­τρί­ψω και μοχλούς σιδε­ρέ­νιους θα σπά­σω, ώστε ελεύ­θε­ρα να μπεις στις πόλεις δια­μέ­σου των τει­χών τους)» [Ησ. 45, 2], ονο­μά­ζον­τας έτσι τον άδη. Για­τί αν και ήταν άδης, όμως κρα­τού­σε στην εξου­σία του ψυχές άγιες και σκεύη τίμια, τον Αβρα­άμ, τον Ισα­άκ και τον Ιακώβ. Γι’ αυτό τους ονό­μα­σε θησαυ­ρούς, αλλά σκο­τει­νούς, επει­δή δεν είχε λάμ­ψει ακό­μη εκεί ο ήλιος της δικαιο­σύ­νης, ούτε είχε κηρύ­ξει τους λόγους της ανα­στά­σε­ως. Το ότι μετά την ανά­στα­σή Του δεν επρό­κει­το να καθί­σει ούτε με τους αγγέ­λους ούτε με τους αρχαγ­γέ­λους ούτε και με κάποια άλλη ουρά­νια δύνα­μη, αλλά θα καθό­ταν επά­νω σε θρό­νο βασι­λι­κό, άκου­σε τι λέγει πάλι ο Δαβίδ: «Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπό­διον τῶν ποδῶν σου(:είπε ο Κύριος και Θεός στον Κύριό μου Μεσ­σία: “Κάθι­σε στα δεξιά μου δοξα­ζό­με­νος και απο­λαμ­βά­νον­τας ίση τιμή με Εμέ­να, έως ότου θέσω τους εχθρούς σου σαν άλλο στή­ριγ­μα, που θα πατούν επά­νω οι πόδες Σου”)» [Ψαλμ.109, 1].

Στη συνέ­χεια επρό­κει­το να στεί­λει απο­στό­λους· και αυτό το προ­εί­πε ο Ησα­ΐ­ας, λέγον­τας: «ὡς ὥρα ἐπὶ τῶν ὀρέων, ὡς πόδες εὐαγγε­λι­ζο­μέ­νου ἀκοὴν εἰρήνης, ὡς εὐαγγε­λι­ζό­με­νος ἀγαθά, ὅτι ἀκουστὴν ποι­ή­σω τὴν σωτη­ρί­αν σου λέγων Σιών· βασι­λεύ­σει σου ὁ Θεός(:η σωτη­ρία θα είναι φανε­ρή και ευχά­ρι­στη όπως το έαρ επί των ορέ­ων, όπως τα πόδια εκεί­νου ο οποί­ος σπεύ­δει να αναγ­γεί­λει το χαρ­μό­συ­νο μήνυ­μα της ειρή­νης, όπως αυτός που αναγ­γέλ­λει χαρο­ποιά και αγα­θά πράγ­μα­τα· διό­τι θα κατα­στή­σω ξακου­στή και σε όλους γνω­στή τη χαρ­μό­συ­νη αγγε­λία της σωτη­ρί­ας σου, λέγον­τας προς εσέ­να, Σιών: “Θα βασι­λεύ­σει ορι­στι­κώς πλέ­ον ο Θεός σου”)» [Ησ. 52,7]. Και πρό­σε­χε ποιο μέρος του σώμα­τος επαι­νεί· επαι­νεί τα πόδια, που τους μετα­φέ­ρουν παν­τού.

Έπει­τα, φανε­ρώ­νον­τας ο Δαβίδ και τον τρό­πο της επι­κρά­τη­σης των μαθη­τών, λέγει: «Κύριος δώσει ρῆμα τοῖς εὐαγγε­λι­ζο­μέ­νοις δυνά­μει πολλῇ(: ο Κύριος δίνει εξου­σια­στι­κό λόγο και παράγ­γελ­μα σε εκεί­νους οι οποί­οι με δύνα­μη και φωνή κρα­ταιά δια­κη­ρύτ­τουν το χαρ­μό­συ­νο άγγελ­μα της νίκης)» [Ψαλμ.67,12]. Για­τί δεν επι­κρά­τη­σαν με τα όπλα, ούτε δαπα­νών­τας χρή­μα­τα, ούτε με τη σωμα­τι­κή δύνα­μη, ούτε με τα πλή­θη των στρα­τευ­μά­των ή με κάτι άλλο παρό­μοιο, αλλά με τον απλό λόγο, με τον λόγο που περιεί­χε μεγά­λη δύνα­μη, την οποία μαρ­τυ­ρού­σαν τα θαύ­μα­τα που επι­τε­λού­σαν. Για­τί επι­κρά­τη­σαν σε όλη την οικου­μέ­νη κηρύσ­σον­τας τον Εσταυ­ρω­μέ­νο και επι­τε­λών­τας θαύ­μα­τα. Γι’ αυτό λέγει: «Κύριος δώσει ρῆμα τοῖς εὐαγγε­λι­ζο­μέ­νοις δυνά­μει πολλῇ(: ο Κύριος δίνει και θα δίνει πάν­το­τε λόγο και εντο­λή αυθεν­τί­ας και κύρους σε εκεί­νους οι οποί­οι με ευγλωτ­τία και δυνα­τή φωνή θα ευαγ­γε­λί­ζον­ται το άγγελ­μα της νίκης)»[βλ. παρα­πά­νω, Ψαλμ.67,12], εννο­ών­τας ως «δύνα­μιν» τα θαύ­μα­τα. Πραγ­μα­τι­κά δύνα­μη απε­ρί­γρα­πτη ήταν ο ψαράς και ο τελώ­νης και ο σκη­νο­ποιός με ένα απλό πρό­σταγ­μα να ανα­σταί­νουν νεκρούς, να εκδιώ­κουν δαί­μο­νες, να απο­μα­κρύ­νουν τον θάνα­το, να απο­στο­μώ­νουν τους φιλο­σό­φους, να κλεί­νουν τα στό­μα­τα των ρητό­ρων, να κατα­βάλ­λουν βασι­λείς και άρχον­τες, και να εξου­σιά­ζουν βαρ­βά­ρους και Έλλη­νες και κάθε άλλο έθνος. Και σωστά μίλη­σε έτσι. Για­τί όλα αυτά τα κατόρ­θω­ναν με εκεί­νον τον λόγο, και με τη μεγά­λη εκεί­νη δύνα­μη επα­νέ­φε­ραν στη ζωή νεκρούς, κατέ­στη­σαν αμαρ­τω­λούς δε δικαί­ους, χάρι­σαν σε τυφλούς την όρα­ση, και απάλ­λα­ξαν το σώμα από τις ασθέ­νειες και την ψυχή από την κακία.

Από πού όμως δόθη­κε σε αυτούς η δύνα­μη αυτή; Το ότι δόθη­κε από το Άγιο Πνεύ­μα, και αυτό απο­δει­κνύ­ε­ται από αυτό· για­τί λέγει: «καὶ ἐπλή­σθη­σαν ἅπαν­τες Πνεύ­μα­τος Ἁγίου, καὶ ἤρξαν­το λαλεῖν ἑτέραις γλώσ­σαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγ­γε­σθαι(:Όλοι τους τότε πλημ­μύ­ρι­σαν εσω­τε­ρι­κά με Πνεύ­μα Άγιο, και άρχι­σαν να μιλούν ξένες γλώσ­σες, όπως το Πνεύ­μα τους ενέ­πνεε και τους έδι­νε την ικα­νό­τη­τα να μιλούν και να λένε θεϊ­κά και ουρά­νια λόγια και διδα­σκα­λί­ες υψη­λές και θεό­πνευ­στες)» [Πράξ. 2,4]. Και προ­φή­τευαν εξί­σου άντρες και γυναί­κες. Γλώσ­σες υπό μορ­φή πυρός κάθι­σαν επά­νω στον καθέ­να από αυτούς [Πράξ.2,3 κ.ε.].

Και αυτό ο Ιωήλ το είπε από πριν, λέγον­τας τα εξής: «Καὶ ἔσται μετὰ ταῦτα καὶ ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα, καὶ προ­φη­τεύσου­σιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν, καὶ οἱ πρε­σβύτεροι ὑμῶν ἐνύπνια ἐνυπνια­σθήσον­ται, καὶ οἱ νεανίσκοι ὑμῶν ὁράσεις ὄψον­ται· Καὶ ἐπὶ τοὺς δούλους μου καὶ ἐπὶ τὰς δούλας μου ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου. Καὶ δώσω τέρατα ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς, αἷμα καὶ πῦρ καὶ ἀτμί­δα καπνοῦ. Ὁ ἥλιος μετα­στραφήσεται εἰς σκό­τος καὶ ἡ σελήνη εἰς αἷμα πρὶν ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ(: και θα συμ­βούν μετά από αυτά τα εξής: Θα εκχύ­σω πλού­σια από το Πνεύ­μα μου χαρί­σμα­τα σε κάθε άνθρω­πο και θα προ­φη­τεύ­ουν οι υιοί σας και οι θυγα­τέ­ρες σας και οι γερον­τό­τε­ροί σας θα δουν και θα λάβουν απο­κα­λύ­ψεις δια­μέ­σου ονεί­ρων, και οι νεό­τε­ροί σας κατά την ηλι­κία θα δουν σε πλή­ρη εγρή­γορ­ση απο­κα­λυ­πτι­κά ορά­μα­τα. Και σους αφα­νείς και κατά κόσμον περι­φρο­νη­μέ­νους δού­λους μου και στις δού­λες μου κατά τις ημέ­ρες εκεί­νες θα χύσω άφθο­να τα χαρί­σμα­τα από το Πνεύ­μα μου. Και θα παρα­χω­ρή­σω να γίνουν τρο­με­ρά σημεία στον ουρα­νό και στη γη, αιμα­το­χυ­σί­ες και πυρ­κα­γιές και σύν­νε­φο καπνού που θα ανε­βαί­νει από τις καιό­με­νες πόλεις και τα δια­λυό­με­να στοι­χεία του σύμ­παν­τος. Ο ήλιος θα μετα­στρα­φεί σε σκο­τά­δι και η σελή­νη θα πάρει το χρώ­μα του αίμα­τος, προ­τού θα έλθει η ημέ­ρα του Κυρί­ου η μεγά­λη και περί­βλε­πτη, κατά την οποία ο Κύριος θα έλθει ένδο­ξα για να κρί­νει τον κόσμο)» [Ιωήλ, 3,1–4], ονο­μά­ζον­τας «ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ» την ημέ­ρα της επι­φοι­τή­σε­ως του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος, καθώς και εκεί­νην της συν­τέ­λειας που πρό­κει­ται να έλθει. Ο ίδιος αυτός προ­φή­της, προ­λέ­γον­τας και τη δια της πίστε­ως σωτηρία(γιατί ούτε και αυτό απο­σιω­πή­θη­κε), λέγει: «Καὶ ἔσται, πᾶς, ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου, σωθήσεται(:και θα συμ­βεί ώστε καθέ­νας, που θα επι­κα­λε­στεί με ζων­τα­νή πίστη το όνο­μα του Κυρί­ου, θα σωθεί)» [Ιωήλ, 3,5].

Θα απο­στεί­λει κήρυ­κες σε όλον τον κόσμο και δεν θα υπάρ­ξει κανείς να μην ακού­σει το κήρυγ­μα· και αυτό έχει προ­λε­χθεί. Άκου­σε λοι­πόν τον Δαβίδ να το λέγει και να το προ­φη­τεύ­ει: «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγ­γος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρα­τα τῆς οἰκου­μέ­νης τὰ ῥήμα­τα αὐτῶν(: αλλά ως άλλος μου­σι­κός και αρμο­νι­κός φθόγ­γος αντη­χούν σε όλη τη γη και τα λόγια τους φτά­νουν στις εσχα­τιές και τα πλέ­ον απο­μα­κρυ­σμέ­να όρια της οικου­μέ­νης)» [Ψαλμ.18,5]. Έπει­τα, δεί­χνον­τας και ότι κήρυτ­ταν έχον­τας εξου­σία και ότι ήταν και από εκεί­νους που φορούν τα βασι­λι­κά στέμ­μα­τα πιο ισχυ­ροί, λέγει πάλι αλλού ο ίδιος: «Ἀντὶ τῶν πατέ­ρων σου ἐγενή­θη­σάν σοι υἱοί· κατα­στή­σεις αὐτοὺς ἄρχον­τας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν(: αντί των προ­γό­νων σου, τους οποί­ους εγκα­τέ­λει­ψες και αρνή­θη­κες, θα είναι τώρα στη θέση αυτών τα τέκνα σου, τα οποία γεν­νή­θη­καν σε σένα από τον πνευ­μα­τι­κό σου γάμο με τον Νυμ­φίο Χρι­στό· θα ανα­δεί­ξεις και θα κατα­στή­σεις αυτούς άρχον­τες σε ολό­κλη­ρη τη γη)» [Ψαλμ.44,17]. Και ότι ο Πέτρος και ο Παύ­λος ήταν και από τους βασι­λείς και από τους άρχον­τες ανώ­τε­ροι, το φανε­ρώ­νουν τα πράγ­μα­τα. Οι νόμοι δηλα­δή των βασι­λέ­ων καταρ­γούν­ται ενώ αυτοί ζουν ακό­μη, ενώ των ψαρά­δων εκεί­νων και μετά τον θάνα­τό τους είναι γερά θεμε­λιω­μέ­νοι και παρα­μέ­νουν αμε­τα­κί­νη­τοι, αν και οι δαί­μο­νες και η μακρο­χρό­νια συνή­θεια και η κακία και η ηδο­νή και άπει­ρα άλλα επε­χεί­ρη­σαν να τους ανα­τρέ­ψουν.

Για να δεί­ξει πάλι ότι, αφού κατα­στούν αυτοί άρχον­τες του κόσμου, θα είναι αξια­γά­πη­τοι σε όλους και ποθη­τοί, πρό­σθε­σε και είπε: «Μνη­σθή­σο­μαι τοῦ ὀνόμα­τός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ· διὰ τοῦτο λαοὶ ἐξομο­λο­γή­σον­ταί σοι εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος(: θα μνη­μο­νεύω, βασι­λιά μου, και θα δια­λα­λώ το όνο­μά Σου στις γενε­ές των γενε­ών· για τον λόγο αυτόν, γνω­ρί­ζον­τας αυτό λαοί και φυλές και γλώσ­σες διά­φο­ρες θα Σε ανυ­μνούν ακα­τά­παυ­στα και στον αιώ­να του αιώ­νος)» [Ψαλμ.44,18]· δηλα­δή θα Σε ευχα­ρι­στή­σουν και θα Σου χρε­ω­στούν μεγά­λη χάρη, για το ότι τους έδω­σες τέτοιους άρχον­τες.

Το ότι όμως και το κήρυγ­μα θα ξαπλω­νό­ταν παν­τού, και αυτό προ­λέ­χθη­κε. Πρό­σε­χε τον Δαβίδ που σου το δηλώ­νει αυτό με τα όσα λέγει: «Αἴτησαι παρ᾿ ἐμοῦ, καὶ δώσω σοι ἔθνη τὴν κλη­ρο­νο­μί­αν σου καὶ τὴν κατά­σχε­σίν σου τὰ πέρα­τα τῆς γῆς(:ζήτη­σε από εμέ­να και θα σου δώσω ως κλη­ρο­νο­μία όλα τα έθνη και θα θέσω υπό την από­λυ­τη κυριαρ­χία σου όλη τη γη μέχρι των άκρων και των περά­των αυτής)» [Ψαλμ.2,8]. Και άλλος προ­φή­της επί­σης σε άλλο μέρος το ίδιο δηλώ­νει: «Καὶ οὐ μὴ κακο­ποι­ή­σου­σιν, οὐδὲ μὴ δύνων­ται ἀπολέ­σαι οὐδένα ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ ἅγιόν μου, ὅτι ἐνεπλή­σθη ἡ σύμ­πα­σα τοῦ γνῶναι τὸν Κύριον ὡς ὕδωρ πολὺ κατα­κα­λύ­ψαι θαλάσ­σας(: και ούτε τα άγρια θηρία, ούτε τα φίδια, ούτε άνθρω­ποι πλέ­ον θα κάνουν κακό, ούτε θα έχουν δύνα­μη και διά­θε­ση να εξον­τώ­σουν κανέ­να στο όρος το άγιό μου, σε όλη δηλα­δή την οικου­μέ­νη, όπου θα εκτεί­νε­ται η βασι­λεία του Μεσ­σία· διό­τι ολό­κλη­ρη η γη γέμι­σε με το να γνω­ρί­σει τον Κύριο, σαν το πολύ νερό, που γεμί­ζει και καλύ­πτει τελεί­ως θάλασ­σες)» [Ησ.11,9]. Πρό­σε­χε και την ευκο­λία της υπα­κο­ής σε Αυτόν: «Ἀπὸ κραυγῆς Ἐσεβὼν ἕως Ἐλεαλὴ αἱ πόλεις αὐτῶν ἔδωκαν φωνὴν αὐτῶν, ἀπὸ Ζογὸρ ἕως Ὠρωναὶμ καὶ Ἀγλάθ-Σαλι­σία, ὅτι καὶ τὸ ὕδωρ Νεβρεὶν εἰς κατά­καυ­μα ἔσται(:από την ισχυ­ρή κραυ­γή αγω­νί­ας της Εσε­βών μέχρι την Ελε­α­λή όλες οι πόλεις στέ­να­ζαν και θρη­νού­σαν· επί­σης από τη Ζογόρ έως την Ωρω­ναίμ και την Αγλάθ-Σαλι­σία και αυτά τα άφθο­να νερά, τα πηγαία ύδα­τα της Νεβρείν παρα­δό­θη­καν στη φωτιά)» [Ιερ.31,34].

Αλλά και το αρρα­γές της Εκκλη­σί­ας προ­λέ­χθη­κε: «Ἒσται ἐν ταῖς ἐσχά­ταις ἡμέραις ἐμφανὲς τὸ ὄρος Κυρί­ου καὶ ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ ἐπ᾿ ἄκρων τῶν ὀρέων καὶ ὑψωθή­σε­ται ὑπερά­νω τῶν βουνῶν· καὶ ἥξου­σιν ἐπ᾿ αὐτὸ πάν­τα τὰ ἔθνη(:φανέ­ρω­σε ο Κύριος ότι κατά τις έσχα­τες ημέ­ρες της μωσαϊ­κής οικο­νο­μί­ας, όταν πρό­κει­ται η νέα περί­ο­δος του Μεσ­σία να αντι­κα­τα­στή­σει αυτήν, θα γίνει περί­ο­πτο και εμφα­νές το όρος του Κυρί­ου και ο ναός του Θεού, ο κτι­σμέ­νος επά­νω στη Σιών, θα γίνει ορα­τός από όλα τα σημεία και από πολύ μακριά, σαν να είναι κτι­σμέ­νος επά­νω στις κορυ­φές των υψη­λό­τε­ρων βου­νών· και θα υψω­θεί επά­νω από όλα τα βου­νά και θα προ­στρέ­ξουν στο όρος αυτό του Κυρί­ου όλα τα έθνη)» [Ησ. 2,2].

Και ότι η Εκκλη­σία δεν θα είναι μόνο στα­θε­ρή και αμε­τα­κί­νη­τη και αρρα­γής, αλλά και θα συν­τε­λέ­σει στο να βασι­λεύ­σει στον κόσμο η ειρή­νη, και ότι θα κατα­λυ­θούν στις πόλεις οι πολυαρ­χί­ες και οι μοναρ­χί­ες και θα ιδρυ­θεί μία βασι­λεία, που θα τους περι­λά­βει όλους και θα επι­κρα­τεί στο μεγα­λύ­τε­ρο μέρος της ειρή­νη και όχι όπως προ­η­γου­μέ­νως. Για­τί πρω­τύ­τε­ρα όλοι οι χει­ρο­τέ­χνες και οι ρήτο­ρες έπαιρ­ναν τα όπλα και ήταν έτοι­μοι να πολε­μή­σουν, όταν όμως ήλθε ο Χρι­στός δια­λύ­θη­καν όλα εκεί­να και περιο­ρί­στη­κε ο πόλε­μος σε ορι­σμέ­να μέρη. Και αυτό λοι­πόν δηλώ­νον­τάς το κάποιος προ­φή­της έλε­γε: «Καὶ κρι­νεῖ ἀναμέ­σον τῶν ἐθνῶν καὶ ἐλέγ­ξει λαὸν πολύν, καὶ συγ­κό­ψου­σι τὰς μαχαί­ρας αὐτῶν εἰς ἄροτρα καὶ τὰς ζιβύ­νας αὐτῶν εἰς δρέ­πα­να, καὶ οὐ λήψε­ται ἔθνος ἐπ᾿ ἔθνος μάχαι­ραν, καὶ οὐ μὴ μάθω­σιν ἔτι πολε­μεῖν(:και θα κρί­νει μετα­ξύ των εθνών, ανα­γνω­ρι­ζό­με­νος από αυτούς ανώ­τα­τος νομο­θέ­της και κρι­τής, και θα ελέγ­ξει ως κυρί­αρ­χος πολύ λαό. Και όλοι αυτοί θα μετα­τρέ­ψουν τα μαχαί­ρια τους σε αλέ­τρια και τα δόρα­τά τους σε δρε­πά­νια, και δεν θα πάρει έθνος εναν­τί­ον έθνους μάχαι­ρα για να πολε­μή­σει εναν­τί­ον του, ούτε θα μάθουν πλέ­ον την τέχνη να πολε­μούν ο ένας εναν­τί­ον του άλλου)» [Ησ.2,4]. Για­τί πιο μπρο­στά ζού­σαν όλοι μέσα στους πολέ­μους, ενώ τώρα ξέχα­σαν και αυτήν ακό­μη την πολε­μι­κή τέχνη, ή καλύ­τε­ρα οι περισ­σό­τε­ροι άνθρω­ποι ούτε καν γνώ­ρι­σαν αυτήν. Αν όμως και τώρα γίνον­ται πόλε­μοι, είναι λίγοι και όχι διαρ­κείς ούτε και πολ­λοί, όπως παλαιό­τε­ρα που ξεσπού­σαν σε κάθε έθνος μύριες επα­να­στά­σεις.

Έπει­τα για να δεί­ξει και από πού θα συστα­θεί η Εκκλη­σία, το προ­λέ­γει και αυτό. Επει­δή δηλα­δή επρό­κει­το να απο­τε­λέ­σουν μία αγέ­λη όχι μόνο άνθρω­ποι ήπιοι στον χαρα­κτή­ρα και ήμε­ροι και ενά­ρε­τοι, αλλά και άγριοι και απάν­θρω­ποι και σαν λύκοι μερι­κοί και λιον­τά­ρια και ταύ­ροι στον χαρα­κτή­ρα, και όλοι αυτοί να απο­τε­λέ­σουν μία Εκκλη­σία, άκου­σε πώς ο προ­φή­της δήλω­σε το ποι­κί­λο της αγέ­λης αυτής λέγον­τας: «καὶ συμ­βο­σκη­θή­σε­ται λύκος μετ᾿ ἀρνός, καὶ πάρ­δα­λις συνα­να­παύ­σε­ται ἐρίφω, καὶ μοσχά­ριον καὶ ταῦρος καὶ λέων ἅμα βοσκη­θή­σον­ται, καὶ παι­δί­ον μικρὸν ἄξει αὐτούς(:και θα βοσκή­σει ο λύκος μαζί με το αρνίο και η λεο­πάρ­δα­λη θα συνα­να­παύ­ε­ται και θα συγ­κα­τοι­κεί μαζί με το ερρί­φιο, και μοσχά­ρι και ταύ­ρος μαζί με τον λέον­τα και ένα μικρό παι­δί θα οδη­γεί αυτά ως ήμε­ρα αρνία)» [Ησ. 11,6], εννο­ών­τας με αυτό τη λιτό­τη­τα της ζωής των βασι­λέ­ων.

Το ότι αυτά δεν λέγον­ται για τα ζώα, ας μας πει ο Ιου­δαί­ος πότε έγι­νε αυτό· για­τί ποτέ ο λύκος δεν βόσκη­σε μαζί με το αρνί· αλλά και αν ακό­μη επρό­κει­το να βοσκή­σει, σε τι θα ωφε­λού­σε αυτό την ανθρω­πό­τη­τα. Επο­μέ­νως εννο­εί με αυτό τον χαρα­κτή­ρα των αγρί­ων ανθρώ­πων, τους Σκύ­θες δηλα­δή, τους Θρά­κες, τους Μαύ­ρους, τους Ινδούς, τους Σαυ­ρο­μά­τες και τους Πέρ­σες.

Και ότι όλα αυτά τα έθνη θα ζού­σαν κάτω από την ίδια εξου­σία, και ένας άλλος προ­φή­της το δήλω­σε λέγον­τας: «Ὅτι τότε μετα­στρέψω ἐπὶ λαοὺς γλῶσσαν εἰς γενεὰν αὐτῆς τοῦ ἐπικα­λεῖσθαι πάντας τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ δου­λεύειν αὐτῷ ὑπὸ ζυγὸν ἕνα(:διό­τι τότε τη γλώσ­σα των λαών, που ήσαν συνη­θι­σμέ­νοι στην πολυ­θε­ΐα και επι­κα­λούν­ταν όχι τον Ένα Θεό, αλλά πολ­λούς θεούς, θα τη μετα­τρέ­ψω· θα την καθα­ρί­σω και θα την κατα­στή­σω εκλε­κτή, ώστε όλοι αυτοί οι λαοί να επι­κα­λούν­ται πλέ­ον το άγιο όνο­μα του Κυρί­ου, του Ενός και μόνου αλη­θι­νού Θεού· όλοι δε κάτω από ένα ζυγό, τον δικό μου, και με την ευλα­βή τήρη­ση των θεί­ων εντο­λών να δου­λεύ­ουν με φόβο και βαθύ σεβα­σμό σε Εμέ­να, τον Κύριο)» [ Σοφ.3,9], Όχι πια μόνο στα Ιερο­σό­λυ­μα, αλλά σε όλο τον κόσμο. Για­τί δεν προ­τρέ­πον­ται πια οι άνθρω­ποι να μετα­βαί­νουν στα Ιερο­σό­λυ­μα, αλλά ο καθέ­νας επι­τε­λεί τη λατρεία του Θεού στην πατρί­δα του[Ιω.4,20 κ.ε.].

Το ότι επρό­κει­το οι Ιου­δαί­οι να στε­ρη­θούν τις επαγ­γε­λί­ες, ούτε αυτό έχει απο­σιω­πη­θεί. Και πρό­σε­χε πως και αυτό το προ­εί­πε ο προ­φή­της: «Διό­τι καὶ ἐν ὑμῖν συγ­κλει­σθή­σον­ται θύραι, καὶ οὐκ ἀνάψε­ται τὸ θυσια­στή­ριόν μου δωρε­άν· οὐκ ἔστι μου θέλη­μα ἐν ὑμῖν, λέγει Κύριος παν­το­κρά­τωρ, καὶ θυσί­αν οὐ προσ­δέ­ξο­μαι ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν(:διό­τι και μετα­ξύ σας θα κλει­στούν τελεί­ως οι θύρες του ναού και δεν θα ανά­ψει το θυσια­στή­ριό μου μάταια, όπως γίνε­ται σήμε­ρα. Δεν αισθά­νο­μαι καμία ευα­ρέ­σκεια σε σας, λέγει ο Κύριος παν­το­κρά­τωρ. Και θυσία δεν θα δεχτώ ευχα­ρί­στως από τα χέρια σας)» [Μαλαχ.1,10].

Αλλά και ποιοι πρό­κει­ται να Τον λατρεύ­σουν, και αυτό έχει προ­λε­χθεί. Λέγει ο Μαλα­χί­ας λοι­πόν: «διό­τι ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου ἕως δυσμῶν τὸ ὄνομά μου δεδό­ξα­σται ἐν τοῖς ἔθνε­σι, καὶ ἐν παντὶ τόπῳ θυμί­α­μα προ­σά­γε­ται τῷ ὀνόμα­τί μου καὶ θυσία καθα­ρά, διό­τι μέγα τὸ ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνε­σι, λέγει Κύριος παν­το­κρά­τωρ(:”ναι· δεν θα δεχτώ από τα βέβη­λα χέρια σας θυσία· διό­τι σε όλο τον κόσμο, από την ανα­το­λή ως τη δύση του ήλιου, το όνο­μά μου έχει δοξα­στεί μετα­ξύ των εθνών που έχουν επι­στρα­φεί σε σένα, και σε κάθε τόπο προ­σφέ­ρε­ται θυμί­α­μα λατρεί­ας στο όνο­μά μου και θυσία καθα­ρή, μη μολυ­σμέ­νη από αίμα­τα και καπνούς και κνί­σα κατα­καιο­μέ­νων σαρ­κών και λίπους· διό­τι μέγα είναι το Όνο­μά μου μετα­ξύ των εθνών”, λέγει ο παν­το­κρά­τωρ Κύριος» [Μαλαχ.1,11].

Είδες πως έδει­ξε την ευγέ­νεια της λατρεί­ας; Πώς το εξαί­ρε­το και δια­φο­ρε­τι­κό αυτής; Και ότι η προ­σκύ­νη­ση του Θεού δεν θα προσ­διο­ρί­ζε­ται από τον τόπο, αλλά και από τον τρό­πο, ούτε θα γίνε­ται με κνί­σες και καπνούς, αλλά με κάποιον άλλο τρό­πο λατρεί­ας; [Ιω.4,23–24: «ἀλλ᾿ ἔρχε­ται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθι­νοὶ προ­σκυ­νη­ταὶ προ­σκυ­νή­σου­σι τῷ πατρὶ ἐν πνεύ­μα­τι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιού­τους ζητεῖ τοὺς προ­σκυ­νοῦντας αὐτόν. πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προ­σκυ­νοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύ­μα­τι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προ­σκυ­νεῖν(: πολύ σύν­το­μα όμως έρχε­ται ώρα, και μπο­ρώ να πω ότι η ώρα αυτή έχει ήδη έλθει, που οι πραγ­μα­τι­κοί προ­σκυ­νη­τές θα προ­σκυ­νή­σουν και θα λατρεύ­σουν τον Πατέ­ρα πνευ­μα­τι­κά και αλη­θι­νά˙ δηλα­δή με θεο­φώ­τι­στες τις πνευ­μα­τι­κές δυνά­μεις και με λατρεία όχι τυπι­κή και σκιώ­δη, αλλά πραγ­μα­τι­κή και εμπνευ­σμέ­νη από πλή­ρη επί­γνω­ση της αλήθειας·διότι και ο Πατήρ ζητά επί­μο­να τέτοιοι αλη­θι­νοί και πραγ­μα­τι­κοί προ­σκυ­νη­τές να είναι εκεί­νοι που Tον λατρεύ­ουν. Ο Θεός είναι πνεύ­μα, γι’ αυτό και δεν περιο­ρί­ζε­ται σε τόπους. Κι εκεί­νοι που Tον λατρεύ­ουν πρέ­πει να Tον προ­σκυ­νούν με τις εσω­τε­ρι­κές τους πνευ­μα­τι­κές δυνά­μεις, με αφο­σί­ω­ση της καρ­διάς και του νου, αλλά και με αλη­θι­νή επί­γνω­ση του Θεού και της λατρεί­ας που του αρμό­ζει)»].

«Και πώς», λέγει ίσως κάποιος, «οι Από­στο­λοι τούς προ­σέλ­κυ­σαν όλους αυτούς;» Αυτός που γνώ­ρι­ζε μία μόνο γλώσ­σα, την ιου­δαϊ­κή, πώς έπει­σε τον Σκύ­θη και τον Ινδό και τον Σαυ­ρο­μά­τη και τον Θρά­κα; Λαμ­βά­νον­τας από τη δωρεά του Aγίου Πνεύ­μα­τος το χάρι­σμα της πολυ­γλωσ­σί­ας αυτής[Πράξ. 2,3 κ.ε.]. Και αυτό βέβαια προ­κει­μέ­νου για τους εθνι­κούς· όσον αφο­ρά τον Ισρα­ήλ, έλα­βε το χάρι­σμα των γλωσ­σών. Και ότι ούτε αυτό προ­σέλ­κυ­σε τους Ιου­δαί­ους, άκου­σε πώς το δεί­χνει ο προ­φή­της, λέγον­τας: «Διὰ φαυ­λι­σμὸν χει­λέ­ων διὰ γλώσ­σης ἑτέρας, ὅτι λαλή­σου­σι τῷ λαῷ τούτῳ(:για τον εκφαυ­λι­σμό και την περι­φρό­νη­ση του προ­φη­τι­κού κηρύγ­μα­τος, την οποία με την ειρω­νεία των χει­λέ­ων τους απο­τόλ­μη­σαν για την παρά­δο­ξη και μη κατα­νο­ού­με­νη γλώσ­σα τους, θα λαλή­σει σε αυτούς ο Θεός· διό­τι οι κατα­κτη­τές θα ομι­λή­σουν στον λαό αυτόν με την οδυ­νη­ρή φωνή των πραγ­μά­των πλέ­ον)» [Ησ.28,11]. Τι θα μπο­ρού­σε να υπάρ­ξει σαφέ­στε­ρο από αυτό;

Επρό­κει­το να απι­στή­σουν οι Ιου­δαί­οι και να πιστέ­ψουν οι Εθνι­κοί· και αυτό προ­λέ­χθη­κε. Άκουε τον Ησα­ΐα που το δηλώ­νει αυτό και λέγει: «Βρέ­θη­κα από εκεί­νους που δε με ζητούν· έγι­να φανε­ρός σε εκεί­νους που δε με ερω­τούν. Είπα: να, Εγώ βρί­σκο­μαι ανά­με­σα στο έθνος εκεί­νο που δεν επι­κα­λέ­στη­κε το όνο­μά μου». Ενώ για τον Ισρα­ήλ λέγει: «Ἐμφανὴς ἐγενή­θην τοῖς ἐμὲ μὴ ἐπερωτῶσιν, εὑρέθην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν. εἶπα· ἰδού εἰμι τῷ ἔθνει, οἳ οὐκ ἐκάλε­σάν μου τὸ ὄνομα. ἐξεπέ­τα­σα τὰς χεῖράς μου ὅλην τὴν ἡμέραν πρὸς λαὸν ἀπει­θοῦντα καὶ ἀντι­λέ­γον­τα, οἳ οὐκ ἐπορεύ­θη­σαν ὁδῷ ἀληθινῇ, ἀλλ᾿ ὀπίσω τῶν ἁμαρ­τιῶν αὐτῶν(:έγι­να φανε­ρός και απο­κά­λυ­ψα τον εαυ­τό μου σε εκεί­νους, οι οποί­οι δεν με ικέ­τευαν, επει­δή με αγνο­ού­σαν ολο­τε­λώς· βρέ­θη­κα από εκεί­νους οι οποί­οι δεν ζητού­σαν να με βρουν. Είπα: Ιδού, είμαι παρών. Το είπα σε έθνος το οποίο δεν επι­κα­λέ­στη­κε το όνο­μά μου)» [Ησ.65,1–2]·και πάλι: «Ἀνηγ­γεί­λα­μεν ὡς παι­δί­ον ἐναν­τί­ον αὐτοῦ, ὡς ῥίζα ἐν γῇ διψώσῃ. οὐκ ἔστιν εἶδος αὐτῷ οὐδὲ δόξα· καὶ εἴδομεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδὲ κάλ­λος(: Τον αναγ­γεί­λα­με σαν παι­δί μικρό και αφα­νές ενώ­πιον του λαού, σαν ρίζα ατρο­φι­κή σε γη στε­ρού­με­νη ύδα­τος. Δεν υπήρ­χε σε Αυτόν μορ­φή ευπρε­πής, ούτε ωραιό­τη­τα και λαμ­πρό­τη­τα προ­σώ­που. Και τον είδα­με, και δεν είχε πρό­σω­πο ούτε κάλ­λος)» [Ησ.53,2]· και πάλι: «Κύριε, τίς ἐπίστευ­σε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βρα­χί­ων Κυρί­ου τίνι ἀπεκα­λύ­φθη;(:Κύριε, ποιος πίστε­ψε σε αυτά που εμείς οι προ­φή­τες ακού­σα­με από Εσέ­να και κηρύ­ξα­με στους ανθρώ­πους; Και η δύνα­μη του Κυρί­ου σε ποιον φανε­ρώ­θη­κε και έγι­νε πιστευ­τή και παρα­δε­κτή;)» [Ησ 53,1]. Δεν είπε «στη διδα­σκα­λία μας», αλλά σε αυτά που ακού­σα­με από τον Θεό, για να δεί­ξει με αυτό ότι δεν κήρυτ­ταν κάτι δικό τους.

Το ότι πάλι έπρε­πε να προ­τι­μη­θούν τα δικά μας παρά τα δικά τους και να γίνουν πολύ πιο τίμια, και αυτό το προ­εί­πε ο Μωυ­σής λέγον­τας: «Αὐτοὶ παρε­ζή­λω­σάν με ἐπ᾿ οὐ Θεῷ, παρώ­ξυ­νάν με ἐν τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν· κἀγὼ παρα­ζη­λώ­σω αὐτοὺς ἐπ᾿ οὐκ ἔθνει, ἐπὶ ἔθνει ἀσυνέτῳ παρορ­γιῶ αὐτούς(:με έκα­ναν αυτοί να ζηλέ­ψω σαν αντα­γω­νι­στής ανύ­παρ­κτου θεού. Με εξόρ­γι­σαν με τα είδω­λά τους. Με τη σει­ρά μου λοι­πόν και Εγώ θα τους κάνω να ζηλέ­ψουν και να γίνουν αντα­γω­νι­στές έθνους, που ήταν ανύ­παρ­κτο εδώ έως χθες. Θα τους κάνω να οργι­στούν, όταν τους παι­δεύ­σω με ένα λαό ασύ­νε­το, ειδω­λο­λά­τρη)»[Δευτ.32,21], εννο­ών­τας με το «ἐπ᾿ οὐκ ἔθνει» την προ­η­γού­με­νη ευτέ­λεια των εθνι­κών· για­τί ούτε καν έθνος θεω­ρούν­ταν εξαι­τί­ας της μεγά­λης ευτέ­λειάς τους, της μωρί­ας τους και της ανο­η­σί­ας τους.

Από τότε όμως που πίστε­ψαν τόση μεγά­λη μετα­βο­λή έγι­νε, ώστε να κατα­στούν πολύ πιο τίμιοι από εκεί­νους που τιμών­ταν προ­η­γου­μέ­νως. Το ότι αυτό επρό­κει­το να πλη­γώ­σει τους Ιου­δαί­ους και να γίνουν εξαι­τί­ας αυτού καλύ­τε­ροι, και αυτό δηλώ­νε­ται από τα λεγό­με­να αυτά. Για­τί δεν είπε απλώς θα σας προ­τι­μή­σω, αλλά δηλώ­νον­τας συγ­χρό­νως και αυτό, τη διόρ­θω­ση δηλα­δή που θα γινό­ταν σε αυτούς εξαι­τί­ας αυτής της ζήλειας, «θα σας κάνω να ζηλο­τυ­πή­σε­τε», λέγει, «προς άλλο έθνος που δεν το θεω­ρεί­τε έθνος». Σαν να έλε­γε: «Θα τους δώσω τόσα πολ­λά αγα­θά, ώστε να ζηλέ­ψε­τε, ώστε να πλη­γω­θεί­τε». Αυτό βέβαια τους έκα­νε και καλύ­τε­ρους. Αυτοί δηλα­δή που είδαν τη θάλασ­σα να σχί­ζε­ται, τις πέτρες να σπά­νε, τον αέρα να μετα­βάλ­λε­ται και τόσα άλλα παρά­δο­ξα, ή καλύ­τε­ρα εκεί­νοι που θυσί­α­ζαν τα ίδια τους τα παι­διά και λάτρευαν τον Βεελ­φε­γώρ[:πρό­κει­ται για τη μωα­βι­τι­κή θεό­τη­τα Βάαλ, που λατρευό­ταν επά­νω στο όρος Φογώρ και μάλι­στα από πολ­λούς Ισραηλίτες.Βλ. Αριθμ. 25,1–9, Δευτ.4,3., Ιησ. Ναυή 22,17] και είχαν προ­σκολ­λη­θεί σε μαγεί­ες πολ­λές, αυτοί, επει­δή προ­σήλ­θα­με εμείς στον Χρι­στό και τα πράγ­μα­τα τα δικά μας έγι­ναν προ­τι­μό­τε­ρα από τα δικά τους, τόσο πολύ πλη­γώ­θη­καν από τη ζηλο­τυ­πία τους και έγι­ναν καλύ­τε­ροι και περιο­ρί­στη­καν, ώστε, όσα δεν κατόρ­θω­σαν να κάνουν ακού­ον­τας τους προ­φή­τες και βλέ­πον­τας θαύ­μα­τα, αυτά να τα επι­τύ­χουν εξαι­τί­ας της ζηλο­τυ­πί­ας τους προς εμάς. Για­τί κανείς πια από αυτούς δεν σφά­ζει τα παι­διά του, ούτε και τρέ­χει στα είδω­λα, ούτε μοσχά­ρι προ­σκυ­νά. Το σέμνω­μα της παρ­θε­νί­ας στην Παλαιά Δια­θή­κη ούτε κατ΄όνομα υπήρ­χε, ενώ στην Και­νή Δια­θή­κη, επει­δή επρό­κει­το να δια­λάμ­ψει, πρό­σε­χε πώς και αυτό το προ­λέ­γει ο Δαβίδ, λέγον­τας τα εξής: «ἀπενε­χθή­σον­ται ἐν εὐφρο­σύνῃ καὶ ἀγαλ­λιά­σει, ἀχθή­σον­ται εἰς ναὸν βασι­λέ­ως(:θα προ­σα­χθούν με σκιρ­τή­μα­τα και άσμα­τα πνευ­μα­τι­κής ευφρο­σύ­νης και αγαλ­λιά­σε­ως· θα οδη­γη­θούν στα ανά­κτο­ρα, τα οποία είναι η κατοι­κία και ο ναός του Βασι­λέ­ως Νυμ­φί­ου)» [Ψαλμ.44,16].

Aλλά ούτε και το όνο­μα των ιερέ­ων απο­σιώ­πη­σε, εννοώ το όνο­μα των επι­σκό­πων. Για­τί λέγει: «Καὶ δώσω τοὺς ἄρχον­τάς σου ἐν εἰρήνῃ καὶ τοὺς ἐπισκό­πους σου ἐν δικαιο­σύνῃ(:και θα κάνω τους άρχον­τές σου να δια­πνέ­ον­ται από ειρή­νη και τους αρχη­γούς σου επό­πτες οι οποί­οι θα κρί­νουν με δικαιο­σύ­νη)» [Ησ.60,17].

Επρό­κει­το να έλθει και να ζητή­σει ευθύ­νες από τους ανθρώ­πους και μαζί με τους άλλους και από τους Ιου­δαί­ους. Πρό­σε­χε πως και αυτό το προ­λέ­γουν και ο Δαβίδ και ο Μαλα­χί­ας. Ο Μαλα­χί­ας λέγον­τας τα εξής: «Καὶ καθιεῖται χωνεύ­ων καὶ καθα­ρί­ζων ὡς τὸ ἀργύ­ριον καὶ ὡς τὸ χρυ­σί­ον· καὶ καθα­ρί­σει τοὺς υἱοὺς Λευὶ καὶ χεεῖ αὐτοὺς ὥσπερ τὸ χρυ­σί­ον καὶ τὸ ἀργύ­ριον· καὶ ἔσον­ται τῷ Κυρίῳ προ­σά­γον­τες θυσί­αν ἐν δικαιο­σύνῃ (:και θα καθί­σει ρίχνον­τας στο χωνευ­τή­ριο και καθα­ρί­ζον­τας με το πυρ της θεί­ας Χάρι­τος, όπως με το πυρ καθα­ρί­ζε­ται ο άργυ­ρος και ο χρυ­σός. Και θα καθα­ρί­σει όσους νέους πνευ­μα­τι­κούς απο­γό­νους του Λευί είναι αφιε­ρω­μέ­νοι στη λατρεία Του και θα ανα­χω­νεύ­σει αυτούς σαν σε κάμι­νο, όπως ο χρυ­σο­χό­ος ανα­χω­νεύ­ει και καθα­ρί­ζει τον χρυ­σό και τον άργυ­ρο· και θα προ­σφέ­ρουν τότε αυτοί στον Κύριο θυσία με έργα αρε­τής και δικαιο­σύ­νης)» [Μαλαχ.3,3].

Οι λόγοι αυτοί είναι συγ­γε­νείς προς τους λόγους του Παύ­λου, που λέγει: «Ἑκάστου τὸ ἔργον φανε­ρὸν γενή­σε­ται· ἡ γὰρ ἡμέ­ρα δηλώ­σει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀπο­κα­λύ­πτε­ται· καὶ ἑκά­στου τὸ ἔργον ὁποῖ­όν ἐστι τὸ πῦρ δοκι­μά­σει(:του κάθε κτί­στη το έργο θα γίνει φανε­ρό· διό­τι η ημέ­ρα της Κρί­σε­ως θα το σκε­πά­σει και θα το φανε­ρώ­σει. Και θα το ξεσκε­πά­σει, διό­τι η ημέ­ρα εκεί­νη θα απο­κα­λυ­φθεί μαζί με την ενέρ­γεια της θεί­ας δικαιο­σύ­νης, που είναι δρα­στι­κή σαν φωτιά. Και ο Θεός θα ζυγί­σει με ακρί­βεια για να απο­κα­λύ­ψει ποιο είναι το έργο του καθε­νός, και θα φανε­ρώ­σει την πραγ­μα­τι­κή του αξία σαν φωτιά που κατα­καί­ει κάθε εύφλε­κτο υλι­κό)» [Α΄Κορ.3,13]. Ενώ ο Δαβίδ έλε­γε: «ὁ Θεὸς ἐμφανῶς ἥξει, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐ παρα­σιω­πή­σε­ται· πῦρ ἐνώπιον αὐτοῦ καυ­θή­σε­ται, καὶ κύκλῳ αὐτοῦ καταιγὶς σφό­δρα(: ο Θεός θα έλθει ολο­φά­νε­ρα με δόξα πολ­λή· έρχε­ται ο Θεός μας και δεν θα τηρή­σει πλέ­ον σιω­πή· πυρ καυ­στι­κό και κατα­να­λί­σκον θα κατα­καί­ε­ται ενώ­πιόν Του, και τρι­γύ­ρω Του καται­γί­δα μεγά­λη και τρο­με­ρή θα ξεσπά)» [Ψαλμ.49,3], δια­κη­ρύσ­σον­τας πάλι τη Δευ­τέ­ρα παρου­σία Του.

Για­τί η πρώ­τη παρου­σία συνο­δευό­ταν από πολ­λή συγ­κα­τά­βα­ση, η δεύ­τε­ρη όμως δεν θα είναι τέτοια, αλλά θα είναι γεμά­τη από φρί­κη και τρό­μο, καθό­σον αυτή θα εξα­πλω­θεί σε ολό­κλη­ρο τον κόσμο σαν αστρα­πή, έχον­τας προ­πο­ρευό­με­νους τους αγγέ­λους. Για­τί λέγει: «ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρ­χε­ται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαί­νε­ται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρου­σία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώ­που· διό­τι ο Μεσ­σί­ας ούτε θα είναι κρυμ­μέ­νος σε δωμά­τια ούτε θα παρου­σια­στεί σε μέρος ερη­μι­κό. Αλλά όπως η αστρα­πή βγαί­νει από το ανα­το­λι­κό σημείο του ορί­ζον­τα και φαί­νε­ται αμέ­σως μέχρι το αντι­δια­με­τρι­κό δυτι­κό σημείο, έτσι θα γίνει και η παρου­σία του υιού του ανθρώ­που. Θα γίνει αμέ­σως αισθη­τή παν­τού και σε όλους)»[Ματθ.24,27], δεί­χνον­τας με αυτό ότι θα είναι ορα­τή από παν­τού και θα αναγ­γελ­θεί από μόνη της· δεν χρειά­ζε­ται δηλα­δή κήρυ­κα, αλλά η ίδια παρου­σιά­ζει τον εαυ­τό της. Αυτό για να δεί­ξει και ο Δαβίδ έλε­γε: «ὁ Θεὸς ἐμφανῶς ἥξει, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐ παρα­σιω­πή­σε­ται· πῦρ ἐνώπιον αὐτοῦ καυ­θή­σε­ται, καὶ κύκλῳ αὐτοῦ καταιγὶς σφό­δρα» [Ψαλμ.49,3· βλ. παρα­πά­νω].

Έπει­τα, παρι­στά­νον­τας και το μελ­λον­τι­κό δικα­στή­ριο προ­σθέ­τει και λέγει: «Φωτιά θα καί­ει ενώ­πιόν Του και γύρω του καται­γί­δα τρο­με­ρή»[Ψαλμ.49,3]. Είπε τις τιμω­ρί­ες, λέγει, και τη λαμ­πρό­τη­τα αυτού: «Προ­σκα­λέ­σε­ται τὸν οὐρανὸν ἄνω καὶ τὴν γῆν τοῦ δια­κρῖναι τὸν λαὸν αὐτοῦ(: θα προ­σκα­λέ­σει ως μάρ­τυ­ρες στο κρι­τή­ριό Του από επά­νω τον ουρα­νό και από κάτω τη γη, επει­δή εμφα­νί­ζε­ται για να κρί­νει τον λαό Του)» [Ψαλμ.49,4], ονο­μά­ζον­τας «γῆν» τους ανθρώ­πους. Έπει­τα απα­ριθ­μών­τας μαζί με όλους τους ανθρώ­πους και τους Ιουδαίους(γιατί προς αυτούς απευ­θύ­νε­ται), προ­σθέ­τει πάλι και λέγει: «Συνα­γά­γε­τε αὐτῷ τοὺς ὁσίους αὐτοῦ τοὺς δια­τι­θε­μέ­νους τὴν δια­θή­κην αὐτοῦ ἐπὶ θυσί­αις καὶ ἀναγ­γε­λοῦσιν οἱ οὐρανοὶ τὴν δικαιο­σύ­νην αὐτοῦ, ὅτι ὁ Θεὸς κρι­τής ἐστι (:συνα­θροί­στε, ω άγγε­λοι, ενώ­πιόν Του τους αγί­ους Του, τους αφιε­ρω­μέ­νους σε Αυτόν Ισραη­λί­τες, οι οποί­οι έδει­ξαν την αγα­θή διά­θε­σή τους με τις ευλα­βείς θυσί­ες τους και απο­δέ­χτη­καν τη δια­θή­κη Του. Και αφού τους συνα­θροί­σε­τε όλους, θα δια­κη­ρύ­ξουν οι ουρα­νοί τη δικαιο­σύ­νη Αυτού, διό­τι Αυτός ο δίκαιος Θεός είναι υπέρ­τα­τος κρι­τής και δικα­στής στο δικα­στή­ριο αυτό, που τώρα συγ­κρο­τή­θη­κε)» [Ψαλμ.49,5].

Επρό­κει­το ερχό­με­νος να καταρ­γή­σει τη λατρεία μέσω των θυσιών και να μην τη δέχε­ται πια, αλλά να δέχε­ται μόνο τη δική μας. Άκου­σε πώς τα προ­εί­παν και αυτά: «Θυσί­αν καὶ προ­σφορὰν οὐκ ἠθέλη­σας, σῶμα δὲ κατηρ­τί­σω μοι· ὁλοκαυ­τώ­μα­τα καὶ περὶ ἁμαρ­τί­ας οὐκ ἐζήτη­σας(: γεμά­τος ευγνω­μο­σύ­νη θέλη­σα να σου προ­σφέ­ρω θυσία, αλλά Εσύ ούτε αιμα­τη­ρή θυσία,ούτε αναί­μα­κτη προ­σφο­ρά καρ­πών ή άλλων δώρων θέλη­σες. Μου έδω­σες τέλειο σώμα, προι­κι­σμέ­νο με λογι­κή και αθά­να­τη ψυχή, για να σου προ­σφέ­ρω ευά­ρε­στη θυσία για να το καθα­γιά­ζω με την υπα­κοή προς Εσέ­να· αυτό ζήτη­σες και όχι θυσί­ες ζώων καιό­με­νες εξ ολο­κλή­ρου επά­νω στο θυσια­στή­ριο και θυσί­ες εξι­λα­στή­ριες προ­σφε­ρό­με­νες για την αμαρ­τία μας)» [Ψαλμ.39,7].

Αυτό ακρι­βώς δηλώ­νον­τας και αλλού έλε­γε: «Εἰς ἀκοὴν ὠτίου ὑπήκου­σέ μου· υἱοὶ ἀλλό­τριοι ἐψεύ­σαν­τό μοι(:ευθύς μόλις άκου­σε για Εμέ­να και η φήμη των κατορ­θω­μά­των μου έφτα­σε στα αυτιά του, έγι­νε υπή­κο­ός μου. Υιοί αλλο­γε­νείς και ξένοι από φόβο υπο­κρί­θη­καν σε Εμέ­να τον φίλο και από ανάγ­κη δήλω­σαν υπο­τα­γή σε Εμέ­να)» [Ψαλμ.17,45]· δηλα­δή πίστε­ψε χωρίς να δει τη θάλασ­σα να σχί­ζε­ται, ούτε τις πέτρες να ραγί­ζουν, αλλά ακού­γον­τας μόνο το κήρυγ­μα των Απο­στό­λων μου. Και εδώ πάλι: «μου έδω­σες σώμα τέλειο». Και αφού είπε αυτό, προ­σθέ­τει και πάλι και λέγει: «Τότε εἶπον· ἰδοὺ ἥκω, ἐν κεφα­λί­δι βιβλί­ου γέγρα­πται περὶ ἐμοῦ(: και όταν αντι­λή­φτη­κα σε τι αρέ­σκε­σαι και τι ζητάς από Εμέ­να, τότε είπα: Ιδού εγώ έρχο­μαι, για να τεθώ στις δια­τα­γές Σου. Στο εντυ­λισ­σό­με­νο σε ρόλο χει­ρό­γρα­φο της Γρα­φής έχει γρα­φτεί για εμέ­να, πώς θα ευα­ρε­στή­σω σε Σένα)» [Ψαλμ.39,10].

Δύο δηλα­δή πράγ­μα­τα δηλώ­νον­ται με αυτά· και ότι θα έλθει, και ότι θα έλθει τότε, όταν θα καταρ­γη­θούν οι θυσί­ες, πράγ­μα που έγι­νε με την υπο­τα­γή των Ιου­δαί­ων στους Ρωμαί­ους. Βρή­κα­με επί­σης και τον Βαρούχ να ομι­λεί για την εναν­θρώ­πη­σή Του, λέγον­τας τα εξής: «Μετὰ τοῦτο ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις συνα­νε­στρά­φη(:έπει­τα από αυτό φανε­ρώ­θη­κε στη γη και συνα­να­στρά­φη­κε μετα­ξύ των ανθρώ­πων)»[Βαρούχ, 3,38]. Αλλά και στον Μωυ­σή λέγει ο Θεός: «Προφήτην ἀναστήσω αὐτοῖς ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν, ὥσπερ σέ, καὶ δώσω τὰ ρήματα ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ, καὶ λαλήσει αὐτοῖς καθ’ ὅτι ἂν ἐντεί­λω­μαι αὐτ· καὶ ὁ ἄνθρω­πος, ὃς ἐὰν μὴ ἀκού­σῃ ὅσα ἂν λαλή­σῃ ὁ προ­φή­της ἐκεῖ­νος ἐπὶ τῷ ὀνό­μα­τί μου, ἐγὼ ἐκδι­κή­σω ἐξ αὐτοῦ(:γι΄αυτό θα ανα­δεί­ξω σε αυτούς μέσα από τους αδελ­φούς τους έναν Προ­φή­τη, όπως είσαι εσύ, και θα δώσω τους λόγους μου στο στό­μα του και θα τους διδά­ξει ό,τι ακρι­βώς θα του παραγ­γεί­λω. Και αν βρε­θεί κάποιος άνθρω­πος που δεν θα υπα­κού­σει σε όσα θα πει ο Προ­φή­της εκεί­νος εξ ονό­μα­τός μου, θα είναι ο άνθρω­πος αυτός ένο­χος απέ­ναν­τί μου. Θα ανα­λά­βω Εγώ την τιμω­ρία του)»[Δευτ. 18,18].

Βλέ­πεις πως αυτό δεν συνέ­βη­κε για κανέ­να από τους προ­φή­τες, παρά μόνο για τον Χρι­στό; Καθό­σον πολ­λοί προ­φή­τες, εμφα­νί­στη­καν και όλους τους παρή­κου­σαν, αλλά δεν έπα­θαν τίπο­τε· όταν όμως οι Ιου­δαί­οι παρά­κου­σαν τον Χρι­στό, από τότε περιέρ­χον­ται παν­τού σαν αλή­τες και περι­πλα­νώ­με­νοι, σαν φυγά­δες και μετα­νά­στες. Για­τί πρό­σε­χε: στε­ρή­θη­καν την πατρί­δα τους καθώς και τα πατρι­κά τους ήθη και τους νόμους τους, και ζουν τώρα μέσα στην ατι­μία, στην ντρο­πή, τις κολά­σεις και τις τιμω­ρί­ες. Όσα μάλι­στα έχουν πάθει επί Βεσπα­σια­νού και Τίτου[: Τίτος: Ρωμαί­ος στρα­τη­γός, ο οποί­ος το 70 μ.Χ. κατέ­στρε­ψε εκ θεμε­λί­ων τα Ιερο­σό­λυ­μα. Βλ. Ιωσή­που «Ιου­δαϊ­κός πόλε­μος», βιβλίο 5ο και 6ο. Ο δε Βεσπα­σια­νός ήταν πατέ­ρας του Τίτου και αυτο­κρά­το­ρας της Ρώμης], δεν είναι δυνα­τό ούτε να τα πει κανείς· τόσο πολύ η τρα­γω­δία εκεί­νη ξεπέ­ρα­σε κάθε συμ­φο­ρά και έτσι εκπλη­ρω­νό­ταν ο προ­φη­τι­κός λόγος· «ο καθέ­νας που δεν θα ακού­σει τον προ­φή­τη εκεί­νον, θα εξο­λο­θρευ­τεί». Γι΄αυτό λοι­πόν ενη­με­ρώ­θη­καν όλα τα δικά τους, επει­δή παρά­κου­σαν τον προ­φή­τη εκεί­νον.

Το ότι θα τους ανα­στή­σει όλους, και αυτό το δήλω­σε ο Ησα­ΐ­ας, λέγον­τας: «Ἀναστήσον­ται οἱ νεκροί, καὶ ἑγερθήσον­ται οἱ ἐν τοῖς μνη­μείοις, καὶ εὐφρανθήσον­ται οἱ ἐν τῇ γῇ· ἡ γὰρ δρόσος ἡ παρὰ σοῦ ἴαμα αὐτοίς ἐστιν, ἡ δὲ γῆ τῶν ἀσεβῶν πεσεῖται(:θα ανα­στη­θούν θριαμ­βευ­τι­κά οι εν Κυρίω νεκροί και θα εγερ­θούν όσοι βρί­σκον­ται μέσα στα μνή­μα­τα και θα ευφραν­θούν οι ευσε­βείς που βρί­σκον­ται στη γη· διό­τι η σαν ζωο­ποιός δρό­σος κατα­πεμ­πο­μέ­νη από Εσέ­να βοή­θεια και χάρη θα είναι σε αυτούς θερα­πεία· αντι­θέ­τως όμως η χώρα των ασε­βών θα πέσει και θα κατα­στρα­φεί)»[Ησ. .26,19]. Και όχι μόνο αυτά, αλλά ότι και μετά τη σταύ­ρω­ση, μετά τον θάνα­τό Του θα συμ­βούν πιο θαυ­μα­στά πράγ­μα­τα, ότι δηλα­δή μετά την ανά­στα­ση η διά­δο­ση του κηρύγ­μα­τος θα είναι πολύ μεγά­λη.

Επει­δή δηλα­δή δέθη­κε, προ­δό­θη­κε από τον μαθη­τή, φτύ­στη­κε, περι­παί­χτη­κε, μαστι­γώ­θη­κε, καρ­φώ­θη­κε στον σταυ­ρό, δεν αξιώ­θη­κε να τεθεί σε τάφο, όσο βέβαια εξαρ­τών­ταν από εκεί­νους, δια­μοί­ρα­σαν τα ενδύ­μα­τά Του οι στρα­τιώ­τες, τελεί­ω­σε τη ζωή του κατη­γο­ρού­με­νος σαν επα­να­στά­της, σαν βλά­σφη­μος και σαν τύραν­νος, για­τί λέγει «Πᾶς ὁ βασι­λέα ἑαυτὸν ποιῶν ἀντι­λέ­γει τῷ Καί­σα­ρι(:όποιος κάνει τον εαυ­τό του βασι­λιά αντι­τί­θε­ται και επα­να­στα­τεί εναν­τί­ον του Καί­σα­ρα)» [Ιω.19,12], και πάλι: «τί ἔτι χρεί­αν ἔχομεν μαρ­τύ­ρων; ἴδε νῦν ἠκού­σα­τε τὴν βλα­σφη­μί­αν αὐτοῦ(:ο κατη­γο­ρού­με­νος βλα­σφή­μη­σε. Τι μας χρειά­ζον­ται πλέ­ον μάρ­τυ­ρες; Να, μόλις τώρα ακού­σα­τε τη βλα­σφη­μία του)»[Ματθ.26,65]. Επει­δή λοι­πόν επρό­κει­το να συμ­βούν όλα αυτά, θέλον­τας να διε­γεί­ρει τον ακρο­α­τή και να τον προ­ε­τοι­μά­σει να έχει θάρ­ρος, «Μη φοβη­θείς», λέγει, «εξαι­τί­ας αυτών· για­τί τέτοια θα είναι όλα εκεί­να που θα έχουν σχέ­ση με εκεί­νον που σταυ­ρώ­θη­κε, που μαστι­γώ­θη­κε, που κακο­λο­γή­θη­κε από τους ληστές που φονεύ­τη­κε με την κατη­γο­ρία της βλα­σφη­μί­ας και που θα συμ­βούν μετά τον θάνα­το και την ανά­στα­σή Του, ώστε κανείς να μην μπο­ρεί να πει ότι δεν είναι αυτά γεμά­τα από πολ­λή τιμή». Αυτό λοι­πόν και έγι­νε.

Και ακρι­βώς αυτό προ­λέ­γον­τας ο προ­φή­της από πολύ πριν, έλε­γε: «Καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἡ ρίζα τοῦ Ἰεσσαί καὶ ὁ ἀνιστάμενοι ἄρχειν ἐθνῶν, ἐπ’ αὐτῷ ἔθνη ἐλπιοῦσι, καὶ ἔσται ἡ ἀνάπαυ­σις αὐτοῦ τιμή(: και θα είναι κατά την ημέ­ρα εκεί­νη ο νεα­ρός βλα­στός από τη ρίζα του Ιεσ­σαί, δηλα­δή ο από­γο­νός του ο Μεσ­σάις, και Αυτός θα ανυ­ψω­θεί για να άρχει των εθνών και σε Αυτόν θα ελπί­ζουν τα έθνη· ο θρό­νος Του και η δια­μο­νή Του θα είναι ένδο­ξη και τιμη­μέ­νη)»[Ησ. 11,10]. Σαν να έλε­γε: «Ο τρό­πος αυτός του θανά­του είναι τιμιό­τε­ρος και από το βασι­λι­κό στέμ­μα». Πραγ­μα­τι­κά οι βασι­λείς, βγά­ζον­τας τα στέμ­μα­τά τους, τοπο­θε­τούν στη θέση τους τον σταυ­ρό, το σύμ­βο­λο του θανά­του του Χρι­στού. Ο σταυ­ρός τοπο­θε­τεί­ται στις πορ­φύ­ρες των βασι­λέ­ων, ο σταυ­ρός στα στέμ­μα­τα, ο σταυ­ρός συνο­δεύ­ει τις προ­σευ­χές, ο σταυ­ρός τοπο­θε­τεί­ται στα όπλα, ο σταυ­ρός στην αγία Τρά­πε­ζα, και σε ολό­κλη­ρη την οικου­μέ­νη ο σταυ­ρός λάμ­πει πιο πολύ και από τον ήλιο. «Καὶ ἔσται ἡ ἀνάπαυ­σις αὐτοῦ τιμή(:και θα είναι ο θρό­νος της ανα­παύ­σε­ώς Του γεμά­τος από τιμή)»[βλ. παρα­πά­νω: Ησ. 11,10].

Όμως τα ανθρώ­πι­να πράγ­μα­τα δεν είναι τέτοια, αλλά συνή­θως συμ­βαί­νουν αντί­θε­τα. Όσο δηλα­δή ζουν εκεί­νοι που ευδο­κι­μούν, ανθούν και τα πράγ­μα­τα αυτών· όταν όμως πεθά­νουν, μαζί τους κατα­λύ­ον­ται και εκεί­να. Και αυτό μπο­ρεί να το δει κανείς όχι μόνο στην περί­πτω­ση του πλου­σί­ου, ούτε μόνο του άρχον­τα, αλλά και αυτού του ίδιου του βασι­λέ­ως. Καθό­σον και οι νόμοι τους καταρ­γούν­ται, και οι εικό­νες αμαυ­ρώ­νον­ται, και η ανά­μνη­σή τους σβή­νει, και το όνο­μά τους λησμο­νεί­ται, και οι δικοί τους άνθρω­ποι περι­φρο­νούν­ται, και όλα αυτά σε εκεί­νους που κινη­το­ποιού­σαν στρα­τεύ­μα­τα, που με ένα νεύ­μα τους μετέ­βαλ­λαν κατα­στά­σεις δήμων και πόλε­ων και πραγ­μά­των, που ήταν στην εξου­σία τους να φονεύ­ουν και να ανα­κα­λούν από την εξο­ρία κατα­δί­κους. Αλλά όμως όλα κατα­λύ­ον­ται, κι αν ακό­μη προ­η­γου­μέ­νως ευδο­κι­μού­σαν.

Στην περί­πτω­ση όμως του Χρι­στού συνέ­βη εντε­λώς το αντί­θε­το. Πριν δηλα­δή από τον σταυ­ρό, όλα όσα είχαν σχέ­ση με αυτόν ήταν απο­γο­η­τευ­τι­κά. Ο Ιού­δας Τον πρό­δω­σε, ο Πέτρος Τον αρνή­θη­κε, οι άλλοι μαθη­τές Του έφυ­γαν, Αυτός απέ­μει­νε μόνος ανά­με­σα στους εχθρούς και πολ­λοί που είχαν πιστέ­ψει, απο­τρα­βή­χτη­καν. Μετά τη σφα­γή όμως και τον θάνα­τό του, για να μάθεις ότι εκεί­νος που σταυ­ρώ­θη­κε δεν ήταν ένας απλός άνθρω­πος, κατέ­στη­σαν λαμ­πρό­τε­ρα και φαι­δρό­τε­ρα και υψη­λό­τε­ρα τα πράγ­μα­τα τα σχε­τι­κά με αυτόν. Ο κορυ­φαί­ος των Απο­στό­λων που δεν άντε­ξε πριν από τον σταυ­ρό ούτε την απει­λή της θυρω­ρού, αλλά ισχυ­ρί­στη­κε ύστε­ρα από τόσο μαστί­γω­μα, ότι δεν Τον γνώ­ρι­ζε, μετά τον σταυ­ρό περι­ήλ­θε ολό­κλη­ρη την οικου­μέ­νη. Από εκεί και πέρα ακο­λού­θη­σαν άπει­ρα πλή­θη μαρ­τύ­ρων, προ­τι­μών­τας να πεθά­νουν μάλ­λον, παρά να πουν εκεί­νο που είπε ο κορυ­φαί­ος των Απο­στό­λων, φοβού­με­νος την απει­λή μιας θυρω­ρού. Έτσι λοι­πόν από την επο­χή του Πέτρου όλες οι πόλεις και η έρη­μος και η κατοι­κού­με­νη και η ακα­τοί­κη­τη γη ανα­κη­ρύτ­του­με τον Εσταυ­ρω­μέ­νο. Ακό­μη και βασι­λείς και στρα­τη­γοί και άρχον­τες και ύπα­τοι και δού­λοι και ελεύ­θε­ροι και ιδιώ­τες και σοφοί και άσο­φοι και βάρ­βα­ροι και όλες οι φυλές των ανθρώ­πων και γενι­κά σε όλη τη γη που βλέ­πει ο ήλιος, τόσο πολύ δια­δό­θη­κε το όνο­μα και η προ­σκύ­νη­ση του Χρι­στού, για να μάθεις τι σημαί­νει: «θα είναι η ανά­παυ­σή του γεμά­τη από τιμή».

Ο τόπος πάλι που δέχτη­κε το Σώμα εκεί­νο το σφα­για­σμέ­νο, ενώ ήταν μικρός και πάρα πολύ άση­μος, τώρα είναι σεμνό­τε­ρος από πολ­λές βασι­λι­κές αυλές και τιμιό­τε­ρος και από αυτούς ακό­μη τους βασι­λείς. «Και θα είναι ο θρό­νος και η δια­μο­νή Του γεμά­τη από τιμή». Και το παρά­δο­ξο αυτό δεν συνέ­βη μόνο στον Ίδιο, αλλά το ίδιο ακρι­βώς συνέ­βη και στους μαθη­τές Του. Εκεί­νοι δηλα­δή που κατα­διώ­κον­ταν και οδη­γούν­ταν στα δικα­στή­ρια, που περι­φρο­νούν­ταν και φυλα­κί­ζον­ταν, εκεί­νοι που έπα­σχαν τα μύρια δει­νά, μετά τον θάνα­τό τους είναι πιο τίμιοι και από τους ίδιους τους βασι­λείς. Και πώς είναι; Πρό­σε­χε αυτά που θα πω.

Στη Ρώμη, τη βασί­λισ­σα των πόλε­ων, εγκα­τα­λεί­πον­τας οι πιστοί τα πάν­τα, τρέ­χουν στους τάφους του ψαρά και του σκη­νο­ποιού και βασι­λείς ακό­μη και ύπα­τοι και στρα­τη­γοί. Στην Κων­σταν­τι­νού­πο­λη πάλι οι βασι­λείς ζήτη­σαν να ταφούν όχι κον­τά στους τάφους των Απο­στό­λων, αλλά έξω από τους ναούς και δίπλα στα πρό­θυ­ρα αυτών και έγι­ναν έτσι οι βασι­λείς θυρω­ροί των αλιέ­ων[Η επι­θυ­μία αυτή των βασι­λέ­ων ήταν τιμη­τι­κή για τους Απο­στό­λους, επά­νω στους τάφους των οποί­ων, κατά τους πρω­το­χρι­στια­νι­κούς χρό­νους, κτί­ζον­ταν προς τιμήν τους περι­καλ­λείς ναοί] και για την ταφή τους αυτή όχι μόνο δεν ντρέ­πον­ται, αλλά και το έχουν σαν καύ­χη­μά τους, όχι μόνο αυτοί, αλλά και οι από­γο­νοί τους. «Και θα είναι», λέγει, «η ανά­παυ­ση αυτού γεμά­τη από τιμή».

Τότε θα αντι­λη­φτείς το μέγε­θος της τιμής, όταν μάθεις το σύμ­βο­λο αυτού του θανά­του, του θανά­του του κατα­ρα­μέ­νου, του θανά­του του πιο αισχρού από όλους. Για­τί αυτό μόνο το είδος του θανά­του θεω­ρούν­ταν καταραμένο.Εννοώ το εξής με αυτό που λέγω. Από εκεί­νους που αμάρ­τα­ναν την παλαιά επο­χή άλλοι καί­γον­ταν, άλλοι λιθο­βο­λούν­ταν και άλλοι τερ­μά­τι­ζαν τη ζωή τους με άλλον τρό­πο. Όποιος όμως καρ­φω­νό­ταν στο ξύλο και κρε­μιό­ταν πάνω σε αυτό, δεν υπέ­με­νε αυτό μόνο το κακό, το ότι τιμω­ρούν­ταν με μια τέτοια κατα­δί­κη, αλλά και θεω­ρούν­ταν αυτός κατα­ρα­μέ­νος. Για­τί λέγει: «Κεκα­τη­ραμένος ὑπὸ Θεοῦ πᾶς κρεμάμεμε­νος ἐπὶ ξύλου(:είναι κατα­ρα­μέ­νος από τον Θεό καθέ­νας που κρέ­με­ται στο ξύλο)»[Δευτ.21,23]. Αλλά όμως το κατα­ρα­μέ­νο αυτό, που ευχό­ταν κανείς να μην του συμ­βεί το σύμ­βο­λο της χει­ρό­τε­ρης τιμω­ρί­ας, τώρα έγι­νε ποθη­τό και αξια­γά­πη­το. Για­τί δεν στο­λί­ζει το κεφά­λι τόσο πολύ το βασι­λι­κό στε­φά­νι, όσο ο σταυ­ρός, που είναι από κάθε κόσμη­μα τιμιό­τε­ρος. Και εκεί­νο που προ­η­γου­μέ­νως το απέ­φευ­γαν όλοι με φρί­κη, τόσο περι­ζή­τη­το είναι σήμε­ρα από όλους το σχή­μα αυτού, ώστε να βρί­σκε­ται αυτό παν­τού, στους άρχον­τες, στους υπη­κό­ους, στις γυναί­κες, στους άντρες, στις παρ­θέ­νες, στις έγγα­μες γυναί­κες, στους δού­λους, στους ελεύ­θε­ρους. Καθό­σον όλοι συνε­χώς το σχή­μα αυτού κάνουν στο επι­ση­μό­τε­ρο μέρος του σώμα­τος και το μετα­φέ­ρουν μαζί τους καθη­με­ρι­νά τυπω­μέ­νο σαν σε στή­λη, πάνω στο μέτω­πό τους.

Ο σταυ­ρός υπάρ­χει στην ιερή Τρά­πε­ζα, αυτός στις χει­ρο­το­νί­ες των ιερέ­ων, αυτός πάλι δια­λάμ­πει στη Θεία Ευχα­ρι­στία μαζί με το σώμα του Χρι­στού. Θα μπο­ρού­σε κανείς να τον δει να υπάρ­χει παν­τού, στα σπί­τια, στις αγο­ρές, στις ερη­μιές, στους δρό­μους, στα βου­νά, στις κοι­λά­δες, στους λόφους, στις θάλασ­σες και στα πλοία και στα νησιά, στα κρε­βά­τια και στα ενδύ­μα­τα, στα όπλα, στους γάμους, στα συμ­πό­σια, στα αργυ­ρά και χρυ­σά σκεύη, στα μαρ­γα­ρι­τά­ρια, στις τοι­χο­γρα­φί­ες, στα σώμα­τα των πολύ αρρώ­στων ζώων, στα σώμα­τα εκεί­νων που ενο­χλούν­ται από δαί­μο­νες, στους πολέ­μους, στην ειρή­νη, στη διάρ­κεια της ημέ­ρας και της νύχτας, στις ομά­δες εκεί­νων που δια­σκε­δά­ζουν και στους συλ­λό­γους των αθλου­μέ­νων. Τόσο περι­πό­θη­το σε όλους έγι­νε το θαυ­μα­στό αυτό δώρο, η ανέκ­φρα­στη αυτή χάρη. Κανείς δεν ντρέ­πε­ται, δεν νιώ­θει άσχη­μα, σκε­πτό­με­νος ότι ο σταυ­ρός είναι σύμ­βο­λο του πιο κατα­ρα­μέ­νου θανά­του, αλλά όλοι με αυτόν στο­λι­ζό­μα­στε πολύ περισ­σό­τε­ρο, παρά με τα στε­φά­νια και τα στέμ­μα­τα και τις άπει­ρες σει­ρές των μαρ­γα­ρι­τα­ριών. Έτσι όχι μόνο δεν είναι απο­φευ­κτός, αλλά είναι και ποθη­τός και αγα­πη­τός και περι­ζή­τη­τος από όλους, δια­λάμ­πει παν­τού και βρί­σκε­ται στους τοί­χους των οικιών, στην ορο­φή, στα βιβλία, στις πόλεις, στα χωριά, στα ακα­τοί­κη­τα και στα κατοι­κη­μέ­να μέρη. Ευχα­ρί­στως λοι­πόν θα ρωτού­σα τον ειδω­λο­λά­τρη: «Από πού ο σταυ­ρός, το σύμ­βο­λο αυτό της κατα­δί­κης και του κατα­ρα­μέ­νου θανά­του, έγι­νε σε όλους ποθη­τός και περι­ζή­τη­τος, αν δεν ήταν μεγά­λη η δύνα­μη Εκεί­νου που σταυ­ρώ­θη­κε;».

Για­τί, αν δεν ήταν τίπο­τε και αυτό νομί­ζεις εσύ και φέρε­σαι αδιάν­τρο­πα ακό­μη και κλεί­νεις τα μάτια μπρο­στά στην αλή­θεια και παρα­μέ­νεις τυφλός μπρο­στά στο φως, εμπρός να σου απο­δεί­ξω και κατ’ άλλον τρό­πο πόσο σπου­δαίο είναι αυτό. Ποια λοι­πόν είναι η από­δει­ξη; Υπάρ­χουν πολ­λά είδη βασα­νι­στη­ρί­ων στη διά­θε­ση των δικα­στών, όπως το ξύλο, τα μαστί­για, οι όνυ­χες, οι μολυ­βδί­δες, με τα οποία ξύνουν τα σώμα­τα και ξεσχί­ζουν τα μέλη και τα εξαρ­θρώ­νουν. Ποιος λοι­πόν θα ήθε­λε τα όργα­να αυτά να τα βάλει στο σπί­τι του; Και ποιος θα κατα­δε­χό­ταν να αγγί­ξει με το χέρι τα όργα­να αυτά των δημί­ων ή να τα δει να βρί­σκον­ται δίπλα του; Δεν τα συχαί­νον­ται οι περισ­σό­τε­ροι και μερι­κοί μάλι­στα τα θεω­ρούν και σαν μαν­τι­κά όργα­να και δεν ανέ­χον­ται ούτε να τα αγγί­ξουν, ούτε και να τα δουν; Δεν φεύ­γουν μακριά από αυτά; Δεν απο­στρέ­φουν το βλέμ­μα τους; Κάτι τέτοιο λοι­πόν ήταν παλαιά και ο σταυ­ρός, ή καλύ­τε­ρα πολύ πιο φοβε­ρός από αυτά. Για­τί, όπως είπα προ­η­γου­μέ­νως, αυτός ήταν σύμ­βο­λο όχι απλώς θανά­του, αλλά του κατα­ρα­μέ­νου θανά­του.

Πες μου λοι­πόν, από πού έγι­νε τώρα τόσο περι­πό­θη­τος από όλους, τόσο αγα­πη­τός σε όλους και προ­τι­μό­τε­ρος από όλα; Εκεί­νο ακρι­βώς το ξύλο, πάνω στο οποίο τεν­τώ­θη­κε το άγιο σώμα και καρ­φώ­θη­κε, πώς είναι από όλους περι­πό­θη­το; Και πολ­λοί άνθρω­ποι, παίρ­νον­τας ένα μικρό τεμά­χιο από εκεί­νον και επι­χρυ­σώ­νον­τάς το, το κρε­μούν και άντρες και γυναί­κες από τον λαι­μό τους και το θεω­ρούν στο­λί­δι τους, αν και το ξύλο αυτό ήταν σύμ­βο­λο καταδίκης;Αλλά Αυτός που δημιουρ­γεί τα πάν­τα και μετα­βάλ­λει αυτά, Αυτός που απάλ­λα­ξε την οικου­μέ­νη από μία τόση κακία και κατέ­στη­σε τη γη ουρα­νό, Αυτός και το πράγ­μα αυτό, που ήταν επο­νεί­δι­στο και το πιο αισχρό όργα­νο όλων των θανά­των, το ύψω­σε πιο πάνω από τους ουρα­νούς. Όλα αυτά λοι­πόν προ­βλέ­πον­τας ο προ­φή­της έλε­γε: «Και θα είναι η ανά­παυ­ση αυτού γεμά­τη με τιμή».

Αυτό δηλα­δή το σύμ­βο­λο του θανάτου(γιατί δεν θα πάψω να το λέγω συνε­χώς αυτό) έγι­νε για πολ­λούς μέσο ευλο­γί­ας και τεί­χος παν­τός είδους ασφά­λειας, θανα­τη­φό­ρα πλη­γή του δια­βό­λου, χαλι­νά­ρι των δαι­μό­νων, φίμω­τρο της δυνά­με­ως των εχθρών του Χρι­στού. Αυτό κατάρ­γη­σε τον θάνα­το, αυτό συνέ­τρι­ψε τις χάλ­κι­νες πύλες του άδη και συνέ­θλι­ψε τους σιδε­ρέ­νιους μοχλούς, αυτό κατέ­στρε­ψε την ακρό­πο­λη του δια­βό­λου, αυτό απέ­κο­ψε της αμαρ­τί­ας τα νεύ­ρα, αυτό λύτρω­σε όλη την οικου­μέ­νη που ήταν κατα­δι­κα­σμέ­νη και τερ­μά­τι­σε τη θεία τιμω­ρία που κατα­φε­ρό­ταν εναν­τί­ον της φύσε­ώς μας. Αλλά τι λέγω; Εκεί­να που δεν μπό­ρε­σαν να κατορ­θώ­σουν η σχι­ζό­με­νη θάλασ­σα και οι ραγι­ζό­με­νες πέτρες, η μετα­βο­λή του ανέ­μου και το μάν­να, που επί σαράν­τα χρό­νια χορη­γούν­ταν σε τόσες χιλιά­δες Ιου­δαί­ων, και ο νόμος και τα τόσα άλλα θαύ­μα­τα που έγι­ναν και στην έρη­μο και στην Παλαι­στί­νη, αυτά τα κατόρ­θω­σε ο σταυ­ρός, όχι σε ένα έθνος, αλλά σε ολό­κλη­ρο τον κόσμο, ο σταυ­ρός, το κατα­ρα­μέ­νο αυτό σύμ­βο­λο, που όλοι το απέ­φευ­γαν και εύχον­ταν να μην τους συμ­βεί και το πιο επο­νεί­δι­στο, αυτός κατόρ­θω­σε, μετά τον θάνα­το Εκεί­νου που σταυ­ρώ­θη­κε επά­νω σε αυτόν, να τα κάμει όλα με ευκο­λία.

Και όχι μόνο αυτά, αλλά και τα όσα επα­κο­λού­θη­σαν δεί­χνουν τη δύνα­μή Του. Για­τί ολό­κλη­ρη την οικου­μέ­νη, που ήταν άγο­νη σε έργα αρε­τής και δεν βρι­σκό­ταν σε καθό­λου καλύ­τε­ρη κατά­στα­ση από την έρη­μη γη και δεν περί­με­νε να παρά­γει κάτι το καλό, την κατέ­στη­σε μέσα σε μία στιγ­μή παρά­δει­σο και μητέ­ρα πολύ­τε­κνη. Και αυτό το είπε ο προ­φή­της από πριν λέγον­τας τα εξής: «Εὐφράνθη­τι, στεῖρα ἡ οὐ τίκτου­σα, ρῆξον καὶ βόησον, ἡ οὐκ ὠδίδου­σα, ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχού­σης τὸν ἄνδρα· εἶπε γὰρ Κύριος(:να αισθαν­θείς ευφρο­σύ­νη, η εξ εθνών Εκκλη­σία, η μέχρι σήμε­ρα στεί­ρα, η οποία δεν τεκνο­ποιού­σες. Κρά­ξε και βόη­σε φωνή ευφρό­συ­νων ωδί­νων εσύ, η οποία δεν δοκί­μα­σες τους πόνους του τοκε­τού, διό­τι περισ­σό­τε­ρα είναι τα τέκνα της ερή­μου ανδρός και χήρας, όπως ήσουν μέχρι τώρα εσύ, παρά της ιου­δαϊ­κής Συνα­γω­γής, η οποία είχε πνευ­μα­τι­κό Νυμ­φίο τον Θεό)» [Ησ. 54,1].

Και αφού την έκα­με τέτοια, της έδω­σε νόμο, που ήταν πολύ καλύ­τε­ρος από τον προ­η­γού­με­νο, πράγ­μα που και αυτό δεν το απο­σιώ­πη­σαν οι προ­φή­τες. Και πρό­σε­χε τι προ­φή­τε­ψαν και είπαν: «Οὐ κατὰ τὴν δια­θή­κην, ἣν διε­θέ­μην τοῖς πατρά­σιν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ ἐπιλα­βο­μέ­νου μου τῆς χειρὸς αὐτῶν ἐξαγα­γεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ὅτι αὐτοὶ οὐκ ἐνέμει­ναν ἐν τῇ δια­θήκῃ μου, καὶ ἐγὼ ἠμέλη­σα αὐτῶν, φησὶ Κύριος. ὅτι αὕτη ἡ δια­θή­κη μου, ἣν δια­θή­σο­μαι τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκεί­νας, φησὶ Κύριος· διδοὺς δώσω νόμους εἰς τὴν διά­νοιαν αὐτῶν καὶ ἐπὶ καρ­δί­ας αὐτῶν γρά­ψω αὐτούς· καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν, καὶ αὐτοὶ ἔσον­ταί μοι εἰς λαόν(:”η νέα αυτή δια­θή­κη δεν θα είναι όμοια με εκεί­νη που έκα­να με τους προ­πά­το­ρες του παλαιού Ισρα­ήλ και του Ιού­δα την ημέ­ρα κατά την οποία τους έπια­σα από το χέρι,για να τους βγά­λω ελεύ­θε­ρους από τη χώρα της Αιγύ­πτου. Η δια­θή­κη εκεί­νη θα καταρ­γη­θεί, διό­τι αυτοί δεν έμει­ναν πιστοί στη δια­θή­κη μου, γι΄αυτό και Εγώ τους παρα­μέ­λη­σα”, λέγει ο Κύριος· “διό­τι αυτή είναι η νέα δια­θή­κη, την οποία εγώ θα συνά­ψω με τον οίκο του νέου πνευ­μα­τι­κού Ισρα­ήλ ύστε­ρα από τις ημέ­ρες εκεί­νες”, λέει ο Κύριος. “Δηλα­δή, θα δώσω οπωσ­δή­πο­τε τους νόμους μου κατα­νο­η­τούς και ικα­νο­ποι­η­τι­κούς στη διά­νοιά τους και θα εγγρά­ψω αυτούς όχι σε πλά­κες λίθι­νες, αλλά βαθιά στις καρ­διές τους και θα είμαι σε αυτούς Θεός, και αυτοί θα είναι σε Εμέ­να λαός εκλε­κτός”)» [Ιερ. 38,32–33].

Έπει­τα, προ­λέ­γον­τας και την αιφ­νί­δια και μαζι­κή μετα­βο­λή, καθώς και την εύκο­λη διά­δο­ση του κηρύγ­μα­τος, έλε­γε: «Καὶ οὐ μὴ διδάξωσιν ἕκαστος τὸν πολίτην αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ λέγων· γνῶθι τὸν Κύριον· ὅτι πάντες εἰδήσουσί με ἀπὸ μικροῦ αὐτῶν ἕως μεγάλου αὐτῶν, ὅτι ἵλεως ἔσομαι ταῖς ἀδικίαις αὐτῶν καὶ τῶν ἁμαρ­τιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνη­σθῶ ἔτι(:και δεν θα διδά­ξουν τότε ο καθέ­νας τους τον συμ­πα­τριώ­τη του και τον αδελ­φό του, λέγον­τας: «Μάθε, γνώ­ρι­σε τον Κύριο»· διό­τι όλοι θα με γνω­ρί­ζουν, από τον πιο μικρό τους έως τον πιο μεγά­λο από αυτούς. Θα με γνω­ρί­ζουν όλοι, διό­τι θα είμαι γεμά­τος έλε­ος και ευσπλα­χνία στις αδι­κί­ες τους και δεν θα θυμη­θώ πλέ­ον τις αμαρ­τί­ες τους)»[Ιερ.38,34], To ότι επρό­κει­το ερχό­με­νος να συγ­χω­ρή­σει τις αμαρ­τί­ες όλων και αυτό το προ­εί­πε ο προ­φή­της πάλι λέγον­τας τα εξής: «Αυτή είναι η δια­θή­κη μου με αυτούς, όταν θα συγ­χω­ρή­σω τις ανο­μί­ες τους και δεν θα θυμη­θώ πια τις αμαρ­τί­ες τους» [βλ. παρα­πά­νω, Ιερ.38,33]. Τι θα μπο­ρού­σε να υπάρ­ξει σαφέ­στε­ρο από αυτό; Για­τί με τις προ­φη­τεί­ες αυτές φανέ­ρω­σε την κλή­ση των εθνών, την υπε­ρο­χή του νέου νόμου έναν­τι του παλαιού, την ευκο­λία της απο­δο­χής του κηρύγ­μα­τος, τη χάρη εκεί­νων που πίστε­ψαν και τη δωρεά που δόθη­κε με το βάπτι­σμα.

Το ότι Αυτός τα έκα­με όλα αυτά και ότι Αυτός ο Ίδιος θα έλθει αργό­τε­ρα ως κρι­τής, πρό­σε­χε πως και αυτό το προ­λέ­γουν· για­τί ούτε και αυτό το παρέ­βλε­ψαν, παρου­σιά­ζον­τας άλλοι τη μορ­φή με την οποία πρό­κει­ται να έλθει, και άλλοι προ­φη­τεύ­ον­τας την έλευ­σή Του με λόγια μόνο. Ο Δανι­ήλ δηλα­δή, ζών­τας ανά­με­σα στους βαρ­βά­ρους Βαβυ­λω­νί­ους, Τον βλέ­πει να έρχε­ται επί των νεφε­λών· άκουε τα ίδια τα λόγια του προ­φή­τη: «Ἐθεώρουν (:έβλε­πα)», λέγει, «ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς καὶ ἰδοὺ μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ ὡς υἱὸς ἀνθρώπου ἐρχόμενος ἦν καὶ ἕως τοῦ παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν ἔφθα­σε καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ προ­σηνέχθη Καὶ αὐτῷ ἐδόθη ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ βασι­λεία, καὶ πάντες οἱ λαοί, φυλαί, γλῶσσαι αὐτῷ δου­λεύσου­σιν· ἡ ἐξουσία αὐτοῦ ἐξουσία αἰώνιος, ἥτις οὐ παρε­λεύσεται, καὶ ἡ βασι­λεία αὐτοῦ οὐ δια­φθαρήσεται(:συνε­παρ­μέ­νος από την θεω­ρία του νυκτε­ρι­νού ορά­μα­τος έβλε­πα και ιδού! Ένα πρό­σω­πο, το οποίο έμοια­ζε με υιό ανθρώ­που, ερχό­ταν επά­νω στις νεφέ­λες του ουρα­νού, και έφτα­σε ενώ­πιον του Παλαιού των ημε­ρών και οδη­γή­θη­κε ενώ­πιόν Του από τους αγγέ­λους. Και στο πρό­σω­πο αυτό δόθη­κε η εξου­σία, η τιμή και η βασι­λεία, όλοι δε οι άνθρω­ποι, λαοί, φυλές και γλώσ­σες θα υπη­ρε­τή­σουν Αυτόν. Η εξου­σία Του θα είναι εξου­σία αιώ­νια, η οποία δεν θα περά­σει, ενώ η βασι­λεία Του δεν θα φθα­ρεί και δεν θα σβή­σει· ποτέ δεν θα έχει τέλος)»[Δαν.7,13–14].

Παρι­στά­νον­τας και το δικα­στή­ριό Του λέγει: «Ἐθεώρουν ἕως ὅτου οἱ θρόνοι ἐτέθησαν, καὶ παλαιὸς ἡμερῶν ἐκάθητο, καὶ τὸ ἔνδυ­μα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών, καὶ ἡ θρὶξ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον καθαρόν, ὁ θρόνος αὐτοῦ φλὸξ πυρός, οἱ τρο­χοὶ αὐτοῦ πῦρ φλέγον· ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἔμπρο­σθεν αὐτοῦ· χίλιαι χιλιάδες ἐλει­τούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκει­σαν αὐτῷ· κριτήριον ἐκάθισε, καὶ βίβλοι ἠνεῴχθη­σαν(:παρα­τη­ρού­σα όλα αυτά με προ­σο­χή, μέχρις ότου στή­θη­καν δικα­στι­κοί θρό­νοι και ο Παλαιός των ημε­ρών, ο προ­αιώ­νιος και άναρ­χος Θεός Πατέ­ρας, κάθι­σε στον θρό­νο Του. Το ένδυ­μά Του ήταν κατά­λευ­κο σαν το χιό­νι και οι τρί­χες της κεφα­λής Του ήσαν σαν καθα­ρό άσπρο μαλ­λί· ο θρό­νος Του ήταν από φλό­γες φωτιάς και οι τρο­χοί του θρό­νου ήσαν αναμ­μέ­νη φωτιά, που έβγα­ζε φλό­γες. Πύρι­νος ποτα­μός έτρε­χε ενώ­πιόν Του. Χιλιά­δες χιλιά­δων αγγέ­λων Τον υπη­ρε­τού­σαν και μυριά­δες μυριά­δων αγγέ­λων στέ­κον­ταν πλη­σί­ον Του. Κρι­τή­ριο στή­θη­κε και βιβλία που κατέ­γρα­φαν τις πρά­ξεις των κρι­νό­με­νων, ανοί­χτη­καν)»[Δαν.7,9–10].

Και όχι μόνο αυτό, αλλά δεί­χνει και την τιμή που πρό­κει­ται να έχουν οι δίκαιοι, λέγον­τας: «Ἕως οὗ ἦλθεν ὁ παλαιὸς ἡμερῶν καὶ τὸ κρῖμα ἔδωκεν ἁγίοις Ὑψίστου, καὶ ὁ καιρὸς ἔφθα­σε καὶ τὴν βασι­λείαν κατέσχον οἱ ἅγιοι(: μέχρις ότου ήλθε ο Παλαιός των ημε­ρών, ο Οποί­ος απέ­δω­σε το δίκαιο και έδω­σε τη νίκη στους αγί­ους του Υψί­στου Θεού[στους πιστούς]. Και έτσι έφτα­σε ο και­ρός κατά τον οποίο οι αγια­σμέ­νοι από τη Θεία Χάρη, οι πιστοί κατέ­λα­βαν τη Βασι­λεία)»[Δαν.7,22]. Ο Μαλα­χί­ας πάλι προ­φη­τεύ­ει ότι το δικα­στή­ριο εκεί­νο θα γίνει υπό μορ­φή πυρός, λέγον­τας: «Διότι αὐτὸς εἰσπο­ρεύεται ὡς πῦρ χωνευ­τηρίου καὶ ὡς ποιὰ πλυνόντων(: διό­τι Αυτός εισέρ­χε­ται στον κόσμο των ανθρώ­πων σαν φωτιά καμι­νιού, που λιώ­νει και χωνεύ­ει καθε­τί, και σαν καθαρ­τι­κό χορ­τά­ρι και στα­χτό­νε­ρο, που χρη­σι­μο­ποιούν αυτοί που πλέ­νουν τα ρού­χα)» [Μαλάχ.3,2]. Είδες ακρί­βεια προ­φη­τών, πώς διε­κή­ρυ­ξαν από πριν όλα εκεί­να που επρό­κει­το να συμ­βούν; Πώς λοι­πόν τολ­μάς ακό­μη να απι­στείς, έχον­τας τόσες μεγά­λες απο­δεί­ξεις της δυνά­με­ως Αυτού, προ­φη­τεί­ες που λέχτη­καν πριν από τόσα χρό­νια, και βλέ­πον­τας τα γεγο­νό­τα να συμ­φω­νούν με αυτές, χωρίς καθό­λου να αστο­χούν;

Και ότι οι προ­φη­τεί­ες αυτές δεν απο­τε­λούν κατα­σκευά­σμα­τα δικά μας το μαρ­τυ­ρούν εκεί­νοι, που και πρώ­τοι δέχτη­καν τα βιβλία των προ­φη­τών και τα έχουν μέχρι σήμε­ρα, που αν και είναι εχθροί μας και από­γο­νοι εκεί­νων που Τον σταύ­ρω­σαν, τα έχουν και σήμε­ρα και τα δια­τη­ρούν. «Και πώς δεν πιστεύ­ουν», λέγει κάποιος ίσως, «αφού έχουν τα βιβλία; Όπως και τότε απι­στού­σαν, αν και Τον έβλε­παν να θαυ­μα­τουρ­γεί. Αλλά αυτό δεν απο­τε­λεί κατη­γο­ρία εκεί­νου που δεν γίνε­ται πιστευ­τό, αλλά εκεί­νων που παρα­μέ­νουν τυφλοί μέσα στο κατα­με­σή­με­ρο· για­τί και τον κόσμο αυτόν τον έθε­σε μπρο­στά μας σαν όργα­νο αρμο­νι­κό­τα­το· που αφή­νει από παν­τού φωνές και δια­κη­ρύσ­σει τον δημιουρ­γό· κι όμως υπάρ­χουν μερι­κοί, από τους οποί­ους άλλοι λένε ότι όλα έγι­ναν αυτό­μα­τα, άλλοι ότι είναι αγέν­νη­τα τα όσα βλέ­που­με, άλλοι απο­δί­δουν τη δημιουρ­γία και την πρό­νοιά τους στους δαί­μο­νες και άλλοι στην τύχη και στην ειμαρ­μέ­νη και στις περι­φο­ρές των άστρων. Αυτό όμως δεν απο­τε­λεί κατη­γο­ρία του δημιουρ­γού, αλλά η κατη­γο­ρία βαρύ­νει αυτούς, που μετά από τόσα φάρ­μα­κα εξα­κο­λου­θούν να είναι βαρύ­τα­τα ασθε­νείς. Όπως δηλα­δή, όταν μια ψυχή είναι ευγνώ­μων, γνω­ρί­ζει το πρέ­πον χωρίς να έχει ανάγ­κη από πολ­λά βοη­θή­μα­τα, έτσι λοι­πόν και όταν είναι αγνώ­μων και αναί­σθη­τη, κι αν ακό­μη έχει απεί­ρους καθο­δη­γη­τές, κυριευ­μέ­νη από τα πάθη, παρα­μέ­νει τυφλή.

Πρό­σε­χε λοι­πόν ότι αυτό συμ­βαί­νει παν­τού, όχι μόνο στην περί­πτω­ση αυτή, αλλά και σε άλλες. Πόσοι δηλα­δή, ενώ δεν άκου­σαν νόμους, κάνουν μια ζωή από­λυ­τα σύμ­φω­νη με τους νόμους; Κι άλλοι, που ανα­τρά­φη­καν με τους νόμους από την παι­δι­κή τους ηλι­κία μέχρι τα βαθιά γερά­μα­τα, δεν έπα­ψαν να τους παρα­βαί­νουν. Τα ίδια συνέ­βαι­ναν και παλαιό­τε­ρα. Για­τί οι Ιου­δαί­οι, αν και από­λαυ­σαν άπει­ρα σημεία και θαύ­μα­τα, δεν έγι­ναν καλύ­τε­ροι· ενώ οι Νινευί­τες, ακού­ον­τας ένα μόνο κήρυγ­μα, μετέ­βα­λαν τρό­πο ζωής και απαλ­λά­χθη­καν από την κακία. Αυτό μπο­ρεί κανείς να το δει να συμ­βαί­νει και σε απλοϊ­κούς ανθρώ­πους και όχι μόνο σε δια­σή­μους. Πόση διδα­σκα­λία δεν από­λαυ­σε ο Ιού­δας, κι όμως έγι­νε προ­δό­της; Ποια παραί­νε­ση από­λαυ­σε ο ληστής; Κι όμως ομο­λό­γη­σε επά­νω στον σταυ­ρό τον Χρι­στό και δια­κή­ρυ­ξε τη βασι­λεία Εκεί­νου. Μη λοι­πόν κρί­νεις τα πράγ­μα­τα στη­ρι­ζό­με­νος στις διε­φθαρ­μέ­νες γνώ­μες των άλλων, αλλά με βάση την αλή­θεια των πραγ­μά­των να εκφέ­ρεις την πρέ­που­σα γνώ­μη για εκεί­νους που σκέ­φτη­καν ορθά.

Δεν πίστε­ψαν οι Ιου­δαί­οι, πίστε­ψαν όμως οι Εθνι­κοί. Και ούτε αυτό απο­σιω­πή­θη­κε, αλλά άλλο­τε ο Δαβίδ προ­φη­τεύ­ον­τας βρον­το­φω­νά­ζει: «Υἱοὶ ἀλλό­τριοι ἐπαλαιώ­θη­σαν καὶ ἐχώλα­ναν ἀπὸ τῶν τρί­βων αὐτῶν(:Υιοί αλλο­ε­θνείς κατέ­στη­σαν άχρη­στοι ως πεπα­λαιω­μέ­να και μαρα­μέ­να φύλ­λα και δεν μπό­ρε­σαν να στα­θούν ακλό­νη­τοι στους πόδες τους, αλλά ως χωλοί σκόν­τα­πταν και τρί­κλι­ζαν στους δρό­μους τους)» [Ψαλμ.17,46] και άλλο­τε ο Ησα­ΐ­ας λέγει: «Κύριε, τίς ἐπίστευ­σε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; Καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκα­λύ­φθη;(:Κύριε, ποιος πίστε­ψε σε αυτά που εμείς ακού­σα­με από Εσέ­να και κηρύ­ξα­με στους ανθρώ­πους; Η δύνα­μη του Κυρί­ου σε ποιον φανε­ρώ­θη­κε και έγι­νε πιστευ­τή και παρα­δε­κτή;)»[Ησ. 53,1].

Και πάλι: «Ἐμφανὴς ἐγενήθην τοῖς ἐμὲ μὴ ἐπερωτῶσιν, εὑρέθην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν.Εἶπα· ἰδοὺ εἰμι τῷ ἔθνει, οἳ οὐκ ἐκάλεσάν μου τὸ ὄνομα(: έγι­να φανε­ρός και απο­κά­λυ­ψα τον εαυ­τό μου σε εκεί­νους, οι οποί­οι δεν με ικέ­τευαν, επει­δή με αγνο­ού­σαν ολο­τε­λώς· βρέ­θη­κα από εκεί­νους, οι οποί­οι δεν ζητού­σαν να με βρουν. Είπα: Ιδού,είμαι παρών. Το είπα σε έθνος το οποίο δεν επι­κα­λέ­στη­κε το Όνο­μά μου)» [Ησ. 65,1]. Αλλά και κατά την παρου­σία Του στη γη πίστε­ψαν σε Αυτόν η Χανα­ναία [Ματθ. 15,21–28 και Μάρκ.7,24–30] και η Σαμαρείτιδα[Ιω.4,5 κ.ε.], ενώ οι ιερείς και οι άρχον­τες τον πολε­μού­σαν και τον επι­βου­λεύ­ον­ταν και εμπό­δι­ζαν και τους άλλους και απο­μά­κρυ­ναν από τη συνα­γω­γή εκεί­νους που πίστευαν σε Αυτόν. Ας μη σε ξενί­ζουν λοι­πόν καθό­λου αυτά. Η ζωή μας είναι γεμά­τη από πολ­λά τέτοια παρα­δείγ­μα­τα, που συνέ­βη­καν και κατά τις ημέ­ρες μας και παλαιό­τε­ρα. Άλλω­στε, αν όχι όλοι, οπωσ­δή­πο­τε όμως πολ­λοί και από τους Ιου­δαί­ους πίστε­ψαν και τότε και τώρα, αν όμως δεν πίστε­ψαν όλοι, δεν είναι ούτε πρω­τά­κου­στο, ούτε παρά­δο­ξο. Για­τί τέτοια είναι η αγνω­μο­σύ­νη, τέτοια η απε­ρί­σκε­πτη διά­νοια, τέτοια η ψυχή που κυριαρ­χεί­ται από πάθη.

Αλλά αφού ανα­φέ­ρα­με τις προ­φη­τεί­ες που πριν από τόσα χρό­νια έχουν λεχθεί και δια­κη­ρυ­χθεί από τους προ­φή­τες, εμπρός ας εξε­τά­σου­με και εκεί­νες που λέχτη­καν από τον Ίδιο για τα όσα πρό­κει­ται να συμ­βούν στο μέλ­λον, όταν περιερ­χό­ταν τη γη και συνα­να­στρε­φό­ταν τους ανθρώ­πους, ώστε να μάθεις και από αυτές τη δύνα­μή Του. Όταν λοι­πόν ήλθε τότε στη γη και πραγ­μα­το­ποιού­σε το έργο της σωτη­ρί­ας των ανθρώ­πων, τόσο εκεί­νων που ζού­σαν τότε, όσο και των μελ­λον­τι­κών γενε­ών, χρη­σι­μο­ποί­η­σε δια­φό­ρους τρό­πους προς επι­τυ­χία του σκο­πού του αυτού. Και πρό­σε­χε τι κάνει. Ενερ­γεί θαύ­μα­τα και προ­λέ­γει ορι­σμέ­να γεγο­νό­τα που θα συνέ­βαι­ναν μετά από πολ­λά χρό­νια. Και έτσι με εκεί­να που γίνον­ταν τότε, παρεί­χε στους ακρο­α­τές την εγγύ­η­ση για όλα εκεί­να που θα συνέ­βαι­ναν μελ­λον­τι­κά, ενώ στις μελ­λον­τι­κές γενε­ές απο­δει­κνύ­ει με το ότι πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν όλα εκεί­να που προ­εί­πε, ότι τα θαύ­μα­τα που έγι­ναν κατά την επο­χή εκεί­νη είναι αξιό­πι­στα, και με τη διπλή αυτή από­δει­ξη κάνει πιστευ­τά και τα περί της Βασι­λεί­ας.

Και πράγ­μα­τι οι προ­φη­τεί­ες Του ήταν διπλές· άλλες επρό­κει­το να εκπλη­ρω­θούν κατά την παρού­σα ζωή, και άλλες μετά τη συν­τέ­λεια του κόσμου, και με το ένα είδος των προ­φη­τειών έκα­νε πιστευ­τό το άλλο και έδει­χνε με μεγά­λη βεβαιό­τη­τα ότι θα επα­λη­θευ­τούν αυτές. Εννοώ το εξής με αυτό που λέγω· για­τί πραγ­μα­τι­κά ο λόγος είναι ασα­φής, γι΄αυτό θα επι­χει­ρή­σω να τον κάνω πιο σαφή. Δώδε­κα ήταν τότε οι μαθη­τές που Τον ακο­λου­θού­σαν, και κανείς τότε δεν μπο­ρού­σε να σκε­φτεί της Εκκλη­σί­ας την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, αλλά ούτε και το όνο­μα, για­τί τότε η συνα­γω­γή ανθού­σε ακό­μη. Τι λοι­πόν είπε και προ­α­νήγ­γει­λε τη στιγ­μή εκεί­νη που όλη σχε­δόν η οικου­μέ­νη ήταν κυριευ­μέ­νη από την ασέ­βεια; «Ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδο­μή­σω μου τὴν ἐκκλη­σί­αν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατι­σχύ­σου­σιν αὐτῆς(:επά­νω στον βρά­χο της αλη­θι­νής πίστε­ως θα οικο­δο­μή­σω την Εκκλη­σία μου· και ο θάνα­τος και οι οργα­νω­μέ­νες δυνά­μεις του κακού δεν θα υπε­ρι­σχύ­σουν και δεν θα νική­σουν την Εκκλη­σία, η οποία θα είναι αιώ­νια και αθά­να­τη)» [Ματθ.16,18]. Όπως θέλεις εξέ­τα­σε τον λόγο αυτόν, και θα δεις παν­τού να δια­λάμ­πει η αλή­θειά του. Και δεν είναι θαυ­μα­στό αυτό μόνο, το ότι οικο­δό­μη­σε την Εκκλη­σία σε ολό­κλη­ρη την οικου­μέ­νη, αλλά και το ότι την κατέ­στη­σε ακα­τα­νί­κη­τη, αν και ενο­χλούν­ταν από τόσους πολέ­μους. Για­τί το «πύλες του άδη δεν θα υπε­ρι­σχύ­σουν αυτής», σημαί­νει τους κιν­δύ­νους εκεί­νους που οδη­γούν στον άδη. Είδες αλή­θεια προρ­ρή­σε­ως; Είδες δύνα­μη εκπληρώσεως;Είδες λόγους που δια­λάμ­πουν επά­νω στα γεγο­νό­τα, δύνα­μη ακα­τα­μά­χη­τη που τα κατορ­θώ­νει όλα με ευκο­λία; Μη δηλα­δή, επει­δή ο λόγος «θα οικο­δο­μή­σω την Εκκλη­σία μου» είναι σύν­το­μος, τον προ­σπε­ρά­σεις επι­πό­λαια, αλλά ανά­πτυ­ξέ τον στον νου σου, και σκέ­ψου πόσο μεγά­λο πράγ­μα είναι το να γεμί­σει την Εκκλη­σία, που είχε εξα­πλω­θεί μέσα σε σύν­το­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα σε όλη την υφή­λιο, από τόσους πιστούς, να μετα­βά­λει την πίστη τόσων εθνών, να μετα­πεί­σει λαούς, να καταρ­γή­σει πατρι­κά έθι­μα, να ξερι­ζώ­σει συνή­θειες βαθιά ριζω­μέ­νες, να δια­λύ­σει σαν σκό­νη την τυραν­νι­κή εξου­σία της ηδο­νής και τη δύνα­μη της κακί­ας, να εξα­φα­νί­σει σαν καπνό τους βωμούς και τους ναούς και τα είδω­λα και τις τελε­τές και τις βέβη­λες εορ­τές και την ακά­θαρ­τη κνί­σα των θυσιών, και να ανε­γεί­ρει παν­τού θυσια­στή­ρια, στη χώρα των Ρωμαί­ων και των Περ­σών και των Σκυ­θών και των Μαύ­ρων και των Ινδών· τι λέγω; Πιο πέρα και από τα σύνο­ρα της δικής μας αυτο­κρα­το­ρί­ας [ως «οικου­μέ­νη» εδώ ο Ιερός Χρυ­σό­στο­μος εννο­εί μάλ­λον την επι­κρά­τεια της Βυζαν­τι­νής Αυτο­κρα­το­ρί­ας]. Για­τί και τα βρε­τα­νι­κά νησιά, που είναι έξω από αυτή τη θάλασ­σα[εννο­εί τη Μεσό­γειο Θάλασ­σα] και βρί­σκον­ται μέσα στον ωκε­α­νό, γνώ­ρι­σαν τη δύνα­μη του λόγου αυτού, καθό­σον και εκεί έχουν ιδρυ­θεί Εκκλη­σί­ες και στή­θη­καν θυσια­στή­ρια. Ο λόγος εκεί­νος που τον είπε τότε, αυτός έχει φυτευ­τεί στις ψυχές όλων και βρί­σκε­ται στα στό­μα­τα όλων. Και όλη η γη που, όπως θα μπο­ρού­σα­με να πού­με, ήταν γεμά­τη αγκά­θια, καθα­ρί­στη­κε και έγι­νε καθα­ρή και καλ­λιερ­γή­σι­μη γη και δέχτη­κε τα σπέρ­μα­τα της ευσε­βεί­ας.

Είναι μεγά­λο πραγ­μα­τι­κά, πολύ μεγά­λο, ή καλύ­τε­ρα δεί­χνει σε υπερ­βο­λι­κό βαθ­μό το μέγε­θος της θεί­ας δυνά­με­ως, το ότι μπό­ρε­σαν, και αν ακό­μη κανείς δεν τους ενο­χλού­σε, αλλά επι­κρα­τού­σε ειρή­νη, και πολ­λοί που τους εμπό­δι­ζαν ήταν νικη­μέ­νοι και δεν υπήρ­χε εχθρός κανείς, τόσο πολύ κόσμο να τον απαλ­λά­ξουν από τη μια στιγ­μή στην άλλη από συνή­θεια κακή με την οποία ζού­σε επί τόσα χρό­νια, και να τον μετα­θέ­σουν σε άλλη, πολύ πιο δύσκο­λη. Και δεν είχαν αντί­πα­λο μόνο τη συνή­θεια, αλλά και την ηδο­νή, δύο πράγ­μα­τα τυραν­νι­κά. Για­τί εκεί­να που τα είχαν παρα­λά­βει πριν από πολ­λά χρό­νια από τους πατέ­ρες και τους πάπ­πους και τους προ­πάπ­πους και τους πριν από αυτούς ακό­μη, καθώς και από τους φιλο­σό­φους και τους ρήτο­ρες, αυτά πεί­θον­ταν να τα αρνη­θούν, αν και ήταν πάρα πολύ δύσκο­λο να δεχτούν μια νέα συνή­θεια που είχε μπει στον κόσμο, και το χει­ρό­τε­ρο βέβαια από όλα, που ήταν πολύ επί­πο­νη. Για­τί τους απο­μά­κρυ­νε από την τρυ­φή και τους οδη­γού­σε στην ακτη­μο­σύ­νη· τους απο­μά­κρυ­νε από την ασέλ­γεια και τους οδη­γού­σε στη σωφρο­σύ­νη· τους απο­μά­κρυ­νε από τον φθό­νο και τους οδη­γού­σε στη φιλο­φρο­σύ­νη· τους απο­μά­κρυ­νε από την πλα­τειά και ευρύ­χω­ρη οδό και τους οδη­γού­σε στη στε­νή και θλιμ­μέ­νη και από­κρη­μνη, οδη­γού­σε εκεί­νους που είχαν ανα­τρα­φεί για να βαδί­σουν την πλα­τειά οδό[βλ. Ματθ.7,13–14].

Για­τί βέβαια δεν πήρε άλλους ανθρώ­πους, που ζού­σαν έξω από τον κόσμο και τη συνή­θεια αυτή, αλλά εκεί­νους τους ίδιους, που είχαν κατα­σα­πί­σει από τις συνή­θειες αυτές και είχαν γίνει και από τον πηλό μαλα­κό­τε­ροι, αυτούς πρό­στα­ξε να βαδί­σουν τη στε­νή και γεμά­τη θλί­ψεις οδό, την τρα­χεία και δύσκο­λη, και τους έπει­θε. Και πόσους έπει­θε; Όχι δύο και δέκα και είκο­σι και εκα­τό, αλλά όλους σχε­δόν τους ανθρώ­πους που κατοι­κού­σαν στην υφή­λιο. Και με ποιους τους έπει­θε; Με ένδε­κα ανθρώ­πους, αγράμ­μα­τους, ιδιώ­τες, που δεν ήξε­ραν γλώσ­σες, που ήταν άση­μοι και φτω­χοί, που δεν είχαν πατρί­δα, δεν είχαν χρή­μα­τα πολ­λά, ούτε δύνα­μη σωμα­τι­κή, ούτε παρελ­θόν ένδο­ξο, ούτε προ­γο­νι­κή λαμ­πρό­τη­τα, ούτε δύνα­μη λόγου, ούτε ρητο­ρι­κή δει­νό­τη­τα, ούτε την προ­στα­σία που προ­σφέ­ρει η γνώ­ση, αλλά ήταν άνθρω­ποι αλιείς, σκη­νο­ποιοί, αλλό­γλωσ­σοι. Για­τί δεν είχαν την ίδια γλώσ­σα με εκεί­νους που πίστευαν, αλλά μιλού­σαν ξένη γλώσ­σα και δια­φο­ρε­τι­κή από όλες τις άλλες, εννοώ την εβραϊ­κή γλώσ­σα, και με αυτούς οικο­δό­μη­σε την Εκκλη­σία, που εκτεί­νε­ται από το ένα άκρο μέχρι το άλλο άκρο της γης.

Και δεν είναι αυτό μόνο θαυ­μα­στό, αλλά και το ότι οι λίγοι αυτοί ιδιώ­τες και φτω­χοί και άση­μοι και αγράμ­μα­τοι και ταπει­νοί και αλλό­γλωσ­σοι και ευκα­τα­φρό­νη­τοι, που τους ανα­τέ­θη­κε η διόρ­θω­ση όλης της οικου­μέ­νης και πήραν εντο­λή να την οδη­γή­σουν σε πολύ δυσκο­λό­τε­ρα πράγ­μα­τα, δεν τα έκα­ναν αυτά σε κατά­στα­ση ειρή­νης, αλλά μέσα στους άπει­ρους πολέ­μους που εξε­γεί­ρον­ταν εναν­τί­ον τους από παν­τού. Πραγ­μα­τι­κά σε κάθε έθνος και σε κάθε πόλη· τι λέγω σε κάθε έθνος και σε κάθε πόλη; Σε κάθε σπί­τι ξεσπού­σε εναν­τί­ον τους πόλε­μος. Για­τί γενό­με­νη απο­δε­κτή η διδα­σκα­λία χώρι­ζε πολ­λές φορές το παι­δί από τον πατέ­ρα, τη νύφη από την πεθε­ρά, τον αδελ­φό από τον αδελ­φό, τον δού­λο από τον κύριο, τον αρχό­με­νο από τον άρχον­τα, τον άνδρα από τη γυναί­κα, τη γυναί­κα από τον άνδρα, και τον πατέ­ρα από τα παι­διά, για­τί δεν πεί­θον­ταν όλα αμέ­σως, δημιουρ­γού­σε καθη­με­ρι­νές έχθρες και συνε­χείς πολέ­μους, προ­ξε­νού­σε σε αυτούς άπει­ρους θανά­τους, και γινό­ταν αιτία να τους απο­φεύ­γουν σαν εχθρούς και πολέ­μιους όλων. Καθό­σον όλοι τους κατα­δί­ω­καν, βασι­λείς, άρχον­τες, ιδιώ­τες, ελεύ­θε­ροι, δού­λοι, δήμοι, πόλεις· και όχι μόνο αυτούς, αλλά ‑το πιο φοβε­ρό βέβαια- και εκεί­νους που μόλις είχαν ασπα­στεί την πίστη, που λάμ­βα­ναν την κατή­χη­ση από αυτούς. Είχε δηλα­δή κηρυ­χτεί ένας κοι­νός πόλε­μος εναν­τί­ον και των μαθη­τών και των διδα­σκά­λων, επει­δή η διδα­σκα­λία φαι­νό­ταν αντί­θε­τη και προς τα βασι­λι­κά δια­τάγ­μα­τα και προς τις συνή­θειες και προς τα πατρι­κά έθι­μα. Για­τί τους προ­έ­τρε­παν να μην προ­σκυ­νούν τα είδω­λα, να κατα­φρο­νούν τους βωμούς, τους οποί­ους οι πατέ­ρες τους και όλοι οι πρό­γο­νοί τους λάτρευαν, να απο­φεύ­γουν τα βδε­λυ­ρά δόγ­μα­τα, να περι­φρο­νούν τις εορ­τές και να απο­στρέ­φον­ται τις τελε­τές, πράγ­μα­τα που θεω­ρούν­ταν από εκεί­νους και γεμά­τα από πολ­λή φρί­κη και πάρα πολύ φοβε­ρά και για τα οποία θα έδι­ναν ακό­μη και την ίδια τη ζωή τους, παρά να απο­δε­χθούν τους λόγους αυτών και να πιστέ­ψουν σε Εκεί­νον που γεν­νή­θη­κε από τη Μαρία, σε Εκεί­νον που οδη­γή­θη­κε στο ηγε­μο­νι­κό δικα­στή­ριο, που δέχτη­κε εμπτυ­σμούς και έπα­θε μύρια δει­νά· σε εκεί­νον που υπέ­μει­νε θάνα­το κατα­ρα­μέ­νο, που τάφη­κε και ανα­στή­θη­κε.

Και το παρά­δο­ξο είναι ότι τα πάθη Του ήταν γνω­στά σε όλους,όπως τα μαστι­γώ­μα­τα, οι πλη­γές στα μάτια, οι ύβρεις που συνο­δεύ­ον­ταν από τους εμπτυ­σμούς στο πρό­σω­πο, τα ραπί­σμα­τα, ο σταυ­ρός, τα πολ­λά χλευά­σμα­τα, η δια­κω­μώ­δη­ση από όλους, η ταφή που επι­τρά­πη­κε να γίνει σαν χάρη, ενώ τα σχε­τι­κά με την Ανά­στα­ση δεν ήταν ακό­μη γνωστά(γιατί μετά την ανά­στα­σή Του φανε­ρώ­θη­κε μόνο σε αυτούς)· αλλά όμως λέγον­τάς τους αυτά, τους έπει­θαν, και έτσι οικο­δο­μού­σαν την Εκκλη­σία. Πώς και με ποιον τρό­πο; Με τη δύνα­μη Εκεί­νου που τους έδω­σε αυτήν την εντο­λή. Για­τί Αυτός ήταν που βάδι­ζε μπρο­στά από αυτούς, Αυτός έκα­νε όλα τα δύσκο­λα εύκο­λα. Για­τί, αν δεν ήταν κάποια θεία δύνα­μη που κατόρ­θω­νε αυτά, δεν θα ήταν δυνα­τό ούτε αρχή να λάβουν. Πώς δηλα­δή θα ήταν δυνα­τό; Αλλά Εκεί­νος που είπε: «ας γίνει ο ουρα­νός» και έγι­νε ο λόγος έργο, και «ας θεμε­λιω­θεί η γη», και παρή­γα­γε την ύλη, και «ας λάμ­ψει ο ήλιος» και παρου­σί­α­σε το άστρο, και όλα τα έκα­με με τον λόγο Του, Αυτός φύτευ­σε και τις εκκλη­σί­ες αυτές· και ο λόγος Του εκεί­νος : «θα οικο­δο­μή­σω την Εκκλη­σία μου», αυτός δημιούρ­γη­σε το παν. Για­τί τέτοιοι είναι οι λόγοι του Θεού, δημιουρ­γοί έργων, έργων θαυ­μα­στών και παρά­δο­ξων.

Όπως ακρι­βώς δηλα­δή είπε: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· βλα­στη­σά­τω ἡ γῆ βοτά­νην χόρτου ας βλα­στή­σει η γη βοτά­νη χόρ­του σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ’ ὁμοιότητα, καὶ ξύλον κάρ­πι­μον ποιοῦν καρπόν, οὖ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένος ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ ἐγένετο οὕτως(: και είπε ο Θεός, εκφρά­ζον­τας τη θεία και αγα­θή βου­λή Του ως πρό­σταγ­μα: να βλα­στή­σει η γη χλόη, χορ­τά­ρι να φυτρώ­σουν ποώ­δεις θάμνοι, καθέ­νας από τους οποί­ους να παρά­γει σπό­ρο ανά­λο­γα με το είδος και την ποι­κι­λία του, ώστε να διαιω­νί­ζον­ται να φυτρώ­σουν δέν­τρα δασικά)να παρά­γουν ξυλεία) και οπω­ρο­φό­ρα, οι καρ­ποί των οποί­ων να περιέ­χουν τα σπέρ­μα­τά τους, το καθέ­να ανά­λο­γα με το ιδιαί­τε­ρο είδος του· η χλόη, οι θάμνοι, τα δέν­τρα να καλύ­ψουν την επι­φά­νεια της γης. Και ευθύς αμέ­σως το θείο πρό­σταγ­μα έγι­νε έργο)» [Γέν.1,11] και όλα αμέ­σως έγι­ναν παρά­δει­σος, όλα έγι­ναν λει­βά­δια και γέμι­σε από φυτά η γη που δέχτη­κε το πρό­σταγ­μα, έτσι και τώρα είπε: «θα οικο­δο­μή­σω την Εκκλη­σία μου» και με μεγά­λη ευκο­λία έγι­νε αυτό.

Και ενώ οπλί­ζον­ταν εναν­τί­ον της τύραν­νοι, οι στρα­τιώ­τες πρό­βαλ­λαν κατ’αυτής τα όπλα τους, τα πλή­θη του λαού μαί­νον­ταν με σφο­δρό­τη­τα μεγα­λύ­τε­ρη εκεί­νης του πυρός, η συνή­θεια αντι­πα­ρα­τασ­σό­ταν, και οι ρήτο­ρες και οι σοφι­στές και οι πλού­σιοι και οι ιδιώ­τες και οι άρχον­τες ξεση­κώ­νον­ταν εναν­τί­ον της, ερχό­με­νος ο λόγος του Θεού με σφο­δρό­τη­τα μεγα­λύ­τε­ρη της φωτιάς κατέ­καυ­σε τα αγκά­θια, καθά­ρι­σε τους αγρούς και έσπει­ρε τον λόγο του κηρύγ­μα­τος. Και ενώ άλλοι από τους πιστούς ρίχνον­ταν στη φυλα­κή, άλλοι εξο­ρί­ζον­ταν εκτός της πατρί­δος, άλλων δημευό­ταν η περιου­σία τους, άλλοι φονεύ­ον­ταν και κατα­σφά­ζον­ταν, άλλοι ρίχνον­ταν στη φωτιά, άλλοι κατα­πον­τί­ζον­ταν στη θάλασ­σα και υπέ­με­ναν κάθε είδος τιμω­ρί­ας ατι­μα­ζό­με­νοι, απο­μα­κρυ­νό­με­νοι από τα σπί­τια τους και διω­κό­με­νοι από παν­τού σαν κοι­νοί εχθροί, εντού­τοις άλλοι όλο και περισ­σό­τε­ροι προ­σέρ­χον­ταν, που όχι μόνο δεν έδει­χναν απρο­θυ­μία στο να πιστέ­ψουν εξαι­τί­ας των όσων έπα­σχαν άλλοι, αλλά και προ­θυ­μό­τε­ροι γίνον­ταν, και πολύ περισ­σό­τε­ρο πηδού­σαν μέσα σ’ αυτά τα καλά δίχτυα, και έτσι ψαρεύ­ον­ταν όχι εξα­ναγ­κα­ζό­με­νοι ούτε εκβια­ζό­με­νοι, αλλά προ­στρέ­χον­τας μόνοι τους και νιώ­θον­τας ευγνω­μο­σύ­νη προς εκεί­νους που τους οδη­γού­σαν στον Χρι­στό· και ενώ έβλε­παν χει­μάρ­ρους αιμά­των να τρέ­χουν από εκεί­νους που είχαν ήδη πιστέ­ψει, γίνον­ταν πιο θερ­μοί στην πίστη και πιο θαρ­ρα­λέ­οι.

Και όχι μόνο οι μαθη­τές, αλλά και οι διδά­σκα­λοι, αν και άλλοι από αυτούς φυλα­κί­ζον­ταν, άλλοι διώ­κον­ταν, άλλοι μαστι­γώ­νον­ταν και άλλοι έπα­σχαν μύρια άλλα κακά, καθη­με­ρι­νά οι μαθη­τές γίνον­ταν περισ­σό­τε­ροι και πολύ πιο σπου­δαιό­τε­ροι. Και βρον­το­φω­νά­ζει ο Παύ­λος λέγον­τας: «Καὶ τοὺς πλείονας τῶν ἀδελφῶν ἐν Κυρίῳ πεποιθότας τοῖς δεσμοῖς μου περισ­σο­τέ­ρως τολμᾶν ἀφόβως τὸν λόγον λαλεῖν(:και οι περισ­σό­τε­ροι απ’ τους αδελ­φούς ενι­σχύ­θη­καν στην πίστη τους προς τον Κύριο και απέ­κτη­σαν θάρ­ρος από τα δεσμά και τη φυλά­κι­σή μου, ώστε να έχουν τώρα περισ­σό­τε­ρη τόλ­μη να κηρύτ­τουν άφο­βα τον λόγο του Ευαγ­γε­λί­ου)» [Φιλιπ.1,14]. Και αλλού πάλι: «Ὑμεῖς γὰρ μιμη­ταὶ ἐγενήθητε, ἀδελ­φοί, τῶν ἐκκλη­σιῶν, τοῦ Θεοῦ τῶν οὐσῶν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅτι τὰ αὐτὰ ἐπάθετε καὶ ὑμεῖς ὑπὸ τῶν ἰδίων συμ­φυ­λετῶν καθὼς καὶ αὐτοὶ ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων, τῶν καὶ τὸν Κύριον ἀποκτεινάντων Ἰησοῦν καὶ τοὺς ἰδίους προφήτας, καὶ ἡμᾶς ἐκδιωξάντων, καὶ Θεῷ μὴ ἀρεσκόντων, καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις ἐναντίων(:Τον δεχθή­κα­τε ως λόγο Θεού, διό­τι εσείς, αδελ­φοί, γίνα­τε μιμη­τές των Εκκλη­σιών του Θεού που είναι στην Ιου­δαία ενω­μέ­νες με τον Ιησού Χρι­στό. Και γίνα­τε μιμη­τές εκεί­νων, διό­τι κι εσείς πάθα­τε τα ίδια από τους ομο­ε­θνείς σας, όπως κι εκεί­νοι από τους Ιου­δαί­ους που δεν πίστε­ψαν στον Ιησού Χρι­στό. Αυτοί είναι που θανά­τω­σαν και τον Κύριο Ιησού και τους προ­φή­τες τους, και κατα­δί­ω­ξαν σκλη­ρά κι εμάς. Αυτοί και στον Θεό δεν αρέ­σουν, και τους ανθρώ­πους όλους εχθρεύ­ον­ται, αφού κατα­πο­λε­μούν τον Σωτή­ρα του κόσμου)» [Α΄Θεσ. 2,14–15]. Γρά­φον­τας, πάλι, σε άλλους έλε­γε τα εξής: « Ἀναμι­μνή­σκε­σθε δὲ τὰς πρό­τε­ρον ἡμέρας, ἐν αἷς φωτι­σθέν­τες πολλὴν ἄθλη­σιν ὑπεμεί­να­τε παθη­μά­των, τοῦτο μὲν ὀνει­δι­σμοῖς τε καὶ θλί­ψε­σι θεα­τρι­ζό­με­νοι, τοῦτο δὲ κοι­νω­νοὶ τῶν οὕτως ἀναστρε­φο­μέ­νων γενη­θέν­τες. καὶ γὰρ τοῖς δεσμοῖς μου συνε­πα­θή­σα­τε καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῶν ὑπαρ­χόν­των ὑμῶν μετὰ χαρᾶς προ­σε­δέ­ξα­σθε, γινώ­σκον­τες ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς κρείτ­το­να ὕπαρ­ξιν ἐν οὐρανοῖς καὶ μένου­σαν(:να θυμά­στε τις προ­η­γού­με­νες ημέ­ρες κατά τις οποί­ες φωτι­στή­κα­τε με το βάπτι­σμα και με τη γνώ­ση της αλή­θειας και υπο­μεί­να­τε πολ­λή άθλη­ση και αγώ­να παθη­μά­των και διωγ­μών. Από το ένα μεν μέρος με ονει­δι­σμούς και ύβρεις και με θλί­ψεις σας θεά­τρι­ζαν και σας δια­πόμ­πευαν· από το άλλο όμως μέρος με τη συμ­πά­θεια και βοή­θειά σας γίνα­τε συμ­μέ­το­χοι εκεί­νων, οι οποί­οι έτσι κατα­διώ­κον­ταν και ζού­σαν εν μέσω θλί­ψε­ων και κατα­τρεγ­μών. Και πράγ­μα­τι γίνα­τε και εσείς συμ­μέ­το­χοι των κατα­διω­κο­μέ­νων για το όνο­μα του Χρι­στού· διό­τι και στα δεσμά μου, όταν ήμου­να στη φυλα­κή, δεί­ξα­τε συμ­πά­θεια, και την αρπα­γή και τη δήμευ­ση της περιου­σί­ας σας δεχτή­κα­τε με χαρά, επει­δή γνω­ρί­ζα­τε ότι έχε­τε για τον εαυ­τό σας καλύ­τε­ρη περιου­σία στους ουρα­νούς, που είναι μόνι­μη και αιώ­νια)» [Εβρ.10,32–34].

Είδες την υπερ­βο­λι­κή δύνα­μη Εκεί­νου που ενήρ­γη­σε αυτά; Όχι μόνο δηλα­δή δεν λυπούν­ταν, όχι μόνο δεν θλί­βον­ταν παθαί­νον­τας αυτά, αλλά και χαί­ρον­ταν και σκιρ­τού­σαν και πηδού­σαν από χαρά. Και γι’αυτά λοι­πόν ο Παύ­λος λέγει αυτά, ότι δηλα­δή την δήμευ­ση της περιου­σί­ας τη δέχτη­καν με ευχαρίστηση[Αυτόθι], ενώ ο Λου­κάς στο βιβλίο των Πρά­ξε­ων, μιλών­τας για τους διδα­σκά­λους, λέγει ότι «οἱ μὲν οὖν ἐπορεύ­ον­το χαί­ρον­τες ἀπὸ προ­σώ­που τοῦ συνε­δρί­ου, ὅτι ὑπὲρ τοῦ ὀνόμα­τος αὐτοῦ κατη­ξιώ­θη­σαν ἀτιμα­σθῆναι(:ύστε­ρα λοι­πόν από τις απει­λές και την κακο­με­τα­χεί­ρι­ση αυτή που δέχθη­καν οι από­στο­λοι, έφυ­γαν από το συνέ­δριο με μεγά­λη χαρά, διό­τι αξιώ­θη­καν να υπο­στούν ατι­μω­τι­κή τιμω­ρία για χάρη του ονό­μα­τός Του)» [Πράξ.5,41].

Για τον εαυ­τό του πάλι ο Παύ­λος λέγει: «Νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἀντα­να­πληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χρι­στοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία(:η απο­στο­λι­κή μου δρά­ση βέβαια εμπο­δί­στη­κε προς το παρόν, διό­τι είμαι φυλα­κι­σμέ­νος. Αλλά τώρα, παρά τη φυλά­κι­σή μου αυτή, χαί­ρο­μαι για τα παθή­μα­τα που υπο­φέ­ρω για τη σωτη­ρία σας. Με τα παθή­μα­τά μου αυτά ανα­πλη­ρώ­νω τα υστε­ρή­μα­τα των θλί­ψε­ων του Χρι­στού, και πάσχω εγώ στο σώμα μου τα όσα δεν πρό­φθα­σε να πάθει ο Χρι­στός. Και τα υπο­φέ­ρω για χάρη του σώμα­τος του Χρι­στού, το οποίο είναι η Εκκλη­σία)»[Κολ. 1,24]. Και για­τί θαυ­μά­ζεις που χαι­ρό­ταν για τα παθή­μα­τά του, τη στιγ­μή που και όταν επρό­κει­το να υπο­στεί τον θάνα­το όχι μόνο χαι­ρό­ταν, αλλά καλού­σε και τους μαθη­τές να πάρουν μέρος στην ευφρο­σύ­νη, πράγ­μα που δεί­χνει ψυχή υπερ­βο­λι­κά ευφραι­νό­με­νη, λέγον­τας τα εξής: «Ἀλλ᾿ εἰ καὶ σπέν­δο­μαι ἐπὶ τῇ θυσίᾳ καὶ λει­τουρ­γίᾳ τῆς πίστε­ως ὑμῶν, χαί­ρω καὶ συγ­χαί­ρω πᾶσιν ὑμῖν· τὸ δ᾿ αὐτὸ καὶ ὑμεῖς χαί­ρε­τε καὶ συγ­χαί­ρε­τέ μοι(:αλλά κι αν ακό­μη χύνω το αίμα μου ως σπον­δή επά­νω στη θυσία που προ­σφέ­ρω στο Θεό ως λει­τουρ­γία – και η θυσία και η λει­τουρ­γία μου αυτή είναι η πίστη σας, την οποία απο­κτή­σα­τε και με τη δική μου συν­δρο­μή και την οποία προ­σφέ­ρω στο Θεό ως έργο ιερής λατρεί­ας – χαί­ρο­μαι που γίνο­μαι σπον­δή˙ και χαί­ρο­μαι μαζί με όλους σας για το σωτή­ριο απο­τέ­λε­σμα που θα έχε­τε. Ακρι­βώς λοι­πόν το ίδιο να κάνε­τε κι εσείς. Μη λυπά­στε καθό­λου. Αλλά να χαί­ρε­στε για την πίστη σας, και να χαί­ρε­στε μαζί μου για το μαρ­τύ­ριό μου)» [Φιλιπ.2,17–18].

Πες μας λοι­πόν, τι συνέ­βη­κε και γέμι­σες από τόση χαρά; «Ἐγὼ», λέγει, «γὰρ ἤδη σπένδο­μαι, καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστη­κε (: εγώ τώρα χύνω το αίμα μου ως σπον­δή και θυσία στον Θεό· και ο και­ρός της ανα­χω­ρή­σε­ώς μου από τον κόσμο αυτόν είναι πολύ κον­τά)» [Β΄Τιμ.4,6].

Έτσι λοι­πόν οικο­δο­μού­σαν σε όλα τα μέρη της γης την Εκκλη­σία. Αν και βέβαια κανείς δεν θα μπο­ρού­σε διω­κό­με­νος και εμπο­δι­ζό­με­νος να κτί­σει ούτε ένα τοί­χο με λίθους και ασβέ­στη, όμως αυτοί οικο­δό­μη­σαν τόσες Εκκλη­σί­ες σε ολό­κλη­ρη την οικουμένη,δημευόμενοι, μαστι­γού­με­νοι, σφα­για­ζό­με­νοι, καιό­με­νοι, κατα­πον­τι­ζό­με­νοι μαζί με τους μαθη­τές τους. Και τις οικο­δό­μη­σαν όχι με λίθους, αλλά με ψυχές και προ­αι­ρέ­σεις, πράγ­μα που είναι πολύ πιο δύσκο­λο από του να κτί­ζει κανείς με λίθους. Για­τί δεν είναι ίσο το να κτί­σεις έναν τοί­χο και το να πεί­σεις να αλλά­ξει τρό­πο ζωής μια ψυχή, που επί τόσα χρό­νια είχε δια­φθα­ρεί από τους δαί­μο­νες και να απο­μα­κρυν­θεί από τη μανία εκεί­νη και να οδη­γη­θεί σε μία τόσο μεγά­λη σωφρο­σύ­νη. Αλλά όμως αυτό το κατόρ­θω­σαν γυμνοί και ανυ­πό­δη­τοι, περιερ­χό­με­νοι με ένα μόνο χιτώ­να όλη την οικου­μέ­νη, για­τί είχαν σύμ­μα­χο και βοη­θό την ακα­τα­μά­χη­τη δύνα­μη Εκεί­νου που είπε: «ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδο­μή­σω μου τὴν ἐκκλη­σί­αν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατι­σχύ­σου­σιν αὐτῆς(:επά­νω στον βρά­χο της αλη­θι­νής πίστε­ως, θα οικο­δο­μή­σω την Εκκλη­σία μου. Και ο θάνα­τος και οι οργα­νω­μέ­νες δυνά­μεις του κακού δεν θα υπε­ρι­σχύ­σουν και δεν θα νική­σουν την Εκκλη­σία, η οποία θα είναι αιώ­νια και αθά­να­τη)» [Ματθ.16,18]

Απα­ρίθ­μη­σε λοι­πόν πόσοι τύραν­νοι από τότε παρα­τά­χτη­καν εναν­τί­ον της, πόσοι υπε­κί­νη­σαν φοβε­ρό­τα­τους διωγ­μούς, σε ποια κατά­στα­ση βρί­σκον­ταν παλαιό­τε­ρα όλα, τότε δηλα­δή που μόλις είχε φυτευ­τεί η πίστη, τότε που οι διά­νοιες των ανθρώ­πων ήταν πιο απα­λές. Ειδω­λο­λά­τρες βασι­λείς ήταν ο Αύγου­στος, ο Τιβέ­ριος, ο Γάιος, ο Νέρω­νας, ο Ουε­σπα­σια­νός, ο Τίτος και όλοι οι μετέ­πει­τα μέχρι τους χρό­νους του μακα­ρί­ου Κων­σταν­τί­νου. Και όλοι αυτοί, άλλοι λιγό­τε­ρο, και άλλοι περισ­σό­τε­ρο, πολε­μού­σαν την Εκκλη­σία, οπωσ­δή­πο­τε όμως όλοι την πολε­μού­σαν. Αν μερι­κοί από αυτούς φάνη­καν να ησυ­χά­ζουν έναν­τί τους, αυτό ακρι­βώς το γεγο­νός, το ότι ήταν οι βασι­λείς γνω­στοί για την ασέ­βειά τους, γινό­ταν αφορ­μή διωγ­μών, για­τί άλλοι τους κολά­κευαν και τους υπη­ρε­τού­σαν στον πόλε­μο κατά της Εκκλη­σί­ας. Αλλά όμως όλες αυτές οι επι­βου­λές και οι επι­θέ­σεις έσπα­σαν πιο εύκο­λα και από τον ιστό της αρά­χνης, δια­λύ­θη­καν πιο γρή­γο­ρα και από τον καπνό και εξα­φα­νί­στη­καν και από τη σκό­νη ταχύ­τε­ρα. Για­τί με τα όσα κακά διέ­πρα­ξαν, δημιούρ­γη­σαν ένα πλή­θος μαρ­τύ­ρων και άφη­σαν στην Εκκλη­σία τους αθά­να­τους εκεί­νους θησαυ­ρούς, τους στύ­λους, τους πύρ­γους, και έγι­ναν για τους μετα­γε­νέ­στε­ρους πρό­ξε­νοι μεγά­λης ωφέ­λειας, όχι μόνο όσο ζού­σαν, αλλά και μετά τον θάνα­τό τους.

Είδες δύνα­μη προρ­ρή­σε­ως; «Και οι πύλες του άδη δεν θα υπε­ρι­σχύ­σουν αυτής». Από αυτά πίστευε και για τα μελ­λον­τι­κά, ότι δηλα­δή κανείς δεν θα μπο­ρέ­σει να τη νική­σει. Για­τί, αν δεν κατόρ­θω­σαν να τη νική­σουν τότε που απο­τε­λούν­ταν από λίγους και θεω­ρούν­ταν το πράγ­μα σαν και­νο­το­μία, τότε που η διδα­σκα­λία μόλις είχε παγιω­θεί και τόσοι πόλε­μοι και τόσες μάχες εξε­γεί­ρον­ταν από παν­τού εναν­τί­ον της, πολύ περισ­σό­τε­ρο δεν θα μπο­ρέ­σουν να τη νική­σουν τώρα που κατέ­λα­βε αυτή ολό­κλη­ρη την οικου­μέ­νη και κάθε τόπο και τα βου­νά και τα λαγ­κά­δια και τους λόφους, και αυτήν ακό­μη τη θάλασ­σα και όλα τα υπό τον ήλιο έθνη, και η ασέ­βεια περιο­ρί­στη­κε σε λίγους πλέ­ον, αφού εξα­φα­νί­στη­καν και οι βωμοί και οι ναοί και τα είδω­λα και οι εορ­τές και οι τελε­τές και ο καπνός και η κνί­σα και τα βδε­λυ­ρά πανη­γύ­ρια. Πώς λοι­πόν ένα τόσο μεγά­λο και τέτοιου είδους πράγ­μα μετά από τόσα εμπό­δια και τόσο λαμ­πρό τέλος είχε, και είχε έκβα­ση τέτοια που επι­βε­βαιώ­νει την αλή­θεια της προρ­ρή­σε­ως, αν δεν υπήρ­χε κάποια θεία και ακα­τα­μά­χη­τη δύνα­μη σε εκεί­νον που τα προ­εί­πε αυτά και τα πραγ­μα­το­ποί­η­σε; Κανείς δεν θα μπο­ρέ­σει να φέρει αντίρ­ρη­ση σε αυτά, εκτός αν κάποιος παρά­φρο­νας, και στε­ρεί­ται και το φυσι­κό ακό­μη λογι­κό.

Και όχι μόνο αυτές, αλλά και άλλες προρ­ρή­σεις ανα­κη­ρύτ­τουν την ακα­τα­μά­χη­τη δύνα­μη αυτού. Καθό­σον προ­εί­πε τα μέλ­λον­τα με όλη την αλή­θεια και τα πραγ­μα­το­ποί­η­σε, και είναι αδύ­να­το να μην πραγ­μα­το­ποι­η­θεί κάτι από εκεί­να που λέχτη­καν από Αυτόν. Είναι πιο εύκο­λο να κατα­στρα­φεί η γη και ο ουρα­νός, παρά να φανεί ότι κάτι από τους λόγους Του ή τις προρ­ρή­σεις Του λέχθη­κε ψευ­δώς. Γι΄αυτό και αυτός, δηλών­τας αυτό ακρι­βώς προ­τού ακό­μη εκπλη­ρω­θούν οι προρ­ρή­σεις του, με τόση σαφή­νεια απο­φάν­θη­κε για τα όσα λέχθη­καν από Αυτόν, ώστε να πει: «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρε­λεύ­σον­ται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλ­θω­σι(:ο ουρα­νός και η γη, που σας φαί­νον­ται τόσο μόνι­μα και στε­ρεά, θα περά­σουν και θα εκλεί­ψουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα περά­σουν, αλλά θα επα­λη­θευ­θούν επα­κρι­βώς)» [Ματθ.24,35]. Και πολύ εύλο­γα. Για­τί δεν είναι απλά λόγια, αλλά λόγια του Θεού, δημιουρ­γοί έργων. Έτσι δημιούρ­γη­σε τον ουρα­νό, έτσι τη γη, έτσι τη θάλασ­σα, έτσι τον ήλιο, έτσι τα πλή­θη των αγγέ­λων, έτσι τις άλλες αόρα­τες δυνά­μεις. Και αυτό δια­σα­φη­νί­ζον­τας ο προ­φή­της έλε­γε: «Αυτός είπε και έγι­ναν, Αυτός πρό­στα­ξε και κτί­στη­καν», λέγον­τας αυτά για όλη την κτί­ση, την άνω, την κάτω, την αισθη­τή, τη νοε­ρή, τη σωμα­τι­κή, την ασώ­μα­τη. Απέ­δει­ξε λοι­πόν, όπως και προ­η­γου­μέ­νως είπα, η πρόρ­ρη­σή Του για την Εκκλη­σία, το μέγε­θος, τον όγκο και την υπερ­βο­λή της αλή­θειας, της πρό­νοιας, της αγα­θό­τη­τας και της κηδε­μο­νί­ας Αυτού.

Εμπρός λοι­πόν και άλλη πρόρ­ρη­ση ας εξε­τά­σου­με που δια­λάμ­πει περισ­σό­τε­ρο και από τον ήλιο και είναι και από την ακτί­να φανε­ρό­τε­ρη, που βρί­σκε­ται μπρο­στά στα μάτια όλων και επε­κτεί­νε­ται σε όλες τις επερ­χό­με­νες γενε­ές, όπως ακρι­βώς και η προ­η­γού­με­νη. Για­τί τέτοιες είναι οι περισ­σό­τε­ρες προρ­ρή­σεις Αυτού. Δεν τελειώ­νουν δηλα­δή σε σύν­το­μο χρό­νο ούτε πραγ­μα­το­ποιούν­ται σε μία μόνο γενεά, αλλά επε­κτεί­νον­ται σε όλους τους ανθρώ­πους, και σε αυτούς που ζουν τώρα και σε εκεί­νους που θα έλθουν αμέ­σως και στους μετά από εκεί­νους και στους μετά από αυτούς πάλι και μέχρι τη συν­τέ­λεια του κόσμου και παρέ­χουν σε όλους τη δυνα­τό­τη­τα να αντι­λη­φθούν τη δύνα­μη της αλή­θειάς τους, όπως ακρι­βώς και η προ­η­γού­με­νη. Για­τί από την ημέ­ρα που λέχτη­κε μέχρι τη συν­τέ­λεια του αιώ­νος παρα­μέ­νει στα­θε­ρή και αμε­τα­κί­νη­τη, ανθεί και λάμ­πει και καθη­με­ρι­νά ακμά­ζει και αυξά­νε­ται και απο­κτά μεγα­λύ­τε­ρη δύνα­μη, δίνον­τας τη δυνα­τό­τη­τα σε όλους, από την επο­χή εκεί­νου μέχρι τη Δευ­τέ­ρα παρου­σία του Χρι­στού, να καρ­πώ­νον­ται από αυτήν αγα­θά και να δρέ­πουν απε­ρί­γρα­πτη ωφέ­λεια. Πράγ­μα­τι και οι πριν από μας και οι πριν από εκεί­νους και όλοι οι πριν από εκεί­νους γνώ­ρι­σαν τη δύνα­μή της, βλέ­πον­τας από το ένα μέρος τους πολέ­μους να ξεσπούν εναν­τί­ον της και τους κιν­δύ­νους και τις ταρα­χές και τους θορύ­βους και τα κύμα­τα και τις κακο­και­ρί­ες, και από το άλλο προ­σέ­χον­τας αυτήν να μην κατα­πον­τί­ζε­ται, να μη νικιέ­ται, να μην υπο­τάσ­σε­ται, να μη σβή­νει, αλλά να ανθεί, να αυξά­νε­ται και να φτά­νει σε μεγα­λύ­τε­ρο ύψος.

Αλλά και αυτή που πρό­κει­ται να σας πω τώρα, είναι τέτοια, που μπο­ρεί να δεί­ξει τη δύνα­μη και την αλή­θεια των όσων λέχτη­καν από εκεί­νον. Ποια όμως είναι αυτή; Κάπο­τε, αφού μπή­κε στον ναό των Ιου­δαί­ων, που ανθού­σε τότε και έλαμ­πε πάρα πολύ από παν­τού εξαι­τί­ας του χρυ­σού και του κάλ­λους και του μεγέ­θους των οικο­δο­μών, έχον­τας και όλη την άλλη πολυ­τέ­λεια από την τέχνη και τα υλι­κά, και ενώ οι μαθη­τές τα θαύ­μα­ζαν αυτά, τι λέγει Αυτός; «Οὐ βλέ­πε­τε ταῦτα πάν­τα; ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀφεθῇ ᾧδε λίθος ἐπὶ λίθον, ὃς οὐ κατα­λυ­θή­σε­ται(:Δεν βλέ­πε­τε με θαυ­μα­σμό όλα αυτά τα ωραία κτί­ρια; Αλη­θι­νά σας δια­βε­βαιώ­νω ότι δεν θα μεί­νει πέτρα πάνω στην πέτρα που να μην γκρε­μι­στεί κάτω)»[Ματθ.24,2], εννο­ών­τας την κατα­στρο­φή αυτού αργό­τε­ρα, την πανω­λε­θρία, την ερή­μω­ση, τα ερεί­πια του ναού που υπάρ­χουν σήμε­ρα στα Ιερο­σό­λυ­μα. Πραγ­μα­τι­κά όλα εκεί­να τα λαμ­πρά και περι­φα­νή οικο­δο­μή­μα­τα έχουν γίνει ερεί­πια. Είδες και με τα δύο τη μεγά­λη και απε­ρί­γρα­πτη δύνα­μή Του, και με το ότι οικο­δο­μεί και αυξά­νει εκεί­νους που Τον υπη­ρε­τούν πιστά, και με το ότι ταπει­νώ­νει και κατα­στρέ­φει και ξερ­ρι­ζώ­νει εκεί­νους που αντι­τί­θεν­ται σε Αυτόν; Για­τί που­θε­νά δεν υπήρ­χε τέτοιος ναός ούτε τόσο φημι­σμέ­νος και που να απο­λάμ­βα­νε τόση τιμή. Καθό­σον όλοι οι Ιου­δαί­οι που κατοι­κού­σαν σε όλα τα μέρη της γης και στα πέρα­τα ακό­μη του κόσμου, εκεί κατέ­φτα­ναν την παλαιά επο­χή, φέρον­τας δώρα και θυσί­ες και προ­σφο­ρές και απαρ­χές και άλλα πολ­λά και με τον πλού­το όλου του κόσμου καλ­λώ­πι­ζαν τον ναό. Και οι προ­σή­λυ­τοι ακό­μη Ιου­δαί­οι από όλα τα μέρη της γης εκεί συνέρ­ρε­αν, και ήταν πολύ ξακου­στό το όνο­μα του τόπου, φθά­νον­τας μέχρι τα έσχα­τα της γης. Αλλά όμως ένας λόγος του Χρι­στού τα κατέ­στρε­ψε όλα εκεί­να και τα εξα­φά­νι­σε και τα έκα­νε να φύγουν από τη μέση σαν σκό­νη· και εκεί που δεν επι­τρε­πό­ταν σε όλους τους Ιου­δαί­ους να εισέλ­θουν, ή καλύ­τε­ρα ούτε και σε όλους τους ιερείς, αλλά σε έναν μόνο, στον αρχιε­ρέα, και σε αυτόν μία φορά μόνο το έτος, με στο­λή και στε­φά­νια και μίτρα και με όλη την άλλη ιερή αμφί­ε­σή του, τώρα μπο­ρούν να μπαί­νουν και πόρ­νοι και κίναι­δοι και φίλοι των παλ­λα­κί­δων και μοι­χοί, χωρίς κανείς να τους εμπο­δί­ζει· για­τί πέφτον­τας ο λόγος εκεί­νος όλα τα κατέ­στρε­ψε και τα εξα­φά­νι­σε, και τόσο μόνο μέρος μένει από τον ναό, όσο για να δεί­χνει πού ήταν ο ναός την παλαιά επο­χή.

Σκέ­ψου λοι­πόν πόση δύνα­μη δεί­χνει και αυτό. Για­τί, εκεί­νοι που τόσα πολ­λά κατόρ­θω­σαν, που νίκη­σαν έθνη και βασι­λείς και σε πολ­λές περι­πτώ­σεις επι­κρά­τη­σαν εντε­λώς αναί­μα­κτα, που έστη­σαν τρό­παια αμέ­τρη­τα πρω­τά­κου­στα και παρά­δο­ξα, αυτοί που από τότε μέχρι σήμε­ρα δεν μπό­ρε­σαν να οικο­δο­μή­σουν έναν ναό, και όλα αυτά αν και υπήρ­ξαν πολ­λοί βασι­λείς που τους συμ­πα­ρα­στά­θη­καν και είναι αυτοί ένα τόσο μεγά­λο πλή­θος δια­σκορ­πι­σμέ­νο σε όλη τη γη και έχουν τόσα πολ­λά χρή­μα­τα στη διά­θε­σή τους. Είδες πως εκεί­να που τα οικο­δό­μη­σε Αυτός, κανείς δεν τα κατέ­στρε­ψε, και εκεί­να που τα κατέ­στρε­ψε, κανείς δεν μπό­ρε­σε να τα οικο­δο­μή­σει; Οικο­δό­μη­σε την Εκκλη­σία και κανείς δεν μπο­ρεί να την κατα­στρέ­ψει. Κατέ­στρε­ψε τον ναό και κανείς δεν μπο­ρεί να τον οικο­δο­μή­σει και μάλι­στα μέσα σε τόσα πολ­λά χρό­νια.

Αν και βέβαια επι­χεί­ρη­σαν και αυτήν να την κατα­στρέ­ψουν, αλλά δεν μπό­ρε­σαν· και εκεί­νον προ­σπά­θη­σαν να τον ανοι­κο­δο­μή­σουν, αλλά δεν μπό­ρε­σαν. Και επι­τρά­πη­κε και αυτό, για να μην μπο­ρεί κανείς να λέγει ότι αν επι­χει­ρού­σαν να τον ξανα­κτί­σουν, θα μπο­ρού­σαν. Να λοι­πόν και επι­χεί­ρη­σαν και τίπο­τε δεν μπό­ρε­σαν να κάνουν. Πραγ­μα­τι­κά στις ημέ­ρες μας ο βασι­λεύς εκεί­νος που ξεπέ­ρα­σε όλους τους άλλους στην ασέ­βεια[πρό­κει­ται μάλ­λον για τον αυτο­κρά­το­ρα Ιου­λια­νό τον Παρα­βά­τη] και τους έδω­σε την άδεια να τον κτί­σουν και τους βοή­θη­σε οικο­νο­μι­κά και άρχι­σαν το έργο της ανοι­κο­δο­μή­σε­ως, αλλά όμως δεν μπό­ρε­σαν ούτε στο ελά­χι­στο να προ­χω­ρή­σουν, για­τί φωτιά ξεπή­δη­σε από τα θεμέ­λια του ναού και τους απο­μά­κρυ­νε όλους[Η επι­χεί­ρη­ση αυτή έγι­νε τον χει­μώ­να των ετών 362–363 μ.Χ.].

Το ότι θέλη­σαν να τον ανοι­κο­δο­μή­σουν από­δει­ξη αυτού είναι το ότι μέχρι σήμε­ρα υπάρ­χουν τα θεμέ­λια απο­γυ­μνω­μέ­να, για να μάθεις, ότι επι­χεί­ρη­σαν να σκά­ψουν, δεν μπό­ρε­σαν όμως να τον κτί­σουν, για­τί η από­φα­ση αυτή του Χρι­στού αντι­στρα­τευό­ταν στην ενέρ­γειά τους αυτή. Αν και βέβαια ο ναός αυτός είχε κατα­στρα­φεί και νωρί­τε­ρα, αλλά κτί­στη­κε μετά από εβδο­μήν­τα χρό­νια αμέ­σως μετά την επι­στρο­φή τους από την αιχ­μα­λω­σία, και έγι­νε πιο λαμ­πρός από τον προ­η­γού­με­νο, και αυτό το είπαν οι προ­φή­τες και το προ­εί­παν προ­τού να γίνει. Τώρα όμως έχουν περά­σει πάνω από τετρα­κό­σια χρό­νια και ούτε καμία σκέ­ψη υπάρ­χει ούτε προσ­δο­κία ούτε ελπί­δα ότι θα ανοι­κο­δο­μη­θεί πάλι ο ναός. Και βέβαια τι άλλο θα μπο­ρού­σε να τους εμπο­δί­σει, εκτός από τη θεία δύνα­μη που αντι­τί­θε­ται; Δεν υπάρ­χει αφθο­νία χρη­μά­των σε αυτούς; Δεν έχει αμέ­τρη­τους θησαυ­ρούς ο πατριάρ­χης τους εισπράτ­τον­τας φόρους από όλους όπου και αν βρί­σκον­ται αυτοί; Δεν είναι το έθνος τους θρα­σύ, αδιάν­τρο­πο, φιλό­νει­κο, γεμά­το αυθά­δεια και φιλο­πό­λε­μο; Δεν υπάρ­χουν πολ­λοί Ιου­δαί­οι στην Παλαι­στί­νη, δεν υπάρ­χουν πολ­λοί στη Φοι­νί­κη, δεν υπάρ­χουν πολ­λοί σε όλα τα μέρη του κόσμου;Πώς λοι­πόν δεν κατόρ­θω­σαν να ανοι­κο­δο­μή­σουν ένα ναό, τη στιγ­μή που έβλε­παν ότι εξαι­τί­ας αυτού του πράγ­μα­τος η λατρεία τους ήταν παν­τού δεσμευ­μέ­νη, τα ιου­δαϊ­κά έθι­μα είχαν εξα­φα­νι­στεί, και οι θυσί­ες και οι προ­σφο­ρές και όλα τα άλλα τα σχε­τι­κά με αυτά που διέ­τασ­σε ο νόμος είχαν καταρ­γη­θεί και είχαν πάψει; Για­τί δεν επι­τρε­πό­ταν ούτε βωμό να στή­σουν ούτε θυσία να προ­σφέ­ρουν ούτε σπον­δές να κάνουν ούτε πρό­βα­το να θυσιά­σουν ούτε θυμί­α­μα να προ­σφέ­ρουν ούτε ανά­γνω­ση του νόμου να κάνουν, ούτε εορ­τή να επι­τε­λέ­σουν ούτε και τίπο­τε άλλο παρό­μοιο να κάνουν έξω από τα πρό­θυ­ρα του ναού.

Αλλά και όταν βρέ­θη­καν κάπο­τε στη Βαβυ­λώ­να αιχ­μά­λω­τοι και αναγ­κά­ζον­ταν από τους εχθρούς να ψάλ­λουν, δεν υπο­χώ­ρη­σαν, ούτε και υπά­κου­σαν, αν και ήταν αιχ­μά­λω­τοι και δού­λοι σε κυρί­ους που τους κακο­ποιού­σαν· αλλά και όταν έχα­σαν την πατρί­δα τους και την ελευ­θε­ρία τους και κιν­δύ­νευε και αυτή ακό­μη η ζωή τους και βρί­σκον­ταν εγκα­τα­λειμ­μέ­νοι στα χέρια των κατα­κτη­τών σαν σε κάποια παγί­δα και προ­τρέ­πον­ταν να ψάλ­λουν με τα όργα­να την ωδή εκεί­νη, έλε­γαν τα εξής: «Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθί­σα­μεν καὶ ἐκλαύ­σα­μεν ἐν τῷ μνη­σθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών. ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρε­μά­σα­μεν τὰ ὄργα­να ἡμῶν· ὅτι ἐκεῖ ἐπηρώ­τη­σαν ἡμᾶς οἱ αἰχμα­λω­τεύ­σαν­τες ἡμᾶς λόγους ᾠδῶν καὶ οἱ ἀπαγα­γόν­τες ἡμᾶς ὕμνον· ᾄσατε ἡμῖν ἐκ τῶν ᾠδῶν Σιών. πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρί­ου ἐπὶ γῆς ἀλλο­τρί­ας;(: στα ποτά­μια της Βαβυ­λώ­νας κον­τά στις όχθες του Ευφρά­του, του Τίγρη­τος και των παρα­πο­τά­μων τους καθί­σα­με θλιμ­μέ­νοι και κλά­ψα­με, όταν θυμη­θή­κα­με εμείς οι αιχ­μά­λω­τοι την προ­σφι­λή μας Σιών. Στις ιτιές οι οποί­ες υψώ­νον­ται κον­τά στις όχθες των ποτα­μών που ρέουν στο μέσο της χώρας αυτής, κρε­μά­σα­με τα μου­σι­κά όργα­να που χρη­σι­μο­ποιού­με στη λατρεία του Θεού. Και αυτό διό­τι εκεί μας ζήτη­σαν αυτοί, οι οποί­οι μας αιχ­μα­λώ­τι­σαν, ωδές δια του στό­μα­τος στην ιερή λατρεία αδό­με­νες, και αυτοί που μας απή­γα­γαν από την πατρί­δα μας μας ζήτη­σαν ύμνο μου­σι­κό και εναρ­μό­νιο και μας έλε­γαν: “Ψάλ­λε­τε προς δια­σκέ­δα­σή μας, από τα άσμα­τα που ψάλ­λα­τε όταν ήσα­σταν στην πατρί­δα σας τη Σιών. Πώς θα ψάλ­λου­με την ιερή ωδή του Κυρί­ου, η οποία μόνο σε ιερό χώρο πρέ­πει να ακού­γε­ται, πώς θα την ψάλ­λω σε χώρα ξένη, μολυ­σμέ­νη από τη λατρεία ψευ­δών θεών;”)» [Ψαλμ.136,1–4]. Και δεν μπο­ρεί να πει κανείς ότι δεν το έκα­ναν, επει­δή δεν είχαν τα όργα­να· για­τί οι ίδιοι είπαν την αιτία, λέγον­τας: «Πώς να ψάλ­λου­με την ωδή του Κυρί­ου σε ξένη γη;». Αλλά και τα όργα­να τα είχαν μαζί τους. Για­τί, λέγει, «επά­νω στις ιτιές, που υψώ­νον­ται δίπλα στα ποτά­μια, κρε­μά­σα­με τα όργα­νά μας» [:αυτό­θι].

Ακό­μη ούτε και να νηστεύ­ουν τους επι­τρε­πό­ταν. Και αυτό για δήλω­ση ο προ­φή­της έλε­γε: «Εἰπέ πρὸς ἅπαν­τα τὸν λαὸν τῆς γῆς καὶ πρὸς τοὺς ἱερεῖς λέγων· ἐὰν νηστεύ­ση­τε ἢ κόψη­σθε ἐν ταῖς πέμ­πταις ἢ ἐν ταῖς ἑβδό­μαις, καὶ ἰδοὺ ἑβδο­μή­κον­τα ἔτη μὴ νηστεί­αν νενη­στεύ­κα­τέ μοι;(:πες προς όλον τον λαό της χώρας και τους ιερείς τα ακό­λου­θα: “Εάν νηστεύ­σε­τε ή εάν αρχί­σε­τε οδυρ­μούς και θρή­νους κατά τον πέμ­πτο ή τον έβδο­μο μήνα, δεν έχε­τε να ωφε­λη­θεί­τε τίπο­τε. Να· επί εβδο­μήν­τα έτη έχε­τε νηστέ­ψει· νηστεύ­α­τε όμως μήπως για Εμέ­να, τον Κύριο;”)» [Ζαχ.7,5].

Το ότι όμως δεν επι­τρε­πό­ταν ούτε να θυσιά­ζουν ούτε να κάνουν σπον­δές άκου­σε τους Τρεις Παί­δες που λέγουν: «Καὶ οὐκ ἔστιν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ ἄρχων καὶ προ­φή­της καὶ ἡγού­με­νος, οὐδὲ ὁλοκαύ­τω­σις οὐδὲ θυσία οὐδὲ προ­σφορὰ οὐδὲ θυμί­α­μα, οὐ τόπος τοῦ καρπῶσαι ἐνώπιόν σου καὶ εὑρεῖν ἔλεος(: και κατά την επο­χή αυτήν δεν υπάρ­χει πλέ­ον σε μας ούτε πολι­τι­κός ηγέ­της, ούτε προ­φή­της, ούτε θρη­σκευ­τι­κός αρχη­γός· ούτε θυσία ολο­καυ­τώ­μα­τος προ­σφέ­ρε­ται, ούτε άλλη αιμα­τη­ρή θυσία, ούτε θυσία αναί­μα­κτη, ούτε θυμί­α­μα, αλλά ούτε και τόπος «ναός και θυσια­στή­ριο», στον οποίο να προ­σφέ­ρου­με τα πρω­το­γεν­νή­μα­τά μας ενώ­πιόν Σου και να λάβου­με το έλε­ος και την ευσπλα­χνία Σου)» [Δαν.3,38 και Β14]. Δεν είπε: «δεν υπάρ­χει ιερέ­ας», για­τί υπήρ­χαν ιερείς, αλλά για να μάθεις ότι το παν εξαρ­τών­ταν από τον τόπο και ότι όλη η νομο­θε­σία συν­δε­ό­ταν με αυτόν, είπε: «δεν υπάρ­χει τόπος».

Και για­τί λέγω δεν επι­τρε­πό­ταν να θυσιά­ζουν και να προ­σφέ­ρουν σπον­δές; Δεν τους επι­τρε­πό­ταν ούτε τον νόμο απλώς να ανα­γνώ­σουν, πράγ­μα για το οποίο κατη­γο­ρών­τας τους κάπο­τε ένας άλλος προ­φή­της, έλε­γε: «Καὶ ἀνέγνω­σαν ἔξω νόμον καὶ ἐπεκα­λέ­σαν­το ὁμολο­γί­ας. ἀπαγ­γεί­λα­τε ὅτι ταῦτα ἠγάπη­σαν οἱ υἱοὶ Ἰσρα­ήλ, λέγει Κύριος(:και οι ιερείς σας ανέ­γνω­σαν όχι τον θείο αλλά τον ειδω­λο­λα­τρι­κό νόμο, και προ­κά­λε­σαν τις σύμ­φω­να με αυτόν τον νόμο συν­θή­κες προς τα είδω­λα. Λοι­πόν εσείς, οι Προ­φή­τες, αναγ­γεί­λε­τε ευρύ­τε­ρα, ώστε να γίνει γνω­στό και φανε­ρό σε όλους, ότι τέτοια ολό­ψυ­χη σπου­δή και τέτοιο θερ­μό ζήλο προς τα είδω­λα έδει­ξαν οι Ισραη­λί­τες, λέγει ο Κύριος)» [Αμώς, 4,5]· αλλά ούτε το Πάσχα ούτε την Πεν­τη­κο­στή ούτε τη Σκη­νο­πη­γία ούτε και κανέ­να άλλο παρό­μοιο μπο­ρού­σαν να επι­τε­λέ­σουν.

Έτσι λοι­πόν, αν και γνώ­ρι­ζαν ότι όλα αυτά τους τα απέ­κλει­σε η ερή­μω­ση του τόπου, και ότι επι­χει­ρών­τας να κάνουν κάτι από όλα αυτά, το επι­χει­ρούν παρά­νο­μα και γι΄αυτό και τιμω­ρούν­ται, όμως δεν μπό­ρε­σαν να ανοι­κο­δο­μή­σουν τον ναό, μέσα στον οποίο επι­τρε­πό­ταν να επι­τε­λούν όλα αυτά σύμ­φω­να με τον νόμο. Για­τί η δύνα­μη του Χρι­στού που οικο­δό­μη­σε την Εκκλη­σία, αυτή κατέ­στρε­ψε και αυτόν. Και αυτό το προ­εί­πε ο προ­φή­της, ότι δηλα­δή θα έλθει ο Χρι­στός και θα τα κάμει όλα αυτά, αν και έζη­σε μετά την αιχ­μα­λω­σία. Άκου­σε λοι­πόν και τι λέγει: «διό­τι καὶ ἐν ὑμῖν συγ­κλει­σθή­σον­ται θύραι, καὶ οὐκ ἀνάψε­ται τὸ θυσια­στή­ριόν μου δωρε­άν· οὐκ ἔστι μου θέλη­μα ἐν ὑμῖν, λέγει Κύριος παν­το­κρά­τωρ, καὶ θυσί­αν οὐ προσ­δέ­ξο­μαι ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν. διό­τι ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου ἕως δυσμῶν τὸ ὄνομά μου δεδό­ξα­σται ἐν τοῖς ἔθνε­σι, καὶ ἐν παντὶ τόπῳ θυμί­α­μα προ­σά­γε­ται τῷ ὀνόμα­τί μου καὶ θυσία καθα­ρά, διό­τι μέγα τὸ ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνε­σι, λέγει Κύριος παν­το­κρά­τωρ(:διό­τι και μετα­ξύ σας θα κλει­στούν τελεί­ως οι θύρες του ναού και δεν θα ανά­ψει το θυσια­στή­ριό μου μάταια, όπως γίνε­ται σήμε­ρα. Δεν αισθά­νο­μαι καμία ευα­ρέ­σκεια σε σας, λέγει ο Κύριος Παν­το­κρά­τωρ. Και θυσία δεν θα δεχτώ ευχα­ρί­στως από τα χέρια σας. Ναι· δεν θα δεχτώ από τα βέβη­λα χέρια σας θυσία· διό­τι σε όλο τον κόσμο, από την ανα­το­λή έως τη δύση του ηλί­ου, το όνο­μά μου έχει δοξα­στεί μετα­ξύ των εθνών που επι­στρέ­φουν προς Εμέ­να, και σε κάθε τόπο προ­σφέ­ρε­ται θυμί­α­μα λατρεί­ας στο όνο­μά μου και θυσία καθα­ρή, μη μολυ­σμέ­νη από αίμα­τα και καπνούς και κνί­σα κατα­καιο­μέ­νων σαρ­κών και λίπους· διό­τι μέγα είναι το όνο­μά μου μετα­ξύ των εθνών, λέγει ο Παν­το­κρά­τωρ Κύριος)»[Μαλαχ.1,10–11]. Είδες με πόση σαφή­νεια και τον Ιου­δαϊ­σμό απέρ­ρι­ψε και έδει­ξε τον Χρι­στια­νι­σμό να δια­λάμ­πει και να επε­κτεί­νε­ται σε όλη τη γη;

Αλλά και τον τρό­πο της λατρεί­ας δήλω­σε ένας άλλος προ­φή­της: «ἐκ περά­των ποταμῶν Αἰθιο­πί­ας προσ­δέ­ξο­μαι ἐν διε­σπαρ­μέ­νοις μου, οἴσου­σι θυσί­ας μοι(:τους εθνι­κούς, που θα επι­στρέ­φουν και θα προ­έρ­χον­ται από τα απο­μα­κρυ­σμέ­να μέρη, από τα οποία τρέ­χουν οι ποτα­μοί της Αιθιο­πί­ας, θα τους δεχτώ· αυτοί είναι όσοι εθνι­κοί λαοί έχουν πιστέ­ψει από τους ευσε­βείς κήρυ­κες, που έχουν σκορ­πι­στεί από Εμέ­να. Αυτοί θα μου προ­σφέ­ρουν θυσί­ες ως δείγ­μα αφο­σιώ­σε­ως και υπο­τα­γής όσων είναι πιστοί σε Εμέ­να)» [Σοφ.3,10]· και άλλος πάλι λέγει: «Παρ­θέ­νος τοῦ Ἰσραὴλ ἔσφα­λεν ἐπὶ τῆς γῆς αὐτοῦ, οὐκ ἔστιν ὁ ἀναστή­σων αὐτήν(:ο ισραη­λι­τι­κός λαός, ο οποί­ος για την προ­η­γού­με­νη πίστη και ευσέ­βειά του ήταν ως παρ­θέ­νος αγνή και καθα­ρή, σκόν­τα­ψε, έπε­σε στη γη του, διε­φθά­ρη λόγω της ειδω­λο­λα­τρί­ας, και δεν υπάρ­χει πλέ­ον άνθρω­πος, ο οποί­ος θα τη βοη­θη­σει να σηκω­θεί από την πτώ­ση)»[Αμώς 5,2].

Αλλά και ο Δανι­ήλ τα διη­γεί­ται όλα αυτά με σαφή­νεια, ότι δηλα­δή όλα θα καταρ­γη­θούν και η θυσία και η σπον­δή και το χρί­σμα και οι εντο­λές. Αλλά αυτά,όταν θα μιλή­σω προς τους Ιου­δαί­ους θα τα ανα­πτύ­ξω σαφέ­στε­ρα και εκτε­νέ­στε­ρα· τώρα όμως ας συνε­χί­σου­με τον δρό­μο που βαδί­ζου­με, διορ­θώ­νον­τας τη φιλο­νει­κία των ανόη­των ειδω­λο­λα­τρών. Δεν σου μίλη­σα ούτε για τις ανα­στά­σεις των νεκρών ούτε για τους λεπρούς που καθα­ρί­στη­καν, για να μη λες: «όλα αυτά είναι ψευ­δή, κομ­πα­σμός και μυθεύ­μα­τα. Ποιος τα είδε; Ποιος τα άκου­σε; Εκεί­νοι που είπαν ότι σταυ­ρώ­θη­κε και ότι δέχθη­κε πλήγ­μα­τα στα μάτια, αυτοί τα είπαν αυτά». Πώς λοι­πόν για εκεί­να τους θεω­ρείς αξιό­πι­στους, ενώ γι’αυτά απορ­ρί­πτεις τα λεγό­με­να σαν να μην έγι­ναν τάχα; Αν και βέβαια, αν αυτά τα έγρα­φαν για χάρη του διδα­σκά­λου, υπε­ρη­φα­νευό­με­νοι χωρίς λόγο και άσκο­πα, θα απο­σιω­πού­σαν τα θλι­βε­ρά γεγο­νό­τα και εκεί­να που θεω­ρούν­ται από τους πολ­λούς επο­νεί­δι­στα. Τώρα όμως για να δεί­ξουν την αλή­θεια αυτών, μίλη­σαν πολύ εκτε­τα­μέ­να για εκεί­να και τα διη­γή­θη­καν όλα με ακρί­βεια και πολ­λή λεπτο­μέ­ρεια, χωρίς να παρα­τρέ­ξουν τίπο­τε το ασή­μαν­το ή σπου­δαίο· και τα σημεία βέβαια και τα θαύ­μα­τα τα περισ­σό­τε­ρα τα παρέ­λει­ψαν, τα παθή­μα­τα όμως και εκεί­να που θεω­ρούν­ται επο­νεί­δι­στα, με τα οποία ασχο­λούν­ται κυρί­ως, όλα τα διη­γή­θη­καν όλοι με ακρί­βεια.

Όμως εγώ δεν ανέ­φε­ρα τίπο­τε από αυτά, εννοώ τα θαύ­μα­τα και τα σημεία, για να φρά­ξω όσο το δυνα­τό και περισ­σό­τε­ρο κάθε αδιάν­τρο­πη γλώσ­σα, αλλά εκεί­να που είναι φανε­ρά τώρα, εκεί­να που βρί­σκον­ται τώρα προ των οφθαλ­μών μας, εκεί­να που είναι φανε­ρό­τε­ρα και από τον ήλιο, εκεί­να που είναι διε­σπαρ­μέ­να σε ολό­κλη­ρη την οικου­μέ­νη, που κυρί­ευ­σαν ολό­κλη­ρο τον κόσμο και που κατορ­θού­με­να υπερ­βαί­νουν κάθε ανθρώ­πι­νη φύση και τα οποία είναι έργα μόνο του Θεού, αυτά μόνο ανέ­φε­ρα. Τι λες; Δεν ανέ­στη­σε νεκρούς; Μήπως μπο­ρείς να πεις και αυτό, ότι δεν υπάρ­χουν οι Εκκλη­σί­ες σε κάθε μέρος της γης; Μήπως ότι δεν επι­βου­λεύ­τη­καν; Μήπως ότι δεν κυριαρ­χούν και δεν υπε­ρι­σχύ­ουν παν­τού; Αλλά όπως δεν μπο­ρείς να πεις ότι δεν υπάρ­χει ήλιος, έτσι ούτε αυτά μπο­ρείς να τα αρνη­θείς. Τι λοι­πόν; Την κατα­στρο­φή του ιου­δαϊ­κού ναού δεν τη βλέ­πεις που βρί­σκε­ται μπρο­στά στα μάτια όλης της οικου­μέ­νης; Για­τί δεν κάνεις τη σκέ­ψη: «Αν δεν υπήρ­χε Θεός, και μάλι­στα ισχυ­ρός, πώς θα αυξά­νον­ταν τόσο πολύ, παρά τις ενο­χλή­σεις, αυτοί που πιστεύ­ουν σε αυτόν, ενώ εκεί­νοι που Τον σταύ­ρω­σαν και Τον πολέμησαν,τόσο πολύ ταπει­νώ­θη­καν, ώστε να στε­ρη­θούν και την πατρί­δα τους, και περι­φέ­ρον­ται σήμε­ρα παν­τού σαν αλή­τες και φυγά­δες και πλα­νό­διοι, και κανέ­νας χρό­νος δεν τους απάλ­λα­ξε από κανέα από αυτά;». Αν και βέβαια αυτοί, αυτοί οι Ιου­δαί­οι, και πόλε­μο κήρυ­ξαν εναν­τί­ον των Ρωμαί­ων και τα όπλα σήκω­σαν εναν­τί­ον τους και για μακρό χρο­νι­κό διά­στη­μα συνέ­χι­σαν την πολε­μι­κή τους αντι­πα­ρά­θε­ση και για κάποιο χρό­νο επε­κρά­τη­σαν και δημιούρ­γη­σαν στους τότε αυτο­κρά­το­ρες πολ­λά και μεγά­λα προ­βλή­μα­τα· τόσο μεγά­λη ήταν η δύνα­μή τους. Αλλά όμως αυτοί που πολέ­μη­σαν εναν­τί­ον τόσων βασι­λέ­ων και παρα­τά­χθη­καν εναν­τί­ον τους, που διέ­θε­ταν τόση χρη­μα­τι­κή δύνα­μη και όπλα και στρα­τιώ­τες, και εξε­δί­ω­ξαν και στρα­τη­γούς και μύριους άλλους, δεν μπό­ρε­σαν να ανοι­κο­δο­μή­σουν ένα ναό. Συνα­γω­γές βέβαια έκτι­σαν σε πολ­λές πόλεις, τον ναό όμως, που έδι­νε το κύρος στο πολί­τευ­μά τους και στον οποίο συνή­θι­ζαν να επι­τε­λούν τα πάν­τα, και από τον οποίο συγ­κρο­τούν­ταν ο Ιου­δαϊ­σμός, αυτόν μόνο δεν μπό­ρε­σαν να τον ανοι­κο­δο­μή­σουν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επι­μέ­λεια κει­μέ­νου: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • Ιωάν­νου του Χρυ­σο­στό­μου Άπαν­τα τα έργα, Λόγοι δογ­μα­τι­κοί, Κατά εθνι­κών και Ιου­δαί­ων,πατε­ρι­κές εκδό­σεις «Γρη­γό­ριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάν­τιον», Θεσ­σα­λο­νί­κη 1988, τόμος 34, σελί­δες 13–95.

  • Βιβλιο­θή­κη των Ελλή­νων, Άπαν­τα των αγί­ων Πατέ­ρων, Ιωάν­νου Χρυ­σο­στό­μου έργα, τόμος 3, Κατά Ιου­δαί­ων και εθνι­κών περί της θεό­τη­τος του Χρι­στού, σελ. 13–51.

  • Π. Τρεμ­πέ­λα, Η Και­νή Δια­θή­κη με σύν­το­μη ερμη­νεία (από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2014.

  • Η Και­νή Δια­θή­κη, Κεί­με­νον και ερμη­νευ­τι­κή από­δο­σις υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τρια­κο­στή τρί­τη, Αθή­να 2009.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη κατά τους εβδο­μή­κον­τα, Κεί­με­νον και σύν­το­μος από­δο­σις του νοή­μα­τος υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2005.

  • Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλ­τή­ριον με σύν­το­μη ερμη­νεία(από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τρί­τη, Αθή­να 2016.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη μετά Συν­τό­μου Ερμη­νεί­ας, Πανα­γιώ­της Τρεμ­πέ­λας, Αδελ­φό­της Θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», Αθή­να, 1985.

  • https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/

  • https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

Ιερός Χρυ­σό­στο­μος (Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ)

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Πώς απο­δει­κνύ­ε­ται ότι ο Χρι­στός είναι Θεός; Στο βασι­κό αυτό ερώ­τη­μα ας μην προ­σπα­θή­σου­με να απαν­τή­σου­με με το επι­χεί­ρη­μα της δημιουρ­γί­ας του ουρα­νού και της γης, για­τί ο άπι­στος δεν θα το παρα­δε­χθεί. Αν του πού­με ότι ανέ­στη­σε νεκρούς, θερά­πευ­σε τυφλούς, έδιω­ξε δαι­μό­νια, ούτε τότε θα συμ­φω­νή­σει. Αν του πού­με ότι υπο­σχέ­θη­κε ανά­στα­ση νεκρών, βασι­λεία ουρα­νών και ανέκ­φρα­στα αγα­θά, τότε όχι μόνο δεν θα συμ­φω­νή­σει, αλλά και θα γελά­σει.

Πώς λοι­πόν θα τον οδη­γή­σου­με στην πίστη, και μάλι­στα όταν δεν είναι πνευ­μα­τι­κά καλ­λιερ­γη­μέ­νος; Ασφα­λώς με το να στη­ρι­χθού­με σε αλή­θειες, που και εμείς και αυτός παρα­δε­χό­μα­στε χωρίς καμιά αντίρ­ρη­ση και αμφι­βο­λία. Σε ποιο λοι­πόν σημείο συμ­φω­νού­με μαζί του από­λυ­τα; Στο ότι ο Χρι­στός φύτε­ψε την Εκκλη­σία. Απ’ αυτό θα φανε­ρώ­σου­με τη δύνα­μη και θα απο­δεί­ξου­με τη θεό­τη­τα του Χρι­στού. Θα δού­με ότι είναι αδύ­να­το να απο­τε­λεί ανθρώ­πι­νο έργο η διά­δο­ση του Χρι­στια­νι­σμού σε όλη την οικου­μέ­νη μέσα σε τόσο σύν­το­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα.

Και μάλι­στα, όταν η χρι­στια­νι­κή ηθι­κή προ­σκα­λεί στην ανώ­τε­ρη ζωή ανθρώ­πους με κακές συνή­θειες, δού­λους της αμαρ­τί­ας. Και όμως, ο Κύριος κατόρ­θω­σε να ελευ­θε­ρώ­σει απ’ όλα αυτά όχι μόνο εμάς, μα ολό­κλη­ρο το ανθρώ­πι­νο γένος. Κι αυτό το κατόρ­θω­σε χωρίς να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει όπλα, χωρίς να ξοδέ­ψει χρή­μα­τα, χωρίς να κινη­το­ποι­ή­σει στρα­τούς, χωρίς να προ­κα­λέ­σει πολέ­μους. Το κατόρ­θω­σε ξεκι­νών­τας με δώδε­κα μόνο μαθη­τές, που ήταν άση­μοι, αμόρ­φω­τοι, φτω­χοί, γυμνοί, άοπλοι…

Με τέτοιους ανθρώ­πους κατόρ­θω­σε να πεί­σει τα έθνη να σκέ­φτον­ται σωστά, όχι μόνο για την παρού­σα ζωή, αλλά και για τη μέλ­λου­σα. Μπό­ρε­σε να καταρ­γή­σει προ­γο­νι­κούς νόμους, να ξερι­ζώ­σει αρχαί­ες συνή­θειες και να φυτέ­ψει νέες. Μπό­ρε­σε να απο­σπά­σει τον άνθρω­πο από τον εύκο­λο τρό­πο ζωής και να τον οδη­γή­σει στον δύσκο­λο. Και όλα αυτά τα κατόρ­θω­σε, ενώ όλοι Τον πολε­μού­σαν, ενώ ο ίδιος είχε υπο­μεί­νει εξευ­τε­λι­στι­κή σταύ­ρω­ση και ταπει­νω­τι­κό θάνα­το!

Ασφα­λώς δεν συμ­βαί­νουν αυτά στους ανθρώ­πους. Μάλ­λον τα αντί­θε­τα τους συμ­βαί­νουν. Όσο δηλα­δή ζουν και ευδο­κι­μούν οι ίδιοι, το έργο τους προ­ο­δεύ­ει. Όταν όμως πεθά­νουν, κατα­στρέ­φε­ται μαζί τους ό,τι δημιούρ­γη­σαν. Και αυτό το παθαί­νουν όχι μόνο οι πλού­σιοι ούτε μόνο οι άρχον­τες, αλλά και οι κυβερ­νή­τες ακό­μα. Για­τί και οι νόμοι τους κατα­λύ­ον­ται και η μνή­μη τους σβή­νει και το ό­νομά τους ξεχνιέ­ται και οι έμπι­στοι άνθρω­ποί τους παραγ­κω­νί­ζον­ται.

Αυτά συμ­βαί­νουν σε εκεί­νους, που πρώ­τα με ένα νεύ­μα κυβερ­νού­σαν λαούς και οδη­γού­σαν στον πό­λεμο ολό­κλη­ρες στρα­τιές. Σ’ εκεί­νους, που κατα­δί­κα­ζαν σε θάνα­το και ανα­κα­λού­σαν εξό­ρι­στους. Στον Κύριο όμως έγι­νε ακρι­βώς το αντί­θε­το. Θλι­βε­ρή ήταν η κατά­στα­ση του έργου Του πριν από τη σταύ­ρω­ση: Ο Ιού­δας Τον πρό­δω­σε, ο Πέτρος Τον αρνή­θη­κε, οι υπό­λοι­ποι μαθη­τές έφυ­γαν για να σωθούν και πολ­λοί πιστοί Τον εγκα­τέ­λει­ψαν. Μόνος έμει­νε ανά­με­σα στους εχθρούς. Όμως, μετά τη σφα­γή και το θάνα­το, για να μάθεις ότι δεν ήταν απλός άνθρω­πος ο Εσταυ­ρω­μέ­νος, έγι­ναν όλα λαμ­πρό­τε­ρα, φαι­δρό­τε­ρα, ενδο­ξό­τε­ρα.

Ο Πέτρος, ο κορυ­φαί­ος από­στο­λος, αυτός που πριν από τη σταύ­ρω­ση δεν άντε­ξε την απει­λή μιας υπη­ρε­τριού­λας, αλλά, μετά από τόσες ουρά­νιες διδα­σκα­λί­ες και τη συμ­με­το­χή του στα θεία μυστή­ρια, είπε ότι δεν γνω­ρί­ζει τον Κύριο, αυτός ο ίδιος, μετά τη σταύ­ρω­ση, Τον κήρυ­ξε στα πέρα­τα της οικου­μέ­νης. Ανα­ρίθ­μη­τα πλή­θη μαρ­τύ­ρων θυσιά­στη­καν, για­τί προ­τί­μη­σαν να θανα­τω­θούν παρά να αρνη­θούν τον Χρι­στό, όπως τον είχε αρνη­θεί ο κορυ­φαί­ος από­στο­λος, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος από την απει­λή ενός κορι­τσιού.

Όλες τώρα οι χώρες, όλες οι πόλεις, τα ερη­μι­κά και τα κατοι­κη­μέ­να μέρη, τον Εσταυ­ρω­μέ­νο ομο­λο­γούν. Σ’ Αυτόν πιστεύ­ουν οι βασι­λιά­δες κι οι στρα­τη­γοί, οι άρχον­τες και οι ύπα­τοι, οι δού­λοι και οι ελεύ­θε­ροι, οι αγράμ­μα­τοι και οι μορ­φω­μέ­νοι, οι βάρ­βα­ροι και τα διά­φο­ρα έθνη των ανθρώ­πων. Ακό­μα κι ο μικρός και ασή­μαν­τος εκεί­νος τάφος, που δέχθη­κε το αιμό­φυρ­το μαρ­τυ­ρι­κό σώμα του Κυρί­ου, είναι τιμιό­τε­ρος από χίλια βασι­λι­κά παλά­τια και σεβα­στός ακό­μα και στους βασι­λιά­δες.

Το παρά­δο­ξο μάλι­στα είναι, ότι αυτό που συνέ­βη στον Κύριο, συνέ­βη και στους μαθη­τές Του. Για­τί αυτούς που περι­φρο­νού­σαν και φυλά­κι­ζαν, αυτούς που βασά­νι­ζαν σκλη­ρά με ανα­ρίθ­μη­τα μαρ­τύ­ρια, αυτούς ακρι­βώς τους ίδιους, μετά το θάνα­τό τους, τους τιμού­σαν περισ­σό­τε­ρο κι από τους βασι­λιά­δες. Και πώς φαί­νε­ται αυτό; Στη Ρώμη, οι αυτοκρά­τορες και οι ύπα­τοι και οι στρα­τη­γοί τα πάν­τα ε­γκαταλείπουν, και τρέ­χουν να προ­σκυ­νή­σουν τους τάφους του ψαρά Πέτρου και του σκη­νο­ποιού Παύ­λου. Στην Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, αυτοί που φορούν τα στέμ­μα­τα, θέλουν να εντα­φια­στούν όχι κον­τά στους τάφους των απο­στό­λων, αλλά στα πρό­θυ­ρα των ναών τους. Κι έτσι γίνον­ται οι βασι­λιάδες θυρω­ροί των ψαρά­δων! Μάλι­στα δεν ντρέ­πονται γι’ αυτό, αλλά και καυ­χών­ται. Καυ­χών­ται όχι μόνο οι ίδιοι, αλλά και οι από­γο­νοί τους.

Όταν οι μαθη­τές του Χρι­στού ήταν μόνο δώδε­κα και δεν υπήρ­χε στη σκέ­ψη κανε­νός η Εκκλη­σία, όταν ακό­μα η ιου­δαϊ­κή συνα­γω­γή ανθού­σε και η ασε­βής ειδω­λο­λα­τρία κυριαρ­χού­σε σ’ ολό­κλη­ρη σχε­δόν την οικου­μέ­νη, ο Κύριος είχε προ­φη­τέ­ψει απευ­θύ­νον­τας τα εξής λόγια στον Πέτρο: «ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδο­μή­σω μου τὴν ἐκκλη­σί­αν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατι­σχύ­σου­σιν αὐτῆς(:επά­νω στον βρά­χο της αλη­θι­νής πίστε­ως που ομο­λό­γη­σες, και έγι­νες με την ομο­λο­γία σου αυτή ο πρώ­τος λίθος της πνευ­μα­τι­κής μου οικο­δο­μής, θα οικο­δο­μή­σω την Εκκλη­σία μου. Και ο θάνα­τος και οι οργα­νω­μέ­νες δυνά­μεις του κακού δεν θα υπε­ρι­σχύ­σουν και δεν θα νική­σουν την Εκκλη­σία, η οποία θα είναι αιώ­νια και αθά­να­τη)» [Ματθ. 16,18].

Δια­πι­στώ­νεις την αλή­θεια αυτής της προ­φη­τεί­ας; Βλέ­πεις την εκπλή­ρω­σή της; Σκέ­ψου πόσο σημαν­τι­κό γεγο­νός είναι η εξά­πλω­ση της Εκκλη­σί­ας σχε­δόν σε όλη τη γη μέσα σε σύν­το­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα. Σκέ­ψου πώς άλλα­ξε τη ζωή τόσων εθνών και οδή­γη­σε στην πίστη τόσους λαούς, πώς κατάρ­γη­σε προ­γο­νι­κά έθι­μα, πώς απε­λευ­θέ­ρω­σε από μακρο­χρό­νιες συνή­θειες, πώς σκόρ­πι­σε σαν σκό­νη την κυριαρ­χία της ηδο­νής και τη δύνα­μη της αμαρ­τί­ας, πώς εξα­φά­νι­σε σαν καπνό την ακά­θαρ­τη τσί­κνα των θυσιών, τις ειδω­λο­λα­τρι­κές τελε­τές, τις βδε­λυ­κτές εορ­τές, τα ξόα­να, τους βωμούς και τους ναούς, πώς οικο­δό­μη­σε παν­τού άγια θυσια­στή­ρια, στην πατρί­δα μας και στις χώρες των Περ­σών, των Σκυ­θών, των Μαύ­ρων, των Ινδών.

Τι λέω; Ακό­μα και στα Βρε­τα­νι­κά νησιά, που βρί­σκον­ται μακριά από τη Μεσό­γειο, στον ωκε­α­νό, απλώ­θη­κε η Εκκλη­σία και χτί­στη­καν θυσια­στή­ρια. Το έργο της απε­λευ­θε­ρώ­σε­ως τόσων λαών από μακρο­χρό­νιες αισχρές συνή­θειες, καθώς και η με­ταβολή του τρό­που της ζωής από τον εύκο­λο στον πολύ δύσκο­λο, είναι πράγ­μα­τι θαυ­μα­στό, μάλ­λον υπερ­θαύ­μα­στο. Απο­δει­κνύ­ει θεία ενέρ­γεια, ακό­μα κι αν κανείς δεν το είχε εμπο­δί­σει, ακό­μα κι αν επι­κρα­τού­σε ειρή­νη και πολ­λοί το είχαν βοη­θή­σει. Για­τί η εξά­πλω­ση της Εκκλη­σί­ας δεν ερχό­ταν σε σύ­γκρουση μόνο με την αρχαία συνή­θεια, αλλά και με την ηδο­νή, τον ευχά­ρι­στο τρό­πο ζωής.

Είχε δηλα­δή δυο ισχυ­ρούς αντι­πά­λους, που τυραν­νού­σαν τους ανθρώ­πους: τη συνή­θεια και την ηδο­νή. Όσα είχαν παρα­λά­βει, πολ­λούς αιώ­νες πριν, α­πό τους πατέ­ρες, τους παπ­πού­δες και τους αρχαι­ότερους προ­γό­νους, ακό­μα και όσα είχαν παραλά­βει από φιλο­σό­φους και ρήτο­ρες, όλα αυτά συμ­φώνησαν να τα περι­φρο­νή­σουν, πράγ­μα εξαιρετι­κά δύσκο­λο.

Έπρε­πε ακό­μα να δεχθούν έναν νέο τρό­πο ζωής, και μάλι­στα πολύ δυσκο­λό­τε­ρο. Για­τί απο­μά­κρυ­νε από την τρυ­φή και οδη­γού­σε στη νη­στεία. Απο­μά­κρυ­νε από τη φιλαρ­γυ­ρία και οδη­γούσε στην ακτη­μο­σύ­νη. Απο­μά­κρυ­νε από την ασέλ­γεια και οδη­γού­σε στην αγνεία. Απο­μά­κρυ­νε από τον θυμό και οδη­γού­σε στην πρα­ό­τη­τα. Απο­μάκρυνε από τον φθό­νο και οδη­γού­σε στη φιλία. Απο­μά­κρυ­νε από την άνε­τη κι ευχά­ρι­στη ζωή και οδη­γού­σε στη δύσκο­λη, τη σκλη­ρή, τη γεμά­τη θλί­ψεις. Και μάλι­στα οδη­γού­σε σε αυτήν εκεί­νους, που είχαν συνη­θί­σει στη ζωή των ανέ­σε­ων.

Για­τί δεν έ­γιναν, βέβαια, χρι­στια­νοί, άνθρω­ποι που ζού­σαν σε άλλους κόσμους και δεν είχαν αμαρ­τω­λές συνήθει­ες, αλλά έγι­ναν εκεί­νοι που είχαν σαπί­σει μέσα σ’ αυτές και είχαν γίνει πιο μαλα­κοί κι από τον πηλό. Αυτούς κάλε­σε να βαδί­σουν τον σκλη­ρό και τρα­χύ δρό­μο. Και τους έπει­σε να τον βαδί­σουν! Πόσους έπει­σε; Όχι μόνο δύο ή δέκα ή είκο­σι ή εκα­τό, αλλά αμέ­τρη­τους. Και με ποιους τους έπει­σε; Με δώδε­κα ανθρώ­πους αμόρ­φω­τους, ακαλλιέρ­γητους, άση­μους, φτω­χούς, χωρίς περιου­σία, χω­ρίς σωμα­τι­κή δύνα­μη, χωρίς δόξα, χωρίς λαμ­πρή κατα­γω­γή, χωρίς ρητο­ρι­κή ικα­νό­τη­τα. Με δώδε­κα ανθρώ­πους που ήταν ψαρά­δες, σκη­νο­ποιοί, αλλό­γλωσσοι. Για­τί ούτε καν την ίδια γλώσ­σα δεν είχαν με τους ειδω­λο­λά­τρες. Μιλού­σαν την εβραϊ­κή, που ήταν πολύ δια­φο­ρε­τι­κή απ’ όλες τις άλλες γλώσ­σες.

Με αυτούς λοι­πόν τους δώδε­κα οικο­δο­μή­θη­κε η Εκκλη­σία και απλώ­θη­κε στα πέρα­τα της οικου­μένης. Και δεν είναι μόνο τού­το το θαυ­μα­στό, αλλά και το ότι αυτοί οι λίγοι, οι φτω­χοί, οι αμόρ­φω­τοι και περι­φρο­νη­μέ­νοι, που βάλ­θη­καν να αλλά­ξουν την ανθρω­πό­τη­τα, δεν έκα­ναν ανε­νό­χλη­τοι το έργο τους. Από παν­τού αντι­με­τώ­πι­ζαν ανα­ρίθ­μη­τους πολέ­μους. Τους πολε­μού­σαν σε κάθε έθνος και σε κάθε πόλη. Αλλά τί λέω για έθνη και πόλεις; Σε κάθε σπί­τι ξεση­κω­νό­ταν πόλε­μος εναν­τί­ον τους. Η διδα­σκα­λία τους χώρι­ζε πολ­λές φορές το παι­δί από τον πατέ­ρα, τη νύφη από την πεθε­ρά, τον ένα αδελ­φό από τον άλλο, τον δού­λο από τον αφέ­ντη, τον υπή­κοο από τον άρχον­τα, τον άνδρα από τη γυναί­κα και τη γυναί­κα από τον άνδρα. Στην κάθε οικο­γέ­νεια δεν πίστευαν όλοι ταυ­τό­χρο­να, και έτσι οι χρι­στια­νοί υπέ­με­ναν καθη­με­ρι­νές δια­μά­χες, ακα­τά­παυ­στες εχθρό­τη­τες, μύριους θανά­τους. Σαν κοι­νούς αντι­πά­λους και εχθρούς όλοι τους πολε­μού­σαν. Τους κατα­δί­ω­καν οι βασι­λιά­δες, οι άρχον­τες, οι υπή­κο­οι, οι ελεύ­θε­ροι, οι δού­λοι, οι όχλοι, οι πόλεις. Και δεν κατα­δί­ω­καν μόνο τους ίδι­ους, αλλά – πράγ­μα φοβε­ρό – κατα­δί­ω­καν ακό­μα και τους νεό­φυ­τους κατη­χού­με­νους, εκεί­νους δη­λαδή που μόλις είχαν πιστέ­ψει.

Προ­ξε­νού­σε φρί­κη και οργή στους ειδω­λο­λά­τρες η σκέ­ψη να εγκα­τα­λεί­ψουν τους βωμούς, να περι­φρονήσουν τις θυσί­ες, που όλοι οι πατέ­ρες και οι πρό­γο­νοί τους τελού­σαν, και να πιστέ­ψουν στον Κύριο. Να πιστέ­ψουν σε Αυτόν που έλα­βε ανθρώ­πινη σάρ­κα από την Παρ­θέ­νο Μαρία, που δικά­στηκε από τον Πιλά­το, που έπα­θε ανα­ρίθ­μη­τα δει­νά κι εξευ­τε­λι­σμούς, που υπέ­μει­νε τον ατι­μω­τι­κό θάνα­το, που εντα­φιά­στη­κε και ανα­στή­θη­κε.

Το παρά­δο­ξο μάλι­στα είναι, ότι ενώ τα πάθη του Κυρί­ου ήταν αναμ­φι­σβή­τη­τα ‑πολ­λοί είχαν δει τις μαστι­γώ­σεις, τα χτυ­πή­μα­τα, τα φτυ­σί­μα­τα, τα ραπί­σμα­τα, τον σταυ­ρό, τους χλευα­σμούς, τον τά­φο‑, δεν συνέ­βαι­νε το ίδιο και με την ανά­στα­ση.

Ο Κύριος, μετά από την ανά­στα­σή Του, εμφα­νί­στη­κε μόνο σε μαθη­τές. Παρά το γεγο­νός αυτό, μιλού­σαν για την ανά­στα­ση και έπει­θαν τους λαούς και οικο­δομούσαν την Εκκλη­σία. Πώς; Με ποιόν τρό­πο; Με τη δύνα­μη του Κυρί­ου, που τους έστει­λε να κηρύ­ξουν το ευαγ­γέ­λιό Του στα έθνη. Αυτός ήταν που τους άνοι­ξε τον δρό­μο. Αυτός διευ­κό­λυ­νε το δύσκο­λο έργο τους. Αν δεν τους βοη­θού­σε η θεία δύνα­μη, ούτε καν θα άρχι­ζε η διά­δο­ση του χρι­στια­νι­σμού. Για­τί ενώ οι τύραν­νοι οπλί­ζον­ταν εναν­τί­ον της Εκκλη­σί­ας, ενώ οι στρα­τιώ­τες πρό­τει­ναν τα όπλα τους, ενώ οι όχλοι μαί­νον­ταν σαν αγριε­μέ­νη φωτιά, ενώ η κακή συνή­θεια αντι­πα­ρα­τασ­σό­ταν, ενώ ρή­τορες, σοφι­στές, πλού­σιοι, ιδιώ­τες και άρχον­τες ξεση­κώ­νον­ταν, ο λόγος του Θεού, πιο ισχυ­ρός κι από φλό­γα, έκα­νε στά­χτη τα αγκά­θια, καθά­ρι­σε τους αγρούς κι έσπει­ρε το λόγο του κηρύγ­μα­τος.

Άλλοι από τους πιστούς ρίχνον­ταν στις φυλα­κές, άλλοι εξο­ρί­ζον­ταν, άλλων οι περιου­σί­ες δημεύο­νταν, άλλοι φονεύ­ον­ταν, άλλοι δια­με­λί­ζον­ταν. Και μολο­νό­τι οι χρι­στια­νοί αντι­με­τω­πί­ζον­ταν σαν κοι­νοί εγκλη­μα­τί­ες, υπο­μέ­νον­τας κάθε είδος τιμω­ρί­ας, ατι­μώ­σε­ως και διωγ­μού, όλο και περισ­σό­τε­ροι έρ­χονταν στην Εκκλη­σία. Μάλι­στα, όχι μόνο δεν απο­θαρ­ρύ­νον­ταν οι νέοι πιστοί από τα βασανι­στήρια που έβλε­παν να υπο­μέ­νουν οι παλαιότε­ροι, αλλά γίνον­ταν προ­θυ­μό­τε­ροι! Μόνοι τους έ­τρεχαν, αβί­α­στα, ευγνω­μο­νών­τας τους βασα­νι­στές τους. Γίνον­ταν θερ­μό­τε­ροι στην πίστη, βλέ­πον­τας τους χει­μάρ­ρους των αιμά­των των πιστών. Είδες την ασύγ­κρι­τη δύνα­μη Εκεί­νου που έκα­νε όλα αυτά τα θαύ­μα­τα; Πώς είναι δυνα­τό να μη λυπά­ται κανείς, υπο­φέ­ρον­τας τέτοια φρι­κτά μαρ­τύ­ρια; Όμως αυτοί χαί­ρον­ταν, σκιρ­τού­σαν! Αυτό ομο­λο­γεί, σαν παρά­δειγ­μα, ο άγιος ευαγ­γε­λι­στής Λου­κάς, πως έγι­νε και με τους απο­στό­λους, τότε που «οἱ μὲν οὖν ἐπορεύ­ον­το χαί­ρον­τες ἀπὸ προ­σώ­που τοῦ συνε­δρί­ου, ὅτι ὑπὲρ τοῦ ὀνόμα­τος αὐτοῦ κατη­ξιώ­θη­σαν ἀτιμα­σθῆναι(:Ύστε­ρα λοι­πόν από τις απει­λές και την κακο­με­τα­χεί­ρι­ση αυτή που δέχθη­καν οι από­στο­λοι, έφυ­γαν από το συνέ­δριο με μεγά­λη χαρά, διό­τι αξιώ­θη­καν να υπο­στούν ατι­μω­τι­κή τιμω­ρία για χάρη του ονό­ματος του Χρι­στού» [Πράξ. 5,41].

Και ενώ ούτε έναν τοί­χο δεν μπο­ρεί να χτί­σει κανείς με πέτρες και ασβέ­στη όταν κατα­διώ­κε­ται, οι από­στολοι έχτι­ζαν την Εκκλη­σία σε όλη την οικου­μέ­νη υπο­φέ­ρον­τας διωγ­μούς, φυλα­κί­σεις, εξο­ρί­ες και μαρ­τυ­ρι­κούς θανά­τους. Και δεν την έχτι­ζαν με πέ­τρες, αλλά με ψυχές, πράγ­μα πολύ δυσκο­λό­τε­ρο. Για­τί δεν είναι το ίδιο να χτί­ζεις ένα τοί­χο με το να πεί­θεις διε­φθαρ­μέ­νες ψυχές να αλλά­ζουν τρό­πο ζωής, να εγκα­τα­λεί­πουν τη δαι­μο­νι­κή μανία τους και να ακο­λου­θούν τη ζωή της αρε­τής.

Το κατόρ­θω­σαν όμως αυτό, για­τί είχαν μαζί τους την ακα­τα­μά­χη­τη δύνα­μη του Κυρί­ου, που είχε προ­φη­τέ­ψει: «ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδο­μή­σω μου τὴν ἐκκλη­σί­αν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατι­σχύ­σου­σιν αὐτῆς(:επά­νω στον βρά­χο της αλη­θι­νής πίστε­ως που ομο­λό­γη­σες, και έγι­νες με την ομο­λο­γία σου αυτή ο πρώ­τος λίθος της πνευ­μα­τι­κής μου οικο­δο­μής, θα οικο­δο­μή­σω την Εκκλη­σία μου. Και ο θάνα­τος και οι οργα­νω­μέ­νες δυνά­μεις του κακού δεν θα υπε­ρι­σχύ­σουν και δεν θα νική­σουν την Εκκλη­σία, η οποία θα είναι αιώ­νια και αθά­να­τη)» [Ματθ. 16,18].

Συλ­λο­γί­σου πόσοι τύραν­νοι πολέ­μη­σαν την Εκ­κλησία και πόσους φοβε­ρούς διωγ­μούς ξεσήκω­σαν εναν­τί­ον της…Ο Αύγου­στος, ο Τιβέ­ριος, ο Γάιος, ο Νέρων, ο Βεσπα­σια­νός, ο Τίτος και οι διά­δο­χοί τους μέχρι τον Μέγα Κων­σταν­τί­νο, ήταν όλοι ειδω­λο­λά­τρες. Και όλοι ‑άλλος ηπιό­τε­ρα, άλλος σκλη­ρό­τε­ρα- πολε­μού­σαν την Εκκλη­σία. Την πο­λεμούσαν όλοι. Κι αν μερι­κοί δεν ξεσή­κω­ναν οι ίδιοι διωγ­μούς, όμως η προ­σή­λω­σή τους στην ειδω­λο­λα­τρία υπο­κι­νού­σε στον αγώ­να εναν­τί­ον της Εκ­κλησίας όσους ήθε­λαν να τους κολα­κέ­ψουν.

Παρ’ όλα αυτά, τα κακό­βου­λα σχέ­δια και οι επι­θέσεις των ειδω­λο­λα­τρών δια­λύ­θη­καν σαν ιστοί αρά­χνης, σκορ­πί­στη­καν σαν σκό­νη, εξαφανίστη­καν σαν καπνός. Άλλα και όσα σχε­δί­α­ζαν ενα­ντίον της Εκκλη­σί­ας, έγι­ναν αφορ­μή να προ­κύ­ψει μεγά­λη ωφέ­λεια στους Χρι­στια­νούς. Για­τί δημιούρ­γησαν τις χορεί­ες των μαρ­τύ­ρων, που απο­τε­λούν τον θησαυ­ρό, τους στύ­λους, τους πύρ­γους της Εκ­κλησίας.

Βλέ­πεις λοι­πόν τη θαυ­μα­στή εκπλή­ρω­ση της προ­φη­τεί­ας; Πραγ­μα­τι­κά, «οι δυνά­μεις του άδη δεν θα την κατα­νι­κή­σουν». Από τα παρελ­θόν­τα όμως, πίστευε και για τα μέλ­λον­τα. Και στο μέλ­λον κανείς δεν θα μπο­ρέ­σει να νική­σει την Εκκλη­σία. Για­τί αν δεν κατόρ­θω­σαν να τη συν­τρί­ψουν όταν αριθ­μού­σε λίγα μέλη, όταν η διδα­σκα­λία της φαι­νό­ταν και­νούρ­για και παρά­ξε­νη, όταν τόσοι φοβε­ροί πό­λεμοι και τόσοι πολ­λοί διωγ­μοί από παν­τού ξεση­κώνονταν εναν­τί­ον της, πολύ περισ­σό­τε­ρο δεν θα μπο­ρέ­σουν να τη βλά­ψουν τώρα, που κυριάρ­χη­σε σε όλη την οικου­μέ­νη, που κυρί­ε­ψε όλα τα έθνη και που εξα­φά­νι­σε τους βωμούς και τα είδω­λα, τις γιορ­τές και τις τελε­τές, τον καπνό και την τσί­κνα των αισχρών θυσιών.

Πώς πέτυ­χαν οι από­στο­λοι ένα τόσο μεγά­λο, ένα τόσο σπου­δαίο κατόρ­θω­μα, έπει­τα από τόσα εμπό­δια; Ασφα­λώς με τη θεϊ­κή και ακα­τα­μά­χη­τη δύνα­μη Εκεί­νου, που προ­φή­τε­ψε τη δημιουρ­γία και τον θρί­αμ­βο της Εκκλη­σί­ας. Αυτό κανείς δεν μπο­ρεί να το αρνη­θεί, εκτός κι αν είναι ανόη­τος και εντε­λώς ανί­κα­νος να σκέ­φτε­ται.

ΠΗΓΕΣ:

  • Σει­ρά φυλ­λα­δί­ων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» της Ιεράς Μονής Παρα­κλή­του Ωρω­πού Αττι­κής, τεύ­χος 5: αγί­ου Ιωάν­νου του Χρυ­σο­στό­μου, Ο θρί­αμ­βος της Εκκλη­σί­ας:

https://www.imparaklitou.gr/index.php/el/keimena/i‑foni-ton-pateron-o-thriamvos-tis-ekklisias

  • Π. Τρεμ­πέ­λα, Η Και­νή Δια­θή­κη με σύν­το­μη ερμη­νεία (από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2014.

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

Αρχιμ. Αθα­νά­σιος Μυτι­λη­ναί­ος (Η ΕΙΚΟΝΑ, ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ)

Απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ομι­λία μακα­ρι­στού γέρον­τος Αθα­να­σί­ου Μυτι­λη­ναί­ου με θέμα:

«Η ΕΙΚΟΝΑ, ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»

[εκφω­νή­θη­κε στην Ιερά Μονή Κομνη­νεί­ου Λαρί­σης στις 23–3‑1986]

[Β154]

Σήμε­ρα, αγα­πη­τοί μου, η Εκκλη­σία μας, Κυρια­κή Α΄των Νηστειών, εορ­τά­ζει την νίκη της δια την ακρί­βεια και ορθο­δο­ξό­τη­τα της πίστε­ώς της και της παρα­δό­σε­ώς της. Επά­λαι­σε και παλαί­ει η Εκκλη­σία, δια να δια­τη­ρή­σει την αυθεν­τία της ερμη­νεί­ας του απο­κα­λυ­φθέν­τος λόγου του Θεού, που κατε­γρά­φη εις την Αγί­αν Γρα­φήν υπό θεο­πνεύ­στων ανδρών και παρε­δό­θη ως πρά­ξις και ως διδα­σκα­λία μέσα εις την Εκκλη­σί­αν.

Μία έκφρα­σις, ένα στοι­χεί­ον Ορθο­δο­ξί­ας, μετα­ξύ πολ­λών άλλων είναι και η εικό­να, ως θεο­λο­γία και ως αλή­θεια αυτού του λόγου του Θεού. Και το μεν θέμα της εικό­νος επο­λε­μή­θη από την αίρε­σιν των Ανει­κο­νί­στων· μία μορ­φή δηλα­δή υπο­βό­σκον­τος Μονο­φυ­σι­τι­σμού. Επί εκα­τόν είκο­σι χρό­νια. Και είναι γνω­στή ως Εικο­νο­μα­χία, που εξέ­σπα­σε εις το Βυζάν­τιον. Η Ζ΄ όμως Οικου­με­νι­κή Σύνο­δος τελι­κά επα­νέ­φε­ρε και εστε­ρέ­ω­σε το θέμα των εικό­νων, αφού βεβαί­ως τού­το το καθό­ρι­σε θεο­λο­γι­κά.

Η θεο­λο­γία της εικό­νος είναι ένα πελώ­ριο θέμα, ένα σπου­δαιό­τα­το θέμα, ώστε η Εκκλη­σία μας, τιμών­τας τους Πατέ­ρες της Ζ΄ Οικου­με­νι­κής Συνό­δου, την πρώ­τη Κυρια­κή των Νηστειών, να την ονο­μά­σει «Κυρια­κή της Ορθο­δο­ξί­ας». Δηλα­δή να θεω­ρεί­ται, παρό­τι είναι ένα από τα πολ­λά θέμα­τα που συνι­στούν την Ορθο­δο­ξί­αν, να θεω­ρεί­ται ως ένα κορυ­φαί­ον σημεί­ον, ώστε, επα­να­λαμ­βά­νω, να ονο­μά­σει η Εκκλη­σία μας την Κυρια­κήν αυτήν ως «Κυρια­κή της Ορθο­δο­ξί­ας».

Πού όμως είναι αυτή η σπου­δαιό­της του όλου θέμα­τος; Διό­τι εκπλήσ­σει έναν ανα­γνώ­στην, έναν ακρο­α­τήν ότι… «Τόσα άλλα θέμα­τα, δεν θα μπο­ρού­σαν να απο­τε­λέ­σουν κορυ­φαία ορθο­δο­ξό­τη­τος; Πώς η εικό­να;». Αυτό βέβαια κατ’ αρχάς οφεί­λε­ται σε μία παρα­μέ­ρι­ση της θεο­λο­γί­ας που έχο­με, της γνώ­σε­ως που έχο­με δια την εικό­να. Η εικό­να, αγα­πη­τοί μου, φανε­ρώ­νει ότι ο Λόγος έγι­νε πράγ­μα­τι άνθρω­πος αλη­θής. Αυτό πώς το εκφρά­ζει η εικό­να; Το ότι δυνά­με­θα να παρα­στή­σο­με τον Ιησούν Χρι­στόν. Και ο τρό­πος με τον οποί­ον μπο­ρού­με να παρα­στή­σο­με το πρό­σω­πον του Ιησού Χρι­στού, διό­τι εκεί όλη η μάχη, εκεί όλος ο πόλε­μος, εκεί όλη η πάλη, αν δυνά­με­θα να εικο­νί­σο­με το πρό­σω­πο του Θεού. Ναι. Δυνά­με­θα να εικο­νί­σο­με το πρό­σω­πον του Θεού. Πότε; Εφό­σον έγι­νε άνθρω­πος. Συνε­πώς η εικό­να, η θεο­λο­γία της εικό­νας, ανα­φέ­ρε­ται και βασί­ζε­ται επά­νω στο ευαγ­γε­λι­κόν και κεν­τρι­κόν σημεί­ον ολο­κλή­ρου της πίστε­ως. «Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένε­το». Και εφό­σον «ἐγένε­το ὁ Λόγος σάρξ», εφό­σον δηλα­δή ο Υιός του Θεού έγι­νε άνθρω­πος, δύνα­ται να απει­κο­νι­σθεί. Γι’αυ­τό λέγει ένα τρο­πά­ριον των Αίνων της σημε­ρι­νής ημέ­ρας: «Σαρκὸς τὸ ἐκτύπωμα, ἀναστη­λοῦντές σου Κύριε, σχε­τικῶς ἀσπαζόμεθα, τὸ μέγα μυστήριον, τῆς Οἰκονομίας - το μέγα μυστή­ριον της Οικο­νο­μί­ας είναι η Εναν­θρώ­πη­σις-, τῆς σῆς ἐκδη­λοῦντες(:Εκδη­λώ­νου­με της δικής Σου, το δικό Σου μυστή­ριο της Εναν­θρω­πή­σε­ως, με το να ανα­στη­λώ­σο­με τις εικό­νες)· οὐ γὰρ δοκήσει, ὡς φασίν, οἱ θεομάχοι παῖδες τοῦ Μάνεν­τος, ἡμῖν ὤφθης φιλάνθρω­πε, ἀλλ’ ἀληθείᾳ καὶ φύσει σαρκός, δι’ αὐτοῦ ἀναγόμενοι, πρὸς σὸν πόθον καὶ ἔρωτα». «Όχι όπως νομί­ζουν, όπως λέγουν, ότι κατά δόκη­σιν έγι­νες άνθρω­πος οι θεο­μά­χοι οπα­δοί του Μάνεν­τος. Αλλά πραγ­μα­τι­κά και αλη­θι­νά μετεί­χες σαρ­κός».

Βλέ­πε­τε λοι­πόν ότι απο­τε­λεί ένα κορυ­φαί­ον σημεί­ον· διό­τι η απο­δο­χή ή μη απο­δο­χή της εικό­νος, είναι τελι­κά η απο­δο­χή της αλη­θούς σαρ­κώ­σε­ως του Υιού του Θεού. Να για­τί είναι κορυ­φαί­ον το θέμα αυτό. Και εάν πράγ­μα­τι ὁ Λόγος σάρξ ἐγένε­το, τότε και ο άνθρω­πος δύνα­ται να γίνει Λόγος, δηλα­δή να θεω­θεί. Θέλω να κατα­λά­βο­με, αγα­πη­τοί μου, ότι η θεο­λο­γία της εικό­νος είναι: «Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένε­το, ἵνα ἡ σάρξ γένη­ται Λόγος», όπως λέγουν οι Πατέ­ρες. Ο Θεός έγι­νε άνθρω­πος, για να γίνει ο άνθρω­πος Θεός. Εις την Α΄Οικουμενικήν Σύνο­δον ετέ­θη το θέμα εάν ο Ιησούς είναι Θεός. Εδώ τίθε­ται το θέμα εάν ο Ιησούς έγι­νε άνθρω­πος. Δηλα­δή εάν είναι αλη­θι­νός άνθρω­πος. Δηλα­δή το θέμα της θεό­τη­τος ετέ­θη εις την Α΄Οικουμενικήν Σύνο­δον με τον Άρειον· που τον επο­λέ­μη­σαν οι 318 Πατέ­ρες και ο Άγιος Αθα­νά­σιος. Και τώρα τίθε­ται το ερώ­τη­μα, το θέμα: «Ο Θεός έγι­νε πράγ­μα­τι άνθρω­πος; Ανα­γνω­ρί­ζο­με τη θεό­τη­τά Του αλλά αμφι­βάλ­λο­με δια την ανθρω­πό­τη­τά Του». Είναι το ακρι­βώς αντί­στρο­φο. Γι΄αυτό σας είπα ότι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα επο­λε­μή­θη για μία ακό­μη φορά, κατ’ επα­νά­λη­ψιν βεβαί­ως με τους πρώ­τους Δοκή­τας, αλλά κατ’ επα­νά­λη­ψιν, δια μίαν ακό­μη φορά η Εκκλη­σία πολε­μά τον Μονο­φυ­σι­τι­σμόν στην Ζ΄Οικουμενική Σύνο­δο, με το θέμα «εικό­να». Είναι σπου­δαίο· διό­τι εάν πράγ­μα­τι ο Υιός του Θεού δεν έγι­νε άνθρω­πος, τότε δεν μπο­ρεί ο άνθρω­πος να γίνει Θεός. Δηλα­δή η θέω­σις του ανθρώ­που είναι αδύ­να­τη. Δηλα­δή η σωτη­ρία του ανθρώ­που είναι αδύ­να­τη. Εάν όμως ο Θεός έγι­νε άνθρω­πος, μετεί­χε της φύσε­ώς μας, τότε η μετο­χή Του αυτή προ­σπο­ρί­ζει σε μας τη σωτη­ρία. Διό­τι αυτό το πρό­σλημ­μα, δηλα­δή πήρε αυτή τη φύση μας και αυτή εθέ­ω­σε και αυτή ανέ­βα­σε εις τον ουρα­νόν και αυτή εδό­ξα­σε, και δυνά­μει αυτής της φύσε­ώς μας της δεδο­ξα­σμέ­νης εις το πρό­σω­πον το ένα του Θεού Λόγου, θα σωθού­με όλοι· διό­τι Εκεί­νος είναι ο πρό­δρο­μός μας εις τους ουρα­νούς. Εάν όμως δεν έγι­νε άνθρω­πος, τότε Θεός ήτο και Θεός έμει­νε και τίπο­τε άλλο και υπάρ­χει χάσμα ουσιών. Δεν υπάρ­χει δηλα­δή ένω­σις των ουσιών. Αλλά η ένω­σις των ουσιών είναι εν προ­σώ­πω Ιησού Χρι­στού. Για­τί; Για­τί έγι­νε άνθρω­πος πραγ­μα­τι­κά.

Ξανα­λέ­γω λοι­πόν άλλη μία φορά ότι αυτό το εκφρά­ζει η εικό­να. Διό­τι αν στην εικό­να μπο­ρώ να ζωγρα­φί­σω το πρό­σω­πο του Χρι­στού, σημαί­νει έγι­νε άνθρω­πος. Αν δεν έγι­νε άνθρω­πος, πώς μπο­ρώ να ζωγρα­φί­σω το θεί­ον; Το θεί­ον είναι ανει­κό­νι­στον. Δεν εικο­νί­ζε­ται το θεί­ον.

Βλέ­πε­τε πόσο σπου­δαί­ον θέμα είναι και ότι η εικό­να θεω­ρεί­ται ότι εκφρά­ζει μία τερα­στία, μεγά­λη, κεν­τρι­κο­τά­την αλή­θειαν; Αλλά με την ευκαι­ρία, θα θέλα­με, αγα­πη­τοί μου, να πού­με ότι σήμε­ρα έχο­με λησμο­νή­σει το θέμα αυτό. Έχο­με λησμο­νή­σει και αγνο­ού­με την αξί­αν της εικό­νος και στην πρά­ξη αρνού­με­θα εκεί­να που θεο­λο­γι­κά κατο­χύ­ρω­σε τόσον η Α΄Οικουμενική Σύνο­δος, όσο και η Ζ’ Οικου­με­νι­κή Σύνο­δος. Ξεχά­σα­με το θέμα. Ότι ο Ιησούς Χρι­στός είναι Θεός και ότι είναι άνθρωπος(Ζ΄Οικουμενική Σύνο­δος) τέλειος. Δηλα­δή ότι ο Ιησούς Χρι­στός είναι Θεάν­θρω­πος. Και ότι αφού είναι Θεάν­θρω­πος, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρω­πος, άρα και ο άνθρω­πος δύνα­ται να θεω­θεί. Σήμε­ρα το ξεχά­σα­με. Σήμε­ρα μας έχει φύγει αυτό. Για­τί ακρι­βώς δεν γνω­ρί­σα­με, ξεχά­σα­με, λησμο­νή­σα­με τη θεο­λο­γία της εικό­νος. Σημειώ­νω ότι νομί­ζο­με ότι ο Χρι­στια­νι­σμός δεν είναι τι άλλο παρά ένα σύνο­λο ηθι­κών κανό­νων που θα βελ­τιώ­σο­με την ζωή μας. Και αν το θέλε­τε ακό­μα, αγνο­ού­με την ανά­στα­ση των νεκρών· διό­τι το στοι­χείο «σώμα» το παρα­με­ρί­ζου­με. Και ότι «η ψυχή μας θα πάει εις τον Παρά­δει­σον». Ούτε καν Βασι­λεία Θεού. Διό­τι η Βασι­λεία του Θεού είναι ο χώρος των πλή­ρων υπάρ­ξε­ών μας. Δεν είναι δηλα­δή οι ψυχές. Είναι η ψυχή με το σώμα. Ο Ιησούς Χρι­στός ανήλ­θε εις τον ουρα­νόν με την ανθρω­πί­νη Του φύση. Αυτό το αγνο­ού­με. Και αντι­λαμ­βά­νε­στε, ότι αγνο­ών­τας την θέω­σή μας, την θέω­ση ολο­κλή­ρου της υπάρ­ξε­ώς μας, ότι πια δεν ρυθ­μί­ζο­με ορθά και τον βίον μας. Έτσι, για­τί να μην φάω και να μην πιω; «Το σώμα δεν έχει αξία μπρο­στά στην ψυχή», λέμε. «Για­τί να μην πορ­νεύ­σω; Το σώμα δεν έχει καμία θέση». Ενώ το σώμα είναι ναός του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος, είναι ναός του Αγί­ου Τρια­δι­κού Θεού. Το σώμα θα θεω­θεί. Το σώμα θα ανέ­βει ψηλά. Και εκφρά­ζε­ται πάν­τα, επα­να­λαμ­βά­νω, με την εικό­να. Διό­τι η εικό­να εκφρά­ζει την θεαν­θρω­πί­νη φύση του Χρι­στού· ότι ο Θεός έγι­νε πραγ­μα­τι­κά άνθρω­πος και συνε­πώς και εγώ θα γίνω ένας κατά χάριν Θεός.

Αλλά μπο­ρού­με να πού­με αγα­πη­τοί μου, στα πολύ λίγα λεπτά τα οποία μας μένουν σε ένα λει­τουρ­γι­κό κήρυγ­μα, μερι­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά της εικό­νος. Προ­σέξ­τε, όχι μόνον δεν εξαν­τλούν­ται, ούτε καν θίγε­ται το θέμα της εικό­νος με αυτά τα ελά­χι­στα που θα πού­με.

Η εικό­να είναι μία γλώσ­σα. Μία γλώσ­σα καλ­λι­τε­χνι­κή. Ή, αν θέλε­τε, αισθη­τι­κή· που εκφρά­ζει δόγ­μα­τα της Εκκλη­σί­ας μας. Δηλα­δή έκφρα­σις δογ­μά­των της Εκκλη­σί­ας με αισθη­τι­κόν, καλ­λι­τε­χνι­κόν τρό­πον. Είναι συνε­πώς θεο­λο­γία ορθό­δο­ξος, με σχή­μα­τα και χρώ­μα­τα. Η εικό­να έχει δυο δια­στά­σεις· κάθε εικό­να ορθό­δο­ξος. Είναι η ένχρο­νος διά­στα­σις ή ιστο­ρι­κή. Και η υπέρ­χρο­νος διά­στα­σις. Είναι αυτές οι δύο δια­στά­σεις. Έτσι, μία εικών, καταρ­χάς μας φέρ­νει κον­τά στο ιστο­ρι­κό γεγο­νός. Επί παρα­δείγ­μα­τι, έχο­με την Βάπτι­σιν του Χρι­στού. Αυτό είναι ένα ιστο­ρι­κό γεγο­νός. Και είναι γνω­στό ότι η ιστο­ρία, η ιστο­ρία δηλα­δή της Εναν­θρω­πή­σε­ως, η ιστο­ρία, υπο­γραμ­μί­ζω, δεν μπο­ρεί να εξα­τμι­στεί και να εξα­φα­νι­στεί. Δεν μπο­ρεί να γίνει ιδε­ο­λο­γία η ιστο­ρία. Η ιστο­ρία είναι ιστο­ρία, είναι γεγο­νό­τα. Και ότι η Ιστο­ρία καθο­ρί­ζει τη σωτη­ρία μας. Για­τί κι αυτήν εν χώρω και χρό­νω θα τύχει. Η σωτη­ρία μας δηλα­δή. Μην ξεχνά­με ότι το μυστή­ριον της θεί­ας Οικο­νο­μί­ας, δηλα­δή της Εναν­θρω­πή­σε­ως, είναι γεγο­νός. Δηλα­δή είναι Ιστο­ρία. Προ­σέξ­τε, θα το πω δεύ­τε­ρη, τρί­τη φορά. Δεν μπο­ρού­με να εξα­τμί­σο­με τα γεγο­νό­τα. Δεν μπο­ρού­με να… ιδε­α­λί­σο­με λοι­πόν, ούτως ειπείν, αν επι­τρέ­πε­ται αυτή η λέξις, την Ιστο­ρία. Δεν μπο­ρού­με να την κάνο­με ιδε­α­λι­σμό την Ιστο­ρία. Η Ιστο­ρία είναι Ιστο­ρία. Είναι τα γεγο­νό­τα. Αν αφαι­ρέ­σο­με λοι­πόν την Ιστο­ρία, βασι­κά δεν έχο­με εικό­να· διό­τι η εικό­να εκφρά­ζει μια Ιστο­ρία. Αυτό θα πει εικό­να. Εκφρά­ζει μια ιστο­ρία. Την Ιστο­ρία. Και επι­θυ­μεί τώρα η εικό­να να συν­δέ­σει τον πιστό της κάθε επο­χής με το ιστο­ρι­κό γεγο­νός που απει­κο­νί­ζει.

Είπα­με το παρά­δειγ­μα της Βαπτί­σε­ως του Χρι­στού. Κυρί­ως είναι το πρό­σω­πο του Χρι­στού. Είναι και της Θεο­τό­κου εν συνε­χεία, είναι και των αγί­ων. Αλλά για να μην πολυ­πραγ­μο­νώ, επει­δή ο χρό­νος, είπα­με, είναι λίγος, μένω στο πρό­σω­πο του Χρι­στού. Τι βλέ­πο­με εδώ; Ότι ο πιστός της κάθε επο­χής συν­δέ­ε­ται με το γεγο­νός που εικο­νί­ζει η εικό­να. Πώς συν­δέ­ε­ται; Αυτή η σύν­δε­σις είναι σύν­δε­σις μνή­μης; Όπως ακρι­βώς αν είχα­με ένα άλμπουμ με φωτο­γρα­φί­ες και θα βλέ­πα­με ένα περι­στα­τι­κό του περα­σμέ­νου και­ρού; Ή μήπως είναι, θα λέγα­με, μία συναι­σθη­μα­τι­κή προ­σέγ­γι­σις; Βλέ­πον­τας την εικό­να, να θυμη­θώ κάτι και να νιώ­σω κάτι. Αγα­πη­τοί μου, δεν είναι παρά προ­σέγ­γι­σις στο αρχι­κό, στο πρω­τό­τυ­πο γεγο­νός! Σημαί­νει ότι ο κάθε πιστός της κάθε επο­χής, της κάθε ιστο­ρι­κής στιγ­μής προ­σεγ­γί­ζει αυτό το ιστο­ρι­κό γεγο­νός. Το προ­σεγ­γί­ζει όχι συναι­σθη­μα­τι­κά, όχι μνη­μι­κά, αλλά πραγ­μα­τι­κά. Όταν, επί παρα­δείγ­μα­τι, λέμε στην Υμνο­λο­γία μας: «Ἡ Παρ­θέ­νος σήμε­ρον τόν Ὑπερού­σιον τίκτει» ή «Σήμε­ρον βαπτι­ζο­μέ­νου Σου Κύριε ἐν τῷ Ἰορδάνῃ» κ.τ.λ. ή «Σήμε­ρον κρεμᾶται ἐπί ξύλου» αυτό το «σήμε­ρον» δεν είναι φιλο­λο­γι­κό. Δεν είναι, όπως θα λέγα­με, ο ιστο­ρι­κός Ενε­στώς. Αλλά είναι σήμε­ρον. Διό­τι σήμε­ρα εγώ προ­σοι­κειώ­νο­μαι το γεγο­νός. Το γεγο­νός από μένα δεν απέ­χει. Δεν έχει σημα­σία αν υπάρ­χει ένας χρό­νος που με χωρί­ζει εμέ­να. Δεν απέ­χω. Προ­σεγ­γί­ζω το γεγο­νός και το γεγο­νός εμέ­να. Συνε­πώς κάθε ιστο­ρι­κή στιγ­μή είναι προσ­δε­μέ­νη με το πρω­τό­τυ­πον γεγο­νός. Και αυτό μου το δεί­χνει η εικό­να, μου το εκφρά­ζει η εικό­να.

Έχο­με όμως και την άλλη διά­στα­ση την υπέρ­χρο­νη, την δογ­μα­τι­κή. Μέσα στο εικο­νι­ζό­με­νο ιστο­ρι­κό γεγο­νός, ας πού­με, της Βαπτί­σε­ως, πάλι, δια­φαί­νε­ται το δογ­μα­τι­κό στοι­χείο. Βλέ­πε­τε, ο Υιός βαπτί­ζε­ται, το Πνεύ­μα το Άγιον επι­φοι­τά, ο Πατήρ φανε­ρώ­νει τον Υιόν Του εις τον κόσμον και μαρ­τυ­ρεί: «Οὗτος ἐστίν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπη­τός». Εδώ τι έχο­με; Μέσα σε αυτήν την ιστο­ρι­κή σκη­νή, το ιστο­ρι­κό γεγο­νός της Βαπτί­σε­ως, ότι ο Χρι­στός πήγε στον Ιορ­δά­νη, έχο­με τώρα ένα.. μία δογ­μα­τι­κή αλή­θεια. Δηλα­δή μία υπέρ­χρο­νη αλή­θεια. Κάτι που στέ­κε­ται παρα­πέ­ρα από το ιστο­ρι­κό γεγο­νός. Και συνε­πώς βλέ­πο­με ότι η εικό­να δεν μένει μόνο στην ιστο­ρι­κό­τη­τά της, αλλά μας παρου­σιά­ζει κάτι το και­νού­ριο, κάτι το βαθύ­τε­ρο. Μας παρου­σιά­ζει έναν μετα­μορ­φω­μέ­νο κόσμο. Και μας δεί­χνει την Βασι­λεία του Θεού. Η εικό­να είναι ένα παρά­θυ­ρο, μέσα από το οποίο μπο­ρού­με να δού­με εκεί­νο που δεν είναι ούτε χώρος ούτε χρό­νος. Και ταυ­το­χρό­νως μας δεί­χνει και τον χώρο και τον χρό­νο. Είναι ένχρο­νος η εικό­να, είναι υπέρ­χρο­νος η εικό­να.

Τα πρό­σω­πα των αγί­ων, αν θέλε­τε, όταν εικο­νί­ζον­ται, είναι πραγ­μα­τι­κά. Όχι ότι δια­τη­ρούν τα χαρα­κτη­ρι­στι­κά τους τα φυσι­κά. Όχι. Ξέρε­τε, αυτό δεν έχω και­ρό να σας πω πιο πολ­λά, η Εκκλη­σία το αρνεί­ται. Και θα το δεί­τε λίγο πιο κάτω. Είναι πραγ­μα­τι­κά, είναι ανθρώ­πι­να, αλη­θι­νά πρό­σω­πα τα πρό­σω­πα των αγί­ων. Δεν έχο­με πελώ­ρια μάτια ή πελώ­ρια αυτιά ή κάτι άλλο ή ένα συμ­βο­λι­κό σχή­μα που να πού­με: «Εδώ είναι ο άγιος Γεώρ­γιος, εδώ είναι ο άγιος Δημή­τριος». Είναι πραγ­μα­τι­κά πρό­σω­πα, ανθρώ­πι­να πρό­σω­πα, αλη­θι­νά. Ταυ­τό­χρο­να όμως είναι υπέρ­χρο­να, είναι μετα­μορ­φω­μέ­να πρό­σω­πα. Δεν ανή­κουν πια παρά στον χώρο της Βασι­λεία του Θεού. Στη Βασι­λεία του Θεού θα είμε­θα ολό­κλη­ροι. Όπως με βλέ­πε­τε και σας βλέ­πω. Αλλά ταυ­τό­χρο­να θα είμε­θα μετα­μορ­φω­μέ­νοι. Πώς μετα­μορ­φω­μέ­νοι; Απ’ την φθο­ρά στην αφθαρ­σία, από τον θάνα­το στην αθα­να­σία. Έτσι βλέ­πει κανέ­νας, όταν βλέ­πει μία εικό­να ενός αγί­ου, να προ­σεγ­γί­ζει πια προς κάτι που είναι ένχρο­νο και άχρο­νο πάλι. Προ­σεγ­γί­ζει τον άγιον, αλλά ο άγιος δεν ζει στην παρού­σα πια ζωή. Και συνε­πώς τον προ­σελ­κύ­ει ο άγιος να ζήσει μια μετα­μορ­φω­μέ­νη ζωή. Η ύπαρ­ξίς μας να μετα­μορ­φω­θεί. Και να αλλά­ξει από την παρού­σα ήδη ζωή. Για να βρε­θού­με ολό­τε­λα μετα­μορ­φω­μέ­νοι την ημέ­ρα της ανα­στά­σε­ως των νεκρών.

Οι άγιοι, όπως έχε­τε παρα­τη­ρή­σει στις ορθό­δο­ξες εικό­νες, κοι­τά­ζουν πάν­το­τε κατά πρό­σω­πον, κατ΄ενώπιον. Το πολύ πολύ να κοι­τά­ζουν μόνον κατά τα 3/4, μία ελα­φρά κλί­ση. Όπως έχο­με τον άγιο Ιωάν­νη από δω ή κάποιες άλλες εικό­νες. Ποτέ όμως δεν βλέ­πο­με τα οπί­σθια ενός αγί­ου. Βλέ­πο­με το πρό­σω­πό του. Για­τί; Διό­τι αυτό φανε­ρώ­νει ότι ο πιστός με τον άγιον έχει έναν σύν­δε­σμο. Ο προ­σκυ­νη­τής με τον άγιον που ιστο­ρεί­ται στην εικό­να έχει έναν σύν­δε­σμο. Αυτός ο σύν­δε­σμος είναι μεγά­λης σημα­σί­ας. Διό­τι ο άγιος δεν είναι απο­ξε­νω­μέ­νος από τους πιστούς. Στη Λει­τουρ­γία ανα­φέ­ρο­με τους αγί­ους. Έχο­με τα λεί­ψα­νά τους κάτω από την αγία Τρά­πε­ζα. Μνη­μο­νεύ­ο­με τους αγί­ους μέσα στο άγιο Δισκά­ριο ‚εκεί που βάζο­με και τις δικές μας μερί­δες. Ο άγιος δεν απο­ξε­νώ­θη­κε. Ανέ­βη­κε πιο ψηλά από μας, έφυ­γε από μας, αλλά μένει δεμέ­νος με μας. Γι΄αυτό βλέ­πο­με τον άγιο ζωγρα­φι­σμέ­νο, ιστο­ρη­μέ­νο, κατ’ ενώ­πιον.

Ακό­μη, μια εικό­να, αγα­πη­τοί μου, μπο­ρεί να γίνει –προ­σέξ­τε αυτό- μία θύρα ελέ­ους. Πώς μπο­ρεί να γίνει μία θύρα ελέ­ους; Όταν ξέρω ότι μία πόρ­τα άμα ανοί­ξει, από εκεί θα βρω έλε­ος. Θα βρω το ψωμί μου. Θα βρω την Χάρη, θα βρω τη διευ­κό­λυν­ση, θα βρω τη θερα­πεία. Χτυ­πώ λοι­πόν την πόρ­τα αυτή. Ε, λοι­πόν, η εικό­να είναι μία θύρα ελέ­ους. Μην το ξεχνά­τε αυτό. Είναι το φαι­νό­με­νον των θαυ­μα­τουρ­γι­κών εικό­νων. Πηγαί­νο­με μπρο­στά σε μία εικό­να και προ­σευ­χό­μα­στε και ζητού­με και μας δίδει ο εικο­νι­ζό­με­νος άγιος εκεί­νο το οποίο ζητού­με. Ο εικο­νι­ζό­με­νος άγιος. Λέμε: «Πανα­γία μου, σώσε με». Και δεν το λέμε αφη­ρη­μέ­να βέβαια, οπου­δή­πο­τε μπο­ρού­με να προ­σευ­χη­θού­με, αλλά καλώς εχόν­των των πραγ­μά­των, έχο­με την εικό­να της Πανα­γί­ας μπρο­στά. Και λέμε: «Πανα­γία μου, σώσε με, σώσε μας». Πάμε στην εικό­να του αγί­ου Δημη­τρί­ου: «Άγιέ μου Δημή­τριε, σώσε με». Τι σημαί­νει αυτό; Θα απλώ­σει κανέ­να χέρι ο άγιος να μας σώσει; Ναι! Άγιοι, έχουν δει κάπο­τε τους αγί­ους, άγιοι άνθρω­ποι, έχουν δει τους αγί­ους κάπο­τε να απλώ­νουν και το χέρι τους. Κάτι κατα­πλη­κτι­κό! Η εικό­να, η μπο­γιά…, εκεί­νη η μπο­γιά, η εικό­να είναι, θα λέγα­με, το παρά­θυ­ρο που ήταν μέχρι τότε κλει­στό. Μετά ανοί­γει και βγαί­νει η χάρις του αγί­ου.

Πώς γίνε­ται αυτό; Ακού­στε πώς γίνε­ται αυτό. Είναι διδα­σκα­λία της Ορθο­δό­ξου Εκκλη­σί­ας μας. Όταν ο άγιος ζει, στην παρού­σα ζωή, είχε το Πνεύ­μα του Θεού. Όταν πέθα­νε, έφυ­γε από τον κόσμον αυτόν, δεν χωρί­στη­κε από το Πνεύ­μα του Θεού. Το Πνεύ­μα του Θεού το έχει και τώρα που είναι στον Παρά­δει­σον η ψυχή του. Χωρί­στη­κε ο άνθρω­πος. Η ψυχή του πήγε στον Παρά­δει­σον. Ηνω­μέ­νη πάν­το­τε με τον Πνεύ­μα του Θεού. Το σώμα του κατε­τέ­θη εις τον τάφον. Κι εκεί το Πνεύ­μα του Θεού είναι ηνω­μέ­νο με το σώμα του. Διό­τι ο Κύριος είπε: «Θα ‘ρθού­με να κατοι­κή­σου­με μέσα εις τον άνθρω­πο ο οποί­ος μας δέχε­ται». Δεν θα κατοι­κή­σου­με στην ψυχή του, προ­σέξ­τε. Στην ύπαρ­ξή του. Σε ολό­κλη­ρη την ύπαρ­ξή του. Όχι στην ψυχή του μόνο. Στο σώμα του και την ψυχή του μαζί. Με τον θάνα­τον συνε­πώς ο άνθρω­πος δεν χωρί­ζε­ται του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος ως προς το σώμα. Έτσι έχο­με τα λεγό­με­να «άγια λεί­ψα­να» που θαυ­μα­τουρ­γούν. Για­τί θαυ­μα­τουρ­γούν; Για­τί είναι ηνω­μέ­να με το Πνεύ­μα του Θεού. Αλλά είναι γνω­στό ότι ο άγιος άνθρω­πος, ό,τι πιά­σει στον κόσμον αυτόν, δίνει χάρη, μετα­βι­βά­ζει χάρη. Στο κατά Μάρ­κον Ευαγ­γέ­λιον, που συνέ­βη στον Χρι­στόν… προ­σέξ­τε τι λέει: «Καὶ ὅπου ἂν εἰσεπο­ρεύ­ε­το ‑ο Ιησούς- εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγρούς, ἐν ταῖς ἀγοραῖς, ἐτίθε­σαν τοὺς ἀσθε­νοῦντας καὶ παρε­κά­λουν αὐτὸν ἵνα κἂν τοῦ κρα­σπέ­δου τοῦ ἱματί­ου αὐτοῦ ἅψων­ται(:παρα­κα­λού­σαν μόνον να αγγί­ξουν τα ρού­χα του Χρι­στού)· καὶ ὅσοι ἂν ἥπτον­το αὐτοῦ, ἐσῴζον­το(:και όσοι ακουμ­πού­σαν τα ρού­χα του Χρι­στού, εσώ­ζον­το)». Το ίδιο πράγ­μα ο Χρι­στός, αγα­πη­τοί μου, δίνει τώρα στους αγί­ους, στους Απο­στό­λους, στους αγί­ους. Ακού­στε. Πρά­ξεις 5,15: «Ὣστε κατὰ τὰς πλα­τεί­ας ἐκφέ­ρειν τοὺς ἀσθε­νεῖς καὶ τιθέ­ναι ἐπὶ κλινῶν καὶ κρα­βάτ­των, ἵνα ἐρχο­μέ­νου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ ἐπισκιάσῃ τινὶ αὐτῶν, οἵτινες ἐθερα­πεύ­ον­το ἅπαν­τες». Όλοι εθε­ρα­πεύ­ον­το. Έπαιρ­ναν τα μαν­τή­λια και τις ποδιές του Απο­στό­λου Παύ­λου, τα έρι­χναν επά­νω στους ασθε­νείς και εγί­νον­το καλά. Για­τί; Διό­τι και τα αντι­κεί­με­να που ήρχον­το σε επα­φή μετά τοῦ χρω­τός αὐτῶν, με το δέρ­μα τους, έπαιρ­ναν αγια­σμό. Έτσι, αγια­σμέ­νοι άνθρω­ποι, όταν ιστό­ρη­σαν, δηλα­δή αγιο­γρά­φη­σαν εικό­νες, οι εικό­νες αυτές τώρα θαυ­μα­τουρ­γούν. Αυτός είναι ο λόγος που θαυ­μα­τουρ­γούν, αγα­πη­τοί μου, οι εικό­νες.

Να τονί­σο­με κάτι όμως. Ότι μόνο η Βυζαν­τι­νή αγιο­γρα­φία δια­τη­ρεί τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις δια την δογ­μα­τι­κήν και ηθι­κήν διδα­σκα­λί­αν. Μόνο η βυζαν­τι­νή εικό­να. Ενώ της Δύσε­ως η εικό­να, οι δυτι­κής τεχνο­τρο­πί­ας εικό­νες, δεν εκφρά­ζουν τίπο­τα. Εκφρά­ζουν στο επί­πε­δο ένα γεγο­νός και αυτό μάλι­στα πολ­λές φορές όχι σωστό. Όπως ακρι­βώς έχο­με τον Ιωσήφ με την Θεο­τό­κον πλάι πλάι. Δεν ήσαν σύζυ­γοι. Για­τί να τους βάλου­με πλάι πλάι; Λέμε: «Η αγία οικο­γέ­νεια». Δεν ήσαν σύζυ­γοι. Η βυζαν­τι­νή αγιο­γρα­φία βάζει την Πανα­γία στο κέν­τρον της εικό­νος και πλάι της ο Χρι­στός. Ο Ιωσήφ; Σε μια γωνιά της εικό­νος, κάτω κάτω, με γυρι­σμέ­νη την πλά­τη. Γυρι­σμέ­νη την πλά­τη του στην Θεο­τό­κον και στον Ιησούν. Τι εκφρά­ζει αυτό; Ότι δεν είναι δικό του παι­δί αυτό. Βλέ­πε­τε τη δια­φο­ρά. Γι΄αυτό με την ευκαι­ρία, θα σας έλε­γα, αγα­πη­τοί μου, να δια­τη­ρού­με πάν­το­τε σπί­τι μας, παν­τού, στους λατρευ­τι­κούς μας χώρους, παν­τού, την βυζαν­τι­νή τεχνο­τρο­πία· η οποία είναι δογ­μα­τι­κή. Η διδα­σκα­λία και η ηθι­κή της εικό­νος της βυζαν­τι­νής.

Αγα­πη­τοί μου, δεν πρέ­πει να μας δια­φεύ­γει ότι ο Χρι­στός δεν είναι μόνον ο Λόγος του Θεού, ο Λόγος του Πατρός, αλλά είναι και η Εικών του Πατρός. Ακό­μη, δεν πρέ­πει να αγνο­ού­με ότι και ο άνθρω­πος είναι εικών του Χρι­στού. Η εικό­να έχει μία βαθιά θεο­λο­γία, όπως είδα­με και όσο τη μελε­τού­με, τόσο βρι­σκό­με­θα εις την περι­φέ­ρειά της, χωρίς ποτέ να μπο­ρού­με να την εξαν­τλή­σου­με. Ο κόσμος αυτός ολό­κλη­ρος, ο αισθη­τός αυτός κόσμος με το άπλε­τον ηλια­κόν του φως, είναι μία εικό­να του μελ­λον­τι­κού ακτί­στου κόσμου. Ο ναός που βρι­σκό­με­θα, εδώ μέσα, ακό­μα αυτός ο λει­τουρ­γι­κός δηλα­δή χώρος, είναι μία εικό­να της ουρα­νί­ου Λει­τουρ­γί­ας των Αγί­ων και της κοι­νω­νί­ας των μετά του Θεού. Όλα τα σύμ­βο­λα τα χρι­στια­νι­κά που έχο­με, είναι εικό­νες μελ­λον­τι­κών αγα­θών. «Ἃ ἐστί σκιά τῶν μελ­λόν­των», λέει στους Κολοσ­σα­είς ο Από­στο­λος Παύ­λος. Είναι σκιά των μελ­λον­τι­κών πραγ­μά­των. Γι΄αυτό γρά­φει ο Από­στο­λος: «Οἵτινες ‑οι ιερείς- ὑποδείγ­μα­τι καὶ σκιᾷ λατρεύ­ου­σι τῶν ἐπου­ρα­νί­ων, καθὼς κεχρη­μά­τι­σται Μωϋσῆς μέλ­λων ἐπιτε­λεῖν τὴν σκη­νήν· ὅρα γάρ, φησι, ποι­ή­σεις πάν­τα κατὰ τὸν τύπον τὸν δει­χθέν­τα σοι ἐν τῷ ὄρει» Εβρ.8,5. «Πρό­σε­ξε», του λέει ο Θεός, «ό,τι σου υπε­δεί­χθη στο όρος το Σινά, έτσι θα κατα­σκευά­σεις την Κιβω­τό κ.τ.λ.». Τι του έδω­σε ο Θεός εκεί; Μοντέ­λα. Υπο­δείγ­μα­τα. Συνε­πώς, τι ήταν η σκη­νή, ο ναός κ.τ.λ. τα παρα­κά­τω που φτιά­χτη­καν; Αντί­τυ­πα των αλη­θι­νών, των γνη­σί­ων, των επου­ρα­νί­ων. Τι λέγω; Και αυτή η ζωή μας ακό­μη, αγα­πη­τοί μου, είναι μία εικό­να. «Διὰ πίστε­ως — λέει ο Από­στο­λος, Β΄Κορινθίους 5,7- περι­πα­τοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους». Και τι είναι η πίστις; Μία εικό­να είναι. Μία εικό­να. Δεν βλέ­πω την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, αλλά ζω δια­μέ­σου αυτής, δηλα­δή δια της πίστε­ως. «Οὐ διὰ εἴδους». Δεν έχο­με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Έχο­με την πίστη. Έχο­με την εικό­να. Γι΄αυτό η Εκκλη­σία μας, αγα­πη­τοί μου, νίκη­σε τους αιρε­τι­κούς και γιορ­τά­ζει σήμε­ρα την νίκη της που είναι η Ορθο­δο­ξία δια της προ­βο­λής των αγί­ων εικό­νων.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απρο­σμέ­τρη­τη ευγνω­μο­σύ­νη στον πνευ­μα­τι­κό μας καθο­δη­γη­τή  μακα­ρι­στό γέρον­τα Αθα­νά­σιο Μυτι­λη­ναίο,

μετα­φο­ρά της απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νης ομι­λί­ας σε ηλε­κτρο­νι­κό κεί­με­νο και επι­μέ­λεια: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απο­μα­γνη­το­φώ­νη­ση ομι­λί­ας δια χει­ρός του αξιο­τί­μου κ. Αθα­να­σί­ου Κ.

  • http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_313.mp3

Αρχιμ. Αθα­νά­σιος Μυτι­λη­ναί­ος (ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΟΔΙΚΟ  ΤΗΣ Ζ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ)

Απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ομι­λία μακα­ρι­στού γέρον­τος Αθα­να­σί­ου Μυτι­λη­ναί­ου με θέμα:

«ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΟΔΙΚΟ  ΤΗΣ Ζ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ»

[εκφω­νή­θη­κε στην Ιερά Μονή Κομνη­νεί­ου Λαρί­σης στις 3–3‑1996]

Β 331

Σήμε­ρα, αγα­πη­τοί μου, πρώ­τη Κυρια­κή των Νηστειών, η Εκκλη­σία μας γιορ­τά­ζει την ορθο­δο­ξό­τη­τά της. Κατό­πιν πολ­λών κόπων και αγώ­νων. Γι΄αυτό και την Κυρια­κή αυτή, την ονό­μα­σε Κυρια­κή της Ορθο­δο­ξί­ας. Βέβαια όλαι αι Σύνο­δοι συνέ­βα­λαν εις την Ορθο­δο­ξί­αν. Όμως κατ’ εξο­χήν προ­βάλ­λε­ται η 7η Οικου­με­νι­κή Σύνο­δος, που έλα­βε χώρα στη Νίκαια της Μικράς Ασί­ας, απέ­ναν­τι από την Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, το 787, μετά Χρι­στόν φυσι­κά, από 24 Σεπτεμ­βρί­ου έως 13 Οκτω­βρί­ου.

Το Συνα­ξά­ριον της ημέ­ρας μάς πλη­ρο­φο­ρεί: «Τῇ αὐτῇ ἡμέ­ρᾳ, Κυρια­κῇ πρώ­τῃ τῶν Νηστειῶν, ἀνά­μνη­σιν ποιού­με­θα τῆς ἀνα­στη­λώ­σε­ως τῶν ἁγί­ων καὶ σεπτῶν Εἰκό­νων, γενο­μέ­νης παρὰ τῶν ἀει­μνή­στων Αὐτο­κρα­τό­ρων Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, Μιχα­ὴλ καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Θεο­δώ­ρας, ἐπὶ τῆς Πατριαρ­χεί­ας τοῦ ἁγί­ου καὶ Ὁμολο­γη­τοῦ Μεθο­δί­ου».

Όμως, εκτός του κυρί­ου θέμα­τος, που ήταν η προ­σκύ­νη­σις ή μη, των αγί­ων εικό­νων, για­τί αυτό ήταν το κύριο θέμα της 7ης Οικου­με­νι­κής Συνό­δου και μάλι­στα της εικό­νος του Ιησού Χρι­στού, διό­τι εκεί ήταν το επί­μα­χο θέμα: «Δυνά­με­θα να εικο­νί­σου­με το πρό­σω­πο του Χρι­στού;» Απάν­τη­σις πολύ απλή. Εφό­σον έγι­νε άνθρω­πος… Ο Θεός δεν εικο­νί­ζε­ται. Είναι ανει­κό­νι­στος. Αλλά εφό­σον ο Υιός έγι­νε άνθρω­πος, εικο­νί­ζε­ται. Εθε­σπί­σθη­σαν λοι­πόν εκτός από το κύριο αυτό θέμα, και άλλοι κανό­νες της Εκκλη­σί­ας μας, βεβαί­ως εξαι­ρε­τι­κής σημα­σί­ας. Και τού­το για­τί προ­σε­βλή­θη­σαν, κατά και­ρούς, κάποιες ευαγ­γε­λι­κές θέσεις, από μία κακή ερμη­νεία. Εξάλ­λου, η παρερ­μη­νεία της Αγί­ας Γρα­φής είναι εκεί­νη η οποία εισά­γει την αίρε­σιν.

Βέβαια, τα ιερά κεί­με­να πρέ­πει να κατα­νο­η­θούν. Και κατα­νο­ούν­ται βεβαί­ως με την ερμη­νεί­αν. Αν η ερμη­νεία είναι στη­ριγ­μέ­νη στον ορθο­λο­γι­σμό, τότε έχο­με την αίρε­ση. Τι είναι αίρε­σις; Η λογι­κή ερμη­νεία του δόγ­μα­τος. Αυτό λέγε­ται αίρε­σις. Ο ορι­σμός. Η ερμη­νεία πρέ­πει να στη­ρί­ζε­ται εις την απο­κά­λυ­ψιν. Και βέβαια με τον φωτι­σμό πάν­το­τε του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος.

Και αυτό έχει γίνει και γίνε­ται με το Συνο­δι­κόν Σύστη­μα. Όλη η Εκκλη­σία θα συγ­κεν­τρω­θεί με τους αντι­προ­σώ­πους της, που είναι οι Επί­σκο­ποι, αλλά όπως και μεμο­νω­μέ­να από Πατέ­ρες ‑μπο­ρεί να έχου­με και εκεί την αλή­θειαν- που έμει­ναν πιστοί και στο γράμ­μα και στο πνεύ­μα της Γρα­φής. Όπως έχο­με Κανό­νες, φερει­πείν, του Μεγά­λου Αθα­να­σί­ου, έχο­με Κανό­νες του Μεγά­λου Βασι­λεί­ου. Αν θέλε­τε, για την ακρί­βειαν είχαν κανο­νί­σει κάποια θέμα­τα της επο­χής των. Φερει­πείν ο Μεγά­λος Βασί­λειος τα «περί μονα­χι­σμού»· που αυτά επε­κυ­ρώ­θη­σαν από Οικου­με­νι­κάς Συνό­δους. Δεν έμει­ναν μόνο μία ατο­μι­κή, προ­σω­πι­κή υπό­θε­ση. Γι΄αυτό η Εκκλη­σία δέχε­ται ως γνη­σί­ους ερμη­νευ­τάς, τους αγί­ους Πατέ­ρας και τα συμ­πε­ρά­σμα­τα των Συνό­δων, Οικου­με­νι­κών ή τοπι­κών, θεό­πνευ­στα και ισό­κυ­ρα, ιδί­ου κύρους, ίσου κύρους με την Αγία Γρα­φήν. Διό­τι τι είναι εκεί­να τα οποία ηρμή­νευ­σαν; Η Αγία Γρα­φή. Μόνο που την πλα­ταί­νουν, για να κατα­νο­η­θεί, αλλά και να δοθεί το σωστό στίγ­μα, που είναι το πνεύ­μα του γράμ­μα­τος. Εξάλ­λου αν το θέλε­τε, αυτή είναι η λεγο­μέ­νη Ιερά Παρά­δο­σις. Δηλα­δή η ορθή ερμη­νεία της Αγί­ας Γρα­φής. Και είναι βεβαί­ως κυριό­τα­τα έγγρα­φη. Είναι γραμ­μέ­νη η Παρά­δο­ση της Εκκλη­σί­ας.

Και αν θέλε­τε τώρα, επα­νερ­χό­με­νοι εις την 7η Οικου­με­νι­κήν Σύνο­δο, σημειώ­νου­με ότι εκτός από τους Κανό­νες που αφο­ρούν στη σημα­σία της εικό­νος, εθέ­σπι­σαν κι άλλους κανό­νες, σπου­δαί­ας αξί­ας και σημα­σί­ας, όπως θα δεί­τε στη συνέ­χεια, με την ευκαι­ρία της συγ­κρο­τή­σε­ως αυτής της Συνό­δου. Διό­τι κατά και­ρούς, μην ξεχνά­τε, διό­τι η Α΄ Οικου­με­νι­κή Σύνο­δος που έγι­νε εις την Κων­σταν­τι­νού­πο­λη στη Νίκαια της Μικράς Ασί­ας, στην Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, έγι­νε το 325, αρχές 4ου αιώ­νος και η 7η Οικου­με­νι­κή Σύνο­δος έγι­νε το 787, τέλη 8ου αιώ­νος. Έχο­με λοι­πόν ένα μακρύ χρο­νι­κό διά­στη­μα κατά τη διάρ­κεια του οποί­ου ανε­φύ­η­σαν διά­φο­ρα θέμα­τα, προ­βλή­μα­τα, προ­σβο­λές εκ μέρους των εχθρών της Εκκλη­σί­ας, με ερμη­νεί­ες κακό­τε­χνες, κακο­ή­θεις και δαι­μο­νι­κές και έτσι η Εκκλη­σία καθ’ όλο αυτής το μήκος, όπο­τε συνε­κρο­τεί­το σε Σύνο­δο, επε­λαμ­βά­νε­το κι αυτών των θεμά­των.

Έτσι, μπο­ρού­με κάτι να ανα­φέ­ρου­με, επι­τρέ­ψα­τε, για να ξεφύ­γου­με λίγο από το καθιε­ρω­μέ­νο θέμα της εικό­νος. Για να δού­με τι υπήρ­ξε και τι άλλο υπήρ­ξε η 7η Οικου­με­νι­κή Σύνο­δος. Θα σας δια­βά­σω ένα σημεί­ον. Θα σας πω το κεί­με­νον. Θα το εξη­γή­σου­με:

«Τοῖς τὴν ὕλην ἄναρ­χον καὶ τὰς ἰδέας ἢ συνά­ναρ­χον τῷ δημιουργῷ πάν­των καὶ Θεῷ δογ­μα­τί­ζου­σι (εννο­εί­ται οι αιρε­τι­κοί δογ­μα­τί­ζου­σιν), καὶ ὅτι περ οὐρανὸς καὶ γῆ καὶ τὰ λοιπὰ τῶν κτι­σμά­των ἀΐδιά τε εἰσὶ καὶ ἄναρ­χα καὶ δια­μέ­νου­σιν ἀναλ­λοί­ω­τα, καὶ ἀντι­νο­μο­θε­τοῦσι τῷ εἰπόν­τι· -έρχον­ται σε αντί­θε­ση με Εκεί­νον που είπε:- «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρε­λεύ­σον­ται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλ­θω­σι» καὶ ἀπὸ γῆς κενο­φω­νοῦσι («κενο­φω­νώ»-το κε με έψι­λον-που θα πει: βγά­ζω κού­φιες, άδειες φωνές, δηλα­δή λέγουν κενά λόγια. Η αίρε­σις τι είναι; Ένας κενός ‑το κε με έψι­λον πάν­το­τε- κού­φιος λόγος, χωρίς δηλα­δή την έμπνευ­ση του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος, από γης, αυτό θα πει, χωρίς την έμπνευ­ση του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος, αλλά υλι­στι­κά, σαρ­κι­κά ομι­λούν­τες) καὶ τὴν θεί­αν ἀρὰν ἐπὶ τὰς ἑαυτῶν ἄγου­σι κεφα­λάς, ἀνάθε­μα -και επι­σω­ρεύ­ουν στο κεφά­λι τους την κατά­ρα. Ανά­θε­μα, έξω, μακριά-».

Αυτή η θέσις, αγα­πη­τοί, είναι εξαι­ρε­τι­κά σπου­δαία. Πρέ­πει να σας πω ότι εδώ έχο­με μία θέσιν βασι­κά πλα­τω­νι­κήν, γενι­κό­τε­ρα δε φιλο­σο­φι­κήν. Είναι η άναρ­χος ύλη των φιλο­σό­φων. Μη νομί­σε­τε δε ότι αυτά που θα πού­με και παρα­κά­τω και τώρα ότι θα ήταν πράγ­μα­τα τα οποία δεν θα μας ενδιέ­φε­ραν, θα είχαν απλώς μου­σεια­κήν αξί­αν, ιστο­ρι­κήν αξί­αν. Όχι. Πάρ­τε ένα σύγ­χρο­νο λεξι­κό, φερει­πείν «Το μικρό φιλο­σο­φι­κό λεξι­κό» του Ρόζεν­ταλ, είναι υλι­στι­κόν, θα δεί­τε μέσα εκεί, πηγαί­νε­τε στο λήμ­μα «ύλη» και θα δεί­τε τι γρά­φει. Τι; Αυτά τα οποία λέει εδώ η Σύνο­δος. Εκεί­νο που έλε­γαν και οι παλαιοί φιλό­σο­φοι. Ότι «η ύλη είναι άναρ­χος. Υπήρ­χε, υπάρ­χει και θα υπάρ­χει. Χωρίς αρχή και χωρίς τέλος». Το προ­σέ­ξα­τε;

Ή ακό­μη ότι «η ύλη είναι συνά­ναρ­χος με τον Δημιουρ­γόν. Άναρ­χος ο Δημιουρ­γός, ο Θεός, άναρ­χος και η ύλη. Συνε­πώς δύο ξεχω­ρι­στά πράγ­μα­τα. Άλλο ο Δημιουρ­γός -θα δεί­τε τώρα τι είναι αυτός ο Δημιουρ­γός- και άλλο πράγ­μα είναι το σύμ­παν, η ύλη, ή οι ιδέ­ες». Εδώ που λέει «καί τάς ἰδέας» πρό­κει­ται περί των ιδε­ών του Πλά­τω­νος. Ποιος δεν έχει ακού­σει για τις ιδέ­ες του Πλά­τω­νος; Τι ήσαν οι «ιδέ­ες» του Πλά­τω­νος; Τρία σημεία. «Εδώ είναι ο Θεός. Προ­σέξ­τε, είναι επί­και­ρα θέμα­τα αυτά. Πάν­το­τε επί­και­ρα. Εδώ είναι ο Θεός. Εδώ είναι η άναρ­χος ύλη, την οποία δεν εδη­μιούρ­γη­σε ο Θεός, απλώς είναι συνά­ναρ­χος με τον Δημιουρ­γόν και εδώ σε ένα τρί­το σημείο είναι οι ιδέ­ες. Οι ιδέ­ες είναι τα πρό­τυ­πα των όντων. Τα πρό­τυ­πα των όντων. Δηλα­δή τι υπάρ­χει μέσα στη φύσιν; Το λου­λου­δά­κι; Το κρι­νά­κι; Έχει το πρό­τυ­πό του, την ιδέα του, στον ουρα­νό. Πού είναι οι ιδέ­ες; Στον ουρα­νό! Ο άνθρω­πος; Ο άνθρω­πος έχει το πρό­τυ­πό του στον ουρα­νό! Ο σκύ­λος; Έχει το πρό­τυ­πό του στον ουρα­νό. Ο σκύ­λος; Έχει το πρό­τυ­πό του στον ουρα­νό». Αυτά τα πρό­τυ­πα, στη γλώσ­σα του Πλά­τω­νος λέγον­ται ιδέ­ες.

Τι κάνει λοι­πόν τώρα ο Θεός; «Ο Θεός αντι­γρά­φει τις ιδέ­ες και φτιά­χνει τα όντα στη φύση. Εκ της υπαρ­χού­σης ύλης! Αλλά τι κάνει τότε ο Θεός; Δεν είναι Δημιουρ­γός εκ του μη όντος. Αλλά είναι… ούτε καν Δημιουρ­γός. Αλλά είναι απλώς δια­κο­σμη­τής...». Να το κατα­λά­βε­τε. Πηγαί­νω στην αγο­ρά και αγο­ρά­ζω ζωγρα­φι­κούς πίνα­κες, έπι­πλα, μπι­μπε­λό, ό,τι θέλε­τε. Τα φέρ­νω από την αγο­ρά. Δεν τα έφτια­ξα εγώ. Και στο­λί­ζω το σπί­τι μου. Κατά τον Πλά­τω­να, ο Θεός δεν είναι Δημιουρ­γός. Είναι δια­κο­σμη­τής.

Ακό­μα, βλέ­πο­με εδώ να ανα­φέ­ρε­ται η αϊδιό­της της ύλης. Αλλά και το αμε­τά­βλη­το της ύλης. Όλα αυτά, σας είπα, θεω­ρί­ες Πλα­τω­νι­κές. Τι θα πει αϊδιό­της; Είναι εκεί­νο που δεν έχει αρχή, ούτε τέλος. Τι θα πει αιώ­νιον; Αυτό που έχει αρχή, αλλά δεν έχει τέλος. Ο άνθρω­πος είναι αιώ­νιος. Με την έννοια «ἔσχεν ἀρχήν», αλλά δεν θα έχει τέλος. Ο Θεός δεν είναι αιώ­νιος. Κατα­χρη­στι­κώς, θα μου το πεί­τε αυτό, πάμ­πολ­λες φορές χρη­σι­μο­ποιεί­ται η λέξις αιώ­νιος, και στις ευχές της Εκκλη­σί­ας μας κτλ… Κατα­χρη­στι­κώς χρη­σι­μο­ποιεί­ται η λέξις αιώ­νιος. Ο Θεός είναι αΐδιος. Χωρίς αρχήν και χωρίς τέλος.

Ο πλα­τω­νι­σμός, πρέ­πει να σας πω, ότι ταλαι­πώ­ρη­σε την Εκκλη­σία. Θα έλε­γα εκεί­νο που είπαν κάπο­τε στην αρχαιό­τη­τα: «Φίλος ὁ Πλά­των, φιλ­τά­τη ἡ ἀλήθεια». Όσοι πήγα­με λίγο στο σχο­λειό και κάνα­με κάποια έργα του Πλά­τω­νος, μας έμει­νε συμ­πα­θέ­στα­τος και θαυ­μά­σιος ο Πλά­των. Έτε­ρον εκά­τε­ρον. Είναι προ Χρι­στού. Είναι προ Χρι­στού. Κι εκεί­να που είπε, πάλι καλά. Διό­τι δεν είχε το φως του Ευαγ­γε­λί­ου. Τώρα ο Χρι­στια­νός δεν χρειά­ζε­ται παρά μόνον τη γλώσ­σα, αν το θέλε­τε, τη γλώσ­σα. Εξάλ­λου, υπάρ­χει ένα σημείο… που να σας τα πω όλα, το λέει στην 7η Οικου­με­νι­κή Σύνο­δο: Μπο­ρού­με μόνο τη γλώσ­σα να χρησιμοποιούμε,τα σχή­μα­τα, όχι όμως το περιε­χό­με­νον της φιλο­σο­φί­ας. Φίλος λοι­πόν ο Πλά­των· φιλ­τά­τη η αλή­θεια. Και ποια είναι η φιλ­τά­τη αλή­θεια; Το Ευαγ­γέ­λιον. Έτσι, ταλαι­πώ­ρη­σε την Εκκλη­σία ο Πλα­τω­νι­σμός, πώς; Για­τί πολ­λοί Χρι­στια­νοί ασχο­λή­θη­καν με τον Πλά­τω­να και εισή­γα­γαν ιδέ­ες μέσα εις το δόγ­μα της πίστε­ως. Αυτούς όλους τους κατε­δί­κα­σε ή καλύ­τε­ρα, η Εκκλη­σία, μάλι­στα ιδιαι­τέ­ρως η 7η Οικου­με­νι­κή Σύνο­δος, για να είμαι ακρι­βέ­στε­ρος, επα­νέ­λα­βε την κατα­δί­κην, κατε­δί­κα­σε τις πλα­τω­νι­κές θεω­ρί­ες εις το πρό­σω­πον του αγα­πη­τού Ωρι­γέ­νους. Τι κρί­μα! Θαυ­μά­σιος ο Ωρι­γέ­νης. Παρε­σύρ­θη.

Η απάν­τη­σις αν η ύλη, ο κόσμος είναι άνευ αρχής, απαν­τού­με: Από τον πρώ­το στί­χο της Αγί­ας Γρα­φής: «Ἐν ἀρχῇ ἐποί­η­σεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Έτσι αρχί­ζει η Αγία Γρα­φή. Εκεί­νο το «ἐν ἀρχῇ» είναι το θεμέ­λιον του χρό­νου· που ύλη και χρό­νος τίθεν­ται μαζί. Δεν δύνα­ται να εννο­η­θεί ο χώρος, που συνί­στα­ται από την ύλη, δεν δύνα­ται να εννο­η­θεί ο χώρος χωρίς τον χρό­νον. Οι μετα­βο­λές της ύλης, αν το θέλε­τε, και σε στα­τι­κές κατα­στά­σεις, μήπως ένα άτο­μο της ύλης δεν είναι σε φαι­νο­με­νι­κώς, στα­τι­κήν κατά­στα­σιν; Κάθε άλλο παρά στα­τι­κήν κατά­στα­σιν είναι ένα άτο­μο της ύλης. Είναι σε κατά­στα­ση δυνα­μι­κο­τά­τη. Δυνα­μι­κο­τά­τη… Τι πεδία υπάρ­χουν εκεί ανά­με­σα στον πυρή­να και στο ηλε­κτρό­νιο, τι… ο Θεός ξέρει. Κι εκεί­να τα οποία βρί­σκο­με και ανα­κα­λύ­πτο­με στα εργα­στή­ριά μας.

Λοι­πόν, αγα­πη­τοί, χώρος και χρό­νος θεμε­λιώ­θη­καν μαζί. Άρα λοι­πόν η Δημιουρ­γία είναι ένχρο­νος. Δεν είναι άναρ­χος. Ιδού η αλή­θεια. «Ἐν ἀρχῇ ἐποί­η­σεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.». Τι ρήμα βάζει; «Ἐποί­η­σεν». Ο Θεός είναι άκτι­στος. Ο κόσμος είναι κτι­στός. Αυτό­μα­τα λοι­πόν είναι κάτω από τον Θεό η Δημιουρ­γία. Ο Θεός άκτι­στος, η Δημιουρ­γία κτι­στή. Αυτή είναι η απάν­τη­ση της Εκκλη­σί­ας.

Άλλο σημείο: «Τοῖς λέγου­σιν ὅτι ἐν τῇ τελευ­ταίᾳ καὶ κοινῇ ἀναστά­σει - και είναι μάλι­στα αυτή η θέσις όμορ­φη, που είχα­με σήμε­ρα και ένα μνη­μό­συ­νο και δίνει μία απάν­τη­ση, προ­σέ­ξα­τέ το-· Τοῖς λέγου­σιν ‑για ΄κεί­νους που λένε- ὅτι ἐν τῇ τελευ­ταίᾳ καὶ κοινῇ ἀναστά­σει ‑όταν θα ανα­στη­θού­με όλοι, η κοι­νή ανά­στα­σις, όλοι θα ανα­στη­θού­με, από τον Αδάμ και την Εύα, μέχρι τον τελευ­ταίο που θα έχει πεθά­νει, εκεί­νοι που θα ζουν, απλώς θα αλλα­χθούν, δεν θα περά­σουν από τον θάνα­τον- μεθ’ ἑτέρων σωμά­των οἱ ἄνθρω­ποι ἀναστή­σον­ται καὶ κρι­θή­σον­ται, καὶ οὐχὶ μεθ’ ὧν κατὰ τὸν παρόν­τα βίον ἐπολι­τεύ­σαν­το, ἅτε τού­των φθει­ρο­μέ­νων καὶ ἀπολ­λυ­μέ­νων». Τι λένε; «Λέγου­σιν». Τι λένε; Ότι «με άλλα σώμα­τα», λέει, «θα ανα­στη­θούν. Για­τί αυτά είναι φθει­ρό­με­να καὶ ἀπολ­λύ­με­να. Θα ανα­στη­θούν λοι­πόν με κάποια άλλα σώμα­τα». Κι εδώ λέει: «Ἀνάθε­μα». Θα το δού­με λίγο πιο κάτω το «ανά­θε­μα». Θα το ανα­λύ­σου­με και αυτό λιγά­κι. Ότι δηλα­δή δεν είναι δεκτό αυτό το οποίο λέγουν οι αιρε­τι­κοί.

Δεν θα πάρου­με άλλα σώμα­τα. Θα είναι τα ίδια σώμα­τα· τα οποία θα ανα­και­νι­σθούν. Αλλά τα ίδια. Λέει ο Από­στο­λος Παύ­λος στην προς Κοριν­θί­ους επι­στο­λή… τι να επι­στρα­τεύ­σω; Ολό­κλη­ρη η Αγία Γρα­φή είναι γεμά­τη. Ιδί­ως η Και­νή Δια­θή­κη. Και η Παλαιά Δια­θή­κη. Και η Παλαιά. «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο (διό­τι πρέ­πει το θνη­τόν. Ποιο; Αυτό. Τού­το. Το δεί­χνει. Τού­το. Τού­το. Τού­το. Όχι κάποιο άλλο σώμα) ἐνδύ­σε­σθαι ἀφθαρ­σί­αν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύ­σε­ται ἀθανα­σί­αν». Αυτό το σώμα θα ντυ­θεί- ακού­τε το ρήμα- ἐνδύ­σε­σθαι, θα ντυ­θεί, λέει, και την αφθαρ­σί­αν και την αθα­να­σί­αν. Αυτό το ίδιο.

Ακό­μη λέει ο Από­στο­λος Παύ­λος στην Β΄ προς Κοριν­θί­ους επι­στο­λή του ‑το πρώ­το που σας είπα είναι στην Α΄προς Κοριν­θί­ους. Ολό­κλη­ρο κεφά­λαιο, το 15ο κεφά­λαιο ανα­φέ­ρε­ται στα θέμα­τα αυτά από τον Από­στο­λο Παύ­λο. «Τοὺς γὰρ πάν­τας ἡμᾶς φανε­ρωθῆναι δεῖ ἔμπρο­σθεν τοῦ βήμα­τος τοῦ Χρι­στοῦ ‑όλοι θα στα­θού­με στο βήμα του Χρι­στού, αφού ανα­στη­θού­με- ἵνα κομί­ση­ται ἕκαστος –για να πάρει ο καθέ­νας- τὰ διὰ τοῦ σώμα­τος πρὸς ἃ ἔπρα­ξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν». Για να πάρει την απο­λα­βή του. Με το σώμα του. Αυτό που έζη­σε. Και με το οποί­ον πραγ­μά­τω­σε, είτε το αγα­θόν, είτε το κακόν. Λέει ο άγιος Κύριλ­λος Ιερο­σο­λύ­μων: «Στά­θη­κες αγνός; Θα πάρεις την αμοι­βή σου. Στά­θη­κες πόρ­νος; Θα πάρεις την κατα­δί­κη σου». Γι΄αυτό λέει στην Α΄ προς Κοριν­θί­ους ότι: «Πᾶν ἁμάρ­τη­μα ὃ ἐὰν ποι­ήσῃ ἄνθρω­πος ἐκτὸς τοῦ σώμα­τός ἐστιν», λέει ο από­στο­λος Παύ­λος, «ὁ δὲ πορ­νεύ­ων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρ­τά­νει». Και συνε­πώς, λέγει, ὁ δὲ Κύριος –ο Θεός Πατήρ, δηλα­δή- ἤγει­ρε τον Υἰόν καὶ ἡμᾶς ἐξεγε­ρεῖ διὰ τῆς δυνά­με­ως αὐτοῦ». «Καὶ ἡμᾶς»: ώστε θα μεί­νει η ουλή ανε­ξά­λει­πτος πάσης αμαρ­τί­ας επί του σώμα­τος και δη της ανη­θι­κό­τη­τος. Η ουλή αυτή μόνον έναν τρό­πο έχει να εξα­φα­νι­στεί. Με τη μετά­νοια και την εξο­μο­λό­γη­ση. Πέρα­σες στην άλλη ζωή; Τελεί­ω­σε. Θα ανα­στη­θεί το σώμα σου με τις ουλές της αμαρ­τί­ας. Και συνε­πώς θα κρι­θείς ακα­τάλ­λη­λος για την βασι­λεί­αν του Θεού.

Αγα­πη­τοί μου είναι κάτι κατα­πλη­κτι­κό πράγ­μα. Εδώ λοι­πόν τι θέλει να μας πει; Θέλει να μας πει ότι τα πράγ­μα­τα έτσι έχουν. Δεν θα είναι κάποιο άλλο σώμα, αλλά θα είναι ένα, θα είναι το ίδιο που θα γίνει και­νού­ριο, άφθαρ­το και αθά­να­τον. Μάλι­στα αγα­να­κτεί ο από­στο­λος Παύ­λος με τους Κοριν­θί­ους που πίστευαν… να, κάτι τέτοια αιρε­τι­κά και λέγει, τους γρά­φει: «Ἀγνω­σί­αν γὰρ Θεοῦ τινες ἔχου­σι· πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω». Μερι­κοί έχουν αγνω­σί­αν Θεού. Αγνο­ούν τη δύνα­μη του Θεού. Τι σας είπα προ­η­γου­μέ­νως; Τι θα πει αίρε­σις; Η λογι­κή ερμη­νεία του δόγ­μα­τος. Εδώ με τη λογι­κή τους λένε: «Πώς είναι δυνα­τόν, αυτό το σώμα που έγι­νε χώμα να ανα­στη­θεί;». Είδα­τε; Κι αμέ­σως εισά­γουν την θεω­ρί­αν: «Δεν είναι δυνα­τόν. Κάποιο άλλο σώμα θα είναι». Αμέ­σως μπαί­νει η αίρε­σις. Και τι λέει ο Από­στο­λος Παύ­λος; «Μερι­κοί», λέει, «από σας, έχουν αγνω­σί­αν Θεού. Αγνω­σί­αν σε τι; Δεν ξέρουν ποιος είναι ο Θεός, ούτε τη δύνα­μή Του. Και το λέγω για ντρο­πή σας», γρά­φει ο Παύ­λος στο 15ο κεφά­λαιο Α΄ Κοριν­θί­ους.

Και κάτι ακό­μα. Δυστυ­χώς πέρα­σε η ώρα. Τι άλλο να πει κανείς; «Τοῖς δεχο­μέ­νοις ὅτι τε προ­ΰ­παρ­ξίς ἐστι τῶν ψυχῶν, καὶ οὐκ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος τὰ πάν­τα ἐγένε­το, καὶ παρή­χθη­σαν, ὅτι τέλος ἐστὶ τῆς κολά­σε­ως ἡ ἀποκα­τά­στα­σις αὖθις τῆς κτί­σε­ως, καὶ τῶν ἀνθρω­πί­νων πραγ­μά­των. Ἀνάθε­μα!». Εκεί­νοι που υπο­στη­ρί­ζουν ότι προ­ϋ­πάρ­χουν οι ψυχές… — και αυτό πλα­τω­νι­κή θεω­ρία. «Αφού είπα­με ότι ο Θεός δεν είναι Δημιουρ­γός. Κάπου οι ψυχές προ­ϋ­πάρ­χουν, άναρ­χες και αυτές και αΐδιες. Παίρ­νει λοι­πόν ο Θεός μία ψυχή, από κάποια… απο­θή­κη Του- ας μου επι­τρα­πεί η έκφρα­σις- και την βάζει μέσα σε ένα σώμα… Παίρ­νει άλλη και την βάζει μέσα σε ένα άλλο σώμα…». Αυτό λέγε­ται προ­ΰ­παρ­ξις των ψυχών. Είναι, αν θέλε­τε να το επε­κτεί­νου­με, όπως και οι Ανα­το­λι­κές θρη­σκεί­ες, με μετεμ­ψυ­χώ­σεις και δεν ξέρω τι και όλα αυτά τα παρα­μύ­θια, πραγ­μα­τι­κά παρα­μύ­θια. «Και ότι δεν είναι εκ του μη όντος· ότι «καὶ οὐκ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος τὰ πάν­τα ἐγένε­το, καὶ παρή­χθη­σαν»· «ὅτι τέλος ἐστὶ τῆς κολά­σε­ως…- δυστυ­χώς τρέ­χει ο χρό­νος- ότι υπάρ­χει τέλος στη κόλα­ση. Η κόλα­ση τελειώ­νει». Και ο Ωρι­γέ­νης το έλε­γε αυτό. Πάλι λογι­κή: «Είναι δυνα­τόν ο Θεός, ο αγα­θός Θεός να βασα­νί­ζει - δεν βασα­νί­ζει ο Θεός, μόνοι τους δια­λέ­γουν την κόλα­ση οι άνθρω­ποι - εις τους αιώ­νας των αιώ­νων; Χωρίς ποτέ λήξη; Είναι δυνα­τόν ποτέ;».

Και μιλούν ακό­μα για απο­κα­τά­στα­ση των πάν­των. Θα πει «έχο­με και­νού­ρια πράγ­μα­τα, και­νού­ριους κόσμους και θα είναι οι κόσμοι αυτοί, όπως και οι προ­η­γού­με­νοι». Πλα­τω­νι­κές θέσεις, ξανα­λέ­γω. Τα πάν­τα έγι­ναν εκ του μη όντος, δηλα­δή εκ του μηδε­νός. Η κόλα­σις είναι αιώ­νιος. Διό­τι βρί­σκο­μαι εκεί εις το 25ο κεφά­λαιο στον Ματ­θαίο, που λέγει: «Αυτοί θά ἀπέλ­θουν εἰς ζωήν αἰώνιον, οἱ δέ ἁμαρ­τω­λοί εἰς κόλα­σιν αἰώνιον». Εάν λοι­πόν, στο ίδιο χωρίο, από τον αυτόν συγ­γρα­φέα χρη­σι­μο­ποιεί­ται η λέξις «αιώ­νιος» τότε, εάν η λέξις «αιώ­νιος» για την κόλα­σιν είχε σχε­τι­κόν χαρα­κτή­ρα, τότε θα πρέ­πει σχε­τι­κόν χαρα­κτή­ρα να έχει και η λέξις «αιώ­νιος» ως προς την βασι­λεί­αν του Θεού. Αυτά είναι η αναί­ρε­σις αυτών των αιρέ­σε­ων. Ανά­θε­μα λοι­πόν και αυτοί.

Αγα­πη­τοί μου, η γνώ­σις των θέσε­ων, όσα αι επτά Οικου­με­νι­καί Σύνο­δοι, όπως και αι τοπι­καί Σύνο­δοι απο­φαί­νον­ται, παρέ­χουν σε μας την ορθό­δο­ξη διδα­σκα­λία. Γι’ αυτό οφεί­λο­με να γνω­ρί­ζο­με όλες αυτές τις θέσεις. Για­τί; Σήμε­ρα οι ανα­το­λι­κές θρη­σκεί­ες έχουν εισβάλ­λει στην Ευρώ­πη ‑και στην Ελλά­δα φυσι­κά- και στην Αμε­ρι­κή. Δηλα­δή εις την Δύσιν. Και βλέ­πε­τε, ορθό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί μας να παρα­σύ­ρον­ται σε τέτοια καμώ­μα­τα. Αιρε­τι­κά πέρα για πέρα. Και φιλο­σο­φι­κών δια­στά­σε­ων. Να για­τί πρέ­πει να ξέρου­με όλα αυτά. Να για­τί σας είπα προ­η­γου­μέ­νως ότι είναι όλα αυτά επι­και­ρό­τα­τα. Όσοι έχε­τε, αν όχι το Πηδά­λιον, που έχει μέσα ό,τι έχει από τας Συνό­δους, τοπι­κάς και Οικου­με­νι­κάς, του­λά­χι­στον το Τριώ­διον αν έχε­τε στο σπί­τι σας, ανοίξ­τε, παρα­κα­λώ, στην Κυρια­κή των Α΄ Νηστειών, εκεί στο Παράρ­τη­μα, ένα Παράρ­τη­μα έχει στη σημε­ρι­νή Κυρια­κή με τίτλο: «Συνο­δι­κόν της Αγί­ας και Οικου­με­νι­κής Ζ΄(7ης) Συνό­δου υπέρ της Ορθο­δο­ξί­ας» και εκεί θα πάρε­τε μία μικρή γεύ­ση. Κι εγώ από εκεί τα πήρα διά το πρό­χει­ρον του πράγ­μα­τος.

Πρέ­πει ακό­μα να αντι­λη­φθού­με ότι στην αίρε­ση δεν υπάρ­χει ούτε το σωστόν ήθος, ούτε η σωστή πίστις, ούτε η σωστή λατρεία του Θεού και συνε­πώς δεν υπάρ­χει η σωτη­ρία. Δεν υπάρ­χει η σωτη­ρία. Η αίρε­σις είναι βλα­σφη­μία κατά του Θεού. Πώς θα με σώσει λοι­πόν ο Θεός; Εάν κινού­μαι στην αίρε­ση, στον χώρο της αιρέ­σε­ως; Γι΄αυτό και ο χαρα­κτη­ρι­σμός «ἀνάθε­μα»· που θέλει να τονί­σει ότι κάθε αιρε­τι­κός ή κάθε αίρε­ση είναι έξω από την Εκκλη­σία. Όπως και ο όρος «ἀφορι­ζέ­σθω». Κοι­νό­τα­τος όρος αυτό. Τι θα πει «ἀφορι­ζέ­σθω»; Ἀπό και ὀρίζω. Βγά­ζω από τα όρια. Αφο­ρί­ζω. Και συνε­πώς δεν ανή­κει αυτός ή αυτή η θεω­ρία ή αυτή η θέσις ή αυτή η ερμη­νεία δεν ανή­κει στον χώρο της Εκκλη­σί­ας. Είναι έξω από τον χώρο της Εκκλη­σί­ας. Πίστευε ό,τι θέλεις, άνθρω­πε. Αλλά δεν δύνα­σαι να λες ότι ανή­κεις μέσα στην Εκκλη­σία. Είναι εκεί­νο που λέει ο από­στο­λος Παύ­λος: «Εἴ τις οὐ φιλεῖ τόν Κύριον Ἰησοῦν Χρι­στόν - όποιος δεν αγα­πά τον Κύριον Ιησούν Χρι­στόν- ἤτω ἀνάθε­μα». Χώρια. Χώρια. Ανά­θε­μα λοι­πόν σημαί­νει κάτι που είναι ή οφεί­λει να είναι χωρι­στά ως κατη­ρα­μέ­νον. Αυτό το «κατη­ρα­μέ­νον» θα το βρεί­τε εις το βιβλίο το Λευι­τι­κόν, στην Παλαιά Δια­θή­κη 7,26.

Αγα­πη­τοί. Ορθο­δο­ξία σημαί­νει γνη­σιό­της ερμη­νεί­ας των θεί­ων γρα­φών. Πρέ­πει όμως να συνο­δεύ­ε­ται και με την ορθο­πρα­ξία. Ορθώς να πράτ­το­με. Όχι μόνον ορθώς να πιστεύ­ο­με. Αυτά τα δυο μας παρέ­χουν τη σωτη­ρία. Όσοι όμως εργά­στη­καν είτε εις τας Συνό­δους, είτε μες τους αιώ­νες για την Ορθο­δο­ξία μας, όπως και κατ’ επα­νά­λη­ψιν σημειώ­νε­ται μέσα εις το Συνο­δι­κόν, αιω­νία η μνή­μη.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απρο­σμέ­τρη­τη ευγνω­μο­σύ­νη στον πνευ­μα­τι­κό μας καθο­δη­γη­τή  μακα­ρι­στό γέρον­τα Αθα­νά­σιο Μυτι­λη­ναίο,

μετα­φο­ρά της απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νης ομι­λί­ας σε ηλε­κτρο­νι­κό κεί­με­νο και επι­μέ­λεια: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απο­μα­γνη­το­φώ­νη­ση ομι­λί­ας δια χει­ρός του αξιο­τί­μου κ. Αθα­να­σί­ου Κ.

  • http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_667.mp3

Αγί­ου Ιωάν­νη του Δαμα­σκη­νού (ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ OΣΟΥΣ ΔΙΑΒΑΛΛΟΥΝ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ)

Του αγί­ου Πατρός και Διδα­σκά­λου της Εκκλη­σί­ας μας, Ιωάν­νη του Δαμα­σκη­νού

ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ OΣΟΥΣ ΔΙΑΒΑΛΛΟΥΝ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

1. Θα έπρε­πε βέβαια εμείς, συναι­σθα­νό­με­νοι πάν­το­τε την ανα­ξιό­τη­τά μας, να σιω­πού­με και να εξο­μο­λο­γού­μα­στε στον Θεό τις αμαρ­τί­ες μας, αλλά όταν όλα στον και­ρό τους είναι καλά· επει­δή όμως βλέ­πω την Εκκλη­σία, την οποία ο Θεός έκτι­σε πάνω στο θεμέ­λιο των απο­στό­λων και των προ­φη­τών με ακρο­γω­νιαίο λίθο τον Χρι­στό τον Υιό Του, να βάλ­λε­ται, σαν σε θαλάσ­σια φουρ­τού­να που υψώ­νε­ται με αλλε­πάλ­λη­λα κύμα­τα, και να ανα­κα­τώ­νε­ται και να ανα­τα­ράσ­σε­ται από τη βίαιη πνοή των πονη­ρών πνευ­μά­των, και τον χιτώ­να του Χρι­στού, τον υφα­σμέ­νο με τη χάρη του Θεού, Αυτόν που οι από­γο­νοι των ασε­βών θέλουν με αυθά­δεια να κομ­μα­τιά­σουν, τον βλέ­πω να σχί­ζε­ται, και το σώμα Του, δηλα­δή τον λαό του Θεού και τη θεο­πα­ρά­δο­τη από παλιά διδα­σκα­λία της Εκκλη­σί­ας να κατα­κερ­μα­τί­ζε­ται σε διά­φο­ρες δοξα­σί­ες, γι’ αυτό θεώ­ρη­σα πως δεν είναι σωστό να σιω­πώ και να δέσω τη γλώσ­σα μου, φέρον­τας στη σκέ­ψη μου την από­φα­ση που απει­λεί λέγον­τας: «Ἐὰν ὑποστεί­λη­ται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστε­ώς μου ζήσε­ται(:εάν κανείς κρύ­ψει κάτι από φόβο και το συγ­κα­λύ­ψει, δεν επα­να­παύ­ε­ται η ψυχή μου σε αυτόν)»[Αββακ.2,4] και «ἐάν ἴδῃς τήν ῥομ­φαί­αν ἐρχο­μέ­νην και μή ἀναγ­γεί­λῃς τῷ ἀδελ­φῷ σου, ἐκ σοῦ ἐκζη­τή­σω τὸ αἷμα αὐτοῦ (:αν δεις το φονι­κό μαχαί­ρι να πλη­σιά­ζει και δεν ειδο­ποι­ή­σεις τον αδελ­φό σου, θα ζητή­σω το αίμα του από σένα)»[Ιεζ. 33,8].

Επει­δή λοι­πόν με τάρασ­σε αφό­ρη­τος φόβος, απο­φά­σι­σα να μιλή­σω, χωρίς να υπο­λο­γί­σω μπρο­στά στην αλή­θεια το μεγα­λείο των βασι­λέ­ων· για­τί άκου­σα τον θεο­πά­το­ρα Δαβίδ να λέει: «Καὶ ἐλάλουν ἐν τοῖς μαρ­τυ­ρί­οις σου ἐναν­τί­ον βασι­λέ­ων καὶ οὐκ ᾐσχυ­νό­μην» (: Και μιλού­σα για τις μαρ­τυ­ρί­ες και τις εντο­λές Σου μπρο­στά σε βασι­λιά­δες και δεν ντρε­πό­μου­να αλλά με κάθε παρ­ρη­σία μιλού­σα μπρο­στά σε αυτούς)» [Ψαλμ.118,46] και μάλι­στα κεν­τρι­ζό­μου­να από αυτό ακό­μα πιο πολύ να μιλή­σω. Για­τί είναι φοβε­ρό πράγ­μα ο λόγος του βασι­λιά που κατα­δυ­να­στεύ­ει τους υπη­κό­ους, και είναι ανέ­κα­θεν λίγοι εκεί­νοι που περι­φρό­νη­σαν τα βασι­λι­κά δια­τάγ­μα­τα, όσοι δηλα­δή γνω­ρί­ζουν ότι ο επί­γειος βασι­λιάς εξου­σιά­ζε­ται από τον Θεό και ότι οι νόμοι είναι ισχυ­ρό­τε­ροι των βασι­λέ­ων.

2. Πριν από όλα, αφού στε­ρέ­ω­σα στον λογι­σμό, σαν σε κάποια καρί­να ή θεμέ­λιο, τη δια­φύ­λα­ξη της εκκλη­σια­στι­κής παρα­δό­σε­ως, με την οποία είναι φυσι­κό να εξα­σφα­λί­ζε­ται η σωτη­ρία, άνοι­ξα τη βαλ­βί­δα του λόγου και σαν άλο­γο καλά χαλι­να­γω­γη­μέ­νο το παρα­κί­νη­σα να ξεκι­νή­σει από την αφε­τη­ρία. Για­τί πραγ­μα­τι­κά νόμι­σα πως είναι πάρα πολύ φοβε­ρό η Εκκλη­σία που λάμ­πει με τόσα προ­τε­ρή­μα­τα και είναι στο­λι­σμέ­νη με τις θεο­δί­δα­κτες παρα­δό­σεις των ευσε­βε­στά­των πατέ­ρων να επι­στρέ­φει στα φτω­χά πράγ­μα­τα, επει­δή φοβά­ται εκεί που δεν υπάρ­χει φόβος, και, σαν να μην έχει γνω­ρί­σει τον αλη­θι­νό Θεό, να παίρ­νει τον κατή­φο­ρο της ειδω­λο­λα­τρί­ας και να εγκα­τα­λεί­πει την τελειό­τη­τα για ασή­μαν­τες αφορ­μές, σαν να έχει ένα μικρό ψεγά­δι σε ένα ωραιό­τα­το πρό­σω­πο που με την αδιό­ρα­τη παρεμ­βο­λή του κατα­στρέ­φει το σύνο­λο της ομορ­φιάς. Για­τί το μικρό δεν είναι μικρό, όταν προ­ξε­νεί μεγά­λο κακό, όπως δεν είναι μικρό ψεγά­δι το να ανα­τρα­πεί η θεο­δί­δα­κτη παρά­δο­ση της Εκκλη­σί­ας, πράγ­μα που κατα­δί­κα­σαν οι προ­η­γού­με­νοι οδη­γοί μας, των οποί­ων είναι χρέ­ος μας, αφού εξε­τά­σου­με καλά την πολι­τεία τους, να μιμού­μα­στε την πίστη τους[Εβρ.13,17: «Μνη­μο­νεύ­ε­τε τῶν ἡγου­μέ­νων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλη­σαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθε­ω­ροῦντες τὴν ἔκβα­σιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν»(:Να υπα­κού­τε στους πνευ­μα­τι­κούς προϊ­στα­μέ­νους σας και να υπο­τάσ­σε­στε τελεί­ως σε αυτούς· διό­τι αυτοί αγρυ­πνούν για τη σωτη­ρία των ψυχών σας, καθώς θα δώσουν λόγο στον Χρι­στό για τις ψυχές σας. Να τους υπα­κού­τε, για να ενθαρ­ρύ­νον­ται με την υπα­κοή σας, ώστε να επι­τε­λούν το έργο τους αυτό με χαρά και όχι με στε­ναγ­μούς. Άλλω­στε δεν σας συμ­φέ­ρει να στε­νά­ζουν εξαι­τί­ας σας οι πνευ­μα­τι­κοί σας προ­ε­στοί, επει­δή ο Θεός θα σας τιμω­ρή­σει γι’ αυτό)»].

3. Παρα­κα­λώ λοι­πόν θερ­μά πρώ­τα τον παν­το­κρά­το­ρα Κύριο, μπρο­στά στον Οποίο όλα είναι γυμνά και ολο­φά­νε­ρα, προς τον Οποίο απευ­θύ­νε­ται ο λόγος μου και ο Οποί­ος γνω­ρί­ζει στην περί­πτω­ση αυτή την καθα­ρό­τη­τα της ταπει­νής μου γνώ­μης και την ειλι­κρί­νεια του σκο­πού μου, να μου δώσει λόγο με το άνοιγ­μα του στό­μα­τός μου, και αφού πάρει στα χέρια του τα χαλι­νά­ρια του νου μου, να τον απο­σπά­σει προς τον εαυ­τό του, για να τρα­βή­ξω τον δρό­μο μπρο­στά και ίσια, χωρίς να παρεκ­κλί­νω προς εκεί­να που νομί­ζον­ται καλά ή όσα είναι γνω­στά ως ολό­τε­λα εσφαλ­μέ­να. Έπει­τα, παρα­κα­λώ όλον τον λαό του Θεού, το έθνος το άγιο, το βασί­λειο ιερά­τευ­μα, μαζί με τον καλό ποι­μέ­να του λογι­κού ποι­μνί­ου του Χρι­στού, ο οποί­ος απει­κο­νί­ζει στον εαυ­τό του την ιεραρ­χία του Χρι­στού, να δεχθούν με αγα­θή διά­θε­ση τον λόγο μου, χωρίς να δίνουν σημα­σία στην ελά­χι­στη αξία του, ή να ανα­ζη­τούν ευστρο­φία λόγων, για­τί σε αυτά δεν είμαι ειδή­μων ο φτω­χός εγώ, αλλά να ζητούν τη δύνα­μη των νοη­μά­των. «Οὐ γὰρ ἐν λόγῳ ἡ βασι­λεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἐν δυνά­μει(:διό­τι η βασι­λεία του Θεού δεν στε­ρε­ώ­νε­ται στις ψυχές των πιστών με ευγλωτ­τία, αλλά με θεία δύνα­μη που ελκύ­ει και οικο­δο­μεί τις καρ­διές στον Χρι­στό)» [Α΄Κορ. 4,20])· άλλω­στε σκο­πός μου δεν είναι να νική­σω, αλλά να απλώ­σω χέρι στην αλή­θεια που πολε­μεί­ται, χέρι δυνά­με­ως που το απλώ­νει η αγα­θή διά­θε­ση. Αφού λοι­πόν επι­κα­λέ­στη­κα ως βοη­θό την Ενυ­πό­στα­τη αλή­θεια, θα αρχί­σω από εδώ τον λόγο μου.

4. Γνω­ρί­ζω εκεί­νον που αδιά­ψευ­στα είπε: «Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι· (:Κύριος ο Θεός μας είναι ο ένας και μόνος Κύριος)»[ Δευτ. 6,4] και «Κύριον τὸν Θεόν σου φοβη­θήσῃ καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύ­σεις (:Κύριο τον Θεό σου θα ευλα­βεί­σαι και Αυτόν μόνο θα λατρεύ­σεις)»[Δευτ.6,13] και «οὐκ ἔσον­ταί σοι θεοὶ ἕτεροι»(:δεν θα υπάρ­χουν για σένα άλλοι θεοί)»[Δευτ. 5,7] και «οὐ ποι­ή­σεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοί­ω­μα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκά­τω τῆς γῆς(:δεν θα κατα­σκευά­σεις κανέ­να γλυ­πτό ομοί­ω­μα, από όσα υπάρ­χουν επά­νω στον ουρα­νό και κάτω στη γη)»[Δευτ.5,8] και «αἰσχυν­θή­τω­σαν πάν­τες οἱ προ­σκυ­νοῦντες τοῖς γλυ­πτοῖς(: ας καται­σχυν­θούν όλοι όσοι προ­σκυ­νούν τα γλυ­πτά είδω­λα)»[Ψαλμ.96,7] και «θεοί, οἳ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν οὐκ ἐποί­η­σαν, ἀπολέ­σθω­σαν(: θεοί, οι οποί­οι δεν δημιούρ­γη­σαν και δεν κατα­σκεύ­α­σαν τον ουρα­νό και τη γη, να χαθούν)»[Ιερ.10,11] και όλα όσα κατά αντί­στοι­χο τρό­πο ο Θεός αφού μίλη­σε στους πατέ­ρες μας μέσω των προ­φη­τών, κατά τις έσχα­τες ημέ­ρες μίλη­σε με μας μέσω του μονο­γε­νούς Υιού Του, με τον Οποίο δημιούρ­γη­σε το σύμ­παν[ πρβ. Εβρ.1,1–2 :«Πολυ­μερῶς καὶ πολυ­τρό­πως πάλαι ὁ Θεὸς λαλή­σας τοῖς πατρά­σιν ἐν τοῖς προ­φή­ταις, ἐπ᾿ ἐσχά­του τῶν ἡμερῶν τού­των ἐλάλη­σεν ἡμῖν ἐν υἱῷ, ὃν ἔθηκε κλη­ρονόμον πάντων, δι’ οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν (:Πολ­λές φορές και με πολ­λούς τρό­πους στα παλαιό­τε­ρα χρό­νια της προ Χρι­στού επο­χής μίλη­σε ο Θεός στους προ­γό­νους μας με το στό­μα των προ­φη­τών. Σ’ αυτούς όμως εδώ τους έσχα­τους και­ρούς, που τελεί­ω­σε η επο­χή της Παλαιάς Δια­θή­κης, μας μίλη­σε δια­μέ­σου του Υιού Του, τον Οποίο κατέ­στη­σε κλη­ρο­νό­μο και κύριο όλων των κτι­σμά­των. Μέσω Αυτού ο Θεός δημιούρ­γη­σε και όλα όσα έγι­ναν μέσα στον χρό­νο)»]. Γνω­ρί­ζω εκεί­νον που είπε: «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώ­σκω­σί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν, καὶ ὃν ἀπέστει­λας Ἰησοῦν Χρι­στόν (:Αυτή είναι η αιώ­νια ζωή, το να γνω­ρί­ζουν οι άνθρω­ποι συνε­χώς όλο και περισ­σό­τε­ρο Εσέ­να, τον μόνο αλη­θι­νό Θεό, και τον Ιησού Χρι­στό, τον Οποίο απέ­στει­λες στον κόσμο, έχον­τας ζων­τα­νή επι­κοι­νω­νία με σένα και απο­λαμ­βά­νον­τας τις άπει­ρες τελειό­τη­τές Σου)»[Ιω.17,3]. Πιστεύω σε ένα Θεό, μια αρχή των όλων, άναρ­χο, άκτι­στο, άφθαρ­το και αθά­να­το, αιώ­νιοι και αΐδιο, ακα­τά­λη­πτο, ασώ­μα­το, αόρα­το, απε­ρί­γρα­πτο, ασχη­μά­τι­στο, μια ουσία υπε­ρου­σία, υπέρ­θεη θεό­τη­τα, σε τρεις υπο­στά­σεις, σε Πατέ­ρα και Υιό και άγιο Πνεύ­μα, και Αυτόν μόνο λατρεύω και σε Αυτόν μόνο προ­σφέ­ρω τη λατρευ­τι­κή προ­σκύ­νη­ση. Ένα Θεό προ­σκυ­νώ, μία θεό­τη­τα, αλλά λατρεύω και τρεις υπο­στά­σεις, Θεό Πατέ­ρα και Θεό Υιό σαρ­κω­μέ­νο και Θεό άγιο Πνεύ­μα, έναν Θεό.

Δεν προ­σκυ­νώ την κτί­ση αντί για τον Κτί­στη, αλλά προ­σκυ­νώ τον Κτί­στη που κτί­σθη­κε κατά την ανθρώ­πι­νη φύση και κατέ­βη­κε στην κτί­ση χωρίς να μειω­θεί και να αλλοιω­θεί, για να δοξά­σει τη δική μου φύση και να με κάνει κοι­νω­νό της θεί­ας φύσε­ως[πρβ. Β΄Πέτρ. 1,4: «δι᾿ ὧν τὰ τίμια ἡμῖν καὶ μέγι­στα ἐπαγ­γέλ­μα­τα δεδώ­ρη­ται, ἵνα διὰ τού­των γένη­σθε θεί­ας κοι­νω­νοὶ φύσε­ως ἀποφυ­γόν­τες τῆς ἐν κόσμῳ ἐν ἐπιθυ­μίᾳ φθορᾶς(: με την ένδο­ξη τελειό­τη­τά Του μας έχει χαρί­σει τις πιο πολύ­τι­μες και μεγά­λες υπο­σχέ­σεις, για να γίνε­τε κι εσείς, καθώς θα παρα­κι­νεί­στε και θα ενι­σχύ­ε­στε από αυτές, μέτο­χοι της θεί­ας φύσε­ως. Να γίνε­τε δηλα­δή άγιοι και μέτο­χοι της ζωής του Χρι­στού, αφού απαλ­λα­γεί­τε από τη δια­φθο­ρά του κόσμου, η οποία προ­έρ­χε­ται από κάθε αμαρ­τω­λή επι­θυ­μία)»]. Μαζί με τον βασι­λιά και Θεό, προ­σκυ­νώ και την αλουρ­γί­δα του σώμα­τος[:ολο­μέ­τα­ξο πορ­φυ­ρό βασι­λι­κό ένδυ­μα, με το οποίο εδώ ο ιερός πατήρ παρο­μοιά­ζει το ανθρώ­πι­νο πρό­σλημ­μα του Υιού], όχι σαν ένδυ­μα, ούτε σαν τέταρ­το πρό­σω­πο ‑μακριά μια τέτοια βλασφημία‑, αλλά ως ομό­θεη που διε­τέ­λε­σε και έγι­νε, όπως και αυτό το ίδιο που την έχρι­σε, αμε­τά­βλη­τη. Για­τί δεν έγι­νε θεό­τη­τα η φύση της σάρ­κας, αλλά όπως ακρι­βώς ο Λόγος έγι­νε σάρ­κα χωρίς να υπο­στεί τρο­πο­ποί­η­ση και παρέ­μει­νε ό,τι ήταν και πριν, έτσι και η σάρ­κα έγι­νε Λόγος, χωρίς να χάσει αυτό ακρι­βώς που είναι, ταυ­τι­ζό­με­νη βέβαια με τον Λόγο κατά την υπό­στα­ση. Γι΄αυτό παίρ­νω το θάρ­ρος και εικο­νί­ζω τον αόρα­το Θεό, όχι ως αόρα­το, αλλά ως ορα­τό που έγι­νε για μας προ­σλαμ­βά­νον­τας σάρ­κα και αίμα. Δεν εικο­νί­ζω την αόρα­τη θεό­τη­τα, αλλά εικο­νί­ζω τη σάρ­κα του Θεού που έγι­νε ορα­τή. Για­τί, αν είναι αδύ­να­το να εικο­νί­σεις την ψυχή, πόσο μάλ­λον τον Θεό που έδω­σε στην ψυχή την άυλη ιδιό­τη­τα;

5. Αλλά λένε: «Είπε ο Θεός μέσω του νομο­θέ­τη Μωυ­σή: “Κύριον τὸν Θεόν σου φοβη­θήσῃ καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύ­σεις (:Τον Κύριο τον Θεό σου να προ­σκυ­νάς και Αυτόν μόνο να λατρεύ­εις)”[Δευτ.6,13] και “οὐ ποι­ή­σεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοί­ω­μα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκά­τω τῆς γῆς»(:να μην κατα­σκευά­σεις κανέ­να είδω­λο για να το λατρεύ­εις, ούτε ομοί­ω­μα κανε­νός από εκεί­να που υπάρ­χουν επά­νω στον ουρα­νό και κάτω στη γη και μέσα στα νερά, κάτω από την επι­φά­νεια της γης)”» [Δευτ.5,8].

Αδελ­φοί, πραγ­μα­τι­κά πλα­νών­ται όσοι δεν γνω­ρί­ζουν τις Γρα­φές, ότι δηλα­δή «τὸ γὰρ γράμ­μα ἀποκτεί­νει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωο­ποιεῖ(:ο γρα­πτός νόμος, επει­δή δεν δίνει στον άνθρω­πο την ενί­σχυ­ση και την εφαρ­μο­γή του, οδη­γεί στον πνευ­μα­τι­κό θάνα­το. Το πνεύ­μα όμως της Και­νής Δια­θή­κης, με τη χάρη και την ενί­σχυ­ση που μετα­δί­δει στους πιστούς, τους δίνει ζωή)»[Β΄Κορ.3,6], όσοι δεν ερευ­νούν το πνεύ­μα που κρύ­βε­ται κάτω από το γράμ­μα. Προς αυτούς θα άξι­ζε να πω: «Εκεί­νος που σας δίδα­ξε αυτό, ας σας διδά­ξει και το επό­με­νο. Μάθε λοι­πόν ότι κάπως έτσι τα ερμη­νεύ­ει ο νομο­θέ­της στο Δευ­τε­ρο­νό­μιο, λέγον­τας: «καὶ ἐλάλη­σε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐκ μέσου τοῦ πυρὸς· φωνὴν ῥημά­των, ἣν ὑμεῖς ἠκού­σα­τε, καὶ ὁμοί­ω­μα οὐκ εἴδετε, ἀλλ᾿ ἢ φωνήν(: και μίλη­σε εκεί ο Κύριος προς εσάς μέσα από το πυρ με λόγια ανθρώ­που, που τα ακού­σα­τε οι ίδιοι. Δεν είδα­τε όμως καμία μορ­φή, αλλά μόνο φωνή ακού­σα­τε)»[Δευτ.4,12] Και λίγο παρα­κά­τω: «καὶ φυλά­ξε­σθε σφό­δρα τὰς ψυχὰς ὑμῶν, ὅτι οὐκ εἴδετε ὁμοί­ω­μα ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐλάλη­σε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐν Χωρὴβ ἐν τῷ ὄρει ἐκ μέσου τοῦ πυρός μὴ ἀνομή­ση­τε καὶ ποι­ή­ση­τε ὑμῖν ἑαυτοῖς γλυ­πτὸν ὁμοί­ω­μα πᾶσαν εἰκόνα ὁμοί­ω­μα ἀρσε­νι­κοῦ ἢ θηλυ­κοῦ, ὁμοί­ω­μα παντὸς κτή­νους τῶν ὄντων ἐπὶ τῆς γῆς, ὁμοί­ω­μα παντὸς ὀρνέ­ου πτε­ρω­τοῦ(: και να προ­σέ­ξε­τε πολύ τους εαυ­τούς σας, διό­τι δεν είδα­τε καμία μορ­φή ειδώ­λου την ημέ­ρα εκεί­νη, κατά την οποία μίλη­σε προς εσάς ο Κύριος στο όρος Χωρήβ, μέσα από το πυρ. Να μην παρα­νο­μή­σε­τε και κάνε­τε για τους εαυ­τούς σας είδω­λο γλυ­πτό, κάθε είδους εικό­να που να έχει μορ­φή αρσε­νι­κού ή θηλυ­κού, ή μορ­φή κάθε ζώου από όσα υπάρ­χουν στην επι­φά­νεια της γης, ή μορ­φή κάθε πτη­νού, που έχει φτε­ρά και πετά κάτω από τον ουρα­νό)» Δευτ.4,15–17] και τα λοι­πά, και ύστε­ρα από μερι­κά: «καὶ μὴ ἀναβλέ­ψας εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἰδὼν τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελή­νην καὶ τοὺς ἀστέ­ρας καὶ πάν­τα τὸν κόσμον τοῦ οὐρανοῦ, πλα­νη­θεὶς προ­σκυ­νήσῃς αὐτοῖς καὶ λατρεύσῃς αὐτοῖς(:και πρό­σε­ξε ώστε, όταν σηκώ­σεις τα βλέμ­μα­τά σου προς τον ουρα­νό και δεις τον ήλιο και το φεγ­γά­ρι και τα άστρα και όλον τον στο­λι­σμό του ουρα­νού, να μην πλα­νη­θείς από το μεγα­λείο τους και προ­σκυ­νή­σεις και λατρεύ­σεις σαν θεούς αυτά)» [Δευτ.4,19].

6. Βλέ­πεις πως ένας είναι ο σκο­πός, να μη λατρεύ­ουν την κτί­ση αντί για τον Κτί­στη, ούτε να της προ­σφέ­ρουν λατρευ­τι­κή προ­σκύ­νη­ση, παρά μόνο στον Δημιουρ­γό. Γι΄αυτό παν­τού συν­δυά­ζει τη λατρεία με την προ­σκύ­νη­ση. Λέει λοι­πόν πάλι: «Οὐκ ἔσον­ταί σοι θεοὶ ἕτεροι πρὸ προ­σώ­που μου, οὐ ποι­ή­σεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοί­ω­μα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκά­τω τῆς γῆς, οὐ προ­σκυ­νή­σεις αὐτοῖς οὐδὲ μὴ λατρεύσῃς αὐτοῖς, ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου(:Δεν θα έχεις άλλους θεούς, για να τους λατρεύ­εις εμπρός μου. Δεν θα κατα­σκευά­σεις είδω­λο, για να το λατρεύ­εις, ούτε ομοί­ω­μα κανε­νός από εκεί­να που υπάρ­χουν επά­νω στον ουρα­νό και κάτω στη γη και μέσα στα νερά, κάτω από την επι­φά­νεια της γης. Δεν θα προ­σκυ­νή­σεις και δεν θα λατρεύ­σεις αυτά τα είδω­λα και ομοιώ­μα­τα, διό­τι Εγώ είμαι ο μόνος Κύριος, ο Θεός σου)»[Δευτ.5,7–9]· και πάλι: «Τούς βωμοὺς αὐτῶν καθε­λεῖτε καὶ τάς στή­λας αὐτῶν συν­τρί­ψε­τε καὶ τὰ ἄλση αὐτῶν ἐκκό­ψε­τε, καὶ τὰ γλυ­πτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν κατα­καύ­σε­τε ἐν πυρί·οὐ γὰρ μὴ προ­σκυ­νή­ση­τε θεοῖς ἑτέροις(: τους βωμούς, όπου θυσιά­ζουν αυτοί στους θεούς τους, θα τους γκρε­μί­σε­τε, και τις στή­λες που τις έχουν σαν σύμ­βο­λα των θεών τους, θα τις συν­τρί­ψε­τε και τα μικρά δάση, όπου λατρεύ­ουν τους θεούς τους, θα τα κόψε­τε τελεί­ως και τα αγάλ­μα­τα των θεών τους θα τα κατα­καύ­σε­τε στο πυρ. Διό­τι δεν πρέ­πει να προ­σκυ­νή­σε­τε θεούς άλλους)»[Έξ.34, 13–14]. Και λίγο παρα­κά­τω: «καὶ θεοὺς χωνευ­τοὺς οὐ ποι­ή­σεις σεαυτῷ(:και δεν θα φτιά­ξεις θεούς σε χυτή­ρια, είδω­λα δηλα­δή για να τα έχεις και να τα λατρεύ­εις)»[Έξ.34,17].

7. Βλέ­πεις ότι εξαι­τί­ας της ειδω­λο­λα­τρί­ας απα­γο­ρεύ­ει την εικο­νο­γρα­φία και ότι είναι αδύ­να­το να εικο­νί­ζε­ται ο άπο­σος και απε­ρί­γρα­πτος και αόρα­τος Θεός. «Οὔτε φωνὴν αὐτοῦ ἀκηκό­α­τε πώπο­τε οὔτε εἶδος αὐτοῦ ἑωρά­κα­τε(: ούτε τη φωνή Του έχε­τε ακού­σει ποτέ έως τώρα, ούτε τη μορ­φή Του έχε­τε δει˙ διό­τι ο Θεός είναι αόρα­τος και δεν τον αντι­λαμ­βά­νε­ται κανείς με τις σωμα­τι­κές του αισθή­σεις)» [Ιω.5,37], όπως είπε και ο Παύ­λος όταν στά­θη­κε στη μέση του Αρεί­ου Πάγου: «Γένος οὖν ὑπάρ­χον­τες τοῦ Θεοῦ οὐκ ὀφεί­λο­μεν νομί­ζειν χρυσῷ ἢ ἀργύρῳ ἢ λίθῳ, χαράγ­μα­τι τέχνης καὶ ἐνθυ­μή­σε­ως ἀνθρώ­που, τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον»(:Αφού λοι­πόν είμα­στε γενιά του Θεού και απ’ αυτόν απο­κτή­σα­με ζων­τα­νή και πνευ­μα­τι­κή φύση, δεν πρέ­πει να νομί­ζου­με ότι η θεό­τη­τα είναι κάτι που μοιά­ζει με τα άψυ­χα και τα νεκρά αντι­κεί­με­να˙ με το χρυ­σά­φι δηλα­δή ή το ασή­μι ή το μάρ­μα­ρο, που έχουν χαρα­χθεί και πελε­κη­θεί από τη γλυ­πτι­κή τέχνη και την καλ­λι­τε­χνι­κή φαν­τα­σία και επι­νόη­ση του ανθρώ­που σε μαρ­μά­ρι­να ή αση­μέ­νια ή χρυ­σά αγάλ­μα­τα και είδω­λα. Όχι.)»[Πράξ.17,29].

8. Επο­μέ­νως, αυτά είχαν νομο­θε­τη­θεί για τους Ιου­δαί­ους που εύκο­λα γλι­στρού­σαν προς την ειδω­λο­λα­τρία· εμείς όμως, για να μιλή­σου­με θεο­λο­γι­κά, στους οποί­ους δόθη­κε η δυνα­τό­τη­τα να απο­φύ­γου­με την πλά­νη της δει­σι­δαι­μο­νί­ας και να πλη­σιά­σου­με καθα­ρά τον Θεό, να γνω­ρί­σου­με την αλή­θεια και να λατρεύ­ου­με μόνο τον Θεό, να απο­κτή­σου­με την τελειό­τη­τα της θεο­γνω­σί­ας και, αφού ξεφύ­γου­με από τη νηπια­κή κατά­στα­ση, να φτά­σου­με να γίνου­με τέλειοι άνδρες [πρβ.Εφ.4,13:«μέχρι καταν­τή­σω­μεν οἱ πάν­τες εἰς τὴν ἑνότη­τα τῆς πίστε­ως καὶ τῆς ἐπιγνώ­σε­ως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικί­ας τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ(: μέχρι να φθά­σου­με να έχου­με όλοι μία και την ίδια αλη­θι­νή πίστη και τέλεια γνώ­ση του Υιού του Θεού και να προ­ο­δεύ­σου­με πνευ­μα­τι­κά, έως ότου γίνου­με ένας τέλειος άνθρω­πος˙ και ν’ απο­κτή­σου­με το μέτρο της πνευ­μα­τι­κής ωρι­μό­τη­τος και τελειό­τη­τος του Χρι­στού, δηλα­δή να έχου­με πλή­ρεις τις δωρε­ές και την πνευ­μα­τι­κή τελειό­τη­τά Του)»], δεν βρι­σκό­μα­στε πια κάτω από την κηδε­μο­νία παι­δα­γω­γού[ πρβ. Γαλ.3,25: «ἐλθού­σης δὲ τῆς πίστε­ως οὐκέτι ὑπὸ παι­δα­γω­γόν ἐσμεν(: όταν λοι­πόν ήλθε η νέα κατά­στα­ση, στην οποία ισχύ­ει η πίστη, δεν είμα­στε πλέ­ον κάτω από την παι­δα­γω­γία του νόμου)»],αφού πήρα­με από τον Θεό τη δια­κρι­τι­κή ικα­νό­τη­τα και γνω­ρί­ζου­με τι είναι αυτό που εικο­νί­ζε­ται και τι είναι αυτό που δεν μπο­ρεί να περι­γρα­φεί με εικό­να. Για­τί λέει: «οὔτε εἶδος αὐτοῦ ἑωρά­κα­τε(: ούτε τη μορ­φή Του έχε­τε δει˙ διό­τι ο Θεός είναι αόρα­τος και δεν τον αντι­λαμ­βά­νε­ται κανείς με τις σωμα­τι­κές του αισθή­σεις)»[Ιω.5,37]. Πόσο μεγά­λη είναι η σοφία του νομο­θέ­τη! Πώς να εικο­νι­στεί το αόρα­το; Πώς να παρα­στα­θεί το απε­ρί­γρα­πτο; Πώς να ζωγρα­φι­στεί αυτό που δεν έχει ποσό­τη­τα, όγκο και όρια; Πώς να απο­δο­θεί ο χαρα­κτή­ρας Αυτού που δεν έχει μορ­φή; Πώς να παρα­στα­θεί με χρώ­μα­τα το ασώ­μα­το;

Τι είναι λοι­πόν αυτό που απο­κα­λύ­πτε­ται με αινιγ­μα­τι­κό τρό­πο; Είναι φανε­ρό πως λέει: Όταν βλέ­πεις ο ασώ­μα­τος να γίνε­ται άνθρω­πος για σένα, τότε μπο­ρείς να κάνεις την εικό­να της ανθρώ­πι­νης μορ­φής· όταν ο Αόρα­τος γίνε­ται Ορα­τός κατά τη σάρ­κα, τότε να απει­κο­νί­σεις το ομοί­ω­μα Αυτού που φανε­ρώ­θη­κε· όταν ο ασώ­μα­τος και ασχη­μά­τι­στος και άπο­σος και άπει­ρος και πέρα από κάθε μέγε­θος με την υπε­ρο­χή της φύσε­ώς Του, Αυτός που, «ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρ­χων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσα­το τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ(:ο Ιησούς Χρι­στός δηλα­δή, αν και είχε την ίδια ουσία και φύση με τον Θεό Πατέ­ρα και ως απα­ράλ­λα­κτη και ζων­τα­νή εικό­να του Θεού είχε τη μορ­φή και τη φύση του Θεού, δεν θεώ­ρη­σε την ισό­τη­τά του με τον Θεό Πατέ­ρα απο­τέ­λε­σμα αρπα­γής. Διό­τι εάν ήταν απο­τέ­λε­σμα αρπα­γής, δεν θα τολ­μού­σε να το απο­θέ­σει, από φόβο μήπως το χάσει)»[Φιλ.2,6], παίρ­νον­τας μορ­φή δού­λου, με αυτήν τη μορ­φή περιο­ρί­ζε­ται σε όρια ποσού και μέτρου και απο­κτά χαρα­κτη­ρι­στι­κά σώμα­τος, τότε σχε­δί­α­ζέ Τον σε πίνα­κες και βάλε Τον να Τον βλέ­πουν, Αυτόν που κατα­δέ­χτη­κε να γίνει ορα­τός. Ζωγρά­φι­ζε την ανέκ­φρα­στη συγ­κα­τά­βα­σή Του, τη γέν­νη­σή Του από την Παρ­θέ­νο, τη βάπτι­σή Του στον Ιορ­δά­νη, τη μετα­μόρ­φω­σή Του στο Θαβώρ, τα πάθη Του που παρέ­χουν απά­θεια, τα θαύ­μα­τα, τα σύμ­βο­λα της θεί­ας φύσε­ώς Του, τα οποία πραγ­μα­το­ποιούν­ται με θεϊ­κή ενέρ­γεια μέσα από την ενέρ­γεια της σάρ­κας, τον σωτή­ριο σταυ­ρό, την ταφή, την ανά­στα­ση, την ανά­λη­ψη στους ουρα­νούς. Όλα να τα ιστο­ρείς με λόγο και με χρώ­μα­τα.

Μην φοβά­σαι, μην διστά­ζεις˙ γνω­ρί­ζω τη δια­φο­ρά που υπάρ­χει ανά­με­σα στη μια προ­σκύ­νη­ση από την άλλη. Κάπο­τε ο Αβρα­άμ προ­σκύ­νη­σε τους υιούς του Εμμώρ, όταν αγό­ρα­σε τη διπλή σπη­λιά για να τη χρη­σι­μο­ποι­ή­σει ως τάφο, άνδρες ασε­βείς που είχαν άγνοια του αλη­θι­νού Θεού [βλ. Γέν.23,7–12: «ἀναστὰς δὲ ῾Αβραὰμ προ­σεκύνησε τῷ λαῷ τῆς γῆς, τοῖς υἱοῖς τοῦ Χέτ, καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτοὺς ῾Αβραὰμ λέγων· εἰ ἔχετε τῇ ψυχῇ ὑμῶν, ὥστε θάψαι τὸν νεκρόν μου ἀπὸ προσώπου μου, ἀκούσατέ μου καὶ λαλήσατε περὶ ἐμοῦ ᾿Εφρὼν τῷ τοῦ Σαάρ, καὶ δότω μοι τὸ σπήλαιον τὸ διπλοῦν, ὅ ἐστιν αὐτῷ, τὸ ὂν ἐν μέρει τοῦ ἀγροῦ αὐτοῦ· ἀργυρίου τοῦ ἀξίου δότω μοι αὐτὸ ἐν ὑμῖν εἰς κτῆσιν μνη­μείου. ᾿Εφρὼν δὲ ἐκάθητο ἐν μέσῳ τῶν υἱῶν Χέτ· ἀποκρι­θεὶς δὲ ᾿Εφρὼν ὁ Χετ­ταῖος πρὸς ῾Αβραὰμ εἶπεν, ἀκουόντων τῶν υἱῶν Χὲτ καὶ τῶν εἰσπο­ρευομένων εἰς τὴν πόλιν πάντων, λέγων· παρ᾿ ἐμοὶ γενοῦ, κύριε, καὶ ἄκουσόν μου· τὸν ἀγρὸν καὶ τὸ σπήλαιον τὸ ἐν αὐτῷ σοὶ δίδωμι· ἐναντίον πάντων τῶν πολιτῶν μου δέδωκά σοι· θάψον τὸν νεκρόν σου· καὶ προ­σεκύνησεν ῾Αβραὰμ ἐναντίον τοῦ λαοῦ τῆς γῆς (: όταν ο Αβρα­άμ είδε την προ­θυ­μία τους, σηκώ­θη­κε και με ένα εδα­φιαίο προ­σκύ­νη­μα χαι­ρέ­τι­σε με ευγνω­μο­σύ­νη και σεβα­σμό τον λαό της Χανα­άν, τους Χετ­ταί­ους. Κατό­πιν τους μίλη­σε και τους είπε: “Αφού έχε­τε πράγ­μα­τι την καλο­σύ­νη και την επι­θυ­μία να μου δώσε­τε την άδεια να θάψω τη νεκρή σύζυ­γό μου, τότε σας παρα­κα­λώ ακού­στε με και μεσι­τεύ­σε­τε για λογα­ρια­σμό μου στον Εφρών, τον γιο του Σαάρ και ζητή­στε από αυτόν να μου που­λή­σει το διπλό σπή­λαιο, το οποίο είναι στην άκρη του χωρα­φιού του. Ζητή­στε από τον Εφρών να μου το που­λή­σει στην πλή­ρη αξία του, τώρα, μπρο­στά σας, για να το απο­κτή­σω ως δικό μου και για να το κατέ­χω ως ιδιό­κτη­το τάφο”. Ο Εφρών, από τον οποίο ο Αβρα­άμ ζητού­σε να αγο­ρά­σει το σπή­λαιο, βρι­σκό­ταν στη συνά­θροι­ση εκεί­νη των Χετ­ταί­ων. Όταν λοι­πόν άκου­σε τα λόγια του Αβρα­άμ, του απο­κρί­θη­κε μπρο­στά σε όλους τους Χετ­ταί­ους που ήταν συγ­κεν­τρω­μέ­νοι στην είσο­δο της πόλε­ως, και σε όλους όσοι έμπαι­ναν στην πόλη και του είπε: “Μάλι­στα, κύριε· έλα κον­τά μου και άκου­σέ με σε όσα θα σου πω· το χωρά­φι μου και το σπή­λαιο που υπάρ­χει σε αυτό, το δίνω σε σένα· να, σου τα έδω­σα ως δικά σου παρου­σία όλων των συμ­πο­λι­τών μου· δέξου τα λοι­πόν και θάψε με όλη την ελευ­θε­ρία τον νεκρό σου”. Και τότε ο Αβρα­άμ με εδα­φιαίο προ­σκύ­νη­μα χαι­ρέ­τη­σε με ευγνω­μο­σύ­νη και σεβα­σμό τον λαό της Χανα­άν, τους Χετ­ταί­ους)» και Πράξ.7,16: «καὶ μετε­τέ­θη­σαν εἰς Συμὲχ καὶ ἐτέθη­σαν ἐν τῷ μνή­μα­τι ᾧ ὠνήσα­το Ἀβραὰμ τιμῆς ἀργυ­ρί­ου παρὰ τῶν υἱῶν Ἐμμόρ τοῦ Συχέμ(:Αργό­τε­ρα τα οστά τους μετα­φέρ­θη­καν στη Συχέμ και τοπο­θε­τή­θη­καν στο μνή­μα που είχε αγο­ρά­σει ο Αβρα­άμ από τους γιους του Εμμόρ, ο οποί­ος έμε­νε στη Συχέμ, πλη­ρώ­νον­τας το αντί­τι­μο σε αση­μέ­νια νομί­σμα­τα)»].

Ο Ιακώβ επί­σης προ­σκύ­νη­σε τον αδελ­φό του Ησαύ [Γέν.33,3: «Αὐτὸς δὲ προῆλθεν ἔμπρο­σθεν αὐτῶν καὶ προ­σε­κύ­νη­σεν ἐπὶ τὴν γῆν ἑπτά­κις ἕως τοῦ ἐγγί­σαι τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ(:ο ίδιος ο Ιακώβ προ­χώ­ρη­σε και μπή­κε μπρο­στά από όλους ώστε ο πρώ­τος, που θα συναν­τού­σε ο Ησαύ, να είναι αυτός· έτσι θα αντι­με­τώ­πι­ζε τον κίν­δυ­νο πρώ­τος ο Ιακώβ. Μόλις ο Ησαύ πλη­σί­α­σε, ο Ιακώβ προ­χώ­ρη­σε προς αυτόν ταπει­νά και μέχρις ότου φτά­σει κον­τά του, τον προ­σκύ­νη­σε ως μεγα­λύ­τε­ρο αδερ­φό του με γονά­τι­σμα και σκύ­ψι­μο βαθύ έως τη γη επτά φορές)»] και τον Φαραώ], άνδρα Αιγύ­πτιο [Γέν.47,7: «εἰσήγα­γε δὲ Ἰωσὴφ Ἰακὼβ τὸν πατέ­ρα αὐτοῦ καὶ ἔστη­σεν αὐτὸν ἐναν­τί­ον Φαραώ, καὶ ηὐλόγη­σεν Ἰακὼβ τὸν Φαραώ.(: και έφε­ρε ο Ιωσήφ τον πατέ­ρα του τον Ιακώβ και τον παρου­σί­α­σε στον Φαραώ και ο Ιακώβ ευλό­γη­σε τον Φαραώ)», αλλά προ­σκύ­νη­σε ακό­μα και την άκρη του μπα­στου­νιού του Ιωσήφ[Γέν.47,31: «εἶπε δέ· ὄμοσόν μοι. καὶ ὤμοσεν αὐτῷ. καὶ προ­σε­κύ­νη­σεν Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου αὐτοῦ(:ο Ιακώβ όμως επέ­μει­νε και του είπε: “Ορκί­σου μου ότι θα το κάνεις”. Και ο Ιωσήφ ορκί­στη­κε στον πατέ­ρα του. Τότε ο Ισρα­ήλ, επει­δή πίστε­ψε ότι ο Θεός θα βοη­θού­σε, ώστε να μετα­φερ­θεί η σορός του στην Χανα­άν για να ταφεί εκεί, έσκυ­ψε και προ­σκύ­νη­σε τον Θεό, αφού ακούμ­πη­σε την κεφα­λή του στην άκρη του ραβδιού του, στο οποίο στη­ρι­ζό­ταν λόγω της γερον­τι­κής αδυ­να­μί­ας του. Με την προ­σκύ­νη­ση αυτή εξέ­φρα­ζε την ευγνω­μο­σύ­νη του προς τον Θεό)» και Εβρ.7,21: «ὁ δὲ μετὰ ὁρκω­μο­σί­ας διὰ τοῦ λέγον­τος πρὸς αὐτόν· ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μετα­με­λη­θή­σε­ται· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελ­χι­σε­δέκ (:Ο Χρι­στός έγι­νε ιερεύς με όρκο. Ο όρκος αυτός δόθη­κε από τον Θεό δια­μέ­σου του ψαλ­μω­δού, ο οποί­ος είπε προς τον Χρι­στό: “Ορκί­στη­κε ο Κύριος και δεν θα αλλά­ξει την από­φα­σή Του, και δεν θα αθε­τή­σει τον όρκο Του: “Εσύ είσαι ιερεύς αιώ­νιος κατά την τάξη του Μελ­χι­σε­δέκ”)»]· όμως προ­σκύ­νη­σαν, αλλά δεν λάτρευ­σαν.

Προ­σκύ­νη­σαν και ο Ιησούς του Ναυή[Ιησ.5,14: «ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ἐγὼ ἀρχι­στρά­τη­γος δυνά­με­ως Κυρί­ου νυνὶ παρα­γέ­γο­να. καὶ Ἰησοῦς ἔπεσεν ἐπὶ πρό­σω­πον ἐπὶ τὴν γῆν καὶ εἶπεν αὐτῷ· δέσπο­τα, τί προ­στάσ­σεις τῷ σῷ οἰκέτῃ; (: εκεί­νος όμως του απάν­τη­σε: ‘’Όχι, δεν είμαι τίπο­τα από αυτά· εγώ είμαι αρχι­στρά­τη­γος της δυνά­με­ως του Κυρί­ου· έχω έλθει εδώ μόλις τώρα’’. Και ο Ιησούς σε ένδει­ξη βαθυ­τά­του σεβα­σμού και λατρευ­τι­κής προ­σκυ­νή­σε­ως έπε­σε με το πρό­σω­πο κατά γης και του είπε: ‘’ Δέσπο­τα, τι δια­τά­ζεις τον δού­λο σου;’’)»] και ο Δανι­ήλ, άγγε­λο του Θεού [Δαν.8,17: «καὶ ἦλθε καὶ ἔστη ἐχόμε­νος τῆς στά­σε­ώς μου, καὶ ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν ἐθαμ­βή­θην, καὶ πίπτω ἐπὶ πρό­σω­πόν μου, καὶ εἶπε πρός με· σύνες, υἱὲ ἀνθρώ­που· ἔτι γὰρ εἰς και­ροῦ πέρας ἡ ὅρασις(: και ήλθε και στά­θη­κε κον­τά μου· και όταν με πλη­σί­α­σε, κυριεύ­τη­κα από υπερ­βο­λι­κό θαυ­μα­σμό, μεγά­λη έκπλη­ξη και φόβο και έπε­σα αμέ­σως κάτω με το πρό­σω­πο κατά γης. Και εκεί­νος μου είπε: Υιέ ανθρώ­που εννόη­σε τού­το: Το όρα­μα αυτό δεν θα εκπλη­ρω­θεί επί του παρόν­τος· το όρα­μα αυτό απο­κα­λύ­πτει τα έσχα­τα χρό­νια, κατά τα οποία θα τελειώ­σει η βασι­λεία των θηρί­ων και θα ανα­λά­βουν πλέ­ον την εξου­σία οι άγιοι του Υψί­στου)»], αλλά δεν τον λάτρευ­σαν. Για­τί άλλο πράγ­μα είναι η λατρευ­τι­κή προ­σκύ­νη­ση και άλλο εκεί­νη που προ­σφέ­ρε­ται τιμη­τι­κά σε εκεί­νους που υπε­ρέ­χουν σε κάποιο αξί­ω­μα.

9. Αλλά επει­δή μιλά­με για την εικό­να και την προ­σκύ­νη­ση, ας κάνου­με γι’ αυτά μερι­κές διευ­κρι­νί­σεις. Η εικό­να λοι­πόν είναι ομοί­ω­μα που φέρει τα χαρα­κτη­ρι­στι­κά του πρω­το­τύ­που, με κάποια δια­φο­ρά όμως προς αυτό. Για­τί η εικό­να δεν είναι όμοια εξ ολο­κλή­ρου προς το αρχέ­τυ­πο. Εικό­να λοι­πόν ζων­τα­νή, φυσι­κή και απα­ράλ­λα­κτη του αόρα­του Θεού[Κολ.1,15: «ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀορά­του, πρω­τό­το­κος πάσης κτί­σε­ως(:Αυτός ο Υιός είναι εικό­να του αόρα­του Θεού, ο Οποί­ος δεν φαί­νε­ται με τα σωμα­τι­κά μας μάτια. Είναι πρω­τό­το­κος, που δεν κτί­σθη­κε, αλλά γεν­νή­θη­κε από την ίδια την ουσία του Πατρός, πριν να δημιουρ­γη­θούν όλα τα κτί­σμα­τα)»] είναι ο Υιός, ο Οποί­ος φέρει στον εαυ­τό Του ολό­κλη­ρο τον Πατέ­ρα και ταυ­τί­ζε­ται εξ ολο­κλή­ρου προς Αυτόν, δια­φέ­ρον­τας μόνο ως προς το αιτια­τό. Για­τί αίτιο φυσι­κό είναι ο Πατέ­ρας, ενώ αιτια­τό ο Υιός, επει­δή δεν προ­έρ­χε­ται ο Πατέ­ρας από τον Υιό, αλλά ο Υιός από τον Πατέ­ρα. Από Αυτόν έξαλ­λου έχει την ύπαρ­ξη, αν και όχι ύστε­ρα από Αυτόν, πράγ­μα που σημαί­νει τον γεν­νή­το­ρα Πατέ­ρα.

10. Υπάρ­χουν όμως και στον Θεό εικό­νες και παρα­δείγ­μα­τα, όσων πρό­κει­ται να γίνουν από Αυτόν, δηλα­δή η προ­αιώ­νια και πάν­το­τε αμε­τά­βλη­τη βού­λη­σή Του. Για­τί το θείο είναι κατά πάν­τα άτρε­πτο και δεν υπάρ­χει σε αυτό καμιά μετα­βο­λή ή σκιά μετατροπής[Ιακ.1,17: «Πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρη­μα τέλειον ἄνωθέν ἐστι κατα­βαῖνον ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων, παρ᾿ ᾧ οὐκ ἔνι παραλ­λαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκί­α­σμα(:Κάθε καλό που δίνε­ται στους ανθρώ­πους και κάθε τέλειο δώρο προ­έρ­χε­ται από τον ουρα­νό και κατε­βαί­νει από τον Θεό, ο Οποί­ος είναι ο δημιουρ­γός των ουρά­νιων φωτει­νών σωμά­των και η ύψι­στη και μονα­δι­κή πηγή κάθε φωτι­σμού, φυσι­κού ή πνευ­μα­τι­κού. Σ’ Αυτόν δεν υπάρ­χει καμία αλλοί­ω­ση και μετα­βο­λή σαν αυτές που γίνον­ται στη σελή­νη ή συν­τε­λούν­ται από τη δια­δο­χή της νύχτας και της ημέ­ρας. Αλλά ούτε και σκιά υπάρ­χει σαν εκεί­νη που δημιουρ­γεί­ται από την περι­στρο­φή και τη μετα­κί­νη­ση των άστρων και των ουρά­νιων σωμά­των)»]. Αυτές τις εικό­νες και τα παρα­δείγ­μα­τα ονο­μά­ζει «προ­ο­ρι­σμούς» ο άγιος Διο­νύ­σιος[ο Αρε­ο­πα­γί­της], ο σπου­δαί­ος γνώ­στης των θεί­ων πραγ­μά­των, ο οποί­ος μαζί με τον Θεό μελέ­τη­σε τα σχε­τι­κά με τον Θεό πράγ­μα­τα. Για­τί στη βού­λη­ση του Θεού ήταν απο­τυ­πω­μέ­να και απει­κο­νι­σμέ­να όλα όσα είχαν προ­ο­ρι­σθεί από Αυτόν, πριν από τη δημιουρ­γία, και θα γίνον­ταν οπωσ­δή­πο­τε, ακρι­βώς όπως κάποιος που θέλει να κτί­σει ένα σπί­τι, συλ­λαμ­βά­νει πρώ­τα και ζωγρα­φί­ζει το σχέ­διο στο μυα­λό του[Διονυσίου Αρε­ο­πα­γί­του, Περί θεί­ων ονο­μά­των, P. G. 3,824C].

11. Υπάρ­χουν επί­σης και εικό­νες των αορά­των και ατύ­πω­των πραγ­μά­των, τα οποία απο­τυ­πώ­νον­ται σωμα­τι­κά για να κατα­νο­η­θούν αμυ­δρά. Άλλω­στε και η θεία Γρα­φή παρου­σιά­ζει τον Θεό και τους αγγέ­λους με τύπους, και ο ίδιος θεί­ος άνδρας[Διονυσίου Αρε­ο­πα­γί­του, Περί της εκκλη­σια­στι­κής ιεραρ­χί­ας, Ρ G. 3], ερμη­νεύ­ον­τας την αιτία αυτού του πράγ­μα­τος, λέει ότι δικαιο­λο­γη­μέ­να προ­βάλ­λον­ται οι τύποι των ατύ­πω­των και τα σχή­μα­τα των ασχη­μά­τι­στων, χωρίς να ισχυ­ρί­ζε­ται κανείς ότι μόνη αιτία είναι η δική μας ανα­λο­γία που δεν μπο­ρεί να ανά­γε­ται άμε­σα προς τις νοη­τές θεω­ρί­ες και έχει ανάγ­κη από γνώ­ρι­μες και προ­σαρ­μο­σμέ­νες στη φύση μας ανα­γω­γές. Αφού λοι­πόν ο θεί­ος Λόγος, φρον­τί­ζον­τας για τη δική μας ανα­λο­γία και θέλον­τας από παν­τού να βοη­θή­σει την ανα­γω­γι­κή μας ικα­νό­τη­τα, παρου­σιά­ζει ακό­μα και τα απλά και ατύ­πω­τα με κάποιους τύπους, πώς να μην εξει­κο­νί­σει αυτά που έχουν πάρει σχή­μα­τα ανά­λο­γα προς τη δική μας φύση και τα ποθού­με βέβαια, αλλά δεν μπο­ρού­με να τα δού­με, επει­δή δεν είναι ορα­τά;

Για­τί με την αίσθη­ση σχη­μα­τί­ζε­ται κάποια εικό­να στο μπρο­στι­νό μέρος του εγκε­φά­λου και από εκεί διο­χε­τεύ­ε­ται στη λει­τουρ­γία της κρί­σης και απο­θη­κεύ­ε­ται στη μνή­μη. Και ο θεο­λό­γος Γρη­γό­ριος λέει ότι, αν και κατα­βάλ­λει πολ­λές προ­σπά­θειες ο νους, αδυ­να­τεί να βγει έξω από τα σωμα­τι­κά όρια[Γρη­γο­ρί­ου θεο­λό­γου, Λόγος 28, P. G. 36, 44Α], αλλά και τα αόρα­τα του Θεού, από τότε που δημιουρ­γή­θη­κε ο κόσμος, γίνον­ται ορα­τά, κατα­νο­ού­με­να μέσω των δημιουργημάτων[Ρωμ. 1,20: «Τὰ γὰρ ἀόρα­τα αὐτοῦ ἀπὸ κτί­σε­ως κόσμου τοῖς ποι­ή­μα­σι νοού­με­να καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύνα­μις καὶ θειό­της, εἰς τὸ εἶναι αὐτοὺς ἀναπο­λο­γή­τους(:διό­τι οι άπει­ρες τελειό­τη­τες του Θεού, οι οποί­ες δεν φαί­νον­ται με τα αισθη­τά μάτια, από τότε που κτί­στη­κε ο κόσμος φαί­νον­ται καθα­ρά μέσα από τα δημιουρ­γή­μα­τα με τα μάτια της δια­νοί­ας: τόσο η δύνα­μή Του, που δεν έχει αρχή και τέλος αλλά είναι αιώ­νια, όσο και κάθε τελειό­τη­τα· ώστε να είναι ανα­πο­λό­γη­τοι αυτοί και να μην μπο­ρούν να προ­βά­λουν καμία δικαιο­λο­γία)»].Για­τί βλέ­που­με στα κτί­σμα­τα εικό­νες οι οποί­ες μας φανε­ρώ­νουν αμυ­δρά τις θεί­ες ανταύ­γειες όπως όταν λέμε ότι η αγία Τριά­δα, η υπε­ραρ­χία, εικο­νί­ζε­ται με τον ήλιο και το φως και τις ακτί­νες· ή με την πηγή που ανα­βλύ­ζει και με το νάμα που πηγά­ζει και με τη ροή ή με τον δικό μας νου και τον λόγο και το πνεύ­μα, ή μεν την τριαν­τα­φυλ­λιά, το τριαν­τά­φυλ­λο και την ευω­διά.

12. Εικό­να επί­σης λέγε­ται και εκεί­νη που σκια­γρα­φεί συμ­βο­λι­κά όσα θα γίνουν στο μέλ­λον[Εβρ. 10,1: «Σκιὰν γὰρ ἔχων ὁ νόμος τῶν μελ­λόν­των ἀγαθῶν, οὐκ αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγ­μά­των, κατ᾿ ἐνιαυτὸν ταῖς αὐταῖς θυσί­αις ἃς προ­σφέ­ρου­σιν εἰς τὸ διη­νε­κές, οὐδέπο­τε δύνα­ται τοὺς προ­σερ­χο­μέ­νους τελειῶσαι(:Πράγ­μα­τι οι θυσί­ες της Παλαιάς Δια­θή­κης ήταν ανε­παρ­κείς να προ­σφέ­ρουν άφε­ση· διό­τι ο μωσαϊ­κός νόμος παρεί­χε βέβαια κάποια αμυ­δρή σκιά των αγα­θών που επρό­κει­το να μας προ­σφέ­ρει ο Χρι­στός, δεν έδι­νε όμως σαφή και πλή­ρη εικό­να της ουρά­νιας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Και δεν μπο­ρεί ποτέ ο μωσαϊ­κός νόμος να οδη­γή­σει στην τελειό­τη­τα αυτούς που πλη­σιά­ζουν το θυσια­στή­ριο με τις ίδιες θυσί­ες που συνε­χώς κάθε χρό­νο προ­σφέ­ρουν οι ιερείς και αρχιε­ρείς του)» και Κολ. 2,17: «ἅ ἐστι σκιὰ τῶν μελ­λόν­των(:Αυτά είναι μια απλή σκιά της πραγ­μα­τι­κό­τη­τος που επρό­κει­το να έλθει στην Και­νή Δια­θή­κη. Και η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αυτή απ’ την οποία ριχνό­ταν η σκιά είναι ο Χρι­στός)»], όπως η κιβωτός[Έξ.25,9κ.ε.] και η ράβδος[Αριθμ.17,23–25: «Καὶ ἐγένε­το τῇ ἐπαύ­ριον καὶ εἰσῆλθε Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, καὶ ἰδοὺ ἐβλά­στη­σεν ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν εἰς οἶκον Λευὶ καὶ ἐξήνεγ­κε βλαστὸν καὶ ἐξήν­θη­σεν ἄνθη καὶ ἐβλά­στη­σε κάρυα. καὶ ἐξήνεγ­κε Μωυσῆς πάσας τὰς ῥάβδους ἀπὸ προ­σώ­που Κυρί­ου πρὸς πάν­τας υἱοὺς Ἰσρα­ήλ, καὶ εἶδον καὶ ἔλαβον ἕκαστος τὴν ῥάβδον αὐτοῦ. καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ἀπόθες τὴν ῥάβδον Ἀαρὼν ἐνώπιον τῶν μαρ­τυ­ρί­ων εἰς δια­τή­ρη­σιν, σημεῖον τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνηκό­ων, καὶ παυ­σά­σθω ὁ γογ­γυ­σμὸς αὐτῶν ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ οὐ μὴ ἀποθά­νω­σι(:Την επό­με­νη ημέ­ρα μπή­κε με ευλά­βεια ο Μωυ­σής και ο Ααρών στη Σκη­νή του Μαρ­τυ­ρί­ου. Και να: Όλα τα ραβδιά είχαν μεί­νει ξερά, εκτός από εκεί­νο του Ααρών, που είχε τοπο­θε­τη­θεί εξ ονό­μα­τος της φυλής Λευί· αυτό πέτα­ξε, μέσα σε λίγες ώρες, βλα­στά­ρι πρά­σι­νο και δρο­σε­ρό και το βλα­στά­ρι άνθι­σε και ορι­σμέ­να από τα άνθη έδε­σαν και παρου­σί­α­σαν ως καρ­πό καρύ­δια. Και ο Μωυ­σής έβγα­λε όλα τα ραβδιά έξω από την Κιβω­τό του Κυρί­ου και τα παρου­σί­α­σε σε όλο τον Ισραη­λι­τι­κό λαό και όλοι είδαν το θαύ­μα και έλα­βε ο καθέ­νας πάλι το ραβδί του. Ο Κύριος τότε είπε προς τον Μωυ­σή: “Φέρε και βάλε το ραβδί του Ααρών πάλι μπρο­στά στην κιβω­τό του Μαρ­τυ­ρί­ου, για να μένει εκεί φυλαγ­μέ­νο, ως σημά­δι στα παι­διά των ανυ­πό­τα­κτων και ανταρ­τών, που τιμω­ρή­θη­καν για την επα­νά­στα­σή τους· και ας στα­μα­τή­σουν τα παρά­πο­να εναν­τί­ον μου, για να μην πεθά­νουν και εξα­φα­νι­στούν όλοι τους”)»] και η στάμνα[Έξ.16,33–34: «Καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Ἀαρών· λάβε στά­μνον χρυ­σοῦν ἕνα καὶ ἔμβα­λε εἰς αὐτὸν πλῆρες τὸ γομὸρ τοῦ μὰν καὶ ἀποθή­σεις αὐτὸ ἐναν­τί­ον τοῦ Θεοῦ εἰς δια­τή­ρη­σιν εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν. ὃν τρό­πον συνέ­τα­ξε Κύριος τῷ Μωυσῇ, καὶ ἀπέθη­κεν Ἀαρὼν ἐναν­τί­ον τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου εἰς δια­τή­ρη­σιν(:Και είπε ο Μωυ­σής προς τον Ααρών: «Πάρε μία χρυ­σή στά­μνα και βάλε μέσα σε αυτήν ένα ολό­κλη­ρο γομόρ από το μάν­να και τοπο­θέ­τη­σέ την στον τόπο της λατρεί­ας, μπρο­στά στον Κύριο, για να δια­τη­ρη­θεί για τους απο­γό­νους σας». Σύμ­φω­να λοι­πόν προς την οδη­γία, που έδω­σε ο Κύριος στον Μωυ­σή, ο Ααρών τοπο­θέ­τη­σε κατό­πιν τη χρυ­σή στά­μνα με το μάν­να στην Κιβω­τό της Δια­θή­κης μέσα στη Σκη­νή του Μαρ­τυ­ρί­ου, για να δια­τη­ρεί­ται ως θείο κει­μή­λιο ως ανά­μνη­ση)»] συμ­βο­λί­ζουν την αγία Παρ­θέ­νο και Θεο­τό­κο, και όπως το φίδι[Αριθμ.21,8–9: «καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ποί­η­σον σεαυτῷ ὄφιν καὶ θὲς αὐτὸν ἐπὶ σημεί­ου, καὶ ἔσται ἐὰν δάκῃ ὄφις ἄνθρω­πον, πᾶς ὁ δεδηγ­μέ­νος ἰδὼν αὐτὸν ζήσε­ται. καὶ ἐποί­η­σε Μωυσῆς ὄφιν χαλ­κοῦν καὶ ἔστη­σεν αὐτὸν ἐπὶ σημεί­ου, καὶ ἐγένε­το ὅταν ἔδακνεν ὄφις ἄνθρω­πον, καὶ ἐπέβλε­ψεν ἐπὶ τὸν ὄφιν τὸν χαλ­κοῦν καὶ ἔζη(: Ο Κύριος λοι­πόν είπε προς τον Μωυ­σή: “Κατα­σκεύ­α­σε ένα χάλ­κι­νο φίδι, όμοιο προς εκεί­να που δαγ­κώ­νουν τον λαό, και κρέ­μα­σέ το ψηλά σε ένα πάσ­σα­λο, ώστε να φαί­νε­ται από όλα τα μέρη του στρα­το­πέ­δου. Θα γίνε­ται λοι­πόν το εξής: Εάν ένα φίδι δαγ­κώ­σει έναν άνθρω­πο, τότε εάν εκεί­νος που τον έχει δαγ­κώ­σει το φίδι σηκώ­σει το βλέμ­μα του και ρίξει βλέμ­μα μετά­νοιας και πίστε­ως στο χάλ­κι­νο φίδι, θα θερα­πεύ­ε­ται και δεν θα πεθά­νει”. O Μωυ­σής κατα­σκεύ­α­σε ένα χάλ­κι­νο φίδι και το κρέ­μα­σε ψηλά σε έναν πάσ­σα­λο. Όταν λοι­πόν κάποιο φαρ­μα­κε­ρό και θανα­τη­φό­ρο φίδι δάγ­κω­νε κάποιον άνθρω­πο και αυτός που τον είχε δαγ­κώ­σει το φίδι έστρε­φε το βλέμ­μα του με διά­θε­ση μετα­νοί­ας και πίστε­ως και κοί­τα­ζε το χάλ­κι­νο φίδι, δεν πέθαι­νε, αλλά θερα­πευό­ταν και ζού­σε)», και Ιω.3,14: «καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώ­που(:Άκου­σε τώρα και μιαν άλλη άγνω­στη και ψυχο­σω­τή­ρια αλή­θεια, που θα σου απο­κα­λύ­ψω: Όπως κάπο­τε ο Μωυ­σής στην έρη­μο κρέ­μα­σε ψηλά το χάλ­κι­νο φίδι για να σώζον­ται με αυτό οι Ισραη­λί­τες από τα θανα­τη­φό­ρα δαγ­κώ­μα­τα των φιδιών, έτσι σύμ­φω­να με το μυστη­ριώ­δες σχέ­διο του Θεού πρέ­πει να κρε­μα­σθεί ψηλά πάνω στον σταυ­ρό ο υιός του ανθρώ­που και να προ­σλά­βει έτσι το ομοί­ω­μα της αμαρ­τί­ας, χωρίς όμως να έχει καμία πραγ­μα­τι­κή σχέ­ση με αυτή)»] συμ­βο­λί­ζει εκεί­νον που με τον σταυ­ρό κατάρ­γη­σε το δάγ­κω­μα του αρχέ­κα­κου φιδιού, και η θάλασ­σα[Η Ερυ­θρά θάλασ­σα κατά την έξο­δο των Ισραη­λι­τών από την Αίγυ­πτο. Εξ. 14,15 έ.], το νερό και η νεφέλη[Έξ.14,19: «ἐξῇρε δὲ ὁ ἄγγε­λος τοῦ Θεοῦ ὁ προ­πο­ρευό­με­νος τῆς παρεμ­βολῆς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ἐπορεύ­θη ἐκ τῶν ὄπισθεν· ἐξῇρε δὲ καὶ ὁ στῦλος τῆς νεφέ­λης ἀπὸ προ­σώ­που αὐτῶν καὶ ἔστη ἐκ τῶν ὀπίσω αὐτῶν(: μετά από τα λόγια αυτά ο άγγε­λος, που εστά­λη από τον Θεό και προ­χω­ρού­σε επι­κε­φα­λής της στρα­τιάς των Εβραί­ων, μετα­κι­νή­θη­κε και ήλθε και στά­θη­κε πίσω από αυτούς· μετα­κι­νή­θη­κε επί­σης από εμπρός τους και η στή­λη της νεφέ­λης και στά­θη­κε και αυτή πίσω τους)»] το πνεύ­μα του βαπτίσματος[Α΄Κορ. 10,14: «Διό­περ, ἀγαπη­τοί μου, φεύ­γε­τε ἀπὸ τῆς εἰδωλο­λα­τρεί­ας(:Γι’ αυτό ακρι­βώς, αγα­πη­τοί μου, φεύ­γε­τε μακριά από την ειδω­λο­λα­τρία χωρίς να φοβη­θεί­τε γι’αυ­τό, μήπως σας δημιουρ­γη­θεί πει­ρα­σμός από τους ειδω­λο­λά­τρες)». Στον κανό­να και τους οίκους του Ακά­θι­στου ύμνου έχου­με αρι­στο­τε­χνι­κή ανα­φο­ρά στα γεγο­νό­τα που ανα­φέ­ρει εδώ ο Ιερός Δαμα­σκη­νός και στη σχέ­ση τους ως προ­ει­κο­νί­σε­ων των προ­σώ­πων και γεγο­νό­των της Και­νής Δια­θή­κης].

13. Ακό­μα, εικό­να λέγε­ται των γεγο­νό­των η μνή­μη ενός θαύ­μα­τος ή κάποιας τιμής ή αισχύ­νης ή αρε­τής ή κακί­ας, για τη μελ­λον­τι­κή ωφέ­λεια των θεα­τών, με σκο­πό να απο­φεύ­γου­με τα κακά και να μιμη­θού­με τις αρε­τές. Η εικό­να αυτή γίνε­ται με δύο τρό­πους, με τον λόγο που γρά­φε­ται στα βιβλία, όπως ο Θεός χάρα­ξε τον νόμο στις πλάκες[Έξ.34,28: «Καὶ ἦν ἐκεῖ Μωυσῆς ἐναν­τί­ον Κυρί­ου τεσ­σα­ρά­κον­τα ἡμέρας καὶ τεσ­σα­ρά­κον­τα νύκτας· ἄρτον οὐκ ἔφαγε καὶ ὕδωρ οὐκ ἔπιε· καὶ ἔγρα­ψεν ἐπὶ τῶν πλακῶν τὰ ῥήμα­τα ταῦτα τῆς δια­θή­κης, τοὺς δέκα λόγους(:και έμει­νε ο Μωυ­σής εκεί στην κορυ­φή του Σινά σαράν­τα μέρες και σαράν­τα νύκτες. Κατά το διά­στη­μα αυτό ούτε έφα­γε ψωμί, ούτε ήπιε νερό. Και έγρα­ψε ( ο Θεός) στις λίθι­νες πλά­κες τα λόγια αυτά της συμ­φω­νί­ας μετα­ξύ Θεού και Ισρα­ήλ, τις δέκα δηλα­δή εντο­λές)»], και έδω­σε εντο­λή να ανα­γρα­φούν οι βίοι των θεο­φι­λών ανδρών, και με αισθη­τή θέα, όπως έδω­σε εντο­λή να τοπο­θε­τη­θούν μέσα στην κιβω­τό η στά­μνα και η ράβδος για ανά­μνη­ση. Έτσι και εμείς τώρα παρι­στά­νου­με τις εικό­νες των γεγο­νό­των και τις αρε­τές. Ή εξα­φά­νι­σε λοι­πόν κάθε εικό­να και θέσπι­ζε νόμους αντί­θε­τους προς Εκεί­νον που πρό­στα­ξε να γίνον­ται οι εικό­νες, ή να δέχε­σαι κάθε εικό­να σύμ­φω­να με το λόγο και τον τρό­πο που ται­ριά­ζει στην καθε­μιά.

Αφού λοι­πόν ανα­φέ­ρα­με τους τρό­πους της εικό­νας, ας μιλή­σου­με και για την προ­σκύ­νη­ση.

14. Η προ­σκύ­νη­ση είναι σύμ­βο­λο ταπεί­νω­σης και τιμής. Αλλά και αυτής γνω­ρί­σα­με διά­φο­ρες μορ­φές· πρώ­τη τη λατρευ­τι­κή προ­σκύ­νη­ση που προ­σφέ­ρου­με μόνο στον κατά φύση προ­σκυ­νη­τό Θεό. Έπει­τα την προ­σκύ­νη­ση που, εξαι­τί­ας του κατά φύση προ­σκυ­νη­τού Θεού, προ­σφέ­ρου­με στους φίλους και τους λει­τουρ­γούς του, όπως ο Ιησούς του Ναυή στον αρχάγ­γε­λο Μιχαήλ[Ιησ. Ναυή 5,14: «ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ἐγὼ ἀρχι­στρά­τη­γος δυνά­με­ως Κυρί­ου νυνὶ παρα­γέ­γο­να. καὶ Ἰησοῦς ἔπεσεν ἐπὶ πρό­σω­πον ἐπὶ τὴν γῆν καὶ εἶπεν αὐτῷ· δέσπο­τα, τί προ­στάσ­σεις τῷ σῷ οἰκέτῃ; (: και εκεί­νος του απάν­τη­σε: “Όχι, δεν είμαι τίπο­τε από αυτά· εγώ είμαι αρχι­στρά­τη­γος της δυνά­με­ως του Κυρί­ου· έχω έλθει εδώ μόλις τώρα”. Και ο Ιησούς του Ναυή σε ένδει­ξη βαθύ­τα­του σεβα­σμού και λατρευ­τι­κής προ­σκυ­νή­σε­ως έπε­σε με το πρό­σω­πο στη γη και του είπε: “Δέσπο­τα, τι δια­τά­ζεις τον δού­λο σου;”)»] και ο Δανι­ήλ [Δαν.8,16–17: «καὶ ἤκου­σα φωνὴν ἀνδρὸς ἀναμέ­σον τοῦ Οὐβάλ, καὶ ἐκάλε­σε καὶ εἶπε· Γαβρι­ήλ, συνέ­τι­σον ἐκεῖνον τὴν ὅρασιν. καὶ ἦλθε καὶ ἔστη ἐχόμε­νος τῆς στά­σε­ώς μου, καὶ ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν ἐθαμ­βή­θην, καὶ πίπτω ἐπὶ πρό­σω­πόν μου, καὶ εἶπε πρός με· σύνες, υἱὲ ἀνθρώ­που· ἔτι γὰρ εἰς και­ροῦ πέρας ἡ ὅρασις(: Και άκου­σα τη φωνή ενός άντρα μετα­ξύ των οχθών του ποτα­μού Ουβάλ, η οποία φώνα­ξε και είπε: “Γαβρι­ήλ, ερμή­νευ­σε σε εκεί­νον το νόη­μα του ορά­μα­τος”. Και ήλθε‑ο αρχάγ­γε­λος Γαβρι­ήλ ‑και στά­θη­κε πλη­σί­ον μου· και όταν με πλη­σί­α­σε, κυριεύ­τη­κα από υπερ­βο­λι­κό θαυ­μα­σμό, μεγά­λη έκπλη­ξη και φόβο, και έπε­σα αμέ­σως κάτω με το πρό­σω­πο κατά γης. Εκεί­νος τότε μου είπε: “Υιέ ανθρώ­που, κατα­νόη­σε το εξής: Το όρα­μα που είδες δεν θα εκπλη­ρω­θεί προς το παρόν· το όρα­μα αυτό απο­κα­λύ­πτει το τέλος του καιρού‑ή: το όρα­μα αυτό ανα­φέ­ρε­ται στα έσχα­τα χρό­νια- κατά τον οποίο θα τελειώ­σει η βασι­λεία των θηρί­ων και θα ανα­λά­βουν πλέ­ον την εξου­σία οι άγιοι του Υψί­στου”)»] προ­σκύ­νη­σαν τον άγγε­λο, ή στους τόπους του Θεού, όπως λέγει ο Δαβίδ: «να προ­σκυ­νή­σου­με τον τόπο όπου στά­θη­καν τα πόδια Του»[ βλ.Ψαλμ.131,7: «Εἰσελευ­σό­με­θα εἰς τὰ σκη­νώ­μα­τα αὐτοῦ, προ­σκυ­νή­σο­μεν εἰς τὸν τόπον, οὗ ἔστη­σαν οἱ πόδες αὐτοῦ(: Τώρα όμως θα εισέλ­θου­με στα σκη­νώ­μα­τα του Θεού στη Σιών και θα προ­σκυ­νή­σου­με στον τόπο, όπου στά­θη­καν τα πόδια Του και όπου υπάρ­χει το υπο­πό­διο των ποδών Του, η ιερή κιβω­τός της δια­θή­κης)»], ή στα αφιε­ρώ­μα­τα του Θεού, όπως όλος ο Ισρα­ήλ προ­σκυ­νού­σε τη σκη­νή και τον ναό της Ιερου­σα­λήμ περι­κυ­κλώ­νον­τάς τον και πηγαί­νον­τας σ’ αυτόν για προ­σκύ­νη­ση από όλα τα μέρη ακό­μα και τώρα, ή στους άρχον­τες που ορί­στη­καν από αυτόν, όπως ο Ησαύ[Γέν.33,3: «Αὐτὸς δὲ προῆλθεν ἔμπρο­σθεν αὐτῶν καὶ προ­σε­κύ­νη­σεν ἐπὶ τὴν γῆν ἑπτά­κις ἕως τοῦ ἐγγί­σαι τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ(:Ο ίδιος λοι­πόν ο Ιακώβ προ­χώ­ρη­σε και μπή­κε μπρο­στά από όλους, ώστε ο πρώ­τος που θα συναν­τού­σε ο Ησαύ, να είναι αυτός· έτσι θα αντι­με­τώ­πι­ζε τον κίν­δυ­νο πρώ­τος ο Ιακώβ. Μόλις ο Ησαύ πλη­σί­α­σε, ο Ιακώβ προ­χώ­ρη­σε προς αυτόν ταπει­νά και μέχρις ότου φτά­σει κον­τά του, τον προ­σκύ­νη­σε ως μεγα­λύ­τε­ρο αδελ­φό με γονά­τι­σμα και σκύ­ψι­μο βαθύ μέχρι τη γη επτά φορές)»]ως μεγα­λύ­τε­ρο αδελ­φό του, που τον κατέ­στη­σε ο Θεός, και τον Φαραώ[Γέν.47,7: «Εἰσήγα­γε δὲ Ἰωσὴφ Ἰακὼβ τὸν πατέ­ρα αὐτοῦ καὶ ἔστη­σεν αὐτὸν ἐναν­τί­ον Φαραώ, καὶ ηὐλόγη­σεν Ἰακὼβ τὸν Φαραώ(:και έφε­ρε ο Ιωσήφ τον πατέ­ρα του, τον Ιακώβ, και τον παρου­σί­α­σε στον Φαραώ, και ο Ιακώβ ευλό­γη­σε τον Φαραώ)»].

Γνω­ρί­ζω και την τιμη­τι­κή προ­σκύ­νη­ση που απο­νέ­με­ται μετα­ξύ των ανθρώ­πων, όπως έκα­νε ο Αβρα­άμ στους γιους του Εμμώρ[Γέν.23,7–12: «Ἀναστὰς δὲ ῾Αβραὰμ προ­σεκύνησε τῷ λαῷ τῆς γῆς, τοῖς υἱοῖς τοῦ Χέτ, καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτοὺς ῾Αβραὰμ λέγων· εἰ ἔχετε τῇ ψυχῇ ὑμῶν, ὥστε θάψαι τὸν νεκρόν μου ἀπὸ προσώπου μου, ἀκούσατέ μου καὶ λαλήσατε περὶ ἐμοῦ ᾿Εφρὼν τῷ τοῦ Σαάρ, καὶ δότω μοι τὸ σπήλαιον τὸ διπλοῦν, ὅ ἐστιν αὐτῷ, τὸ ὂν ἐν μέρει τοῦ ἀγροῦ αὐτοῦ· ἀργυρίου τοῦ ἀξίου δότω μοι αὐτὸ ἐν ὑμῖν εἰς κτῆσιν μνη­μείου. ᾿Εφρὼν δὲ ἐκάθητο ἐν μέσῳ τῶν υἱῶν Χέτ· ἀποκρι­θεὶς δὲ ᾿Εφρὼν ὁ Χετ­ταῖος πρὸς ῾Αβραὰμ εἶπεν, ἀκουόντων τῶν υἱῶν Χὲτ καὶ τῶν εἰσπο­ρευομένων εἰς τὴν πόλιν πάντων, λέγων· παρ᾿ ἐμοὶ γενοῦ, κύριε, καὶ ἄκουσόν μου· τὸν ἀγρὸν καὶ τὸ σπήλαιον τὸ ἐν αὐτῷ σοὶ δίδωμι· ἐναντίον πάντων τῶν πολιτῶν μου δέδωκά σοι· θάψον τὸν νεκρόν σου· καὶ προ­σεκύνησεν ῾Αβραὰμ ἐναντίον τοῦ λαοῦ τῆς γῆς(: Όταν λοι­πόν ο Αβρα­άμ είδε την προ­θυ­μία τους, σηκώ­θη­κε και με ένα εδα­φιαίο προ­σκύ­νη­μα χαι­ρέ­τη­σε με ευγνω­μο­σύ­νη και σεβα­σμό τον λαό της Χανα­άν, τους Χετ­ταί­ους. Κατό­πιν τους μίλη­σε και τους είπε: Αφού έχε­τε πράγ­μα­τι την καλο­σύ­νη και την επι­θυ­μία να μου δώσε­τε την άδεια να θάψω τη νεκρή σύζυ­γό μου, τότε σας παρα­κα­λώ ακού­στε με και μεσι­τεύ­στε για λογα­ρια­σμό μου στον Εφρών, τον γιο του Σαάρ, και ζητή­στε από αυτόν να μου που­λή­σει το διπλό σπή­λαιο, το οποίο είναι στην άκρη του χωρα­φιού του. Ζητή­στε από τον Εφρών να μου το που­λή­σει στην πλή­ρη αξία του, τώρα, μπρο­στά σας, για να το απο­κτή­σω ως δικό μου και για να το κατέ­χω ως ιδιό­κτη­το τάφο». Ο Εφρών, από τον οποίο ο Αβρα­άμ ζητού­σε να αγο­ρά­σει το σπή­λαιο, βρι­σκό­ταν στην συνά­θροι­ση εκεί­νη των Χετ­ταί­ων. Όταν λοι­πόν άκου­σε τα λόγια του Αβρα­άμ, του απο­κρί­θη­κε μπρο­στά σε όλους τους Χετ­ταί­ους που ήσαν συγ­κεν­τρω­μέ­νοι στην είσο­δο της πόλε­ως, και σε όλους όσοι έμπαι­ναν στην πόλη και του είπε: Μάλι­στα, κύριε· έλα κον­τά μου και άκου­σέ με σε όσα θα σου πω· το χωρά­φι μου και το σπή­λαιο που υπάρ­χει σε αυτό, τα δίνω σε σένα· να σου τα έδω­σα ως δικά σου, παρου­σία όλων των συμ­πο­λι­τών μου· δέξου τα λοι­πόν και θάψε με όλη την ελευ­θε­ρία τον νεκρό σου».Ο Αβρα­άμ με εδα­φιαίο προ­σκύ­νη­μα χαι­ρέ­τι­σε με ευγνω­μο­σύ­νη και σεβα­σμό τον λαό της Χανα­άν, τους Χετ­ταί­ους)» και Πράξ.7,16: «Κατέ­βη δὲ Ἰακὼβ εἰς Αἴγυπτον καὶ ἐτελεύ­τη­σεν αὐτὸς καὶ οἱ πατέ­ρες ἡμῶν, καὶ μετε­τέ­θη­σαν εἰς Συμὲχ καὶ ἐτέθη­σαν ἐν τῷ μνή­μα­τι ᾧ ὠνήσα­το Ἀβραὰμ τιμῆς ἀργυ­ρί­ου παρὰ τῶν υἱῶν Ἐμμόρ τοῦ Συχέμ(:Κατέ­βη­κε λοι­πόν ο Ιακώβ στην Αίγυ­πτο, όπου και πέθα­νε και ο ίδιος και οι δώδε­κα πατριάρ­χες, οι προ­πά­το­ρές μας. Αργό­τε­ρα τα οστά τους μετα­φέρ­θη­καν στη Συχέμ και τοπο­θε­τή­θη­καν στο μνή­μα που είχε αγο­ρά­σει ο Αβρα­άμ από τους γιους του Εμμόρ, ο οποί­ος έμε­νε στη Συχέμ, πλη­ρώ­νον­τας το αντί­τι­μο σε αση­μέ­νια νομί­σμα­τα)»]. Ή απόρ­ρι­ψε λοι­πόν κάθε προ­σκύ­νη­ση, ή να τις δέχε­σαι όλες με τον οφει­λό­με­νο λόγο και τρό­πο.

15. Απάν­τη­σε λοι­πόν στην ερώ­τη­σή μου: Είναι ένας Θεός, ο Θεός; «Ναι», θα μου πεις, όπως νομί­ζω, ένας νομο­θέ­της». Τι λοι­πόν, νομο­θε­τεί τα αντί­θε­τα; Για­τί τα Χερου­βίμ δεν είναι βέβαια έξω από την κτί­ση. Για­τί λοι­πόν προ­στά­ζει να σκε­πά­ζουν το ιλα­στή­ριο [ιλα­στή­ριο ονο­μα­ζό­ταν το χρυ­σό κάλυμ­μα της Κιβω­τού] σκα­λι­στά χερου­βίμ κατα­σκευα­σμέ­να από χέρια ανθρώπων[:Έξ. 25,16–19: «Καὶ ποι­ή­σεις ἱλαστή­ριον ἐπίθε­μα χρυ­σί­ου καθα­ροῦ, δύο πήχε­ων καὶ ἡμίσους τὸ μῆκος καί πήχε­ως καὶ ἡμίσους τὸ πλά­τος. καὶ ποι­ή­σεις δύο Χερουβὶμ χρυ­σο­το­ρευτὰ καὶ ἐπιθή­σεις αὐτὰ ἐξ ἀμφο­τέ­ρων τῶν κλιτῶν τοῦ ἱλαστη­ρί­ου, ποι­η­θή­σον­ται Χεροὺβ εἷς ἐκ τοῦ κλί­τους τού­του καὶ Χεροὺβ εἷς ἐκ τοῦ κλί­τους τοῦ δευ­τέ­ρου τοῦ ἱλαστη­ρί­ου· καὶ ποι­ή­σεις τοὺς δύο Χερουβὶμ ἐπὶ τὰ δύο κλί­τη, ἔσον­ται οἱ Χερουβὶμ ἐκτεί­νον­τες τὰς πτέ­ρυ­γας ἐπάνω­θεν, συσκιά­ζον­τες ἐν ταῖς πτέ­ρυ­ξιν αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἱλαστη­ρί­ου, καὶ τὰ πρό­σω­πα αὐτῶν εἰς ἄλλη­λα· εἰς τὸ ἱλαστή­ριον ἔσον­ται τὰ πρό­σω­πα τῶν Χερου­βίμ (:Θα κατα­σκευά­σεις και το Ιλα­στή­ριο, το κάλυμ­μα δηλα­δή της Κιβω­τού, από χρυ­σά­φι καθα­ρό. Θα έχει μήκος δύο πήχεις και μισό και πλά­τος ένα πήχυ και μισό. Θα κατα­σκευά­σεις και δύο ομοιώ­μα­τα των Χερου­βίμ, σκα­λι­στά με χρυ­σά­φι και θα τα τοπο­θε­τή­σεις στα δύο άκρα του καλύμ­μα­τος της Κιβω­τού. Θα βρί­σκε­ται το ένα Χερούβ στη μία πλευ­ρά του καλύμ­μα­τος και το δεύ­τε­ρο Χερούβ στην απέ­ναν­τι πλευ­ρά. Και θα στε­ρε­ώ­σεις τα δύο Χερου­βίμ στις δύο πλευ­ρές του καλύμ­μα­τος. Θα είναι έτσι τοπο­θε­τη­μέ­να τα Χερου­βίμ, ώστε να απλώ­νουν τα φτε­ρά τους επά­νω από το κάλυμ­μα και να το σκιά­ζουν από όλα τα μέρη με τα φτε­ρά τους, συγ­χρό­νως δε το πρό­σω­πο του ενός θα είναι απέ­ναν­τι από το πρό­σω­πο του άλλου. Η όψη τους θα είναι γυρι­σμέ­νη προς τα κάτω, προς το Ιλα­στή­ριο)»]; Ή είναι φανε­ρό ότι είναι αδια­νόη­το να κάνου­με εικό­να του Θεού, επει­δή είναι απε­ρί­γρα­πτος και ασχη­μά­τι­στος, ή κάποιου άλλου ως θεού, για να μην προ­σκυ­νεί­ται η κτί­ση λατρευό­με­νη ως θεός; Ενώ την εικό­να των χερου­βίμ, που είναι περι­γρα­πτά και παρί­σταν­ται με δου­λο­πρέ­πεια στον θρό­νο του Θεού, προ­στά­ζει να την κάνου­με για να σκε­πά­ζει με δου­λο­πρέ­πεια το ιλα­στή­ριο· για­τί έπρε­πε η εικό­να των θεί­ων μυστη­ρί­ων να επι­σκιά­ζε­ται με την εικό­να των ουρά­νιων λει­τουρ­γών.

Τι λες πάλι για την κιβω­τό, τη στά­μνα, το ιλα­στή­ριο; Δεν είναι χει­ρο­ποί­η­τα; Δεν είναι έργα ανθρώ­πι­νων χεριών; Δεν είναι κατα­σκευα­σμέ­να από ευτε­λή, όπως λες εσύ, ύλη; Τι ήταν και η σκη­νή ολό­κλη­ρη; Δεν ήταν εικό­να; Δεν ήταν σκιά και προ­ει­κό­νι­ση; Λέει λοι­πόν ο θεί­ος από­στο­λος ανα­φε­ρό­με­νος στους ιερείς του μωσαϊ­κού νόμου: «Οἵτινες ὑποδείγ­μα­τι καὶ σκιᾷ λατρεύ­ου­σι τῶν ἐπου­ρα­νί­ων, καθὼς κεχρη­μά­τι­σται Μωϋσῆς μέλ­λων ἐπιτε­λεῖν τὴν σκη­νήν· ὅρα γάρ φησι, ποι­ή­σεις πάν­τα κατὰ τὸν τύπον τὸν δει­χθέν­τα σοι ἐν τῷ ὄρει(:Αυτοί όμως οι ιερείς προ­σφέ­ρουν λατρεία που απο­τε­λεί προ­τύ­πω­ση και σκιά των επου­ρα­νί­ων, της πνευ­μα­τι­κής δηλα­δή και αρχέ­τυ­πης λατρεί­ας που τελεί­ται στους ουρα­νούς, σύμ­φω­να με την εντο­λή που έδω­σε ο Θεός στον Μωυ­σή, όταν αυτός επρό­κει­το να κατα­σκευά­σει τη Σκη­νή του Μαρ­τυ­ρί­ου. Είπε τότε ο Θεός στον Μωυ­σή: “Πρό­σε­ξε να τα κάνεις όλα σύμ­φω­να με τον τύπο και το υπό­δειγ­μα που σου δόθη­κε πάνω στο όρος”)»[Εβρ. 8,5]. Όμως ο μωσαϊ­κός νόμος δεν ήταν εικό­να, αλλά ένα προ­σχέ­διο εικό­νας· λέει λοι­πόν ο ίδιος από­στο­λος ότι ο νόμος είναι η σκιά των μελ­λον­τι­κών αγα­θών και όχι η ίδια η εικό­να των πραγμάτων[Εβρ.10,1: «Σκιὰν γὰρ ἔχων ὁ νόμος τῶν μελ­λόν­των ἀγαθῶν, οὐκ αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγ­μά­των(:Πράγ­μα­τι οι θυσί­ες της Παλαιάς Δια­θή­κης ήταν ανε­παρ­κείς να προ­σφέ­ρουν άφε­ση· διό­τι ο νόμος παρεί­χε βέβαια κάποια αμυ­δρή σκιά των αγα­θών που επρό­κει­το να μας προ­σφέ­ρει ο Χρι­στός, δεν έδι­νε όμως σαφή και πλή­ρη εικό­να της ουρά­νιας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας)»].

Εάν λοι­πόν ο νόμος απα­γο­ρεύ­ει τις εικό­νες, ενώ ο ίδιος είναι ένα προ­σχέ­διο εικό­νας, τι θα πού­με; Αν η σκη­νή είναι σκιά και προ­τύ­πω­ση τύπου, πώς προ­στά­ζει ο νόμος να μη εικο­νο­γρα­φού­με; Αλλά δεν είναι έτσι τα πράγ­μα­τα, δεν είναι, αλλά υπάρ­χει οπωσ­δή­πο­τε και­ρός για το κάθε πράγ­μα [ βλ. Εκκλ.3,1: «Τοῖς πᾶσι χρό­νος καὶ καιρὸς τῷ παντὶ πράγ­μα­τι ὑπὸ τὸν οὐρανόν(: Για όλα όσα γίνον­ται στη γη, υπάρ­χει ορι­σμέ­νη χρο­νι­κή περί­ο­δος και για καθε­τί, που εκτε­λεί­ται κάτω από τον ουρα­νό, πρέ­πει να δοθεί η κατάλ­λη­λη ευκαι­ρία)»]

16. Στα παλιά χρό­νια ο Θεός, ο ασώ­μα­τος και ασχη­μά­τι­στος, δεν εικο­νι­ζό­ταν καθό­λου. Τώρα όμως, επει­δή ο Θεός φανε­ρώ­θη­κε με σάρ­κα και επι­κοι­νώ­νη­σε με τους ανθρώ­πους, απει­κο­νί­ζω το ορα­τό του Θεού. Δεν προ­σκυ­νώ την ύλη, προ­σκυ­νώ όμως τον Δημιουρ­γό της ύλης, Αυτόν που έγι­νε ύλη για μένα και κατα­δέ­χτη­κε να κατοι­κή­σει μέσα στην ύλη και πραγ­μα­το­ποί­η­σε τη σωτη­ρία μου μέσω της ύλης, και δεν θα παύ­σω να σέβο­μαι την ύλη, με την οποία πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε η σωτη­ρία μου. Τη σέβο­μαι όμως όχι ως θεό- μακριά μια τέτοια βλα­σφη­μία· πώς άλλω­στε θα μπο­ρού­σε, αυτό που δημιουρ­γή­θη­κε εκ του μηδε­νός, να είναι θεός; Αν και το σώμα του Θεού είναι θεός, αφού, με την υπο­στα­τι­κή ένω­ση, έγι­νε αμε­τά­βλη­τα ό,τι ακρι­βώς είναι και αυτό που το έχρι­σε, αλλά και παρέ­μει­νε αυτό που ήταν κατά τη φύση του, σάρ­κα εμψυ­χω­μέ­νη με ψυχή λογι­κή και νοε­ρή, η οποία έλα­βε αρχή, και δεν είναι άκτι­στη.

Αλλά και την υπό­λοι­πη ύλη, με την οποία συν­τε­λέ­σθη­κε η σωτη­ρία μου, τη σέβο­μαι και την υπο­λή­πτο­μαι, ως φορέα θεί­ας ενέρ­γειας και χάρι­τος. Ή μήπως δεν είναι ύλη το ξύλο του σταυ­ρού το τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νο και τρι­σμα­κά­ρι­στο; Ή μήπως δεν είναι ύλη το σεβά­σμιο και άγιο όρος, ο τόπος του Γολ­γο­θά; Ή μήπως δεν είναι ύλη η ζωο­δό­τρια και ζωο­γό­νος πέτρα, ο Άγιος Τάφος, η πηγή της ανα­στά­σε­ώς μας; Ή δεν είναι ύλη το μελά­νι και τα πανά­για βιβλία των ευαγ­γε­λί­ων; Ή δεν είναι ύλη η ζωο­γό­νος τρά­πε­ζα, που μας χορη­γεί τον άρτο της ζωής; Ή δεν είναι ύλη το χρυ­σά­φι και το ασή­μι, από τα οποία κατα­σκευά­ζον­ται σταυ­ροί και πίνα­κες και αγγεία; Ή μήπως πριν από όλα αυτά το σώμα και το αίμα του Κυρί­ου μου; Ή κατάρ­γη­σε λοι­πόν τον σεβα­σμό και την προ­σκύ­νη­ση όλων αυτών, ή υπο­τά­ξου στην εκκλη­σια­στι­κή παρά­δο­ση και στην προ­σκύ­νη­ση των εικό­νων του Θεού και των φίλων Του, οι οποί­οι αγιά­ζον­ται με το όνο­μα του Θεού και εξαι­τί­ας αυτού επι­σκιά­ζον­ται με τη χάρη του θεί­ου Πνεύ­μα­τος.

Μην κατη­γο­ρείς την ύλη· δεν είναι άξια περι­φρο­νή­σε­ως. Για­τί τίπο­τε από όσα έγι­ναν από τον Θεό δεν είναι άξιο περι­φρο­νή­σε­ως· αυτό είναι δοξα­σία των Μανι­χαί­ων. Άτι­μο είναι μόνο ό,τι δεν προ­ήλ­θε από τον Θεό, αλλά είναι δική μας εφεύ­ρε­ση, που οφεί­λε­ται στην αυτε­ξού­σια παρέκ­κλι­ση και ροπή του θελή­μα­τός μας από το κατά φύση στο παρά φύση, δηλα­δή η αμαρ­τία. Εάν εξαι­τί­ας του νόμου ατι­μά­ζεις τις εικό­νες και τις απα­γο­ρεύ­εις, επει­δή είναι κατα­σκευα­σμέ­νες από ύλη, πρό­σε­ξε τι λέει η Γρα­φή: «Και μίλη­σε ο Κύριος στον Μωυ­σή και είπε: “Να, κάλε­σα ονο­μα­στι­κά τον Βεσε­λε­ήλ, τον γιο του Ορεί, που είναι γιος του Ωρ, από τη φυλή του Ιού­δα. Και τον γέμι­σα με θείο πνεύ­μα σοφί­ας, σύνε­σης και γνώ­σης, ώστε σε κάθε έργο να σκέ­πτε­ται και να αρχι­τε­κτο­νεί και να επε­ξερ­γά­ζε­ται το χρυ­σά­φι και το ασή­μι και τον χαλ­κό και τα διά­φο­ρα είδη χρω­μά­των, το γαλά­ζιο, το βαθύ κόκ­κι­νο και το κόκ­κι­νο το γνε­σμέ­νο και το βυσ­σι­νί το κλω­σμέ­νο και τα λαξευ­μέ­να λιθά­ρια και τις ξύλι­νες κατα­σκευές και να κάνει όλα τα έργα· εγώ λοι­πόν έδω­σα αυτόν και τον Ελιάβ, το γιο του Αχι­σα­μάχ από τη φυλή του Δαν· σε κάθε συνε­τό στην καρ­διά εγώ έδω­σα την ικα­νό­τη­τα να κάνουν όλα όσα σε πρό­στα­ξα να κάνεις”»[Έξ.31,1–6].

Και πάλι· είπε ο Μωυ­σής σ’ όλη τη συνά­θροι­ση των Ισραη­λι­τών ακού­στε τα λόγια που διέ­τα­ξε ο Κύριος λέγον­τας· συγ­κεν­τρώ­στε από τα υπάρ­χον­τα σας και προ­σφέ­ρε­τε τα στον Κύριο. Καθέ­νας με πρό­θυ­μη την καρ­διά προ­σφέ­ρε­τε τις προ­σφο­ρές σας στον Κύριο, χρυ­σά­φι, ασή­μι, χαλ­κό, υφά­σμα­τα γαλά­ζια και πορ­φυ­ρέ­νια, κόκ­κι­να δίμι­τα και βυσ­σι­νιά κλω­σμέ­να και μαλ­λιά κατσι­κιών και δέρ­μα­τα κρια­ριών βαμ­μέ­να κόκ­κι­να και δέρ­μα­τα γαλά­ζια και ξύλα που δεν σαπί­ζουν και λάδι για το χρί­σμα και θυμί­α­μα για την αρμο­νι­κή συνέ­νω­ση και πετρά­δια από σάρ­διο και πετρά­δια πολύ­τι­μα για την επω­μί­δα και τον ποδή­ρη χιτώ­να. Και κάθε ικα­νός από σας να έρθει και να εργα­σθεί για όλα αυτά που διέ­τα­ξε ο Κύριος να γίνουν, δηλα­δή τη σκη­νή «Καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς πᾶσαν συνα­γωγὴν υἱῶν Ἰσραὴλ λέγων· τοῦτο τὸ ῥῆμα, ὃ συνέ­τα­ξε Κύριος λέγων· λάβε­τε παρ᾿ ὑμῶν αὐτῶν ἀφαί­ρε­μα Κυρίῳ· πᾶς ὁ κατα­δε­χό­με­νος τῇ καρ­δίᾳ οἴσου­σι τὰς ἀπαρχὰς Κυρίῳ, χρυ­σί­ον, ἀργύ­ριον, χαλ­κόν, ὑάκιν­θον, πορ­φύ­ραν, κόκ­κι­νον διπλοῦν δια­νε­νη­σμέ­νον καὶ βύσ­σον κεκλω­σμέ­νην καὶ τρί­χας αἰγεί­ας, καὶ δέρ­μα­τα κριῶν ἠρυθρο­δα­νω­μέ­να καὶ δέρ­μα­τα ὑακίν­θι­να καὶ ξύλα ἄσηπτα. καὶ λίθους σαρ­δί­ου καὶ λίθους εἰς τὴν γλυφὴν εἰς τὴν ἐπωμί­δα καὶ τὸν ποδή­ρη. καὶ πᾶς σοφὸς τῇ καρ­δίᾳ ἐν ὑμῖν ἐλθὼν ἐργα­ζέ­σθω πάν­τα, ὅσα συνέ­τα­ξε Κύριος· τὴν σκηνὴν καὶ τὰ παρα­ρύ­μα­τα καὶ τὰ κατα­κα­λύμ­μα­τα καὶ τά δια­τό­νια καὶ τοὺς μοχλοὺς καὶ τοὺς στύ­λους, καὶ τὴν κιβωτὸν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου καὶ τοὺς ἀναφο­ρεῖς αὐτῆς καὶ τὸ ἱλαστή­ριον αὐτῆς καὶ τὸ κατα­πέ­τα­σμα(: Kaι είπε ο Μωυ­σής προς όλη τη συνά­θροι­ση των Ισραη­λι­τών τα εξής: Αυτή είναι η εντο­λή που διέ­τα­ξε ο Κύριος και μου είπε: Να ξεχω­ρί­σε­τε και να μαζέ­ψε­τε μετα­ξύ σας προ­σφο­ρές και αφιε­ρώ­μα­τα για τον Κύριο. Οποιοσ­δή­πο­τε επι­θυ­μεί από όλη την καρ­διά του, ας προ­σφέ­ρει τα πρώ­τα και τα καλύ­τε­ρα από τα αγα­θά του στον Κύριο· χρυ­σά­φι, ασή­μι, χαλ­κό, νήμα­τα πορ­φύ­ρας με χρώ­μα γαλά­ζιο και ξαν­θο­κόκ­κι­νο και διπλο­βαμ­μέ­νο βαθύ κόκ­κι­νο, καθώς και γνε­σμέ­να λευ­κά νήμα­τα βύσ­σου και τρί­χες από κατσί­κι· και δέρ­μα­τα από κριά­ρια βαμ­μέ­να με ερυ­θρό­δα­νο και δέρ­μα­τα με γαλά­ζιο χρώ­μα και ξύλα, που δεν σαπί­ζουν· και πολύ­τι­μα πετρά­δια σαρ­δί­ου, καθώς και άλλα πετρά­δια για να σκα­λι­στούν και να τοπο­θε­τη­θούν στην Επω­μί­δα και τον Ποδή­ρη Χιτώ­να, που θα φορεί ο Ααρών και ο κάθε αρχιε­ρέ­ας στη συνέ­χεια μετά από αυτόν. Ας έλθει και κάθε σοφός και επι­δέ­ξιος τεχνί­της, που υπάρ­χει μετα­ξύ σας και ας κατα­σκευά­σει όλα όσα παρήγ­γει­λε ο Κύριος. Τη Σκη­νή, δηλα­δή, τα εσω­τε­ρι­κά και εξω­τε­ρι­κά καλύμ­μα­τά της, τους κρί­κους, και τα ορι­ζόν­τια κον­τά­ρια και τους κατα­κό­ρυ­φους στύ­λους και την Κιβω­τό της Δια­θή­κης, που θα περιέ­χει τα «μαρ­τύ­ρια» και τα κον­τά­ρια για τη μετα­φο­ρά της και το Ιλα­στή­ριο επί­θε­μα και το Κατα­πέ­τα­σμα, που θα χωρί­ζει σε δύο τη Σκη­νή και θα προ­στα­τεύ­ει την Κιβω­τό)» [Έξ.35,4–11] και τα λοι­πά.

Και ύστε­ρα από άλλα: «καὶ ἐποί­η­σαν ἀμφο­τέ­ρους τοὺς λίθους τῆς σμα­ρά­γδου συμ­πε­πορ­πη­μέ­νους καὶ περι­σε­σια­λω­μέ­νους χρυ­σίῳ, γεγλυμ­μέ­νους καὶ ἐκκε­κο­λαμ­μέ­νους ἐγκό­λαμ­μα σφραγῖδος ἐκ τῶν ὀνομά­των τῶν υἱῶν Ἰσρα­ήλ(:κατα­σκεύ­α­σαν και τα δύο πετρά­δια από σμα­ρά­γδι έτσι, ώστε να κουμ­πώ­νουν με πόρ­πη και να δένον­ται ολό­γυ­ρα με χρυ­σά­φι. Ήσαν δε τα πετρά­δια σκα­λι­στά και χαραγ­μέ­να, όπως χαράσ­σον­ται οι σφρα­γί­δες, με τα ονό­μα­τα των υιών του Ιακώβ)»[Έξ.36,13]· και πάλι: «καὶ οἱ λίθοι ἦσαν ἐκ τῶν ὀνομά­των τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ δώδε­κα ἐκ τῶν ὀνομά­των αὐτῶν, ἐγγε­γλυμ­μέ­να εἰς σφραγῖδας, ἕκαστος ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ ὀνόμα­τος, εἰς τὰς δώδε­κα φυλάς(:αυτά λοι­πόν τα πολύ­τι­μα πετρά­δια, που αντι­στοι­χού­σαν στα ονό­μα­τα των υιών του Ιακώβ, ήταν δώδε­κα, όσα και τα ονό­μα­τά τους, το καθέ­να από τα οποία είχε χαραγ­μέ­να ανά­γλυ­φα σαν σφρα­γί­δες, και το κάθε πετρά­δι έφε­ρε το όνο­μα μιας από τις δώδε­κα φυλές του Ισρα­ήλ)»[Έξ.36,21]· και πάλι: «καὶ ἐποί­η­σαν τὸ κατα­πέ­τα­σμα ἐξ ὑακίν­θου καὶ πορ­φύ­ρας καὶ κοκ­κί­νου νενη­σμέ­νου καὶ βύσ­σου κεκλω­σμέ­νης, ἔργον ὑφάν­του Χερου­βίμ(:Και έφτια­ξαν το Κατα­πέ­τα­σμα, που θα χώρι­ζε σε δύο μέρη το εσω­τε­ρι­κό της Σκη­νής, από γνε­σμέ­να νήμα­τα με χρώ­μα γαλά­ζιο, ξαν­θο­κόκ­κι­νο και βαθύ κόκ­κι­νο, καθώς και από γνε­σμέ­να λευ­κά νήμα­τα βύσ­σου. Ήταν έργο επι­δέ­ξιου υφαν­τού και είχε επά­νω του μορ­φές Χερου­βίμ)»[Έξ.37,3· το «κατα­πέ­τα­σμα» ήταν το παρα­πέ­τα­σμα που χώρι­ζε τα άγια από τα άγια των άγιων]· και πάλι: «καὶ ἐποί­η­σε τὸ ἱλαστή­ριον ἐπάνω­θεν τῆς κιβω­τοῦ ἐκ χρυ­σί­ου καθα­ροῦ καὶ τοὺς δύο Χερου­βὶμ χρυ­σοῦς (: και έφτια­ξε από καθα­ρό χρυ­σά­φι και το κάλυμ­μα, που σκέ­πα­ζε από επά­νω την Κιβω­τό και λεγό­ταν “ιλα­στή­ριον”. Έκα­νε και έβα­λε επά­νω στο κάλυμ­μα αυτό και δύο Χερου­βίμ από χρυ­σά­φι)»[Έξ.38,5].

17. Να λοι­πόν που η ύλη είναι σεβα­στή και σεις τη θεω­ρεί­τε άτι­μη. Πράγ­μα­τι τι είναι ευτε­λέ­στε­ρο από το κατσι­κί­σιο μαλ­λί και τα χρώ­μα­τα; Μήπως δεν είναι χρώ­μα­τα το κόκ­κι­νο και το πορ­φυ­ρέ­νιο και το γαλά­ζιο; Να και ομοί­ω­μα των χερου­βίμ. Πώς λοι­πόν ισχυ­ρί­ζε­σαι ότι εξαι­τί­ας του νόμου απα­γο­ρεύ­εις αυτό που ο νόμος πρό­στα­ξε να κάνου­με; Αν εξαι­τί­ας του νόμου απα­γο­ρεύ­εις τις εικό­νες, και­ρός είναι να τηρείς την αργία του Σαβ­βά­του και να περι­τέ­μνε­σαι, για­τί αυτά ο μωσαϊ­κός νόμος τα επι­βάλ­λει ανυ­πο­χώ­ρη­τα. Αλλά γνω­ρί­ζε­τε ότι «ἐὰν περι­τέ­μνη­σθε, Χριστὸς ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελή­σει. μαρ­τύ­ρο­μαι δὲ πάλιν παντὶ ἀνθρώπῳ περι­τε­μνο­μένῳ ὅτι ὀφει­λέ­της ἐστὶν ὅλον τὸν νόμον ποιῆσαι. κατηρ­γή­θη­τε ἀπὸ τοῦ Χρι­στοῦ οἵτινες ἐν νόμῳ δικαιοῦσθε, τῆς χάρι­τος ἐξεπέ­σα­τε(:Να, εγώ ο Παύ­λος, ο από­στο­λος που εκλέ­χθη­κα κατευ­θεί­αν από τον Χρι­στό, σας το λέω: Εάν περι­τέ­μνε­σθε, ο Χρι­στός δεν θα σας ωφε­λή­σει σε τίπο­τε. Δίνω και πάλι βεβαί­ω­ση ενώ­πιον του Θεού σε κάθε άνθρω­πο που περι­τέ­μνε­ται, ότι έχει την υπο­χρέ­ω­ση να τηρεί όλο τον νόμο, αφού με την περι­το­μή που κάνει, προ­τι­μά τη δικαί­ω­ση μέσω του νόμου από τη δικαί­ω­ση που δίνει ο Χρι­στός. Εσείς λοι­πόν που προ­σπα­θεί­τε να δικαιω­θεί­τε με το νόμο, απο­ξε­νω­θή­κα­τε από τον Χρι­στό. Έχε­τε χάσει τη χάρη του Θεού και δεν μοιά­ζε­τε πλέ­ον με μας)»[:Γαλ.5,2–4].

Δεν έβλε­πε τον Θεό ο παλαιός Ισρα­ήλ, ενώ εμείς με ακά­λυ­πτο το πρό­σω­πο καθρε­πτι­ζό­μα­στε τη δόξα του Κυρί­ου [: «ἡμεῖς δὲ πάν­τες ἀνακε­κα­λυμ­μένῳ προ­σώπῳ τὴν δόξαν Κυρί­ου κατο­πτρι­ζό­με­νοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μετα­μορ­φού­με­θα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθά­περ ἀπὸ Κυρί­ου Πνεύ­μα­τος(:Και όλοι εμείς με ξέσκε­πο το πρό­σω­πο του εσω­τε­ρι­κού μας ανθρώ­που, σαν καθρέ­φτες πνευ­μα­τι­κοί δεχό­μα­στε και αντα­να­κλού­με τη δόξα του Κυρί­ου. Κι έτσι μετα­μορ­φω­νό­μα­στε και παίρ­νου­με την ίδια ένδο­ξη εικό­να του Κυρί­ου. Και προ­ο­δεύ­ου­με από ένα βαθ­μό δόξας σε άλλο ανώ­τε­ρο βαθ­μό, όπως είναι επό­με­νο να προ­ο­δεύ­ει ο άνθρω­πος που φωτί­ζε­ται από το Άγιο Πνεύ­μα, το οποίο είναι ο Κύριος)»:Β΄Κορ.3,18]. Και αισθη­τά παρι­στά­νου­με παν­τού τον χαρα­κτή­ρα Του, εννοώ του σαρ­κω­θέν­τος Θεού Λόγου, και αγιά­ζου­με την πρώ­τη από τις αισθή­σεις (για­τί πρώ­τη αίσθη­ση είναι η όρα­ση), όπως και με τους λόγους την ακοή· για­τί η εικό­να είναι υπό­μνη­μα. Και ό,τι ακρι­βώς είναι το βιβλίο για όσους ξέρουν γράμ­μα­τα, το ίδιο είναι για τους αγράμ­μα­τους η εικό­να· και ό,τι είναι για την ακοή ο λόγος, το ίδιο είναι για την όρα­ση η εικό­να, αλλά με νοη­τό τρό­πο ενω­νό­μα­στε με Αυτόν.

Γι’ αυτό πρό­στα­ξε ο Θεός να κατα­σκευα­σθεί κιβω­τός από ξύλα άση­πτα και να τη χρυ­σώ­σουν ολό­κλη­ρη μέσα και έξω και να τοπο­θε­τή­σουν σε αυτή τις πλά­κες, τη ράβδο, τη χρυ­σή στά­μνα με το μάν­να, για να θυμί­ζει αυτά που έγι­ναν και να προ­τυ­πώ­νει όσα θα γίνουν. Και ποιος δεν θα τις ονο­μά­σει αυτές τις εικό­νες και ολο­φά­νε­ρους κήρυ­κες; Και αυτά δεν βρί­σκον­ταν στα πλά­για της σκη­νής, αλλά μπρο­στά σε όλο τον λαό, και βλέ­πον­τάς τα, πρό­σφερ­ναν την προ­σκύ­νη­ση και τη λατρεία στον Θεό που ενήρ­γη­σε μέσω αυτών. Είναι φανε­ρό ότι δεν λάτρευαν αυτά, αλλά μέσω αυτών οδη­γούν­ταν στην ανά­μνη­ση των θαυ­μά­των και απέ­δι­δαν την προ­σκύ­νη­ση στον θαυ­μα­τουρ­γό Θεό. Για­τί ήταν εικό­νες που υπήρ­χαν για υπό­μνη­ση, τιμώ­με­νες όχι ως θεοί, αλλά ως μέσα που οδη­γούν στην ανά­μνη­ση των θεί­ων ενερ­γειών.

18. Και δώδε­κα λίθους πρό­στα­ξε ο Θεός να πάρουν από τον Ιορ­δά­νη και λέει και για ποιον λόγο. Για­τί λέει: «Σύν­τα­ξον αὐτοῖς λέγων· ἀνέ­λε­σθε ἐκ μέσου Ἰορ­δά­νου ἑτοί­μους δώδε­κα λίθους καὶ τού­τους δια­κο­μί­σαν­τες ἅμα ὑμῖν αὐτοῖς, θέτε αὐτοὺς ἐν τῇ στρα­το­πε­δείᾳ ὑμῶν, οὗ ἐὰν παρεμ­βά­λη­τε ἐκεῖ τὴν νύκτα. καὶ ἀνα­κα­λε­σά­με­νος Ἰησοῦς δώδε­κα ἄνδρας τῶν ἐνδό­ξων ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσρα­ήλ, ἕνα ἀφ᾿ ἑκά­στης φυλῆς, εἶπεν αὐτοῖς· προ­σα­γά­γε­τε ἔμπρο­σθέν μου πρὸ προ­σώ­που Κυρί­ου εἰς μέσον τοῦ Ἰορδά­νου, καὶ ἀνελό­με­νος ἐκεῖθεν ἕκαστος λίθον ἀράτω ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτοῦ κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν δώδε­κα φυλῶν τοῦ Ἰσρα­ήλ, ἵνα ὑπάρ­χω­σιν ὑμῖν οὗτοι εἰς σημεῖον κεί­με­νον δια­παν­τός, ἵνα ὅταν ἐρωτᾷ σε ὁ υἱός σου αὔριον λέγων, τί εἰσιν οἱ λίθοι οὗτοι ἡμῖν; καὶ σὺ δηλώ­σεις τῷ υἱῷ σου λέγων· ὅτι ἐξέλι­πεν ὁ Ἰορδά­νης ποταμὸς ἀπὸ προ­σώ­που κιβω­τοῦ δια­θή­κης Κυρί­ου πάσης τῆς γῆς, ὡς διέ­βαι­νεν αὐτόν· καὶ ἔσον­ται οἱ λίθοι οὗτοι ὑμῖν μνη­μό­συ­νον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ἕως τοῦ αἰῶνος. καὶ ἐποί­η­σαν οὕτως οἱ υἱοὶ Ἰσρα­ήλ, καθό­τι ἐνετεί­λα­το Κύριος τῷ Ἰησοῖ, καὶ ἀναλα­βόν­τες δώδε­κα λίθους ἐκ μέσου τοῦ Ἰορδά­νου, καθά­περ συνέ­τα­ξε Κύριος τῷ Ἰησοῖ ἐν τῇ συν­τε­λείᾳ τῆς δια­βά­σε­ως τῶν υἱῶν Ἰσρα­ήλ, καὶ διε­κό­μι­σαν ἅμα ἑαυτοῖς εἰς τὴν παρεμ­βολὴν καὶ ἀπέθη­καν ἐκεῖ(:Διά­τα­ξέ τους ως εξής: “Βγά­λε­τε από το μέσο της κοί­της του Ιορ­δά­νη, από εκεί που στέ­κον­ταν οι ιερείς με την Κιβω­τό, δώδε­κα στε­ρε­ούς και ομα­λούς λίθους και μετα­φέ­ρε­τέ τους μαζί σας έξω από τον ποτα­μό και τοπο­θε­τή­σε­τέ τους στο στρα­τό­πε­δό σας, εκεί όπου θα κατα­σκη­νώ­σε­τε τη νύκτα”. Και ο Ιησούς του Ναυή, αφού κάλε­σε δώδε­κα άντρες από τους επι­σή­μους του Ισραη­λι­τι­κού λαού, έναν από κάθε φυλή, είπε προς αυτούς: “Περά­στε-προ­χω­ρή­στε-από εμπρός μου και εμπρός από την Κιβω­τό του Κυρί­ου και πηγαί­νε­τε στο μέσο της κοί­της του Ιορ­δά­νη, και πάρε­τε από εκεί ο καθέ­νας σας από μία πέτρα στους ώμους του, κατά τον αριθ­μό των δώδε­κα φυλών του Ισρα­ήλ, για να υπάρ­χουν οι δώδε­κα αυτές πέτρες ως παν­το­τι­νό ανα­μνη­στι­κό μνη­μείο, ώστε, όταν θα σας ρωτούν αργό­τε­ρα τα τέκνα σας: Εσείς θα απαν­τά­τε στα παι­διά σας με την ακό­λου­θη απάν­τη­ση: “Οι δώδε­κα αυτοί λίθοι δηλώ­νουν και μαρ­τυ­ρούν ότι ο ποτα­μός Ιορ­δά­νης στα­μά­τη­σε να τρέ­χει και ξερά­θη­κε, όταν βρέ­θη­κε εμπρός στην Κιβω­τό της Δια­θή­κης του Κυρί­ου όλης της γης, όταν η Κιβω­τός περ­νού­σε τον ποτα­μό. Και οι δώδε­κα αυτοί λίθοι θα είναι παν­το­τι­νό ανα­μνη­στι­κό μνη­μείο για τους Ισραη­λί­τες”. Και οι Ισραη­λί­τες έκα­ναν έτσι, όπως διέ­τα­ξε ο Κύριος, τον Ιησού του Ναυή. Αφού δηλα­δή πήραν δώδε­κα λίθους από το μέσο της κοί­της του Ιορ­δά­νη, όπως διέ­τα­ξε ο Κύριος τον Ιησού μετά τη διά­βα­ση των Ισραη­λι­τών από τον ποτα­μό, τους μετέ­φε­ραν μαζί τους στο στρα­τό­πε­δο και τους έθε­σαν εκεί)» [Ιησ. Ναυή 4,3–8].

Πώς λοι­πόν εμείς να μην εικο­νο­γρα­φή­σου­με τα σωτή­ρια πάθη και τα θαύ­μα­τα του Χρι­στού του Θεού μας, ώστε, όταν με ρωτά­ει ο γιος μου, τι είναι αυτό, να του λέω ότι ο Θεός Λόγος έγι­νε άνθρω­πος και μέσω Αυτού δεν πέρα­σε μόνο ο Ισρα­ήλ τον Ιορ­δά­νη, αλλά ολό­κλη­ρη η φύση επα­νήλ­θε στην αρχαία μακα­ριό­τη­τα, και με Αυτόν η ανθρώ­πι­νη φύση από τα πιο χαμη­λά της γης ανέ­βη­κε πιο πάνω από κάθε εξου­σία και κάθι­σε στον ίδιο τον πατρι­κό θρό­νο.

19. «Ναι, εντά­ξει», λέει ίσως κάποιος, «κάνε το εικό­νι­σμα του Χρι­στού και αρκέ­σου σε αυτό, ή και το εικό­νι­σμα της μητέ­ρας Του, της Θεο­τό­κου». Πόσο μεγά­λη ατο­πία! Απε­ρί­φρα­στα ομο­λό­γη­σες τον εαυ­τό σου εχθρό των αγί­ων για­τί, αν κάνεις εικό­να του Χρι­στού, κατά κανέ­να τρό­πο όμως των αγί­ων, είναι φανε­ρό ότι δεν απα­γο­ρεύ­εις την εικό­να, αλλά την τιμή των αγί­ων, πράγ­μα που κανείς στους αιώ­νες δεν τόλ­μη­σε να κάνει ή δεν προ­σπά­θη­σε να κάνει παρό­μοιο εγχεί­ρη­μα.

Για­τί κάνεις την εικό­να του Χρι­στού, επει­δή είναι δοξα­σμέ­νος, απορ­ρί­πτεις όμως με βδε­λυγ­μία την εξει­κό­νι­ση των αγί­ων επει­δή είναι αδό­ξα­στοι, και επι­χει­ρείς να απο­δεί­ξεις ψεύ­τι­κη την αλή­θεια. Για­τί λέει ο Κύριος: «Τοὺς δοξά­ζον­τάς με δοξά­σω, καὶ ὁ ἐξου­θενῶν με ἀτιμα­σθή­σε­ται (: Αυτούς που με τιμούν και δοξά­ζουν, θα τους δοξά­σω και Εγώ· εκεί­νον όμως που με περι­φρο­νεί, θα τον αφή­σω να περι­φρο­νη­θεί και να ατι­μα­στεί)»[Α΄Βασ.2,30], και ο θειος από­στο­λος: «ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ᾿ υἱός· εἰ δὲ υἱός, καὶ κλη­ρο­νό­μος Θεοῦ διὰ Χρι­στοῦ(: Άρα λοι­πόν, σύμ­φω­να με όλα αυτά, εσύ που πίστε­ψες στο Χρι­στό δεν είσαι πλέ­ον δού­λος, αλλά είσαι κατά χάριν υιός του Θεού. Εάν λοι­πόν είσαι υιός, είσαι συγ­χρό­νως και κλη­ρο­νό­μος του Θεού. Και γίνε­σαι κλη­ρο­νό­μος δια­μέ­σου του Χρι­στού)»[Γαλ.4,7] και αφού συμ­με­τέ­χου­με στα πάθη, και θα δοξα­σθού­με μαζί με τον Θεό [Ρωμ.8,17: «εἰ δὲ τέκνα, καὶ κλη­ρο­νό­μοι, κλη­ρο­νό­μοι μὲν Θεοῦ, συγ­κλη­ρο­νό­μοι δὲ Χρι­στοῦ, εἴπερ συμ­πά­σχο­μεν ἵνα καὶ συν­δο­ξα­σθῶμεν (:Αφού λοι­πόν είμα­στε παι­διά, είναι φυσι­κό να είμα­στε και κλη­ρο­νό­μοι˙ κλη­ρο­νό­μοι του Θεού ως πατέ­ρας μας, και συγ­κλη­ρο­νό­μοι του Χρι­στού ως αδελ­φού μας. Και γινό­μα­στε συγ­κλη­ρο­νό­μοι του Χρι­στού, αν βεβαί­ως πάσχου­με μαζί μ’ αυτόν, έτσι ώστε και να δοξα­στού­με μαζί του)».

Δεν ξεσή­κω­σες τον πόλε­μο εναν­τί­ον των εικό­νων, αλλά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εναν­τί­ον των αγί­ων. Λέγει λοι­πόν ο Ιωάν­νης ο Θεο­λό­γος και επι­στή­θιος μαθη­τής του Χρι­στού, ότι θα γίνου­με όμοιοι με Αυτόν: «Ἀγαπη­τοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καὶ οὕπω ἐφανε­ρώ­θη τί ἐσόμε­θα· οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐάν φανε­ρωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμε­θα, ὅτι ὀψόμε­θα αὐτὸν καθώς ἐστι(:Αγα­πη­τοί μου, τώρα είμα­στε παι­διά Θεού, αλλά δεν μας έχει φανε­ρω­θεί ακό­μη τι πρό­κει­ται να γίνου­με στο μέλ­λον. Γνω­ρί­ζου­με όμως ότι όταν φανε­ρω­θεί ο Χρι­στός στη δευ­τέ­ρα Του παρου­σία, θα γίνου­με όμοιοι με Αυτόν στη δόξα, διό­τι θα Τον δού­με όπως είναι, στην κατά­στα­ση της θεί­ας Του δόξας, η οποία θα καθρε­πτι­σθεί και θα λάμ­ψει και σε μας σαν να είμα­στε πνευ­μα­τι­κοί καθρέ­πτες)»[Α΄Ιω.3,2]. Για­τί, όπως όταν ενώ­νε­ται το σίδε­ρο με τη φωτιά, δεν γίνε­ται φωτιά ως προς τη φύση του, αλλά ως προς την ένω­ση και την πυρά­κτω­ση και τη μέθε­ξη, έτσι και αυτό που θεού­ται δεν γίνε­ται Θεός ως προς τη φύση, αλλά ως προς τη μέθε­ξη.

Δεν μιλώ όμως για τη σάρ­κα του σαρ­κω­θέν­τος Υιού του Θεού· για­τί εκεί­νη έγι­νε άτρε­πτα Θεός με την υπο­στα­τι­κή ένω­ση και μέθε­ξη της στη θεία φύση, χωρίς να χρι­σθεί με την ενέρ­γεια του Θεού, όπως ο καθέ­νας από τους προ­φή­τες, αλλά με την παρου­σία όλου εκεί­νου που τον έχρι­σε. Ότι όμως με τη θέω­ση και οι άγιοι γίνον­ται θεοί, μας το λέει ο ψαλ­μω­δός: «Ὁ Θεὸς ἔστη ἐν συνα­γωγῇ θεῶν, ἐν μέσῳ δὲ θεοὺς δια­κρι­νεῖ(:Ο Θεός στά­θη­κε στο μέσο συνά­ξε­ως κρι­τών και αρχόν­των, τους οποί­ους ως αντι­προ­σώ­πους του εγκα­τέ­στη­σε και με θείο κύρος περιέ­βα­λε, στην απο­νο­μή της δικαιο­σύ­νης, εν μέσω δε αυτών αφού κατέ­λα­βε την πρέ­που­σα σε Αυτόν θέση, θα κρί­νει αυτούς που έχουν περι­βλη­θεί τη θεία δόξα και τη δια­χει­ρί­ζον­ται)»[Ψαλμ.81,1], όταν δηλα­δή ο Θεός στέ­κε­ται ανά­με­σα σε θεούς, κατα­νέ­μει τις αξί­ες, όπως λέει, ερμη­νεύ­ον­τας αυτό, ο Γρη­γό­ριος θεολόγος[Γρηγορίου του Θεο­λό­γου, Λόγος 40, P.G. 365Β].

20. Στον Δαβίδ έδω­σε υπό­σχε­ση ο Θεός ότι θα Του κτί­σει ναό με τον υιό του, Σολο­μών­τα και θα κατα­σκευά­σει οίκο ανα­παύ­σε­ώς Του[Όταν ο Δαβίδ ανά­φε­ρε στον προ­φή­τη Νάθαν την πρό­θε­σή του να κτί­σει ναό για να τοπο­θε­τή­σει εκεί την κιβω­τό του Θεού, ο Θεός τού απάν­τη­σε μέσω του προ­φή­τη, ότι το έργο αυτό θα το πραγ­μα­το­ποι­ή­σει ο γιος του, αφού πρώ­τα στε­ρε­ω­θεί η βασι­λεία του· βλ. Β΄ Βασ. 7,1–13: «Καὶ ἐγένε­το ὅτε ἐκάθι­σεν ὁ βασι­λεὺς ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ Κύριος κατε­κλη­ρο­νό­μη­σεν αὐτὸν κύκλῳ ἀπὸ πάν­των τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ τῶν κύκλῳ, καὶ εἶπεν ὁ βασι­λεὺς πρὸς Νάθαν τὸν προ­φή­την· ἰδοὺ δὴ ἐγὼ κατοικῶ ἐν οἴκῳ κεδρίνῳ, καὶ ἡ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ κάθη­ται ἐν μέσῳ τῆς σκηνῆς. καὶ εἶπε Νάθαν πρὸς τὸν βασι­λέα· πάν­τα, ὅσα ἂν ἐν τῇ καρ­δίᾳ σου, βάδι­ζε καὶ ποί­ει, ὅτι Κύριος μετὰ σοῦ. καὶ ἐγένε­το τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ καὶ ἐγένε­το ῥῆμα Κυρί­ου πρὸς Νάθαν λέγων· πορεύ­ου, καὶ εἰπὸν πρὸς τὸν δοῦλόν μου Δαυίδ· τάδε λέγει Κύριος· οὐ σὺ οἰκοδο­μή­σεις μοι οἶκον τοῦ κατοικῆσαί με· ὅτι οὐ κατῴκηκα ἐν οἴκῳ ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἀνήγα­γον τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐξ Αἰγύπτου ἕως τῆς ἡμέρας ταύ­της καὶ ἤμην ἐμπε­ρι­πατῶν ἐν κατα­λύ­μα­τι καὶ ἐν σκηνῇ, ἐν πᾶσιν, οἷς διῆλθον ἐν παντὶ Ἰσρα­ήλ, εἰ λαλῶν ἐλάλη­σα πρὸς μίαν φυλὴν τοῦ Ἰσρα­ήλ, ᾧ ἐνετει­λά­μην ποι­μαί­νειν τὸν λαόν μου Ἰσραὴλ λέγων· ἱνατί οὐκ ᾠκοδο­μή­κα­τέ μοι οἶκον κέδρι­νον; καὶ νῦν τάδε ἐρεῖς τῷ δούλῳ μου Δαυίδ· τάδε λέγει Κύριος παν­το­κρά­τωρ· ἔλαβόν σε ἐκ τῆς μάν­δρας τῶν προ­βά­των τοῦ εἶναί σε εἰς ἡγού­με­νον ἐπὶ τὸν λαόν μου ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ καὶ ἤμην μετὰ σοῦ ἐν πᾶσιν, οἷς ἐπορεύ­ου, καὶ ἐξωλό­θρευ­σα πάν­τας τοὺς ἐχθρούς σου ἀπὸ προ­σώ­που σου καὶ ἐποί­η­σά σε ὀνομαστὸν κατὰ τὸ ὄνομα τῶν μεγά­λων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ θήσο­μαι τόπον τῷ λαῷ μου τῷ Ἰσραὴλ καὶ κατα­φυ­τεύ­σω αὐτόν, καὶ κατα­σκη­νώ­σει καθ᾿ ἑαυτὸν καὶ οὐ μερι­μνή­σει οὐκέτι, καὶ οὐ προ­σθή­σει υἱὸς ἀδικί­ας τοῦ ταπεινῶσαι αὐτὸν καθὼς ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἀπὸ τῶν ἡμερῶν, ὧν ἔταξα κριτὰς ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσρα­ήλ, καὶ ἀναπαύ­σω σε ἀπὸ πάν­των τῶν ἐχθρῶν σου, καὶ ἀπαγ­γε­λεῖ σοι Κύριος ὅτι οἶκον οἰκοδο­μή­σεις αὐτῷ. καὶ ἔσται ἐὰν πλη­ρωθῶσιν αἱ ἡμέραι σου καὶ κοι­μη­θήσῃ μετὰ τῶν πατέ­ρων σου, καὶ ἀναστή­σω τὸ σπέρ­μα σου μετὰ σέ, ὃς ἔσται ἐκ τῆς κοι­λί­ας σου, καὶ ἑτοι­μά­σω τὴν βασι­λεί­αν αὐτοῦ· αὐτὸς οἰκοδο­μή­σει μοι οἶκον τῷ ὀνόμα­τί μου, καὶ ἀνορ­θώ­σω τὸν θρό­νον αὐτοῦ ἕως εἰς τὸν αἰῶνα(:Όταν λοι­πόν ο βασι­λιάς Δαβίδ εγκα­τα­στά­θη­κε στο ανά­κτο­ρό του και τον απάλ­λα­ξε ο Κύριος από όλους τους εχθρούς του που τον περι­κύ­κλω­ναν και εξα­φά­λι­σε την κλη­ρο­νο­μιά του από τις γύρω εχθρι­κές χώρες, είπε ο βασι­λιάς στον προ­φή­τη Νάθαν: «Όπως βλέ­πεις εγώ μεν κατοι­κώ μέσα σε πολυ­τε­λές ανά­κτο­ρο, που κατα­σκευά­στη­κε με ξύλα κέδρου, ενώ η Κιβω­τός της Δια­θή­κης του Θεού βρί­σκε­ται μέσα σε μία απλή σκη­νή». Και ο Νάθαν απο­κρί­θη­κε στον βασι­λιά: «Προ­χώ­ρη­σε και κάνε όλα όσα ποθεί η καρ­διά σου, διό­τι ο Κύριος είναι μαζί σου». Κατά τη νύκτα εκεί­νη όμως μίλη­σε ο Κύριος στον Νάθαν και του είπε: « Πήγαι­νε να πεις τα εξής στον δού­λο μου τον Δαβίδ: ’’ Αυτή είναι η εντο­λή του Κυρί­ου: Δεν είσαι εσύ εκεί­νος που θα μου κτί­σει ναό, για να κατοι­κώ σε αυτόν. Άλλω­στε δεν έχω κατοι­κή­σει ποτέ μέσα σε Ναό από την ημέ­ρα που έβγα­λα ελεύ­θε­ρους από την Αίγυ­πτο τους Ισμαη­λί­τες μέχρι σήμε­ρα. Διαρ­κώς βάδι­ζα μαζί σας και διέ­με­να σε πρό­χει­ρο κατά­λυ­μα, σε μία σκη­νή. Καθ’ όλη τη δια­δρο­μή της ιστο­ρί­ας σας έως τώρα, κατά την οποία ήμουν μαζί σας, είπα άρα­γε ποτέ σε μία έστω φυλή του Ισρα­ήλ ή σε κάποιον άρχον­τα που τον όρι­σα για να οδη­γεί τον λαό μου, τον Ισρα­ήλ, για­τί δεν κτί­σα­τε για χάρη μου Ναό από ξύλα κέδρου; Και τώρα λοι­πόν να πεις τα εξής στον δού­λο μου τον Δαβίδ: «Αυτά λέγει ο παν­το­κρά­τωρ Κύριος: ‘’Σε πήρα από το μαν­τρί των προ­βά­των, για να γίνεις άρχον­τας και οδη­γός του λαού μου, του Ισρα­ήλ. Και ήμου­να μαζί σου έως τώρα παν­τού, όπου πήγαι­νες. Εξο­λό­θρευ­σα επί­σης από εμπρός σου όλους τους εχθρούς σου και έκα­να το όνο­μά σου ένδο­ξο και ξακου­στό, όπως το όνο­μα των μεγά­λων ανδρών της γης. Σε βεβαιώ­νω επί­σης ότι θα ορί­σω και θα ετοι­μά­σω ένα τόπο ειδι­κά για τον λαό μου τον Ισρα­ήλ και θα τον φυτεύ­σω εκεί, ώστε να ριζώ­σει. Και θα εγκα­τα­στα­θεί σε αυτόν ασφα­λής, χωρίς να έχει πλέ­ον καμία ανη­συ­χία. Κανείς άδι­κος και πονη­ρός λαός δεν πρό­κει­ται να υπο­τά­ξει και να ταπει­νώ­σει τον λαό μου, όπως συνέ­βη προ­η­γου­μέ­νως, τότε δηλα­δή που όρι­σα Κρι­τές στον λαό μου τον Ισρα­ήλ. Θα σε απαλ­λά­ξω οπωσ­δή­πο­τε από όλους τους εχθρούς σου και θα σου πει τότε ο Κύριος οτι­δή­πο­τε έχει σχέ­ση με τη διά­θε­σή σου να οικο­δο­μή­σεις Ναό. Όταν λοι­πόν συμ­πλη­ρω­θούν οι ημέ­ρες της ζωής σου και κοι­μη­θείς και εσύ τον ύπνο του θανά­του μαζί με τους πατέ­ρες σου, θα ανα­δεί­ξω τον από­γο­νό σου μετά από εσέ­να, που θα είναι παι­δί δικό σου, και θα στε­ρε­ώ­σω τη βασι­λι­κή εξου­σία σου. Αυτός είναι εκεί­νος που θα ανε­γεί­ρει Ναό προς τιμήν του Ονό­μα­τός μου και θα ανυ­ψώ­σω και θα δοξά­σω αιώ­νια τον θρό­νο του’’)»].

Τον ναό αυτόν τον οικο­δό­μη­σε ο Σολο­μών και κατα­σκεύ­α­σε Χερου­βίμ, όπως ανα­φέ­ρει το βιβλίο των Βασι­λειών και περιέ­βα­λε τα χερου­βίμ με χρυ­σά­φι και όλους τους τοί­χους τους γέμι­σε τρι­γύ­ρω με ανά­γλυ­φα χαραγ­μέ­να χερου­βίμ και φοι­νι­κό­δεν­τρα μέσα και έξω ‑δεν είπε στα πλά­για, αλλά «τρι­γύ­ρω»- καθώς και με βόδια και λιον­τά­ρια και ροΐ­σκους[Οι ροΐ­σκοι ήταν μικρές κόκ­κι­νες δια­κο­σμή­σεις σε σχή­μα ροδιού (ροιάς)· βλ. Γ΄ Βασ. 6,28–29: «καὶ περιέ­σχε τὰ Χερουβὶμ χρυ­σίῳ. καὶ πάν­τας τοὺς τοί­χους τοῦ οἴκου κύκλῳ ἐγκο­λα­πτὰ ἔγρα­ψε γρα­φί­δι Χερου­βίμ, καὶ φοί­νι­κες τῷ ἐσωτέρῳ καὶ τῷ ἐξωτέρῳ(:και ο Σολω­μών κάλυ­ψε και τα δύο Χερου­βίμ με χρυ­σά­φι και λάξευ­σε επά­νω σε όλους τους τοί­χους τους κυρί­ως Ναού και του χώρου των Αγί­ων των Αγί­ων γύρω-γύρω, επά­νω στην εσω­τε­ρι­κή τους πλευ­ρά, ανά­γλυ­φα σχή­μα­τα Χερου­βίμ και φοι­νι­κό­δεν­τρων)»].Δεν είναι πολύ πιο σεβά­σμιο να στο­λί­ζου­με όλους τους τοί­χους του οίκου του Κυρί­ου με μορ­φές και απει­κο­νί­σεις άγιων, παρά με άλο­γα ζώα και δέν­τρα; Πού είναι ο νόμος που παραγ­γέλ­λει: «δεν θα κατα­σκευά­σεις κανέ­να ομοί­ω­μα»;

Αλλά ο Σολο­μών, που δέχτη­κε έκχυ­ση σοφί­ας, χωρίς να εικο­νί­ζει τον Θεό, έκα­νε χερου­βίμ και ομοιώ­μα­τα λιον­τα­ριών και βοδιών-πράγ­μα­τα που απα­γο­ρεύ­ει ο νόμος- και εμείς, χωρίς να εικο­νί­ζου­με τον Θεό, κάνου­με τα εικο­νί­σμα­τα των αγί­ων. Για­τί, όπως τότε και ο ναός και ο λαός εξα­γνί­ζον­ταν με αίμα άλο­γων ζώων και με στά­χτη από δαμά­λι [βλ. Εβρ. 9,12–14: «οὐδὲ δι᾿ αἵματος τρά­γων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ Ἅγια, αἰωνί­αν λύτρω­σιν εὑράμε­νος, εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύ­ρων καὶ τρά­γων καὶ σποδὸς δαμά­λε­ως ῥαντί­ζου­σα τοὺς κεκοι­νω­μέ­νους ἁγιά­ζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθα­ρό­τη­τα, πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χρι­στοῦ, ὃς διὰ Πνεύ­μα­τος αἰωνί­ου ἑαυτὸν προ­σή­νεγ­κεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθα­ριεῖ τὴν συνεί­δη­σιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύ­ειν Θεῷ ζῶντι; (:Ούτε χρη­σι­μο­ποί­η­σε ο Χρι­στός ως θυσία το αίμα τρά­γων και μόσχων, όπως οι αρχιε­ρείς των Ιου­δαί­ων. Αλλά με το δικό Του αίμα μπή­κε μια για πάν­τα στα επου­ρά­νια Άγια και εξα­σφά­λι­σε για μας απο­λύ­τρω­ση όχι προ­σω­ρι­νή, αλλά αιώ­νια. Διό­τι, εάν το αίμα των ταύ­ρων και των τρά­γων και το ράν­τι­σμα με το νερό και τη στά­χτη του δαμα­λιού που κατα­και­γό­ταν στο θυσια­στή­ριο δίνει στους θρη­σκευ­τι­κά μολυ­σμέ­νους και ακά­θαρ­τους έναν εξω­τε­ρι­κό καθαρ­μό και εξα­γνί­ζει το σώμα τους, προ­κει­μέ­νου να μπο­ρούν να μετέ­χουν στη λατρεία, πόσο μάλ­λον το αίμα του Χρι­στού, ο Οποί­ος με το αιώ­νιο Πνεύ­μα που κατοι­κού­σε μέσα του πρό­σφε­ρε στον Θεό ως θυσία τον εαυ­τό Του ολο­κλη­ρω­τι­κά καθα­ρό και ελεύ­θε­ρο από κάθε ρύπο αμαρ­τί­ας, θα καθα­ρί­σει τη συνεί­δη­σή σας από τα έργα της αμαρ­τί­ας που φέρ­νουν στην ψυχή νέκρω­ση, και θα σας αξιώ­σει να λατρεύ­ε­τε αξί­ως τον ζων­τα­νό Θεό;)»], ενώ τώρα εξα­γνί­ζον­ται με το αίμα του Χρι­στού που μαρ­τύ­ρη­σε την επο­χή του Πον­τί­ου Πιλά­του [βλ. Α΄Τιμ.6,13: «Παραγ­γέλ­λω σοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωο­ποιοῦντος τὰ πάν­τα καὶ Χρι­στοῦ Ἰησοῦ τοῦ μαρ­τυ­ρή­σαν­τος ἐπὶ Πον­τί­ου Πιλά­του τὴν καλὴν ὁμολο­γί­αν(:Σου παραγ­γέλ­λω ενώ­πιον του Θεού, ο Οποί­ος μετα­δί­δει ζωή στα πάν­τα, και ενώ­πιον του Ιησού Χρι­στού, ο Οποί­ος μπρο­στά στον Πόν­τιο Πιλά­το έδω­σε τη μαρ­τυ­ρία της καλής ομο­λο­γί­ας ότι είναι ο Υιός του Θεού)»], καθι­στών­τας τον εαυ­τό Του απαρ­χή των μαρ­τύ­ρων, αλλά ακό­μα και η Εκκλη­σία έχει θεμε­λιω­θεί και με το ιερό αίμα των αγί­ων, έτσι τότε ο οίκος του Θεού στο­λι­ζό­ταν με μορ­φές και παρα­στά­σεις άλο­γων ζώων, ενώ τώρα με μορ­φές αγί­ων, οι οποί­οι κατέ­στη­σαν τους εαυ­τούς τους, ναούς έμψυ­χους και λογι­κούς για να κατοι­κή­σει ο ζων­τα­νός Θεός πνευ­μα­τι­κά.

21. Ζωγρα­φί­ζου­με τον Χρι­στό, τον βασι­λέα και Κύριο, χωρίς να τον απο­γυ­μνώ­νου­με από το στρά­τευ­μά Του˙ για­τί οι άγιοι είναι ο στρα­τός του Κυρί­ου. Ας απο­γυ­μνώ­σει ο επί­γειος βασι­λιάς τον εαυ­τό του από το στρά­τευ­μά του, και έπει­τα τον βασι­λιά του και Κύριο. Ας βγά­λει πρώ­τα αυτός τη βασι­λι­κή αλουρ­γί­δα[πορ­φυ­ρέ­νιο ένδυ­μα, χαρα­κτη­ρι­στι­κό των βασι­λέ­ων] και το διά­δη­μα [:ται­νία που έδε­νε την κόμη των βασι­λέ­ων και συνεκ­δο­χι­κά το στέμ­μα και η βασι­λι­κή εξου­σία], και τότε να καταρ­γή­σει το σεβα­σμό προς εκεί­νους που θριάμ­βευ­σαν εναν­τί­ον του τυράν­νου και έγι­ναν κύριοι των παθών τους. Για­τί, αν είναι κλη­ρο­νό­μοι του Θεού και συγ­κλη­ρο­νό­μοι του Χρι­στού [βλ. Ρωμ. 8,17: «εἰ δὲ τέκνα, καὶ κλη­ρο­νό­μοι, κλη­ρο­νό­μοι μὲν Θεοῦ, συγ­κλη­ρο­νό­μοι δὲ Χρι­στοῦ, εἴπερ συμ­πά­σχο­μεν ἵνα καὶ συν­δο­ξα­σθῶμεν(:αφού λοι­πόν είμα­στε παι­διά, είναι φυσι­κό να είμα­στε και κλη­ρο­νό­μοι˙ κλη­ρο­νό­μοι του Θεού ως πατέ­ρας μας, και συγ­κλη­ρο­νό­μοι του Χρι­στού ως αδελ­φού μας. Και γινό­μα­στε συγ­κλη­ρο­νό­μοι του Χρι­στού, αν βεβαί­ως πάσχου­με μαζί με Αυτόν, έτσι ώστε και να δοξα­στού­με μαζί Του)»] και μέτο­χοι της θεί­ας δόξας και βασι­λεί­ας Του, πώς δεν θα γίνουν και μέτο­χοι της επί γης δόξας Του οι φίλοι του Χρι­στού;

«Δεν σας απο­κα­λώ δού­λους», λέγει ο Θεός, «αλλά εσείς είσθε φίλοι μου» [βλ. Ιω. 15,14–15: «Ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλ­λο­μαι ὑμῖν. οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δού­λους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος· ὑμᾶς δὲ εἴρηκα φίλους, ὅτι πάν­τα ἃ ἤκου­σα παρὰ τοῦ πατρός μου ἐγνώ­ρι­σα ὑμῖν(: Εσείς είστε φίλοι μου. Κι εγώ σας δεί­χνω την τέλεια και ανυ­πέρ­βλη­τη αγά­πη μου θυσιά­ζον­τας τη ζωή μου. Και θα εξα­κο­λου­θεί­τε να είστε φίλοι μου, εάν κάνε­τε όσα εγώ σας ζητώ. Δεν σας ονο­μά­ζω πλέ­ον δού­λους, διό­τι ο δού­λος χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως απλό όργα­νο από τον κύριό του και δεν γνω­ρί­ζει ποιον σκο­πό και ποιον λόγο έχει αυτό που θέλει να κάνει ο κύριός του, όταν του ζητά να εκτε­λέ­σει κάποια εντο­λή του. Σας ονό­μα­σα φίλους, διό­τι όλα όσα άκου­σα από τον Πατέ­ρα μου σας τα γνω­στο­ποί­η­σα· διό­τι σας θέλω συνερ­γά­τες μου, για να συνε­χί­σε­τε με πλή­ρη επί­γνω­ση το έργο μου)»[Ιω.15,14–15], θα τους στε­ρή­σου­με λοι­πόν την τιμή που τους έχει δώσει η Εκκλη­σία;

Πω πω θρα­σύ χέρι! Πω πω προ­κλη­τι­κή γνώ­μη που αντι­στρα­τεύ­ε­ται στον Θεό και ενερ­γεί αντί­θε­τα προς τα προ­στάγ­μα­τά Του! Δεν προ­σκυ­νάς την εικό­να; Να μην προ­σκυ­νάς ούτε τον Υιό του Θεού, ο οποί­ος είναι εικό­να του αόρα­του Θεού ζων­τα­νή [βλ. Κολ. 1,15: «ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀορά­του, πρω­τό­το­κος πάσης κτί­σε­ως(:Αυτός ο Υιός είναι εικό­να του αόρα­του Θεού, ο οποί­ος δεν φαί­νε­ται με τα σωμα­τι­κά μας μάτια. Είναι πρω­τό­το­κος, που δεν κτί­σθη­κε, αλλά γεν­νή­θη­κε από την ίδια την ουσία του Πατρός, πριν να δημιουρ­γη­θούν όλα τα κτί­σμα­τα)»] και χαρα­κτή­ρας απα­ράλ­λα­κτος.

Προ­σκυ­νώ την εικό­να του Χρι­στού ως σαρ­κω­μέ­νου Θεού, της Δέσποι­νας όλων των ανθρώ­πων, της Θεο­τό­κου, ως μητέ­ρας του Υιού του Θεού, των αγί­ων, ως φίλων του Θεού, οι οποί­οι αντι­στά­θη­καν στην αμαρ­τία δίνον­τας και το αίμα τους και μιμή­θη­καν τον Χρι­στό χύνον­τας το αίμα τους γι’ Αυτόν, ο Οποί­ος προ­η­γου­μέ­νως είχε χύσει το δικό Του αίμα γι΄ αυτούς και για όσους πολι­τεύ­θη­καν ακο­λου­θών­τας τα ίχνη Του. Αυτών τα κατορ­θώ­μα­τα και τα πάθη ζωγρα­φί­ζω, επει­δή με αυτά αγιά­ζο­μαι και καλ­λιερ­γεί­ται ο ζήλος μου να τα μιμη­θώ[Αυτή είναι η σωστή τοπο­θέ­τη­ση της έννοιας της προ­σκυ­νή­σε­ως των άγιων εικό­νων].Και αυτά τα σέβο­μαι και τα προ­σκυ­νώ· για­τί ο σεβα­σμός της εικό­νας μετα­βαί­νει στο πρω­τό­τυ­πο, λέει ο Μέγας Βασί­λειος[ Μ. Βασι­λεί­ου Περί του άγιου Πνεύ­μα­τος, P.G. 32,149C].

Αν ανε­γεί­ρεις ναούς για τους αγί­ους του Θεού, τότε ύψω­σε και τα τρό­παιά τους. Παλαιό­τε­ρα δεν κτι­ζό­ταν ναός στο όνο­μα ανθρώ­πων, ούτε γιορ­τα­ζό­ταν ο θάνα­τος των δικαί­ων, αλλά τον πεν­θού­σαν, και όποιος άγγι­ζε νεκρό εθε­ω­ρεί­το ακά­θαρ­τος [Αριθμ. 19,11: «Ὁ ἁπτό­με­νος τοῦ τεθνη­κό­τος πάσης ψυχῆς ἀνθρώ­που ἀκάθαρ­τος ἔσται ἑπτὰ ἡμέρας(:αυτός που αγγί­ζει το σώμα κάθε νεκρού ανθρώ­που θα είναι νομι­κώς ακά­θαρ­τος για επτά μέρες)»[Αριθμ.19,11], ακό­μα και τον ίδιο τον Μωυ­σή αν άγγι­ζε. Τώρα όμως γιορ­τά­ζον­ται οι μνή­μες των αγί­ων· πέν­θη­σαν το νεκρό σώμα του Ιακώβ [ Γέν. 50, 11–12:

« Καὶ εἶδον οἱ κάτοι­κοι τῆς γῆς Χαναὰν τὸ πέν­θος ἐπὶ ἅλωνι Ἀτὰδ καὶ εἶπαν· πέν­θος μέγα τοῦτό ἐστι τοῖς Αἰγυπτί­οις· διὰ τοῦτο ἐκάλε­σε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Πέν­θος Αἰγύπτου, ὅ ἐστι πέραν τοῦ Ἰορδά­νου. καὶ ἐποί­η­σαν αὐτῷ οὕτως οἱ υἱοὶ αὐτοῦ(: και είδαν οι κάτοι­κοι της Χανα­άν το μεγά­λο και βαρύ πέν­θος όλου εκεί­νου του πλή­θους στο αλώ­νι Ατάδ και είπαν: ”Αυτό είναι πέν­θος μεγά­λο των Αιγυ­πτί­ων”. Για τον λόγο αυτόν ονο­μά­στη­κε ο τόπος εκεί­νος: “Πέν­θος Αιγύ­πτου”. Ο τόπος αυτός είναι στην ανα­το­λι­κή όχθη του Ιορ­δά­νη. Και τα παι­διά του Ιακώβ έτσι έκα­ναν για τον νεκρό πατέ­ρα τους)»], αλλά πανη­γυ­ρί­ζε­ται ο θάνα­τος του Στε­φά­νου. Ή λοι­πόν κατάρ­γη­σε και τις πανη­γυ­ρι­κές μνή­μες των αγί­ων, που γίνον­ται αντί­θε­τα προς τον παλαιό νόμο, ή επί­τρε­ψε και τις εικό­νες που είναι, όπως εσύ ισχυ­ρί­ζε­σαι, αντί­θε­τες προς τον νόμο.

Όμως είναι αδύ­να­το να μην γιορ­τά­ζου­με τις μνή­μες των αγί­ων, για­τί αυτές προ­στά­ζει να γίνον­ται ο χορός των αγί­ων απο­στό­λων και των θεο­φό­ρων πατέ­ρων. Από τη στιγ­μή που ο Θεός Λόγος έγι­νε σάρ­κα και ομοιώ­θη­κε εξ ολο­κλή­ρου με εμάς, χωρίς αμαρ­τία, και ενώ­θη­κε ασύγ­χυ­τα με την ανθρώ­πι­νη φύση και θέω­σε αμε­τά­βλη­τα τη σάρ­κα με την ασύγ­χυ­τη περι­χώ­ρη­ση της θεό­τη­τάς Του και της σάρ­κας Του, πραγ­μα­τι­κά αγια­σθή­κα­με. Και από τη στιγ­μή που ο Υιός του Θεού και Θεός, ο Οποί­ος, ενώ ήταν απα­θής κατά τη θεό­τη­τα, έπα­θε κατά το ανθρώ­πι­νο πρό­σλημ­μα και ξεπλή­ρω­σε το δικό μας χρέ­ος, χύνον­τας για μας πολύ­τι­μο και αξιο­θαύ­μα­στο λύτρο (για­τί το αίμα του Υιού κινεί το έλε­ος του Πατέ­ρα και είναι σεβα­στό από Αυτόν), πραγ­μα­τι­κά ελευ­θε­ρω­θή­κα­με.

Και από τη στιγ­μή που, κατε­βαί­νον­τας στον άδη στις ψυχές, που από αιώ­νες ήταν δεμέ­νες σαν αιχ­μά­λω­τες, κήρυ­ξε άφε­ση και σαν τυφλές που ήταν, τους ξανά­δω­σε το φως τους[Λουκά 4,19: «κηρῦξαι αἰχμα­λώ­τοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλε­ψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυ­σμέ­νους ἐν ἀφέσει, κηρῦξαι ἐνιαυτὸν Κυρί­ου δεκτόν(:Με έστει­λε να κηρύ­ξω άφε­ση και ελευ­θε­ρία στους δού­λους και αιχ­μά­λω­τους της αμαρ­τί­ας και να χαρί­σω το φως σε εκεί­νους που έχουν τυφλω­μέ­νο τον νου τους από τον σκο­τι­σμό των παθών. Με έστει­λε να ελευ­θε­ρώ­σω από κάθε ενο­χή εκεί­νους που έχουν κατα­πλη­γω­θεί και συν­τρι­βεί από την αμαρ­τία. Με έστει­λε να κηρύ­ξω και να αναγ­γεί­λω την έναρ­ξη της νέας περιό­δου, η οποία είναι αρε­στή στον Θεό και επι­θυ­μη­τή στους ανθρώ­πους˙ διό­τι την περί­ο­δο αυτή πραγ­μα­το­ποιεί­ται από τον Μεσ­σία η βου­λή του Θεού για τη σωτη­ρία των ανθρώ­πων)»], και, αφού έδε­σε τον ισχυ­ρό του άδη με την υπε­ρο­χή της δύνα­μής Του [Ματθ.12,29: «ἢ πῶς δύνα­ταί τις εἰσελ­θεῖν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰσχυ­ροῦ καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἁρπά­σαι, ἐὰν μὴ πρῶτον δήσῃ τὸν ἰσχυ­ρόν; καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρ­πά­σει(:Ή – αν δεν σας πεί­θει η από­δει­ξη αυτή – σας ρωτώ: Πώς μπο­ρεί κάποιος να μπει στο σπί­τι του δυνα­τού δια­βό­λου και να αρπά­ξει τους δαι­μο­νι­σμέ­νους, που τους κατέ­χει σαν άψυ­χα σκεύη, εάν δεν κατα­νι­κή­σει και δεν δέσει πρω­τύ­τε­ρα τον ισχυ­ρό; Και τότε θα διαρ­πά­σει το σπί­τι του. Η δύνα­μη του δια­βό­λου λοι­πόν όχι μόνο δεν έχει καμία σχέ­ση με Εμέ­να, αλλά αντί­θε­τα κατα­νι­κή­θη­κε και εκμη­δε­νί­στη­κε από τη δύνα­μή μου)»], ανέ­στη­σε τη σάρ­κα που γι΄ Αυτόν πήρε από μας, κάνον­τάς την άφθαρ­τη, γίνα­με πραγ­μα­τι­κά άφθαρ­τοι.

Από τη στιγ­μή επί­σης που γεν­νη­θή­κα­με μέσω του ύδα­τος και του Πνεύ­μα­τος [Ιω.3,5: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεν­νηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύ­μα­τος, οὐ δύνα­ται εἰσελ­θεῖν εἰς τὴν βασι­λεί­αν τοῦ Θεοῦ(:Αλη­θι­νά, αλη­θι­νά σου λέω ό,τι εάν δεν γεν­νη­θεί κανείς πνευ­μα­τι­κά από το νερό του αγί­ου Βαπτί­σμα­τος και από το Άγιο Πνεύ­μα, το οποίο αορά­τως με το νερό αυτό ανα­γεν­νά τον άνθρω­πο, δεν μπο­ρεί να μπει στη βασι­λεία του Θεού)»], πραγ­μα­τι­κά υιο­θε­τη­θή­κα­με και γίνα­με κλη­ρο­νό­μοι του Θεού [βλ. Ρωμ.8,17: «Εἰ δὲ τέκνα, καὶ κλη­ρο­νό­μοι, κλη­ρο­νό­μοι μὲν Θεοῦ, συγ­κλη­ρο­νό­μοι δὲ Χρι­στοῦ, εἴπερ συμ­πά­σχο­μεν ἵνα καὶ συν­δο­ξα­σθῶμεν(:Αφού λοι­πόν είμα­στε παι­διά, είναι φυσι­κό να είμα­στε και κλη­ρο­νό­μοι˙ κλη­ρο­νό­μοι του Θεού ως πατέ­ρα μας, και συγ­κλη­ρο­νό­μοι του Χρι­στού ως αδελ­φού μας. Και γινό­μα­στε συγ­κλη­ρο­νό­μοι του Χρι­στού, αν βεβαί­ως πάσχου­με μαζί με Αυτόν, έτσι ώστε και να δοξα­στού­με μαζί Του)»]. Γι΄αυτό ο Παύ­λος τους πιστούς τους ονο­μά­ζει αγί­ους. Γι’ αυτό δεν πεν­θού­με, αλλά γιορ­τά­ζου­με τον θάνα­το των αγί­ων. Γι’ αυτό δεν βρι­σκό­μα­στε κάτω από την κυριαρ­χία του νόμου, αλλά της χάρι­τος [Ρωμ.6,14: «Ἁμαρ­τία γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύ­σει· οὐ γάρ ἐστε ὑπὸ νόμον, ἀλλ᾿ ὑπὸ χάριν(:Και μπο­ρεί­τε να το κατορ­θώ­σε­τε αυτό, διό­τι η αμαρ­τία δεν θα σας κυριεύ­σει. Διό­τι δεν είστε πλέ­ον κάτω από την εξου­σία του νόμου, που πρό­στα­ζε το ορθό και το δίκαιο, δεν έδι­νε όμως και την ενί­σχυ­ση προ­κει­μέ­νου να το κατορ­θώ­σει κανείς αυτό. Αλλά είστε τώρα μέσα στην εξου­σία της χάρι­τος, η οποία και μας συγ­χω­ρεί για όσα κακά κάνα­με στο παρελ­θόν, ενώ παράλ­λη­λα μας ενι­σχύ­ει και μας ασφα­λί­ζει για να βαδί­ζου­με τον δρό­μο της αγιό­τη­τος)»], επει­δή δικαιω­θή­κα­με με την πίστη [Ρωμ.5,1:«Δικαιω­θέν­τες οὖν ἐκ πίστε­ως εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρί­ου ἡμῶν Ἰησοῦ Χρι­στοῦ(:Αφού λοι­πόν γίνα­με δίκαιοι μέσω της πίστε­ως, έχου­με ειρή­νη με τον Θεό δια­μέ­σου της μεσι­τεί­ας του Κυρί­ου μας Ιησού Χρι­στού)»] και γνω­ρί­σα­με τον μόνο αλη­θι­νό Θεό — για τον δίκαιο δεν υπάρ­χει νόμος[Α΄Τιμ.1,9: «εἰδὼς τοῦτο, ὅτι δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται, ἀνόμοις δὲ καὶ ἀνυπο­τά­κτοις, ἀσεβέ­σι καὶ ἁμαρ­τω­λοῖς, ἀνοσί­οις καὶ βεβή­λοις, πατρολῴαις καὶ μητρολῴαις, ἀνδρο­φό­νοις (:Ας γνω­ρί­ζει λοι­πόν αυτό όποιος χρη­σι­μο­ποιεί τον νόμο, ότι δηλα­δή ο νόμος δεν ορί­στη­κε ούτε είναι αναγ­καί­ος για τον δίκαιο· διό­τι αυτός έχει οδη­γό του τον έμφυ­το ηθι­κό νόμο, που φυσι­κά είναι γραμ­μέ­νος στην καρ­διά του. Ο νόμος ορί­στη­κε για τους άνο­μους και τους ανυ­πό­τα­κτους, για τους ασε­βείς και αμαρ­τω­λούς, για εκεί­νους που δεν έχουν ιερό και όσιο και βεβη­λώ­νουν τα πάν­τα, για όσους κακο­ποιούν και σκο­τώ­νουν τον πατέ­ρα τους και τη μητέ­ρα τους, για τους φονιά­δες)»]-, δεν είμα­στε υπο­δου­λω­μέ­νοι σαν νήπια στα στοι­χεία του νόμου, αλλά, αφού γίνα­με άνδρες ώρι­μοι [Εφ.4,13: «μέχρι καταν­τή­σω­μεν οἱ πάν­τες εἰς τὴν ἑνότη­τα τῆς πίστε­ως καὶ τῆς ἐπιγνώ­σε­ως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικί­ας τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ(:μέχρι να φθά­σου­με να έχου­με όλοι μία και την ίδια αλη­θι­νή πίστη και τέλεια γνώ­ση του Υιού του Θεού και να προ­ο­δεύ­σου­με πνευ­μα­τι­κά, έως ότου γίνου­με ένας τέλειος άνθρω­πος˙ και να απο­κτή­σου­με το μέτρο της πνευ­μα­τι­κής ωρι­μό­τη­τος και τελειό­τη­τος του Χρι­στού, δηλα­δή να έχου­με πλή­ρεις τις δωρε­ές και την πνευ­μα­τι­κή τελειό­τη­τά Του)»], τρε­φό­μα­στε με στέ­ρεη τρο­φή, όχι με εκεί­νη που οδη­γεί προς την ειδω­λο­λα­τρία. Ο νόμος είναι καλός για­τί φωτί­ζει σαν λυχνά­ρι [ Ψαλμ. 118,105: «Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου καὶ φῶς ταῖς τρί­βοις μου(:Ο νόμος είναι φως που με καθο­δη­γεί για να πολι­τεύ­ο­μαι ορθά και απρό­σκο­πτα, όπως και ο λύχνος φωτί­ζει τον και­ρό της νύκτας να μην σκον­τά­φτουν τα πόδια μου. Το θείο Σου αυτό λυχνά­ρι είναι φως που φωτί­ζει τις οδούς της ζωής μου)»] σε τόπο κακο­τρά­χη­λο, αλλά μέχρι να φωτί­σει η ημέ­ρα˙ ήδη όμως ανέ­τει­λε ήλιος στις καρ­διές μας και ζων­τα­νό νερό της θεο­γνω­σί­ας κάλυ­ψε τις θάλασ­σες των εθνών και όλοι γνω­ρί­σα­με τον Κύριο.

Πέρα­σαν τα παλαιά, να, όλα έγι­ναν και­νούρ­για [ Β΄Κορ. 5,17: «ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτί­σις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγο­νε καινὰ τὰ πάν­τα (:αλλά εφό­σον πεθά­να­με μαζί με τον Χρι­στό, αυτό σημαί­νει ότι καθέ­νας που είναι ενω­μέ­νος με Αυτόν είναι νέο δημιούρ­γη­μα. Η αρχαία κατά­στα­ση, την οποία είχε δημιουρ­γή­σει ο μωσαϊ­κός νόμος και η αμαρ­τία, πέρα­σε. Ιδού, έχουν γίνει όλα νέα)»]. Λέει λοι­πόν ο θεί­ος από­στο­λος στον Πέτρο, τον πρω­το­κο­ρυ­φαίο των απο­στό­λων: «Εάν εσύ, ενώ είσαι Ιου­δαί­ος, ζεις ως εθνι­κός και όχι ως Ιου­δαί­ος, για­τί αναγ­κά­ζεις τους εθνι­κούς να ζουν σαν Ιου­δαί­οι;» [ Γαλ. 2,14: «ἀλλ᾿ ὅτε εἶδον ὅτι οὐκ ὀρθο­πο­δοῦσι πρὸς τὴν ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγε­λί­ου, εἶπον τῷ Πέτρῳ ἔμπρο­σθεν πάν­των· εἰ σὺ Ἰουδαῖος ὑπάρ­χων ἐθνικῶς ζῇς καὶ οὐκ ἰουδαϊκῶς, τί τὰ ἔθνη ἀναγ­κά­ζεις ἰουδα­ΐ­ζειν; (: εγώ όμως όταν είδα ότι δεν βαδί­ζουν σωστά, σύμ­φω­να με την αλή­θεια του Ευαγ­γε­λί­ου, είπα στον Πέτρο μπρο­στά σε όλους: Εάν εσύ, ενώ είσαι γεν­νη­μέ­νος Ιου­δαί­ος, τώρα που έγι­νες μαθη­τής του Χρι­στού ζεις και συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι όπως οι εθνι­κοί Χρι­στια­νοί και όχι όπως οι Ιου­δαί­οι, για­τί με αυτό που κάνεις τώρα αναγ­κά­ζεις τους εθνι­κούς Χρι­στια­νούς να ακο­λου­θούν τα έθι­μα και τις παρα­δό­σεις των Ιου­δαί­ων;)»].

Προς τους Γαλά­τες πάλι γρά­φει: «Πλη­ρο­φο­ρώ κάθε άνθρω­πο που περι­τέ­μνε­ται ότι είναι υπο­χρε­ω­μέ­νος να τηρή­σει ολό­κλη­ρο τον νόμο»[Γαλ. 5,3: «Μαρ­τύ­ρο­μαι δὲ πάλιν παντὶ ἀνθρώπῳ περι­τε­μνο­μένῳ ὅτι ὀφει­λέ­της ἐστὶν ὅλον τὸν νόμον ποιῆσαι (: Δίνω και πάλι βεβαί­ω­ση ενώ­πιον του Θεού σε κάθε άνθρω­πο που περι­τέ­μνε­ται, ότι έχει την υπο­χρέ­ω­ση να τηρεί όλο τον νόμο, αφού με την περι­το­μή που κάνει, προ­τι­μά τη δικαί­ω­ση μέσω του νόμου από τη δικαί­ω­ση που δίνει ο Χρι­στός)».

22. Στα παλιά τα χρό­νια, επει­δή δεν γνω­ρί­ζα­με τον Θεό, δου­λεύ­α­με σε θεούς που δεν ήταν εκ φύσε­ως θεοί· τώρα όμως που γνω­ρί­σα­με τον Θεό, ή καλύ­τε­ρα που μας γνώ­ρι­σε ο ίδιος ο Θεός, πώς να επι­στρέ­ψου­με πάλι στα ανί­σχυ­ρα και φτω­χά στοι­χεία; [ Γαλ. 4, 8–9: «Ἀλλὰ τότε μὲν οὐκ εἰδότες Θεὸν ἐδου­λεύ­σα­τε τοῖς μὴ φύσει οὖσι θεοῖς· νῦν δὲ γνόν­τες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνω­σθέν­τες ὑπὸ Θεοῦ, πῶς ἐπιστρέ­φε­τε πάλιν ἐπὶ τὰ ἀσθενῆ καὶ πτωχὰ στοι­χεῖα, οἷς πάλιν ἄνωθεν δου­λεύ­ειν θέλε­τε;(: αλλά βέβαια τότε που ήσα­σταν στο σκο­τά­δι της ειδω­λο­λα­τρί­ας, επει­δή δεν γνω­ρί­ζε­τε τον Θεό, είχα­τε υπο­δου­λω­θεί σε θεούς που δεν είναι πραγ­μα­τι­κοί. Τώρα όμως που γνω­ρί­σα­τε τον αλη­θι­νό Θεό, ή για να πω καλύ­τε­ρα, τώρα που σας γνώ­ρι­σε ο Θεός ως παι­διά Του, πώς επι­στρέ­φε­τε πάλι στη στοι­χειώ­δη και ατε­λή θρη­σκευ­τι­κή διδα­σκα­λία, που είναι φτω­χή, αδύ­να­τη και ανί­κα­νη να σας σώσει; Και θέλε­τε να υπο­δου­λω­θεί­τε σε αυτήν πάλι τώρα απ’ την αρχή, όπως παλαιό­τε­ρα;)»]. Είδα τη μορ­φή του Θεού την ανθρώ­πι­νη «και σώθη­κε η ψυχή μου» [:Γέν. 32, 30: «καὶ ἐκάλε­σεν Ἰακὼβ τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκεί­νου, Εἶδος Θεοῦ· εἶδον γὰρ Θεὸν πρό­σω­πον πρὸς πρό­σω­πον, καὶ ἐσώθη μου ἡ ψυχή(: τότε αντι­λή­φθη­κε ο Ιακώβ Ποιος ήταν Εκεί­νος με τον Οποίο πάλε­ψε, και γεμά­τος ευγνω­μο­σύ­νη δοξά­ζει και ευχα­ρι­στεί τον Θεό. Για τον λόγο αυτόν ονό­μα­σε τον τόπο εκεί­νον “Εμφά­νι­ση Θεού”, διό­τι είπε: “Είδα τον Θεό πρό­σω­πο προς πρό­σω­πο και όμως δεν πέθα­να, αλλά εξα­κο­λου­θώ να ζω! Μεγά­λη η συγ­κα­τά­βα­ση του Θεού”)». Βλέ­πω την εικό­να του Θεού όπως την είδε ο Ιακώβ, αν και δια­φο­ρε­τι­κά στη μια και δια­φο­ρε­τι­κά στην άλλη περί­πτω­ση· για­τί εκεί­νος είδε την άυλη μορ­φή Του, που προ­μή­νυε το μελ­λον­τι­κό γεγο­νός, με τα άυλα μάτια του νου, ενώ εγώ βλέ­πω την εικό­να που ζων­τα­νεύ­ει σαν φωτιά τη μνή­μη του Θεού που έγι­νε ορα­τός με τη σάρ­κα. Η σκιά των απο­στό­λων και τα σου­δά­ρια και τα μαν­τή­λια απο­μά­κρυ­ναν τις αρρώ­στιες και φυγά­δευαν τα δαι­μό­νια˙ πώς λοι­πόν να μη δοξά­ζε­ται η σκιά και η εικό­να των αγί­ων; Ή κατάρ­γη­σε την προ­σκύ­νη­ση κάθε ύλης, ή μη και­νο­το­μείς ούτε να μετα­κι­νείς όρια αιώ­νια που έθε­σαν οι πατέ­ρες σου [ Παροιμ. 22,28: «Μὴ μέται­ρε ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεν­το οἱ πατέ­ρες σου(: Μην μετα­το­πί­ζεις τα αιώ­νια και παμ­πά­λαια σύνο­ρα των κτη­μά­των ή οικο­πέ­δων, τα οποία όρι­σαν και κανό­νι­σαν οι πρό­γο­νοί σου. Μην μετα­βάλ­λεις και μη νοθεύ­εις τις ιερές σου παρα­δό­σεις και μην εγκα­τα­λεί­πεις ούτε να αλλά­ζεις τα αγνά ήθη των προ­γό­νων σου)»]

23. Δεν παρέ­δω­σαν μόνο γρα­πτώς την εκκλη­σια­στι­κή θεσμο­θε­σία, αλλά και με μερι­κές άγρα­φες παρα­δό­σεις. Λέει λοι­πόν ο θεσπέ­σιος Μέγας Βασί­λειος στο εικο­στό έβδο­μο από τα τριάν­τα κεφά­λαια Περί του αγί­ου Πνεύ­μα­τος, που απευ­θύ­νον­ται προς τον Αμφι­λό­χιο, κατά λέξη τα εξής: «Από τα δόγ­μα­τα και τις διδα­σκα­λί­ες που φυλά­γον­ται στην Εκκλη­σία, άλλα τα έχου­με από τη γρα­πτή διδα­σκα­λία, και άλλα από την παρά­δο­ση των απο­στό­λων, που μας παρα­δό­θη­καν και τα παρα­λά­βα­με με τη μυστη­ρια­κή ζωή της Εκκλη­σί­ας, που και τα δύο έχουν το ίδιο κύρος για την ευσέ­βεια. Κανείς λοι­πόν να μη αντι­λέ­γει σε αυτά, έστω και αν έχει μικρή πεί­ρα των εκκλη­σια­στι­κών θεσμών για­τί, αν επι­χει­ρού­σα­με να απορ­ρί­ψου­με όλες τις παρα­δό­σεις μας που δεν περιέ­χον­ται στην Αγία Γρα­φή, επει­δή τάχα δεν έχουν μεγά­λη ισχύ, θα κάνα­με λάθος ζημιώ­νον­τας το Ευαγ­γέ­λιο στα πιο καί­ρια σημεία του»[Μ. Βασι­λεί­ου, Περί του αγί­ου Πνεύ­μα­τος, P.G. 32,188A].Αυτά τα λόγια είναι του Μεγά­λου Βασι­λεί­ου.

Από πού άλλω­στε γνω­ρί­ζου­με τον άγιο τόπο του κρα­νί­ου[Ματθ.27,33: «Καὶ ἐλθόν­τες εἰς τόπον λεγό­με­νον Γολ­γοθᾶ, ὅ ἐστι λεγό­με­νος κρα­νί­ου τόπος(:και αφού ήλθαν σε κάποιον τόπο που λεγό­ταν Γολ­γο­θάς, όνο­μα που σημαί­νει τόπος κρα­νί­ου)»], τον Γολ­γο­θά, το μνή­μα της ζωής; Δεν το παρέ­λα­βαν τα παι­διά από τους πατέ­ρες τους αγρά­φως; Για­τί, το ότι ο Κύριος σταυ­ρώ­θη­κε στον τόπο του κρα­νί­ου και θάφτη­κε σε μνή­μα που το σκά­λι­σε ο Ιωσήφ στον βρά­χο, είναι γραμμένο[Ματθ.27,33–60], το ότι όμως αυτά είναι εκεί­να που προ­σκυ­νού­με τώρα, τα γνω­ρί­ζου­με από άγρα­φη παρά­δο­ση, και πολ­λά αλλά παρό­μοια με αυτά. Από πού ξέρου­με την τρι­πλή κατά­δυ­ση στο βάπτι­σμα; Από πού την συνή­θεια να προ­σευ­χό­μα­στε στραμ­μέ­νοι προς την Ανα­το­λή; Από πού την παρά­δο­ση των μυστη­ρί­ων; Γι’ αυτό και ο θεσπέ­σιος από­στο­λος Παύ­λος λέει: «Ἄρα οὖν, ἀδελ­φοί, στή­κε­τε, καὶ κρα­τεῖτε τὰς παρα­δό­σεις ἃς ἐδιδά­χθη­τε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾿ ἐπιστολῆς ἡμῶν(: Άρα λοι­πόν, αδελ­φοί, σύμ­φω­να με όσα σας είπα­με, να μένε­τε αμε­τα­κί­νη­τοι και να κρα­τά­τε τις παρα­δό­σεις που διδα­χθή­κα­τε είτε με τον προ­φο­ρι­κό μας λόγο, είτε με επι­στο­λή μας)»[Β΄Θεσ.2,15].

Αφού λοι­πόν πολ­λά και τόσο σημαν­τι­κά παρα­δό­θη­καν στην Εκκλη­σία αγρά­φως και φυλά­χθη­καν μέχρι τώρα, για­τί λεπτο­λο­γείς για τις εικό­νες;

24. Οι ρήσεις λοι­πόν της Γρα­φής και των πατέ­ρων που ανα­φέ­ρεις δεν κατα­δι­κά­ζουν την προ­σκύ­νη­ση των δικών μας εικό­νων, αλλά των ειδω­λο­λα­τρών που τις θεο­ποιούν. Δεν πρέ­πει λοι­πόν, εξαι­τί­ας της κατα­χρή­σε­ως των εθνι­κών, να καταρ­γή­σου­με και τη δική μας προ­σκύ­νη­ση που γίνε­ται με ευσέ­βεια. Εξορ­κί­ζουν οι μάγοι και οι γόη­τες, εξορ­κί­ζει και η Εκκλη­σία τους κατη­χου­μέ­νους, αλλά εκεί­νοι βέβαια επι­κα­λού­με­νοι δαί­μο­νες, ενώ η Εκκλη­σία τον Θεό εναν­τί­ον των δαι­μό­νων. Οι ειδω­λο­λά­τρες αφιε­ρώ­νουν τις εικό­νες στους δαί­μο­νες και τις απο­κα­λούν θεούς, ενώ εμείς τις αφιε­ρώ­νου­με στον αλη­θι­νό Θεό, που σαρ­κώ­θη­κε, και στους δού­λους[Η έννοια της λέξε­ως «δού­λος» εδώ ανα­φέ­ρε­ται στη σχέ­ση του ανθρώ­που ως κτί­σμα­τος προς τον κτί­στη Θεό και δεν σημαί­νει εκεί­νους που δου­λι­κά δέχον­ται τις εντο­λές του Θεού] και φίλους του Θεού [Ιω. 15,14: «Ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλ­λο­μαι ὑμῖν(: Εσείς είστε φίλοι μου. Κι εγώ σας δεί­χνω την τέλεια και ανυ­πέρ­βλη­τη αγά­πη μου θυσιά­ζον­τας τη ζωή μου. Και θα εξα­κο­λου­θεί­τε να είστε φίλοι μου, εάν κάνε­τε όσα εγώ σας ζητώ)»], που απο­μα­κρύ­νουν τα στί­φη των δαι­μό­νων.

25. Εάν πάλι ισχυ­ρί­ζε­σαι ότι ο θεί­ος και θαυ­μά­σιος Επι­φά­νιος[Πρό­κει­ται για τον επί­σκο­πο Σαλα­μί­νας Κύπρου(315–403), ο οποί­ος φέρε­ται ότι έγρα­ψε μετα­ξύ άλλων και ένα έργο εναν­τί­ον των αγί­ων εικό­νων, τη γνη­σιό­τη­τα του οποί­ου αμφι­σβη­τεί εδώ ο Ιερός Δαμα­σκη­νός] τις απα­γό­ρευ­σε κατη­γο­ρη­μα­τι­κά, πρώ­τον είναι ενδε­χό­με­νο να είναι ο λόγος του νόθος και πλα­στός, να είναι δηλα­δή κόπος άλλου και να έχει την επω­νυ­μία άλλου, πράγ­μα που πολ­λοί συνη­θί­ζουν να κάνουν. Δεύ­τε­ρον, γνω­ρί­ζου­με ότι ο μακά­ριος Αθα­νά­σιος απα­γό­ρευ­σε να τοπο­θε­τούν τα λεί­ψα­να των αγί­ων σε λει­ψα­νο­θή­κες, ή μάλ­λον διέ­τα­ξε να τα θάβουν στη γη, επει­δή ήθε­λε να καταρ­γή­σει την άτο­πη συνή­θεια των Αιγυ­πτί­ων, οι οποί­οι δεν έθα­βαν τους νεκρούς τους, αλλά τους τοπο­θε­τού­σαν σε κρε­βά­τια και φορεία. Ίσως και ο μέγας Επι­φά­νιος, θέλον­τας να διορ­θώ­σει κάτι τέτοιο, νομο­θέ­τη­σε να μην κατα­σκευά­ζουν εικό­νες, εάν βέβαια δεχθού­με ότι είναι δικός του ο λόγος· για­τί, ότι σκο­πός του δεν ήταν να τις απο­μα­κρύ­νει, το μαρ­τυ­ρεί η εκκλη­σία του ιδί­ου του θεσπέ­σιου Επι­φα­νί­ου, που μέχρι σήμε­ρα είναι στο­λι­σμέ­νη με εικό­νες.

Τρί­τον, το σπά­νιο δεν μπο­ρεί να γίνει νόμος στην Εκκλη­σία, ούτε ένα χελι­δό­νι φέρ­νει την άνοι­ξη, όπως και ο Γρη­γό­ριος ο θεολόγος[Γρηγορίου Θεο­λό­γου, Λόγος 39, P.G.36,352] δέχε­ται και η αλή­θεια είναι ότι ούτε ένας λόγος είναι σε θέση να ανα­τρέ­ψει την παρά­δο­ση όλης της Εκκλη­σί­ας, από τα πέρα­τα της γης μέχρι τα πέρα­τα αυτής.

26. Να δέχε­σαι λοι­πόν το πλή­θος των γρα­φι­κών και πατε­ρι­κών ρήσε­ων, που, αν και η Γρα­φή λέγει: «τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν, ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων (: τα είδω­λα που λατρεύ­ουν οι εθνι­κοί είναι μεν αργυ­ρά και χρυ­σά, όμως δεν παύ­ουν να είναι μέταλ­λα άψυ­χα, τα οποία επε­ξερ­γά­στη­καν και τους προ­σέ­δω­σαν τη μορ­φή των ειδώ­λων ανθρώ­πι­να χέρια)» [Ψαλμ.113,12], όμως δεν απα­γο­ρεύ­ει την προ­σκύ­νη­ση άψυ­χων ή χει­ρο­ποί­η­των έργων, αλλά των εικό­νων των δαι­μό­νων.

27. Ότι βέβαια οι προ­φή­τες προ­σκύ­νη­σαν αγγέ­λους και ανθρώ­πους και βασι­λείς και ασε­βείς και ράβδο, έχει λεχθεί· λέει επί­σης και ο Δαβίδ: «Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ προ­σκυ­νεῖτε τῷ ὑποπο­δίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ, ὅτι ἅγιός ἐστι(: Κατα­νο­ή­στε λοι­πόν το ύψος του Κυρί­ου και αντά­ξια προς το ύψος αυτό δοξο­λο­γεί­τε Κύριο τον Θεό μας και προ­σκυ­νεί­τε με ευλά­βεια τον τόπο μέσα στον Ναό της Σιών, επά­νω στον οποίο πατούν οι πόδες Του, διό­τι είναι αυτός τόπος ιερός και άγιος)»[Ψαλμ.98,5]· [«Υπο­πό­διο» είναι το στή­ριγ­μα που έβα­ζαν κάτω από τα πόδια τους]. Ο Ησα­ΐ­ας εξ ονό­μα­τος του Θεού λέει: «Ὁ οὐρανός μοι θρό­νος, ἡ δὲ γῆ ὑποπό­διον τῶν ποδῶν μου· ποῖον οἶκον οἰκοδο­μή­σε­τέ μοι; καὶ ποῖος τόπος τῆς κατα­παύ­σε­ώς μου;(: ο ουρα­νός ολό­κλη­ρος είναι θρό­νος μου, ενώ η γη είναι στή­ριγ­μα κάτω από τα πόδια μου. Ποιο λοι­πόν οίκο θα οικο­δο­μή­σε­τε για Εμέ­να, ικα­νό να με περι­λά­βει; Και ποιος τόπος είναι κατάλ­λη­λος για να ανα­παυ­θώ;)»[ Ησ. 66,1]. Ο ουρα­νός και η γη στον καθέ­να είναι φανε­ρό ότι είναι κτί­σμα­τα. Και ο Μωυ­σής επί­σης και ο Ααρών μαζί με όλο τον λαό προ­σκύ­νη­σαν χει­ρο­ποί­η­τα πράγ­μα­τα.

Λέει λοι­πόν ο Παύ­λος, ο χρυ­σός μελω­δός (τέτ­τιξ) της Εκκλη­σί­ας στην προς Εβραί­ους επι­στο­λή: «Χριστὸς δὲ παρα­γε­νό­με­νος ἀρχιε­ρεὺς τῶν μελ­λόν­των ἀγαθῶν διὰ τῆς μεί­ζο­νος καὶ τελειο­τέ­ρας σκηνῆς, οὐ χει­ρο­ποι­ή­του, τοῦτ᾿ ἔστιν οὐ ταύ­της τῆς κτί­σε­ως(: Αντί­θε­τα ο Χρι­στός ήλθε ως αρχιε­ρεύς των μελ­λον­τι­κών αγα­θών, των αγα­θών δηλα­δή της Και­νής Δια­θή­κης. Και εισήλ­θε στα επου­ρά­νια Άγια των Αγί­ων μέσα από μια ανώ­τε­ρη και τελειό­τε­ρη σκη­νή, που δεν κατα­σκευά­στη­κε από χέρια ανθρώ­πων. Δηλα­δή δεν εισήλ­θε μέσα από μια επί­γεια σκη­νή, όπως ήταν η Σκη­νή του Μαρ­τυ­ρί­ου, αλλά δεδο­μέ­νου ότι το σώμα Του ήταν η σκη­νή και κατοι­κία του Θεού Λόγου, ασυγ­κρί­τως ανώ­τε­ρη και τελειό­τε­ρη, εισήλ­θε μέσα από τη σκη­νή αυτή του σώμα­τός Του. Ακρι­βώς μάλι­στα το σώμα Του αυτό, επει­δή συνε­λή­φθη εκ Πνεύ­μα­τος Αγί­ου, δεν προ­ερ­χό­ταν από την κτί­ση αυτή, αλλά από νέα πνευ­μα­τι­κή κτί­ση)»[ Εβρ.9,11]· και πάλι ο Χρι­στός δεν εισήλ­θε σε χει­ρο­ποί­η­τα άγια, αντί­γρα­φα των αλη­θι­νών, αλλά στον ουρα­νό: «Οὐ γὰρ εἰς χει­ρο­ποί­η­τα Ἅγια εἰσῆλθεν ὁ Χρι­στός, ἀντί­τυ­πα τῶν ἀληθινῶν, ἀλλ᾿ εἰς αὐτὸν τὸν οὐρανόν, νῦν ἐμφα­νι­σθῆναι τῷ προ­σώπῳ τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ ἡμῶν(: διό­τι ο Χρι­στός δεν μπή­κε σε Άγια Αγί­ων που έκτι­σαν άνθρω­ποι και απο­τε­λούν απο­μί­μη­ση και εικό­να των αλη­θι­νών Αγί­ων˙ αλλά μπή­κε στον ίδιο τον ουρα­νό, για να παρου­σια­στεί τώρα μπρο­στά στο πρό­σω­πο του Θεού και να πρε­σβεύ­ει για μας)»[Εβρ.9,24]. Ώστε τα προ­η­γού­με­να άγια και η σκη­νή και όλα όσα υπήρ­χαν μέσα σε αυτήν ήταν χει­ρο­ποί­η­τα, και ότι τα προ­σκυ­νού­σαν κανείς δεν αντι­λέ­γει.

Μαρ­τυ­ρί­ες παλαιών και δοκί­μων Πατέ­ρων περί των ιερών εικό­νων.

[Στο εξής ο ιερός Δαμα­σκη­νός παρα­θέ­τει και σχο­λιά­ζει μαρ­τυ­ρί­ες παλαιό­τε­ρών του δοκί­μων πατέ­ρων για τις ιερές εικό­νες· βλ. Migne, P. G. 94,1260A]

28. Του αγί­ου Διο­νυ­σί­ου του Αρε­ο­πα­γί­τη από την επι­στο­λή προς Τίτον:

«Χρή τοι­γα­ροῦν καὶ ἡμᾶς ἀντὶ τῆς δημώ­δους περὶ αὐτῶν ὑπολή­ψε­ως εἴσω τῶν ἱερῶν συμ­βό­λων ἱερο­πρεπῶς δια­λα­βεῖν καὶ μηδὲ ἀτιμά­ζειν αὐτὰ τῶν θεί­ων ὄντα χαρα­κτή­ρων ἔκγο­να καὶ ἀποτυ­πώ­μα­τα καὶ εἰκόνας ἐμφα­νεῖς τῶν ἀπορ­ρή­των καὶ ὑπερ­φυῶν θεα­μά­των (:Πρέ­πει λοι­πόν και εμείς, αντί να έχου­με την απλοϊ­κή γι’ αυτά τα πράγ­μα­τα αντί­λη­ψη, να διεισ­δύ­σου­με ιερο­πρε­πώς στο βαθύ­τε­ρο νόη­μα των ιερών συμ­βό­λων και να μην ατι­μά­ζου­με αυτά που είναι καρ­ποί και απο­τυ­πώ­σεις και φανε­ρές εικό­νες των άγνω­στων και υπερ­φυ­σι­κών θεα­μά­των)».

29. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:)Πρό­σε­ξε ότι είπε να μην ατι­μά­ζου­με τις εικό­νες των αγί­ων.

30. Επί­σης του αγί­ου Διο­νυ­σί­ου του Αρε­ο­πα­γί­του, από το σύγ­γραμ­μά του «Περί θεί­ων ονο­μά­των»:

«Ταύ­της καὶ ἡμεῖς μεμυ­ή­με­θα· νῦν μὲν ἀναλό­γως ἡμῖν διὰ τῶν ἱερῶν παρα­πε­τα­σμά­των τῆς τῶν λογί­ων καὶ ἱεραρ­χικῶν παρα­δό­σε­ων φιλαν­θρω­πί­ας αἰσθη­τοῖς τὰ νοητὰ καὶ τοῖς οὖσι τὰ ὑπερού­σια περι­κα­λυ­πτού­σης καὶ μορφὰς καὶ τύπους τοῖς ἀμορ­φώ­τοις τε καὶ ἀτυπώ­τοις περι­τι­θεί­σης καὶ τὴν ὑπερ­φυᾶ καὶ ἀσχη­μά­τι­στον ἁπλό­τη­τα τῇ ποι­κι­λίᾳ τῶν μεριστῶν συμ­βό­λων πλη­θυού­σης τε καὶ δια­πλατ­τού­σης(:Σ’ αυτήν έχου­με μυη­θεί και εμείς· τώρα δηλα­δή ανά­λο­γα με τη δυνα­τό­τη­τά μας, κατα­νο­ού­με τα θεία πράγ­μα­τα μέσα από τα ιερά παρα­πε­τά­σμα­τα της φιλαν­θρω­πί­ας των λογί­ων και ιεραρ­χι­κών παρα­δό­σε­ων, η οποία καλύ­πτει τα νοη­τά με τα αισθη­τά και τα υπε­ρού­σια με αυτά που υπάρ­χουν, και δίνει μορ­φές και τύπους σε αυτά που είναι χωρίς μορ­φή και τύπο, και με την ποι­κι­λία των επί μέρους συμ­βό­λων πλη­θύ­νει και δια­πλά­θει την υπερ­φυ­σι­κή και ασχη­μά­τι­στη απλό­τη­τα)».

31. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:) Εάν είναι πρά­ξη φιλαν­θρω­πί­ας το να δίνει κανείς μορ­φές και τύπους σε αυτά που είναι ατύ­πω­τα και αμορ­φο­ποί­η­τα και στα απλά και ασχη­μά­τι­στα, ανά­λο­γα προς τις δικές μας προ­σλαμ­βά­νου­σες παρα­στά­σεις, πώς να μη εικο­νί­σου­με, ανά­λο­γα προς τη δική μας αντι­λη­πτι­κή ικα­νό­τη­τα, αυτά που έγι­ναν ορα­τά με μορ­φές και σχή­μα­τα, για να δια­τη­ρού­με τη μνή­μη τους και από τη μνή­μη να παρα­κι­νού­μα­στε προς μίμη­ση;

32. Του αγί­ου Διο­νυ­σί­ου του Αρε­ο­πα­γί­του, από το σύγ­γραμ­μά του «Περί εκκλη­σια­στι­κής ιεραρ­χί­ας»:

«Ἀλλ’ αἱ μὲν ὑπὲρ ἡμᾶς οὐσίαι καὶ τάξεις, ὧν ἤδη μνή­μην ἱερὰν ἐποι­η­σά­μην, ἀσώμα­τοί τέ εἰσι, καὶ νοητὴ καὶ ὑπερ­κό­σμιός ἐστιν ἡ κατ’ αὐτὰς ἱεραρ­χία. Τὴν καθ’ ἡμᾶς δὲ ὁρῶμεν ἀναλό­γως ἡμῖν αὐτοῖς τῇ τῶν αἰσθητῶν συμ­βό­λων ποι­κι­λίᾳ πλη­θυ­νο­μέ­νην, ὑφ’ ὧν ἱεραρ­χικῶς ἐπὶ τὴν ἑνοειδῆ θέω­σιν ἐν συμ­με­τρίᾳ τῇ καθ’ ἡμᾶς ἀναγό­με­θα θεόν τε καὶ θεί­αν ἀρετήν, αἱ μὲν ὡς νόες νοοῦσιν κατὰ τὸ αὐταῖς θεμι­τόν, ἡμεῖς δὲ αἰσθη­ταῖς εἰκόσιν ἐπὶ τὰς θεί­ας, ὡς δυνα­τόν, ἀναγό­με­θα θεω­ρί­ας (:Αλλά οι ουσί­ες και οι τάξεις που βρί­σκον­ται πάνω από μας, τις οποί­ες μνη­μό­νευ­σα ήδη με τρό­πο ιερό, είναι ασώ­μα­τες και η μετα­ξύ τους ιεράρ­χη­ση είναι νοη­τή και υπερ­κό­σμια.

Τη δική μας όμως ιεραρ­χία τη βλέ­που­με, ανά­λο­γα με τη δυνα­τό­τη­τά μας, να πλη­θύ­νε­ται με την ποι­κι­λία των αισθη­τών συμ­βό­λων, με τα οποία ιεραρ­χι­κώς ανα­γό­μα­στε στην ενιαία θέω­ση, στον Θεό δηλα­δή και στη θεία αρε­τή, συμ­με­τρι­κά προς τα δικά μας. Οι νοε­ρές βέβαια τάξεις κατα­νο­ούν όσο επι­τρέ­πε­ται σε αυτές, ενώ εμείς με αισθη­τές εικό­νες ανα­γό­μα­στε στις θεί­ες θεω­ρί­ες, όσο είναι δυνα­τό)».

33. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:) Εφό­σον λοι­πόν ανά­λο­γα με τις δυνά­μεις μας ανα­γό­μα­στε με αισθη­τές εικό­νες στη θεϊ­κή και άυλη θεω­ρία και η θεία πρό­νοια από φιλαν­θρω­πία, για τη δική μας χει­ρα­γω­γία, περι­βάλ­λει με τύπους και σχή­μα­τα τα ασχη­μά­τι­στα και ατύ­πω­τα, για­τί είναι απρε­πές να εικο­νί­ζου­με, ανά­λο­γα με τη δική μας φύση, Εκεί­νον που κατα­δέ­χτη­κε να πάρει και σχή­μα και μορ­φή και από φιλαν­θρω­πία για μας να γίνει ορα­τός ως άνθρω­πος με τρό­πο φυσι­κό;

Παρά­δο­ση που μας έρχε­ται από πολύ παλιά, ανα­φέ­ρει ότι ο Αύγα­ρος, ο βασι­λιάς της Έδεσ­σας, από τη φήμη του Κυρί­ου πυρ­πο­λή­θη­κε με θείο έρω­τα και έστει­λε πρέ­σβεις να τον παρα­κα­λέ­σουν να τον επι­σκε­φθεί. Εάν όμως αρνιό­ταν να κάνει αυτό, τους πρό­στα­ξε να κάνουν το ομοί­ω­μά Του σε ζωγρά­φο. Επει­δή το γνώ­ρι­ζε αυτό Εκεί­νος, που γνω­ρί­ζει τα πάν­τα και όλα τα μπο­ρεί, πήρε ένα πανί και τοπο­θε­τών­τας το στο πρό­σω­πό Του, απο­τύ­πω­σε σε αυτό τη μορ­φή Του και αυτό σώζε­ται μέχρι σήμε­ρα[:εδώ ο Ιερός Δαμα­σκη­νός ανα­φέ­ρε­ται στο άγιο Μαν­δή­λιο της Έδεσ­σας, όπου κατά την παρά­δο­ση έχει απο­τυ­πω­θεί το πρό­σω­πο του Κυρί­ου μας Ιησού Χρι­στού].

34. Του αγί­ου Βασι­λεί­ου από τον λόγο του στον Μακά­ριο Βαρ­λα­άμ τον μάρ­τυ­ρα, του οποί­ου λόγου η αρχή είναι προ­η­γου­μέ­νως οι θάνα­τοι των αγί­ων:

«Ἀνάστη­τέ μοι νῦν, ὦ λαμ­προὶ τῶν ἀθλη­τικῶν κατορ­θω­μά­των ζωγρά­φοι, τὴν τοῦ στρα­τη­γοῦ κολο­βω­θεῖσαν εἰκόνα ταῖς ὑμετέ­ραις μεγα­λύ­να­τε τέχναις· Ἀμαυ­ρό­τε­ρον παρ’ ἐμοῦ τὸν στε­φα­νί­την γρα­φέν­τα τοῖς τῆς ὑμετέ­ρας σοφί­ας περι­λάμ­ψα­τε χρώ­μα­σιν. Ἀπέλ­θω τῇ τῶν ἀριστευ­μά­των τοῦ μάρ­τυ­ρος παρ’ ὑμῶν νενι­κη­μέ­νος γραφῇ· χαί­ρω τὴν τοιαύ­την τῆς ὑμετέ­ρας ἰσχύ­ος σήμε­ρον ἡττώ­με­νος νίκην· ἴδω τῆς χειρὸς πρὸς τὸ πῦρ ἀκρι­βέ­στε­ρον παρ’ ὑμῶν γρα­φο­μέ­νην τὴν πάλην· ἴδω φαι­δρό­τε­ρον ἐπὶ τῆς ὑμετέ­ρας τὸν παλαιστὴν γεγραμ­μέ­νον εἰκόνος. Κλαυ­σά­τω­σαν δαί­μο­νες καὶ νῦν ταῖς τοῦ μάρ­τυ­ρος ἐν ὑμῖν ἀριστεί­αις πλητ­τό­με­νοι. Φλε­γο­μέ­νη πάλιν αὐτοῖς ἡ χεὶρ καὶ νικῶσα δει­κνύ­σθω. Ἐγγρα­φέ­σθω τῷ πίνα­κι καὶ ὁ τῶν παλαι­σμά­των ἀγωνο­θέ­της Χρι­στός, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας (:Σηκω­θεί­τε τώρα, εξαί­ρε­τοί μου ζωγρά­φοι των αθλη­τι­κών κατορ­θω­μά­των και με τις τέχνες σας δώστε μεγα­λο­πρέ­πεια στην παρα­μορ­φω­μέ­νη εικό­να του στρα­τη­γού˙ επει­δή εγώ περιέ­γρα­ψα αμυ­δρά τον στε­φα­νω­μέ­νο με τη νίκη, δώστε του εσείς τη λάμ­ψη που του πρέ­πει με τα χρώ­μα­τα της σοφί­ας σας. Θα απο­χω­ρή­σω εγώ ηττη­μέ­νος από τη δική σας παρά­στα­ση των κατορ­θω­μά­των του μάρ­τυ­ρα. Χαί­ρο­μαι που σήμε­ρα ηττώ­μαι από μια τέτοια νίκη της δικής σας δυνάμεως.Βλέπω ζωγρα­φι­σμέ­νη από σας με περισ­σό­τε­ρη ακρί­βεια την πάλη του χεριού με τη φωτιά. Βλέ­πω πιο φωτει­νά τον παλαι­στή ζωγρα­φι­σμέ­νο στη δική σας εικό­να. Ας κλά­ψουν οι δαί­μο­νες και τώρα που χάρη σε σας πλήτ­τον­ται από τα αρι­στεία του μάρ­τυ­ρα. Ας επι­δει­χθεί και πάλι σε αυτούς το χέρι που καί­ε­ται και νικά. Ας ζωγρα­φι­σθεί στην εικό­να και ο αγω­νο­θέ­της της πάλης Χρι­στός, στον οποίο ανή­κει η δόξα αιώ­νια)».

35. Επί­σης του Μεγά­λου Βασι­λεί­ου, από τα τριάν­τα κεφά­λαια προς Αμφι­λό­χιον Περί του αγί­ου Πνεύ­μα­τος (από το κεφά­λαιο 17):

«Ὅτι βασι­λεὺς λέγε­ται καὶ ἡ τοῦ βασι­λέ­ως εἰκών, καὶ οὐ δύο βασι­λεῖς· οὔτε γὰρ τὸ κρά­τος σχί­ζε­ται οὔτε ἡ δόξα δια­με­ρί­ζε­ται. Ὡς γὰρ ἡ κρα­τοῦσα ἡμῶν ἀρχὴ καὶ ἐξου­σία μία, οὕτως καὶ ἡ παρ’ ἡμῶν δοξο­λο­γία μία καὶ οὐ πολ­λαί, διό­τι ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρω­τό­τυ­πον δια­βαί­νει. Ὃ οὖν ἐστιν ἐνταῦθα μιμη­τικῶς ἡ εἰκών, τοῦτο ἐκεῖ φυσικῶς ὁ υἱός. Καὶ ὥσπερ ἐπὶ τῶν τεχνητῶν κατὰ τὴν μορφὴν ἡ ὁμοί­ω­σις, οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς θεί­ας καὶ ἀσυν­θέ­του φύσε­ως ἐν τῇ κοι­νω­νίᾳ τῆς θεό­τη­τός ἐστιν ἡ ἕνωσις(:Επει­δή και η εικό­να του βασι­λιά λέγε­ται βασι­λιάς, δεν υπάρ­χουν δυο βασι­λείς· για­τί ούτε το κρά­τος διαι­ρεί­ται, ούτε η δόξα μοι­ρά­ζε­ται. Όπως λοι­πόν η αρχή και η εξου­σία που μας κυβερ­νά είναι μία, έτσι και σε εμάς η δοξο­λο­γία είναι μία και όχι πολ­λές, για­τί η τιμή της εικό­νας μετα­βαί­νει στο πρω­τό­τυ­πο. Αυτό λοι­πόν που εδώ είναι η εικό­να κατ΄ απο­μί­μη­ση, εκεί είναι φυσι­κώς ο Υιός. Και όπως τα τεχνη­τά πράγ­μα­τα η ομοί­ω­ση ανα­φέ­ρε­ται στη μορ­φή, έτσι και στη θεία και ασύν­θε­τη φύση η ένω­ση υπάρ­χει στην κοι­νω­νία της θεό­τη­τας)».

36. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:) Αν η εικό­να του βασι­λιά είναι ο βασι­λιάς, και η εικό­να του Χρι­στού είναι ο Χρι­στός και η εικό­να του αγί­ου είναι ο άγιος, και ούτε το κρά­τος διαι­ρεί­ται ούτε η δόξα μοι­ρά­ζε­ται, αλλά η δόξα της εικό­νας γίνε­ται δόξα του εικο­νι­ζό­με­νου. Οι δαί­μο­νες φοβούν­ται τους αγί­ους και φεύ­γουν από τη σκιά τους· σκιά όμως είναι και η εικό­να και την κατα­σκευά­ζω ως διώ­κτρια των δαι­μό­νων. Αν όμως ισχυ­ρί­ζε­σαι ότι πρέ­πει μόνο νοε­ρά να ενώ­νε­σαι με το Θεό, κατάρ­γη­σε όλα τα υλι­κά, τα φώτα, το ευω­δια­στό θυμί­α­μα, την ίδια την προ­σευ­χή που γίνε­ται με τη φωνή, τα ίδια τα θεία μυστή­ρια που τελούν­ται με υλι­κά στοι­χεία, τον άρτο, τον οίνο, το λάδι του χρί­σμα­τος, το σχή­μα του σταυ­ρού. Για­τί όλα αυτά είναι ύλη· ο σταυ­ρός, το σφουγ­γά­ρι και το καλά­μι, η λόγ­χη που τρύ­πη­σε τη ζωη­φό­ρο πλευρά.Ή κατάρ­γη­σε λοι­πόν τον σεβα­σμό όλων αυτών, πράγ­μα αδύ­να­το, ή μην αρνεί­σαι ούτε την τιμή των εικό­νων.

Δίνε­ται θεία χάρη στα υλι­κά στοι­χεία με την προ­σα­γό­ρευ­ση των εικο­νι­ζό­με­νων. Όπως είναι φτω­χό το κογ­χύ­λι καθε­αυ­τό [:το θαλασ­σι­νό κογ­χύ­λι που ανα­φέ­ρει εδώ ο ιερός συγ­γρα­φέ­ας ήταν εκεί­νο από το οποίο παρα­γό­ταν το βαθύ κόκ­κι­νο χρώ­μα με το οποίο έβα­φαν τις πολυ­τε­λείς βασι­λι­κές αλουρ­γί­δες.] και το μετά­ξι και το ιμά­τιο που υφαί­νε­ται και από τα δύο, και δεν έχει καμιά αξία καθε­αυ­τό, αν όμως το φορέ­σει ο βασι­λιάς, από την αξία που υπάρ­χει σε αυτόν που το φορά­ει, δίνε­ται και στο ένδυ­μα, έτσι και τα υλι­κά στοι­χεία, αυτά καθε­αυ­τά βέβαια είναι απρο­σκύ­νη­τα, όταν όμως ο εικο­νι­ζό­με­νος είναι γεμά­τος χάρη, μετέ­χουν κι αυτά στη χάρη[Οι εικό­νες είναι φορείς της θεί­ας χάρι­τος, ανά­λο­γης προς τη χάρη του εικο­νι­ζό­με­νου] ανά­λο­γα με την πίστη. Τον Κύριο τον είδαν οι από­στο­λοι με τα σωμα­τι­κά μάτια και τους απο­στό­λους τους είδαν άλλοι και τους μάρ­τυ­ρες άλλοι. Ποθώ και εγώ να τους βλέ­πω με την ψυχή και το σώμα και να τους έχω φάρ­μα­κο που απο­μα­κρύ­νει τα κακά, επει­δή έχει πλα­σθεί με διπλή φύση, και βλέ­πον­τας προ­σκυ­νώ αυτό που φαί­νε­ται όχι ως Θεό, αλλά ως τίμιο εικό­νι­σμα τιμί­ων προ­σώ­πων.

Εσύ ίσως έγι­νες υψη­λός και άυλος και πάνω από το σώμα και σαν άσαρ­κος περι­φρο­νείς καθε­τί που βλέ­πε­ται, εγώ όμως, επει­δή είμαι άνθρω­πος και φέρω σώμα, ποθώ και σωμα­τι­κώς να επι­κοι­νω­νώ και να βλέ­πω τα άγια πράγ­μα­τα. Δεί­ξε συγ­κα­τά­βα­ση στο ταπει­νό μου φρό­νη­μα, συ ο υψη­λός, για να δια­τη­ρή­σεις το δικό σου το υψη­λό. Ο Χρι­στός δέχε­ται τον πόθο μου γι’ Αυτόν και τους φίλους Του, για­τί χαί­ρε­ται ο Κύριος όταν εγκω­μιά­ζε­ται ο ευγνώ­μων δού­λος, είπε ο μέγας Βασί­λειος, εγκω­μιά­ζον­τας τους Σαράν­τα μάρ­τυ­ρες.

Πρό­σθε­σε όμως και αυτά που λέει και στον αεί­μνη­στο Γόρ­διο τιμών­τας τον με το λόγο του.

37. Του αγί­ου Βασι­λεί­ου από τον λόγο του στο μάρ­τυ­ρα Γόρ­διο.

«Εὐφραί­νον­ται λαοὶ εὐφρο­σύ­νην πνευ­μα­τικὴν ἐπὶ μόνῃ τῇ ὑπομνή­σει τῶν τοῖς δικαί­οις κατωρ­θω­μέ­νων εἰς ζῆλον καὶ μίμη­σιν τῶν ἀγαθῶν, ἀφ’ ὧν ἀκού­ου­σιν, ἐναγό­με­νοι· ἡ γὰρ τῶν εὐπολι­τεύ­των ἀνδρῶν ἱστο­ρία οἷόν τι φῶς τοῖς σῳζομέ­νοις πρὸς τὴν τοῦ βίου ὁδὸν ἐμποιεῖ. Καὶ μετ’ ὀλίγα· Ὥστε, ὅταν διη­γώ­με­θα τοὺς βίους τῶν δια­πρε­ψάν­των ἐν εὐσεβείᾳ, δοξά­ζο­μεν πρῶτον τὸν δεσπό­την διὰ τῶν δού­λων, ἐγκω­μιά­ζο­μεν δὲ τοὺς δικαί­ους διὰ τῆς μαρ­τυ­ρί­ας, ὧν ἴσμεν, εὐφραί­νο­μεν δὲ τοὺς λαοὺς διὰ τῆς ἀκοῆς τῶν καλῶν (:Οι λαοί αισθά­νον­ται πνευ­μα­τι­κή ευφρο­σύ­νη και με μόνη την ανά­μνη­ση αυτών που έχουν κατορ­θώ­σει οι δίκαιοι, παρα­κι­νού­με­νοι σε άμιλ­λα και μίμη­ση των αγα­θών από αυτά που ακού­νε· για­τί η εξι­στό­ρη­ση της καλής πολι­τεί­ας των αγί­ων ανδρών σαν κάποιο φως οδη­γεί τους σωζό­με­νους στον δρό­μο της ζωής. Και ύστε­ρα από μερι­κά. Ώστε, όταν διη­γού­μα­στε τους βίους εκεί­νων που διέ­πρε­ψαν με την ευσέ­βεια τους, δοξά­ζου­με πρώ­τα τον Κύριο μέσω των δού­λων, και εγκω­μιά­ζου­με τους δίκαιους μέσω της μαρ­τυ­ρί­ας αυτών που ξέρου­με, και ευφραί­νου­με τους λαούς με την ακρό­α­ση των καλών έργων)».

38. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:) Πρό­σε­χε ότι η μνή­μη των αγί­ων απο­τε­λεί δόξα του Θεού, εγκώ­μιο των αγί­ων και χαρά και σωτη­ρία των λαών. Για­τί λοι­πόν την αφαι­ρείς; Ότι η μνή­μη γίνε­ται με τον λόγο και τις εικό­νες το λέει ο ίδιος ο θεσπέ­σιος Μέγας Βασί­λειος.

39. Από τον ίδιο λόγο του Μεγά­λου Βασι­λεί­ου στον μάρ­τυ­ρα Γόρ­διο.

«Ὥσπερ γὰρ τῷ πυρὶ αὐτομά­τως ἕπεται τὸ φωτί­ζειν καὶ τῷ μύρῳ τὸ εὐωδεῖν, οὕτω καὶ ταῖς ἀγαθαῖς πρά­ξε­σιν ἀναγ­καί­ως ἀκολου­θεῖ τὸ ὠφέλι­μον. Καί­τοι οὐδὲ τοῦτο μικρόν, ἀκριβῶς τυχεῖν τῆς ἀληθεί­ας τῶν τότε· ἀμυδρὰ γάρ τις μνή­μη εἰς ἡμᾶς διε­δό­θη τὰς ἐπὶ τῶν ἀγώνων ἀνδρα­γα­θί­ας τοῦ ἀνδρὸς διασῴ ζου­σα. Καί πως δοκεῖ τὸ καθ’ ἡμᾶς τῷ τῶν ζωγρά­φων προ­σε­οι­κέ­ναι· καὶ γὰρ ἐκεῖνοι, ἐπειδὰν ἐξ εἰκόνων μετα­γρά­φω­σι τὰς εἰκόνας, πλεῖστον ὡς εἰκὸς τῶν ἀρχε­τύ­πων ἀπολιμ­πά­νον­ται, καὶ ἡμᾶς αὐτῆς τῆς θέας τῶν πραγ­μά­των ἀπολει­φθέν­τας κίν­δυ­νος οὐ μικρὸς τὴν ἀλήθειαν ἐλαττῶσαι (:Όπως αυτό­μα­τα τη φωτιά την ακο­λου­θεί ο φωτι­σμός και το μύρο η μυρου­διά, έτσι και τις αγα­θές πρά­ξεις κατ΄ ανάγ­κη τις ακο­λου­θεί το ωφέ­λι­μο. Αν και αυτό δεν είναι μικρό πράγ­μα, ας δού­με με ακρί­βεια την αλή­θεια αυτών που έγι­ναν τότε˙ για­τί σε μας δια­σώ­θη­κε κάποια αμυ­δρή ανά­μνη­ση που δια­σώ­ζει τις ανδρα­γα­θί­ες των αγώ­νων του μάρ­τυ­ρα. Φαί­νε­ται πως το έργο μας μοιά­ζει κάπως με εκεί­νο των ζωγρά­φων, για­τί εκεί­νοι, όταν κάνουν τις εικό­νες αντι­γρά­φον­τας άλλες εικό­νες, είναι φυσι­κό να απο­μα­κρύ­νον­ται κατά πολύ από τα πρω­τό­τυ­πα. Και εμείς που βρι­σκό­μα­στε μακριά από του να έχου­με δει τα πράγ­μα­τα, δεν είναι μικρός ο κίν­δυ­νος να μειώ­σου­με την αλή­θεια)».

40. Και στο τέλος του ιδί­ου λόγου: «Ὡς γὰρ τὸν ἥλιον ἀεὶ καθορῶντες ἀεὶ θαυ­μά­ζο­μεν, οὕτω καὶ τοῦ ἀνδρὸς ἐκεί­νου ἀεὶ νεαρὰν τὴν μνή­μην ἔχομεν (:Όπως βλέ­πον­τας διαρ­κώς τον ήλιο, πάν­το­τε τον θαυ­μά­ζου­με, έτσι και του αγί­ου εκεί­νου δια­τη­ρού­με πάν­το­τε ζων­τα­νή τη μνή­μη)».

41. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:). Είναι φανε­ρό ότι τον βλέ­που­με διαρ­κώς με τον λόγο και τα εικο­νί­σμα­τα.

42. Και στον λόγο του Μεγά­λου Βασι­λεί­ου όμως για τους υπέρ­τι­μους Σαράν­τα μάρ­τυ­ρες λέει τα έξης.

«Μαρ­τύ­ρων δὲ μνή­μης τίς ἂν γένοι­το κόρος τῷ φιλο­μάρ­τυ­ρι; Διό­τι ἡ πρὸς τοὺς ἀγαθοὺς τῶν ὁμοδού­λων τιμὴ ἀπόδει­ξιν ἔχει τῆς πρὸς τὸν κοινὸν δεσπό­την εὐνοί­ας (:Πώς θα ήταν δυνα­τό να επέλ­θει κόρος της μνή­μης των μαρ­τύ­ρων στον φιλομάρτυρα;Γιατί η τιμή που απο­δί­δουν οι ομό­δου­λοι προς τους αγα­θούς, φανε­ρώ­νει την καλή διά­θε­ση προς τον κοι­νό Δεσπό­τη)».

Και πάλι: «Μακά­ρι­σον γνη­σί­ως τὸν μαρ­τυ­ρή­σαν­τα, ἵνα γένῃ μάρ­τυς τῇ προ­αι­ρέ­σει καὶ ἐκβῇς χωρὶς διωγ­μοῦ, χωρὶς πυρός, χωρὶς μαστί­γων τῶν αὐτῶν ἐκεί­νοις ἐπαί­νων ἠξιω­μέ­νος (:Μακά­ρι­σε ειλι­κρι­νά αυτόν που μαρ­τύ­ρη­σε, για να γίνεις και εσύ μάρ­τυ­ρας ως προς την προ­αί­ρε­ση και να βρε­θείς χωρίς διωγ­μό, χωρίς φωτιά, χωρίς μαστί­για αξιω­μέ­νος με τους ίδιους με εκεί­νους επαί­νους)».

43. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:). Πώς λοι­πόν με εμπο­δί­ζεις από την τιμή των αγί­ων και με φθο­νείς για τη σωτη­ρία;

Το ότι πάλι ανα­γνω­ρί­ζει ότι είναι συνυ­φα­σμέ­νη η χρω­μα­τι­κή μορ­φή με τον λόγο, άκου τον ίδιο άγιο που λίγο πιο κάτω λέει:

44. Του Μεγά­λου Βασι­λεί­ου.

«Δεῦρο δὴ οὖν εἰς μέσον αὐτοὺς ἀγαγόν­τες διὰ τῆς ὑπομνή­σε­ως κοινὴν τὴν ἀπ’ αὐτῶν ὠφέλειαν τοῖς παροῦσι κατα­στη­σώ­με­θα, προ­δεί­ξαν­τες πᾶσιν ὥσπερ ἐν γραφῇ τὰς τῶν ἀνδρῶν ἀριστεί­ας(:Εμπρός λοι­πόν, αφού τους φέρου­με ανά­με­σά μας, ας κάνου­με με την υπό­μνη­σή μας κοι­νή στους παρόν­τες την ωφέ­λεια από αυτούς, δεί­χνον­τας σε όλους σαν σε ζωγρα­φιά τα κατορ­θώ­μα­τα των αγί­ων)».

45. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:) Βλέ­πεις πως το έργο της εικό­νας και του λόγου είναι ένα; «Ὡς ἐν γραφῇ (:σαν σε ζωγρα­φιά)», είπε, «προ­δεί­ξω­μεν τῷ λόγῳ(:να τα παρου­σιά­σου­με με τον λόγο)».

46. Και πάλι στη συνέ­χεια του ίδιου λόγου:

«Ἐπεὶ καὶ πολέ­μων ἀνδρα­γα­θή­μα­τα καὶ λογο­γρά­φοι πολ­λά­κις καὶ ζωγρά­φοι δια­ση­μαί­νου­σιν, οἱ μὲν τῷ λόγῳ κοσμοῦντες, οἱ δὲ τοῖς πίνα­ξιν ἐγχα­ράτ­τον­τες, καὶ πολ­λοὺς ἐπήγει­ραν εἰς ἀνδρεί­αν ἑκάτε­ροι. Ἃ γὰρ ὁ λόγος τῆς ἱστο­ρί­ας διὰ τῆς ἀκοῆς παρί­στη­σι, ταῦτα γρα­φικὴ σιωπῶσα διὰ μιμή­σε­ως δεί­κνυ­σι (:Επει­δή πολ­λές φορές και οι λογο­γρά­φοι και οι ζωγρά­φοι εκφρά­ζουν τα κατορ­θώ­μα­τα των πολέ­μων, οι πρώ­τοι κοσμών­τας τα με τον λόγο, και οι δεύ­τε­ροι σχε­διά­ζον­τάς τα σε εικό­νες, παρα­κί­νη­σαν πολ­λούς στην ανδρεία και οι δυο. Για­τί, όσα παρι­στά­νει ο λόγος της εξι­στό­ρη­σης με την ακρό­α­ση, τα ίδια δεί­χνει και η ζωγρα­φι­κή σιω­πη­ρά με τη μίμη­ση)».

47. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:). Τι από αυτά είναι πιο φεγ­γο­βό­λο για να απο­δεί­ξει ότι οι εικό­νες είναι βιβλία για τους αγράμ­μα­τους και κήρυ­κες ακα­τά­παυ­στοι της τιμής των αγί­ων, που με την άηχη φωνή τους διδά­σκουν εκεί­νους που τις βλέ­πουν και αγιά­ζουν την δρά­ση τους; Δεν έχω βιβλία, δεν έχω και­ρό να δια­βά­σω, μπαί­νω στο κοι­νό ιατρείο των ψυχών, στην εκκλη­σία, ενώ με πνί­γουν οι λογι­σμοί σαν αγκά­θια˙ με τρα­βά­ει η ομορ­φιά της ζωγρα­φι­κής να δω και σαν λει­μώ­νας ευχα­ρι­στεί τη δρά­ση μου και ασυ­ναί­σθη­τα βάζει μέσα στην ψυχή μου τη δόξα του Θεού. Βλέ­πω την καρ­τε­ρι­κό­τη­τα του μάρ­τυ­ρα, την αντα­πό­δο­ση των στε­φα­νιών και σαν φωτιά ανά­βει ο ζήλος και η προ­θυ­μία μου και πέφτον­τας προ­σκυ­νώ τον Θεό μέσω του μάρ­τυ­ρος και κερ­δί­ζω τη σωτη­ρία.

Δεν έχεις ακού­σει τον ίδιο θεο­φό­ρο πατέ­ρα που λέει στον λόγο του στην αρχή των ψαλ­μών, ότι επει­δή το άγιο Πνεύ­μα γνω­ρί­ζει ότι το ανθρώ­πι­νο γένος οδη­γεί­ται δύσκο­λα προς την αρε­τή και είναι ράθυ­μο, ανέ­μι­ξε το μέλος με τις ψαλ­μω­δί­ες; Τι λες; Δεν θα παρα­στή­σω και με τον λόγο και με τα χρώ­μα­τα το μαρ­τύ­ριο των μαρ­τύ­ρων και δεν θα το αγκα­λιά­σω και με τα μάτια και με τα χεί­λια αυτό το θαυ­μα­στό και στους αγγέ­λους και σε όλη την κτί­ση, αλλά οδυ­νη­ρό στο Διά­βο­λο, και φοβε­ρό στους δαί­μο­νες, όπως είπε ο ίδιος ο φωστή­ρας της Εκκλη­σί­ας;

Και τι λέει προς το τέλος του λόγου, εγκω­μιά­ζον­τας τους Σαράν­τα μάρ­τυ­ρες;

«Ὦ χορὸς ἅγιος, ὦ σύστη­μα ἱερόν, ὦ συνα­σπι­σμὸς ἀρρα­γής, ὦ κοι­νοὶ φύλα­κες τοῦ γένους τῶν ἀνθρώ­πων, ἀγαθοὶ κοι­νω­νοὶ φρον­τί­δων, δεή­σε­ων συνερ­γοί, πρε­σβευ­ταὶ δυνα­τώ­τα­τοι, ἀστέ­ρες τῆς οἰκου­μέ­νης, ἄνθη τῶν ἐκκλη­σιῶν (ἐγὼ δέ φημι, νοη­τά τε καὶ αἰσθη­τά). Ὑμᾶς οὐχ ἡ γῆ κατέ­κρυ­ψεν, ἀλλ’ οὐρανὸς ὑπεδέ­ξα­το. Ἠνοί­γη­σαν ὑμῖν παρα­δεί­σου πύλαι, ἄξιον θέα­μα τῇ στρα­τιᾷ τῶν ἀγγέ­λων, ἄξιον πατριάρ­χαις, προ­φή­ταις, δικαί­οις(:Ω χορός άγιος, ω σύστη­μα ιερό, ω συνα­σπι­σμός ακα­τά­λυ­τος, ω κοι­νοί φύλα­κες του ανθρω­πί­νου γένους, αγα­θοί κοι­νω­νοί φρον­τί­δων, βοη­θοί στις δεή­σεις, ισχυ­ρό­τα­τοι πρε­σβευ­τές[πρβ. Ιάκ.5,16: «Πολὺ ἰσχύ­ει δέη­σις δικαί­ου ἐνερ­γου­μέ­νη(:Γενι­κό­τε­ρα σας προ­τρέ­πω να εξο­μο­λο­γεί­σθε μετα­ξύ σας τις αμαρ­τί­ες σας και να προ­σεύ­χε­σθε ο ένας για χάρη του άλλου, για να για­τρευ­τεί­τε όχι μόνο από τις σωμα­τι­κές σας ασθέ­νειες αλλά και από τις ψυχι­κές. Έχει μεγά­λη δύνα­μη η δέη­ση του δικαί­ου και ενερ­γεί δρα­στι­κά και απο­τε­λε­σμα­τι­κά επι­φέ­ρον­τας μεγά­λες ωφέ­λειες)»], αστέ­ρια της οικου­μέ­νης, άνθη των εκκλη­σιών (εγώ μάλι­στα λέω νοη­τά και αισθητά).Εσάς δεν σας έκρυ­ψε η γη, αλλά σάς υπο­δέ­χτη­κε ο ουρα­νός. Ανοί­χτη­καν για σας οι πύλες του Παρα­δεί­σου, θέα­μα άξιο για τη στρα­τιά των αγγέ­λων, άξιο για τους πατριάρ­χες, τους προ­φή­τες, τους δικαί­ους)».

48. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:). Πώς να μην ποθή­σω να δω, αυτό που ποθούν να δουν οι άγγε­λοι;

Σύμ­φω­να λοι­πόν με αυτούς και ο αδελ­φός του και ομό­γνω­μος Γρη­γό­ριος, ο επί­σκο­πος Νύσης, λέει:

49. Του αγί­ου Γρη­γο­ρί­ου, Επι­σκό­που Νύσ­σης, από το συμ­πλη­ρω­μα­τι­κό έργο, δηλα­δή από την πραγ­μα­τεία του “Περί κατα­σκευ­ής άνθρω­που”, κεφά­λαιο τέταρ­το.

«Ὥσπερ κατὰ τὴν ἀνθρω­πί­νην συνή­θειαν οἱ τὰς εἰκόνας τῶν κρα­τούν­των κατα­σκευά­ζον­τες τόν τε χαρακτῆρα τῆς μορφῆς ἀναμάσ­σον­ται καὶ τῇ περι­βολῇ τῆς πορ­φυ­ρί­δος τὴν βασι­λικὴν ἀξίαν συμ­πα­ρα­γρά­φου­σι καὶ λέγε­ται κατὰ τὴν συνή­θειαν καὶ εἰκὼν καὶ βασι­λεύς, οὕτω καὶ ἡ ἀνθρω­πί­νη φύσις, ἐπειδὴ πρὸς ἀρχὴν τῶν ἄλλων κατε­σκευά­ζε­το, οἷόν τις ἔμψυ­χος εἰκὼν ἀνεστά­θη κοι­νω­νοῦσα τῷ ἀρχε­τύπῳ καὶ τῆς ἀξίας καὶ τοῦ ὀνόμα­τος. Τοῦ αὐτοῦ ἐκ τοῦ πέμ­πτου κεφα­λαί­ου τῆς αὐτῆς πραγ­μα­τεί­ας· Τὸ δὲ θεῖον κάλ­λος οὐ σχή­μα­τί τινι καὶ μορφῆς εὐμοι­ρίᾳ διά τινος εὐχροί­ας ἐναγλα­ΐ­ζε­ται, ἀλλ’ ἐν ἀφράστῳ μακα­ριό­τη­τι κατ’ ἀρετὴν θεω­ρεῖται. Ὥσπερ τοί­νυν τὰς ἀνθρω­πί­νας μορφὰς διὰ χρω­μά­των τινῶν ἐπὶ τοὺς πίνα­κας οἱ γρα­φεῖς μετα­φέ­ρου­σι τὰς οἰκεί­ας τε καὶ καταλ­λή­λους βαφὰς ἐπαλεί­φον­τες τῷ μιμή­μα­τι, ὡς ἂν δι’ ἀκρι­βεί­ας τὸ ἀρχέ­τυ­πον κάλ­λος μετε­νε­χθείη πρὸς τὸ ὁμοί­ω­μα (:Όπως, κατά τη συνή­θεια των ανθρώ­πων, εκεί­νοι που κατα­σκευά­ζουν τις εικό­νες των αρχόν­των απο­τυ­πώ­νουν τον χαρα­κτή­ρα της μορ­φής και με τη στο­λή της πορ­φύ­ρας ζωγρα­φί­ζουν ταυ­τό­χρο­να και τη βασι­λι­κή αξία, και, όπως συνη­θί­ζε­ται, λέγε­ται και εικό­να και βασι­λιάς, έτσι και η ανθρώ­πι­νη φύση, επει­δή δημιουρ­γή­θη­κε για να εξου­σιά­ζει τα αλλά κτί­σμα­τα, έγι­νε σαν μια έμψυ­χη εικό­να που έρχε­ται σε κοι­νω­νία με το αρχέ­τυ­πο και με την αξία και με το όνο­μά του)».

50. Του ιδί­ου, από το πέμ­πτο κεφά­λαιο της ίδιας πραγ­μα­τεί­ας.

«Τὸ δὲ θεῖον κάλ­λος οὐ σχή­μα­τί τινι καὶ μορφῆς εὐμοι­ρίᾳ διά τινος εὐχροί­ας ἐναγλα­ΐ­ζε­ται, ἀλλ’ ἐν ἀφράστῳ μακα­ριό­τη­τι κατ’ ἀρετὴν θεω­ρεῖται. Ὥσπερ τοί­νυν τὰς ἀνθρω­πί­νας μορφὰς διὰ χρω­μά­των τινῶν ἐπὶ τοὺς πίνα­κας οἱ γρα­φεῖς μετα­φέ­ρου­σι τὰς οἰκεί­ας τε καὶ καταλ­λή­λους βαφὰς ἐπαλεί­φον­τες τῷ μιμή­μα­τι, ὡς ἂν δι’ ἀκρι­βεί­ας τὸ ἀρχέ­τυ­πον κάλ­λος μετε­νε­χθείη πρὸς τὸ ὁμοί­ωμ (: Η λαμ­πρό­τη­τα του θεί­ου κάλ­λους δεν παρι­στά­νε­ται με κάποιο σχή­μα και συμ­με­τρι­κή μορ­φή μέσω κάποιου καλού χρώ­μα­τος, αλλά θεω­ρεί­ται με την εμπει­ρία μιας απε­ρί­γρα­πτης μακα­ριό­τη­τας που παρέ­χει η αρε­τή. Όπως λοι­πόν οι ζωγρά­φοι μετα­φέ­ρουν στις εικό­νες με τα χρώ­μα­τα τις ανθρώ­πι­νες μορ­φές, στρώ­νον­τας τις ται­ρια­στές και κατάλ­λη­λες βαφές σε αυτό που μιμούν­ται, για να μετα­φερ­θεί όσο γίνε­ται ακρι­βέ­στε­ρα η ομορ­φιά του αρχε­τύ­που στο ομοί­ω­μα)».

51. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:). Πρό­σε­χε, ότι το θεϊ­κό κάλ­λος δεν λαμ­πρύ­νε­ται με κάποιο σχή­μα και με κάποιο ωραίο χρώ­μα («τὸ δὲ θεῖον κάλ­λος οὐ σχή­μα­τί τινι καὶ μορφῆς εὐμοι­ρίᾳ διά τινος εὐχροί­ας ἐναγλα­ΐ­ζε­ται») και γι΄ αυτό δεν εικο­νί­ζε­ται, ενώ η ανθρώ­πι­νη μορ­φή με τα χρώ­μα­τα μετα­φέ­ρε­ται στις εικό­νες.

Εφό­σον λοι­πόν ο Υιός του Θεού παρου­σιά­στη­κε με ανθρώ­πι­νη μορ­φή, παίρ­νον­τας μορ­φή δού­λου, και έγι­νε όμοιος με τους ανθρώ­πους και βρέ­θη­κε κατά το σχή­μα ως άνθρωπος[Φιλ.2,7–8: «ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένω­σε μορφὴν δού­λου λαβών, ἐν ὁμοιώ­μα­τι ἀνθρώ­πων γενό­με­νος, καὶ σχή­μα­τι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρω­πος ἐταπεί­νω­σεν ἑαυτὸν γενό­με­νος ὑπήκο­ος μέχρι θανά­του, θανά­του δὲ σταυ­ροῦ(:Αλλά κένω­σε τον εαυ­τό Του συγ­κα­λύ­πτον­τας και κρύ­βον­τας για κάποιο διά­στη­μα τη δόξα και το μεγα­λείο της θεό­τη­τός του. Πήρε μορ­φή δού­λου και έγι­νε όμοιος με τους ανθρώ­πους. Και ενώ παρου­σιά­στη­κε με την εξω­τε­ρι­κή όψη του ανθρώ­που, δεν ήταν μόνον άνθρω­πος, όπως φαι­νό­ταν, αλλά ήταν συγ­χρό­νως και Θεός. Και ταπεί­νω­σε τον εαυ­τό Του δεί­χνον­τας τέλεια υπα­κοή μέχρι θανά­του, και μάλι­στα θανά­του σταυ­ρι­κού, που είναι ο πλέ­ον οδυ­νη­ρός και ατι­μω­τι­κός θάνα­τος)»], πώς δεν θα εικο­νι­σθεί;

Και εφό­σον κατά τη συνή­θεια «λέγε­ται ἡ τοῦ βασι­λέ­ως εἰκὼν βασι­λεὺς(:η εικό­να του βασι­λιά λέγε­ται βασι­λιάς)» και «ἡ τῆς εἰκό­νος τιμή ἐπὶ τὸ πρω­τό­τυ­πον ἀνα­βαί­νει (:η τιμή της εικό­νας μετα­βαί­νει στο πρω­τό­τυ­πο)», όπως λέει ο θεσπέ­σιος Μέγας Βασί­λειος, πώς η εικό­να δεν θα τιμη­θεί και δεν θα προ­σκυ­νη­θεί, όχι ως Θεός, αλλά ως εικό­να του σαρ­κω­μέ­νου Θεού;

52. Του αγί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Νύσ­σης από λόγο που εκφω­νή­θη­κε στην Κων­σταν­τι­νού­πο­λη για τη θεό­τη­τα του Υιού και του Πνεύ­μα­τος και Εις τον Αβρα­άμ, από τον λόγο 44, του οποί­ου η αρχή είναι «κάτι τέτοιο παθαί­νουν στους ωραί­ους λει­μώ­νες όσοι αρέ­σκον­ται στο να βλέ­πουν τα άνθη». Και ύστε­ρα από μερι­κά λέγει:

«Ἐντεῦθεν δεσμοῖς πρό­τε­ρον δια­λαμ­βά­νει ὁ πατὴρ τὸν παῖδα. Εἶδον πολ­λά­κις ἐπὶ γραφῆς εἰκόνα τοῦ πάθους καὶ οὐκ ἀδακρυτὶ τὴν θέαν παρῆλθον ἐναργῶς τῆς τέχνης ὑπ’ ὄψιν ἀγού­σης τὴν ἱστο­ρί­αν. Πρό­κει­ται ὁ Ἰσαὰκ παρ’ αὐτῷ τῷ θυσια­στη­ρίῳ ὀκλά­σας ἐπὶ τὸ γόνυ καὶ περι­ηγ­μέ­νας ἔχων εἰς τοὐπίσω τὰς χεῖρας, ὁ δὲ ἐπιβε­βηκὼς κατό­πιν τῷ ποδὶ τῆς ἀγκύ­λης καὶ τῇ ἀριστερᾷ χειρὶ τὴν κόμην τοῦ παιδὸς πρὸς ἑαυτὸν ἀνακλά­σας ἐπικύ­πτει τῷ προ­σώπῳ ἐλεεινῶς πρὸς αὐτὸν ἀναβλέ­πον­τι καὶ τὴν δεξιὰν καθω­πλι­σμέ­νος τῷ ξίφει πρὸς τὴν σφαγὴν κατευ­θύ­νει. Καὶ ἅπτε­ται ἤδη τοῦ σώμα­τος ἡ τοῦ ξίφους ἀκμή, καὶ τότε αὐτῷ γίνε­ται θεό­θεν φωνὴ τὸ ἔργον κωλύ­ου­σα (:Από εδώ παίρ­νει προ­η­γου­μέ­νως ο πατέ­ρας το παι­δί του δεμέ­νο. Είδα πολ­λές φορές σε τοι­χο­γρα­φία τη σκη­νή του πάθους και δεν προ­σπέ­ρα­σα τη θέα χωρίς να δακρύ­σω, για­τί η τέχνη μου έδει­χνε με ζων­τά­νια την υπόθεση.Παρίσταται ο Ισα­άκ δίπλα στο θυσια­στή­ριο γονα­τι­σμέ­νος και έχον­τας δεμέ­να τα χέρια πίσω, ενώ ο πατέ­ρας πατά­ει πίσω τα λυγι­σμέ­να πόδια και τρα­βών­τας με το αρι­στε­ρό χέρι τα μαλ­λιά του παι­διού προς το μέρος του, σκύ­βει στο πρό­σω­πό του, που τον ατε­νί­ζει με οδύ­νη, και κρα­τών­τας στο δεξί το μαχαί­ρι το κατε­βά­ζει για τη σφα­γή. Και η κόψη του μαχαι­ριού αγγί­ζει κιό­λας το σώμα, και τότε του έρχε­ται φωνή από το Θεό που εμπο­δί­ζει την πρά­ξη)».

53. Του αγί­ου Ιωάν­νου του Χρυ­σο­στό­μου από την ερμη­νεία της προς Εβραί­ους Επι­στο­λής:

«Καί πως εἰκὼν τοῦ δευ­τέ­ρου τὸ πρῶτον, ὁ Μελ­χι­σεδὲκ τοῦ Χρι­στοῦ, ὥσπερ ἄν τις εἴποι σκιὰν τῆς γραφῆς τῆς ἐν χρώ­μα­σι τὸ πρὸ ταύ­της σκί­α­σμα τοῦ γρα­φέ­ως· διὰ τοῦτο γὰρ ὁ νόμος καλεῖται σκιά, ἡ δὲ χάρις ἀλήθεια, πράγ­μα­τα δὲ τὰ μέλ­λον­τα. Ὥστε ὁ μὲν νόμος καὶ ὁ Μελ­χι­σεδὲκ προ­σκί­α­σμα τῆς ἐν χρώ­μα­σι γραφῆς, ἡ δὲ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια ἡ ἐν χρώ­μα­σι γρα­φή, τὰ δὲ πράγ­μα­τα τοῦ μέλ­λον­τος αἰῶνος, ὡς εἶναι τὴν παλαιὰν τύπου τύπον καὶ τὴν νέαν τῶν πραγ­μά­των τύπον(:Κατά κάποιο τρό­πο το πρώ­το είναι εικό­να του δευ­τέ­ρου, ο Μελ­χι­σε­δέκ του Χρι­στού, όπως θα μπο­ρού­σε κανείς να ονο­μά­σει το αρχι­κό σκια­γρά­φη­μα του ζωγρά­φου σκιά της ζωγρα­φι­κής με χρώματα˙γι’ αυτό και ο νόμος ονο­μά­ζε­ται σκιά, ενώ η χάρη αλή­θεια και πράγ­μα­τα τα μέλ­λον­τα. Ώστε ο νόμος και ο Μελ­χι­σε­δέκ είναι το προ­σχέ­διο της ζωγρα­φι­κής με χρώ­μα­τα, η χάρη και η αλή­θεια είναι η ζωγρα­φι­κή με χρώ­μα­τα, ενώ τα πράγ­μα­τα είναι η μελ­λον­τι­κή αιω­νιό­τη­τα, όπως η Παλαιά Δια­θή­κη είναι τύπος τύπου και η Νέα είναι τύπος των πραγ­μά­των)».

54. Λεον­τί­ου Νεα­πό­λε­ως της Κύπρου από τον λόγο Κατά Ιου­δαί­ων, για την προ­σκύ­νη­ση του σταυ­ρού του Χρι­στού και των εικό­νων των αγί­ων και των ιδί­ων των αγί­ων μετα­ξύ τους και για τα λεί­ψα­να των αγί­ων:

«Ἐάν μοι ἐγκαλῇς πάλιν, ὦ Ἰουδαῖε, λέγων, ὅτι ὡς θεὸν προ­σκυνῶ τὸ ξύλον τοῦ σταυ­ροῦ, διὰ τί οὐκ ἐγκα­λεῖς τῷ Ἰακὼβ προ­σκυ­νή­σαν­τι ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου; Ἀλλὰ πρό­δη­λον, ὅτι οὐ τὸ ξύλον τιμῶν προ­σε­κύ­νη­σεν, ἀλλὰ διὰ τοῦ ξύλου τῷ Ἰωσὴφ προ­σε­κύ­νη­σεν, ὥσπερ καὶ ἡμεῖς διὰ τοῦ σταυ­ροῦ τὸν Χρι­στόν, ἀλλ’ οὐ τὸ ξύλον δοξά­ζο­μεν(:Εάν λοι­πόν με κατη­γο­ρείς πάλι, Ιου­δαίε, λέγον­τας ότι προ­σκυ­νώ το ξύλο του σταυ­ρού ως Θεό, για­τί δεν κατη­γο­ρείς τον Ιακώβ που προ­σκύ­νη­σε την άκρη του μπα­στου­νιού;[[Γέν.47,31: «εἶπε δέ· ὄμοσόν μοι. καὶ ὤμοσεν αὐτῷ. καὶ προ­σε­κύ­νη­σεν Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου αὐτοῦ(:ο Ιακώβ όμως επέ­μει­νε και του είπε: ‘’Ορκί­σου μου ότι θα το κάνεις’’. Και ο Ιωσήφ ορκί­στη­κε στον πατέ­ρα του. Τότε ο Ισρα­ήλ, επει­δή πίστε­ψε ότι ο Θεός θα βοη­θού­σε, ώστε να μετα­φερ­θεί η σορός του στην Χανα­άν για να ταφεί εκεί, έσκυ­ψε και προ­σκύ­νη­σε τον Θεό, αφού ακούμ­πη­σε το κεφά­λι του στην άκρη του ραβδιού του, στο οποίο στη­ρι­ζό­ταν λόγω της γερον­τι­κής αδυ­να­μί­ας του. Με την προ­σκύ­νη­ση αυτή εξέ­φρα­ζε την ευγνω­μο­σύ­νη του προς τον Θεό)» και Εβρ.11,21: «Πίστει Ἰακὼβ ἀποθνή­σκων ἕκαστον τῶν υἱῶν Ἰωσὴφ εὐλόγη­σε, καὶ προ­σε­κύ­νη­σεν ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου αὐτοῦ(:Με πίστη ο Ιακώβ, όταν πέθαι­νε, ευλό­γη­σε καθέ­να από τα δύο παι­διά του Ιωσήφ και ανέ­δει­ξε και τα δύο αρχη­γούς φυλών σύμ­φω­να με τον φωτι­σμό που του έδι­νε η πίστη. Και προ­σκύ­νη­σε τον Θεό ακουμ­πών­τας το κεφά­λι του στην άκρη του ραβδιού, πάνω στο οποίο στη­ρι­ζό­ταν λόγω της γερον­τι­κής του αδυ­να­μί­ας)»]]Αλλά είναι ολο­φά­νε­ρο ότι προ­σκύ­νη­σε το ξύλο χωρίς να το τιμά, αλλά μέσω του ξύλου προ­σκύ­νη­σε τον Ιωσήφ, όπως ακρι­βώς και εμείς μέσω του σταυ­ρού δοξά­ζου­με το Χρι­στό και όχι το ξύλο)».

55. (Σχό­λιο ιερού Δαμα­σκη­νού:) Εφό­σον λοι­πόν προ­σκυ­νού­με τον τύπο του σταυ­ρού, κατα­σκευά­ζον­τας εικό­να του σταυ­ρού από οποια­δή­πο­τε ύλη, πώς δεν θα προ­σκυ­νή­σου­με την εικό­να Αυτού που σταυ­ρώ­θη­κε;

56. Και πάλι του ιδί­ου Λεον­τί­ου:

«Ἐπεὶ καὶ Ἀβραὰμ τοῖς πωλή­σα­σιν αὐτῷ τὸν τάφον ἀσεβέ­σιν ἀνθρώ­ποις προ­σε­κύ­νη­σε καὶ γόνυ ἔκαμ­ψεν ἐπὶ τὴν γῆν, ἀλλ’ οὐχ ὡς θεοῖς αὐτοῖς προ­σε­κύ­νη­σεν· καὶ πάλιν ὁ Ἰακὼβ τὸν Φαραὼ ηὐλόγη­σεν ἀσεβῆ καὶ εἰδωλο­λά­τρην ὄντα, ἀλλ’ οὐχ ὡς θεὸν αὐτὸν ηὐλόγη­σε (:Όταν και ο Αβρα­άμ προ­σκύ­νη­σε εκεί­νους που του πού­λη­σαν τον τάφο, ανθρώ­πους ασεβείς[Γέν.23,7–9], και γονά­τι­σε στη γη, δεν τους προ­σκύ­νη­σε ως θεούς· και ο Ιακώβ επί­σης ευλό­γη­σε τον Φαραώ, που ήταν ασε­βής και ειδω­λο­λά­τρης, αλλά δεν τον ευλό­γη­σε ως Θεό[ Γέν.47,7–10])». Και πάλι: «τὸν Ἠσαῦ πεσὼν προ­σε­κύ­νη­σεν, ἀλλ’ οὐχ ὡς θεὸν προ­σε­κύ­νη­σεν(:και τον Ησαύ επί­σης έπε­σε και τον προ­σκύ­νη­σε, αλλά δεν τον προ­σκύ­νη­σε ως Θεό[Γέν.33,3]».

Και πάλι: «Πῶς ἐντέλ­λε­ται ὑμῖν ὁ θεὸς προ­σκυ­νεῖν καὶ τῇ γῇ καὶ τοῖς ὄρεσι; Πώς παραγ­γέλ­λει σε σας ο Θεός να προ­σκυ­νεί­τε και τη γη και τα όρη;». Για­τί λέει: «Ὑψοῦτε κύριον τὸν θεὸν ἡμῶν καὶ προ­σκυ­νεῖτε εἰς ὄρος ἅγιον αὐτοῦ. Καὶ προ­σκυ­νεῖτε τῷ ὑποπο­δίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ, ὅτι ἅγιός ἐστι (:δοξά­στε τον Κύριο και Θεό μας και προ­σκυ­νά­τε αυτόν στο άγιο όρος του. Και προ­σκυ­νά­τε το στή­ριγ­μα των ποδιών του, επει­δή είναι άγιος)»[Ψαλμ.98,5], δηλα­δή τη γη.

«Ὁ οὐρανὸς γάρ μοι θρό­νος(:Για­τί ο ουρα­νός είναι θρό­νος μου)», λέει, «ἡ δὲ γῆ ὑποπό­διον τῶν ποδῶν μου(:ενώ η γη στή­ριγ­μα των ποδιών μου)»[Ησ .66,1], όπως βεβαιώ­νει ο Κύριος.

Και πώς ο Μωϋ­σής προ­σκύ­νη­σε τον Ιοθόρ που ήταν ειδω­λο­λά­τρης, [Έξ. 18,7: «ἐξῆλθε δὲ Μωυσῆς εἰς συνάν­τη­σιν τῷ γαμβρῷ καὶ προ­σε­κύ­νη­σεν αὐτῷ καὶ ἐφίλη­σεν αὐτόν, καὶ ἠσπά­σαν­το ἀλλή­λους· καὶ εἰσήγα­γεν αὐτοὺς εἰς τὴν σκη­νήν(: Μόλις το άκου­σε ο Μωυ­σής, βγή­κε αμέ­σως προς συνάν­τη­ση του πεθε­ρού του. Τον προ­σκύ­νη­σε και τον φίλη­σε και ασπά­στη­καν ο ένας τον άλλον. Κατό­πιν ο Μωυ­σής τους έβα­λε μέσα στη σκη­νή του)»], και ο Δανι­ήλ τον Ναβου­χο­δο­νό­σο­ρα [Δαν. 2,46: «Τότε ὁ βασι­λεὺς Ναβου­χο­δο­νό­σορ ἔπεσεν ἐπὶ πρό­σω­πον καὶ τῷ Δανιὴλ προ­σε­κύ­νη­σε καὶ μαναὰ καὶ εὐωδί­ας εἶπε σπεῖσαι αὐτῷ(: Όταν ο βασι­λιάς Ναβου­χο­δο­νό­σορ άκου­σε το όνει­ρο και την ερμη­νεία του, έπε­σε πρη­νής στη γη και προ­σκύ­νη­σε με σεβα­σμό τον Δανι­ήλ· διέ­τα­ξε δε να προ­σφέ­ρουν στον Θεό, για χάρη του Δανι­ήλ, θυσία αναί­μα­κτο και ευώ­δη θυμιά­μα­τα)»];

Πώς με κατη­γο­ρείς επει­δή τιμώ και προ­σκυ­νώ εκεί­νους που τίμη­σαν και προ­σκύ­νη­σαν το Θεό; Πες μου, δεν συμ­φέ­ρει να προ­σκυ­νού­με τους αγί­ους και να μην τους λιθο­βο­λού­με, όπως εσύ; Δεν συμ­φέ­ρει να προ­σκυ­νού­με τους ευερ­γέ­τες και να μην τους πριο­νί­ζου­με ούτε να τους ρίχνου­με σε λάκ­κο με λάσπη [Ιερ. 45,6: «καὶ ἔῤῥιψαν αὐτὸν εἰς λάκ­κον Μελ­χί­ου υἱοῦ τοῦ βασι­λέ­ως, ὃς ἦν ἐν τῇ αὐλῇ τῆς φυλακῆς, καὶ ἐχάλα­σαν αὐτὸν εἰς τὸν λάκ­κον, καὶ ἐν τῷ λάκκῳ οὐκ ἦν ὕδωρ ἀλλ᾿ ἢ βόρ­βο­ρος, καὶ ἦν ἐν τῷ βορ­βόρῳ(:έτσι αυτοί συνέ­λα­βαν τον Ιερε­μία και τον έρι­ξαν στον λάκ­κο του Μελ­χί­ου, υιού του βασι­λιά, ο οποί­ος «λάκ­κος» βρι­σκό­ταν στην αυλή της φυλα­κής· και κατέ­βα­σαν τον Ιερε­μία στον λάκ­κο αυτόν, στον οποίο δεν υπήρ­χε νερό, αλλά βόρ­βο­ρος λάσπη· ο Ιερε­μί­ας έμε­νε, ή μάλ­λον σχε­δόν χώθη­κε μέσα στον βόρ­βο­ρο, τη λάσπη αυτή)» ;

Αν αγα­πού­σες τον Θεό, θα τιμού­σες οπωσ­δή­πο­τε και τους δού­λους Του. Και εάν τα οστά των δικαί­ων είναι ακά­θαρ­τα, πώς μετα­κο­μί­σθη­καν τα οστά του Ιακώβ και του Ιωσήφ με κάθε τιμή από την Αίγυπτο[Γέν.50,13–25];

Πώς νεκρός άνθρω­πος που άγγι­ξε τα οστά του Ελι­σαί­ου αμέ­σως αναστήθηκε;[βλ. Δ΄Βασ. 13,21: «καὶ ἐγένε­το αὐτῶν θαπτόν­των τὸν ἄνδρα, καὶ ἰδοὺ εἶδον τὸν μονό­ζω­νον καὶ ἔῤῥιψαν τὸν ἄνδρα ἐν τῷ τάφῳ Ἑλισαιέ, καὶ ἐπορεύ­θη καὶ ἥψατο τῶν ὀστέ­ων Ἑλισαιὲ καὶ ἔζησε καὶ ἀνέστη ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ(: και τότε συνέ­βη το εξής: Ενώ οι Ισραη­λί­τες κήδευαν και ετοι­μά­ζον­ταν να εντα­φιά­σουν κάποιον νεκρό, ιδού, είδαν ξαφ­νι­κά τους αντάρ­τες της Μωάβ να έρχον­ται. Οι τρο­μαγ­μέ­νοι Ισραη­λί­τες έρι­ξαν αμέ­σως τον νεκρό στον τάφο του Ελι­σαί­ου και έφυ­γαν. Μόλις όμως ο νεκρός άγγι­ξε τα οστά του προ­φή­τη Ελι­σαί­ου, ανα­στή­θη­κε, σηκώ­θη­κε και στά­θη­κε όρθιος στα πόδια του)»]

Αν λοι­πόν ο Θεός θαυ­μα­τουρ­γεί μέσω των οστών, είναι ολο­φά­νε­ρο ότι μπο­ρεί να θαυ­μα­τουρ­γεί και μέσω εικό­νων και λίθων και άλλων πολ­λών, όπως έγι­νε και με τον Ελι­σαίο, ο οποί­ος έδω­σε τη ράβδο του στον δού­λο του και του είπε να πάει και να ανα­στή­σει με αυτήν τον γιο της Σωμα­νί­τι­δας [Δ΄Βασ. 4,29:«Καὶ εἶπεν Ἑλισαιὲ τῷ Γιε­ζί· ζῶσαι τὴν ὀσφύν σου καὶ λαβὲ τὴν βακτη­ρί­αν μου ἐν τῇ χει­ρί σου καὶ δεῦρο· ὅτι ἐὰν εὕρῃς ἄνδρα, οὐκ εὐλογή­σεις αὐτόν, καὶ ἐὰν εὐλογήσῃ σε ἀνήρ, οὐκ ἀποκρι­θήσῃ αὐτῷ· καὶ ἐπιθή­σεις τὴν βακτη­ρί­αν μου ἐπὶ πρό­σω­πον τοῦ παι­δα­ρί­ου(:ο Ελι­σαί­ος τότε στρά­φη­κε προς τον Γιε­ζί και του είπε: Ζώσε έτοι­μος για πορεία τη μέση σου, πάρε το ραβδί μου στο χέρι σου και τρέ­ξε γρή­γο­ρα στο σπί­τι της γυναί­κας. Και για να μην καθυ­στε­ρή­σεις, εάν συναν­τή­σεις στον δρό­μο σου άνθρω­πο, μην στα­μα­τή­σεις να τον χαι­ρε­τή­σεις· εάν πάλι κάποιος άνθρω­πος σε χαι­ρε­τή­σει, μην του αντα­πο­δώ­σεις τον χαι­ρε­τι­σμό. Και μόλις φτά­σεις στο σπί­τι της γυναί­κας, θα βάλεις το ραβδί μου επά­νω στο πρό­σω­πο του νεκρού παι­διού)»].

Και ο Μωυ­σής με τη ράβδο τιμώ­ρη­σε τον Φαραώ και έσκι­σε τη θάλασ­σα και γλύ­κα­νε το νερό και άνοι­ξε τον βρά­χο και έβγα­λε νερό[ βλ. Έξ.14,16: «καὶ σὺ ἔπαρον τῇ ῥάβδῳ σου καὶ ἔκτει­νον τὴν χεῖρά σου ἐπὶ τὴν θάλασ­σαν καὶ ῥῆξον αὐτήν, καὶ εἰσελ­θά­τω­σαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ εἰς μέσον τῆς θαλάσ­σης κατὰ τὸ ξηρόν(:εσύ όμως σήκω­σε ψηλά το ραβδί σου και άπλω­σε το χέρι σου επά­νω από τη θάλασ­σα και σχί­σε την στα δύο και ας περά­σουν οι Ισραη­λί­τες στο στε­γνό έδα­φος μέσα από τη θάλασ­σα)» και Έξ.15,25: «ἐβόη­σε δὲ Μωυσῆς πρὸς Κύριον, καὶ ἔδει­ξεν αὐτῷ Κύριος ξύλον, καὶ ἐνέβα­λεν αὐτὸ εἰς τὸ ὕδωρ, καὶ ἐγλυ­κάν­θη τὸ ὕδωρ. ἐκεῖ ἔθετο αὐτῷ δικαιώ­μα­τα καὶ κρί­σεις καὶ ἐκεῖ αὐτὸν ἐπεί­ρα­σε(:και ο Μωυ­σής βόη­σε με θερ­μή προ­σευ­χή προς τον Κύριο και ο Κύριος τού έδει­ξε ένα ξύλο. Το έβα­λε λοι­πόν μέσα στο νερό και αμέ­σως το νερό γλυ­κά­θη­κε και έγι­νε πόσι­μο. Εκεί στη Μερ­ρά έδω­σε ο Κύριος στον λαό νόμους και προ­στάγ­μα­τα, για να μη λησμο­νούν τις υπο­χρε­ώ­σεις τους. Εκεί τους έθε­σε και υπό δοκι­μα­σία)», καθώς επί­σης και Έξ.17,6: «ὅδε ἐγὼ ἕστη­κα ἐκεῖ πρὸ τοῦ σε ἐπὶ τῆς πέτρας ἐν Χωρήβ· καὶ πατά­ξεις τὴν πέτραν, καὶ ἐξελεύ­σε­ται ἐξ αὐτῆς ὕδωρ, καὶ πίε­ται ὁ λαός. ἐποί­η­σε δὲ Μωυσῆς οὕτως ἐναν­τί­ον τῶν υἱῶν Ἰσρα­ήλ(: “Και να, Εγώ θα έχω στα­θεί πριν από εσέ­να επά­νω στην πέτρα που βρί­σκε­ται στο όρος Χωρήβ. Θα χτυ­πή­σεις λοι­πόν την πέτρα και θα ανα­πη­δή­σει νερό άφθο­νο από αυτήν, ώστε να πιει όλος ο λαός”. Πράγ­μα­τι λοι­πόν ο Μωυ­σής έκα­νε ό,τι του είπε ο Κύριος ενώ­πιον των Ισραη­λι­τών)» ].

Και ο Σολο­μών λέει: «Ηὐλόγη­ται ξύλον, δι’ οὗ γίνε­ται σωτη­ρία (:ευλο­γή­θη­κε το ξύλο, μέσω του οποί­ου γίνε­ται η σωτη­ρία» [:Σοφ. Σολ. 14,17]. Και ο Ελι­σαί­ος έρι­ξε ένα ξύλο στον Ιορ­δά­νη και έφε­ρε προς τα επά­νω σίδε­ρο[ βλ. Δ΄Βασ.6,6: «Καὶ εἶπεν ὁ ἄνθρω­πος τοῦ Θεοῦ· ποῦ ἔπεσε; καὶ ἔδει­ξεν αὐτῷ τὸν τόπον. καὶ ἀπέκνι­σε ξύλον καὶ ἔῤῥιψεν ἐκεῖ, καὶ ἐπεπό­λα­σε τὸ σιδή­ριον(:ο άνθρω­πος του Θεού, ο Ελι­σαί­ος, του είπε: Και ο προ­φή­της του έδει­ξε τον τόπο. Ο Ελι­σαί­ος έκο­ψε ένα ξύλο, το έκα­νε στυ­λιά­ρι και το έρι­ξε εκεί, όπου έπε­σε το σίδε­ρο· και τότε το σίδε­ρο του τσε­κου­ριού ανέ­βη­κε στην επι­φά­νεια του ξύλου και επέ­πλεε)».

Και το δέν­δρο της ζωής [Γέν.2,9: «Καὶ ἐξανέ­τει­λεν ὁ Θεὸς ἔτι ἐκ τῆς γῆς πᾶν ξύλον ὡραῖον εἰς ὅρασιν καὶ καλὸν εἰς βρῶσιν καὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς ἐν μέσῳ τοῦ παρα­δεί­σου καὶ τὸ ξύλον τοῦ εἰδέναι γνωστὸν καλοῦ καὶ πονη­ροῦ(: Και ο παν­το­δύ­να­μος και απει­ρο­τέ­λειος Θεός πρό­στα­ξε και βλά­στη­σαν ακό­μη από τη γη τρία είδη δέν­τρων: Πρώ­τον· κάθε είδος και κάθε ποι­κι­λία δέν­τρων, τα οποία με το ύψος, το σχή­μα, το φύλ­λω­μα, τα άνθη τους να ευχα­ρι­στούν και να τέρ­πουν· με την ποι­κι­λία δε των καρ­πών τους να ικα­νο­ποιούν, ευφραί­νουν και τρέ­φουν τον άνθρω­πο. Στο κέν­τρο του Παρα­δεί­σου, σε θέση προ­νο­μια­κή, ώστε να είναι ορα­τά καθη­με­ρι­νώς από τον άνθρω­πο, ο Θεός πρό­στα­ξε και βλά­στη­σαν άλλα δύο δέν­τρα. Το ένα ήταν δέν­τρο, του οποί­ου οι καρ­ποί είχαν χάρη μονα­δι­κή, υπερ­φυ­σι­κή και δύνα­μη έκτα­κτη, διό­τι θα έδι­ναν αθα­να­σία και αιώ­νια μακα­ριό­τη­τα σε εκεί­νον που θα τους έτρω­γε· το άλλο ήταν ένα δέν­τρο από τους καρ­πούς του οποί­ου όποιος έτρω­γε θα γνώ­ρι­ζε πει­ρα­μα­τι­κώς πόσο πικρό ήταν το ηθι­κό κακό. Με άλλα λόγια, τα είδη των δέν­τρων του Παρα­δεί­σου ήσαν τρία: α) Τα πολ­λά, για να ζει ο άνθρω­πος και να συν­τη­ρεί­ται. β) τὸ ξύλον τῆς ζωῆς, για να ζει ο άνθρω­πος αιω­νί­ως ευτυ­χής. Αυτό του δόθη­κε ως βρα­βείο· γ) τὸ ξύλον τοῦ εἰδέναι γνωστὸν καλοῦ καὶ πονη­ροῦ, οι καρ­ποί του οποί­ου ήταν γύμνα­σμα και αγώ­νι­σμα της υπα­κο­ής του ανθρώ­που στην εντο­λή του Θεού)» και το φυτό Σαβέκ [πρό­κει­ται για τον θάμνο στον οποίο είδε δεμέ­νο ο Αβρα­άμ κριά­ρι, που τελι­κά θυσί­α­σε αντί του υιού του, Ισα­άκ· βλ. Γέν.22,13:«καὶ ἀναβλέ­ψας Ἁβραὰμ τοῖς ὀφθαλ­μοῖς αὐτοῦ εἶδε, καὶ ἰδοὺ κριὸς εἷς κατε­χό­με­νος ἐν φυτῷ Σαβὲκ τῶν κερά­των· καὶ ἐπορεύ­θη Ἁβραὰμ καὶ ἔλαβε τὸν κριὸν καὶ ἀνήνεγ­κεν αὐτὸν εἰς ὁλοκάρ­πω­σιν ἀντὶ Ἰσαὰκ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ(: και ο Αβρα­άμ σήκω­σε τα βλέμ­μα­τά του από το θυσια­στή­ριο, όπου ήταν ξαπλω­μέ­νος ο Ισα­άκ, και ξαφ­νι­κά είδε εκεί κον­τά ένα κριά­ρι, τα κέρα­τα του οποί­ου είχαν περι­πλα­κεί σε ένα φυτό, που ονο­μά­ζε­ται Σαβέκ. Ο Αβρα­άμ πήγε προς τα εκεί, πήρε το κριά­ρι και το πρό­σφε­ρε στον Θεό ως θυσία ολο­καυ­τώ­μα­τος αντί του παι­διού του, Ισα­άκ)», δηλα­δή της συγ­χω­ρή­σε­ως.

Και ο Μωυ­σής ύψω­σε το φίδι στο ξύλο και ζωο­ποί­η­σε τον λαό[Αριθμ.21,8: «Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ποί­η­σον σεαυτῷ ὄφιν καὶ θὲς αὐτὸν ἐπὶ σημεί­ου, καὶ ἔσται ἐὰν δάκῃ ὄφις ἄνθρω­πον, πᾶς ὁ δεδηγ­μέ­νος ἰδὼν αὐτὸν ζήσε­ται (: και είπε ο Κύριος προς τον Μωυ­σή: ‘’ Κατα­σκεύ­α­σε ένα χάλ­κι­νο φίδι, όμοιο προς εκεί­να που δαγ­κώ­νουν τον λαό, και κρέ­μα­σέ το ψηλά σε ένα πάσ­σα­λο, ώστε να φαί­νε­ται από όλα τα μέρη του στρα­το­πέ­δου. Θα γίνε­ται λοι­πόν αυτό: Εάν ένα φίδι δαγ­κώ­σει κάποιον άνθρω­πο, τότε εάν εκεί­νος που τον δαγ­κώ­σει το φίδι, σηκώ­σει το βλέμ­μα του και ρίξει βλέμ­μα μετα­νοί­ας και πίστε­ως στο χάλ­κι­νο φίδι, θα θερα­πεύ­ε­ται και δεν θα πεθαί­νει’’)» · με ξύλο επί­σης που βλά­στη­σε στη σκη­νή ανέ­δει­ξε την ιερα­τι­κή φυλή του Ισρα­ήλ [ Αριθμ.17,23: «Καὶ ἐγένε­το τῇ ἐπαύ­ριον καὶ εἰσῆλθε Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, καὶ ἰδοὺ ἐβλά­στη­σεν ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν εἰς οἶκον Λευὶ καὶ ἐξήνεγ­κε βλαστὸν καὶ ἐξήν­θη­σεν ἄνθη καὶ ἐβλά­στη­σε κάρυα (: Την επό­με­νη ημέ­ρα μπή­κε με ευλά­βεια ο Μωυ­σής και ο Ααρών στη Σκη­νή του Μαρ­τυ­ρί­ου. Και να: όλα τα ραβδιά είχαν μεί­νει ξερά, εκτός από εκεί­νο του Ααρών, που είχε τοπο­θε­τη­θεί εξ ονό­μα­τος της φυλής Λευί· αυτό πέτα­ξε, μέσα στις λίγες ώρες, βλα­στά­ρι πρά­σι­νο και δρο­σε­ρό και το βλα­στά­ρι άνθι­σε και ορι­σμέ­να από τα άνθη έδε­σαν και παρου­σί­α­σαν ως καρ­πό καρύ­δια)».

Αλλά ίσως μου πεις εσύ ο Ιου­δαί­ος ότι όλα της σκη­νής του μαρ­τυ­ρί­ου τα διέ­τα­ξε ο Θεός στον Μωυ­σή να γίνουν και εγώ σου λέω ότι ο Σολο­μών έκα­νε στον ναό πολ­λά και διά­φο­ρα πράγ­μα­τα, γλυ­πτά και χωνευ­τά, τα οποία ούτε ο Θεός τον πρό­στα­ξε να τα κάνει, ούτε η σκη­νή του μαρ­τυ­ρί­ου τα είχε, ούτε ο ναός που ο Θεός υπέ­δει­ξε στον Ιεζε­κι­ήλ, και δεν κατα­δι­κά­στη­κε γι΄ αυτό ο Σολο­μών για­τί αυτές τις μορ­φές τις έκα­νε για τη δόξα του Θεού, όπως τώρα και εμείς.

Είχες κι εσύ πολ­λές και διά­φο­ρες για την ανά­μνη­ση του Θεού εικό­νες και σήμαν­τρα πριν τα στε­ρη­θείς εξαι­τί­ας της αγνω­μο­σύ­νης σου, δηλα­δή τη μωσαϊ­κή ράβδο, τις θεο­χά­ρα­κτες πλά­κες, την πυρέν­δρο­ση βάτο, την ξηρέ­νυ­δρη πέτρα, τη μαν­να­φό­ρο κιβω­τό, το πυρέν­θεο θυσια­στή­ριο, το θεώ­νυ­μο πέταλο[Έξ.28,32: «Καὶ ποι­ή­σεις πέτα­λον χρυ­σοῦν καθαρὸν καὶ ἐκτυ­πώ­σεις ἐν αὐτῷ ἐκτύ­πω­μα σφραγῖδος Ἁγία­σμα Κυρί­ου(:Και θα κατα­σκευά­σεις και μίαν πλά­κα από καθα­ρό χρυ­σά­φι και θα χαρά­ξεις σε αυτήν σαν χάραγ­μα σφρα­γί­δας τις λέξεις: ‘’Αγί­α­σμα Κυρί­ου’’, που σημαί­νει αφιέ­ρω­μα στον Κύριο)» [Το πέτα­λο αυτό ήταν χρυ­σή στε­νό­μα­κρη ημι­κυ­κλι­κή πλά­κα πάνω στην οποία ήταν γραμ­μέ­νο το ανεκ­φώ­νη­το όνο­μα του Κυρί­ου. Το πέτα­λο αυτό δενό­ταν στο μπρο­στι­νό κάτω μέρος του Κιδά­ρε­ως (ειδι­κού καλύμ­μα­τος της κεφα­λής του μεγά­λου αρχιε­ρέ­ως), του οποί­ου απο­τε­λού­σε και το κυριό­τε­ρο κόσμη­μα του], το θεο­φαν­το­ρι­κό Εφούδ[:Το Εφούδ ή επω­μίς, ήταν είδος γιλέ­κου που κάλυ­πτε το στή­θος και τη ράχη του μεγά­λου αρχιε­ρέ­ως και στε­ρε­ω­νό­ταν στη μέση με ζώνη από το ίδιο ύφα­σμα. Το ύφα­σμα του Εφούδ ήταν πολυ­τε­λέ­στα­το και ποι­κί­λων χρω­μά­των. Στους ώμους του Εφούδ υπήρ­χαν δύο πολύ­τι­μοι λίθοι (σμα­ρά­γδου), επά­νω στους οποί­ους ήταν χαραγ­μέ­να ανά έξι τα ονό­μα­τα των δώδε­κα υιών του Ιακώβ (Εξ. 28,8–12). 52α. Ψαλμ. 71,18] , τη θεο­ΐ­σκιω­τη σκη­νή. Εφό­σον λοι­πόν κι εσύ κατα­γι­νό­σουν με όλα αυτά νύχτα και μέρα λέγον­τας: «Εὐλογητὸς Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσρα­ήλ, ὁ ποιῶν θαυ­μά­σια μόνος(: ευλο­γη­τός ο Κύριος, ο Θεός, ο λατρευό­με­νος και προ­σκυ­νού­με­νος από τον Ισρα­ήλ, ο Οποί­ος μόνος έχει τη δύνα­μη να επι­τε­λεί θαυ­μά­σια και έργα κατα­πλη­κτι­κά)»[ Ψαλμ.71,18], και εφό­σον με όλα αυτά τα του νόμου, που είχες κάπο­τε, πέφτον­τας προ­σκυ­νού­σες τον Θεό, βλέ­πεις ότι μέσω των εικό­νων προ­σφέ­ρε­ται στον Θεό η προ­σκύ­νη­ση.

Και ύστε­ρα από μερι­κά: «Ὁ γὰρ ἀγαπῶν εἰλικρινῶς φίλον ἢ βασι­λέα καὶ μάλι­στα τὸν εὐεργέ­την, κἂν υἱὸν αὐτοῦ θεά­ση­ται, κἂν ῥάβδον, κἂν θρό­νον, κἂν στέ­φα­νον, κἂν οἶκον, κἂν δοῦλον, κρα­τεῖ καὶ ἀσπά­ζε­ται καὶ τιμᾷ διὰ τού­των τὸν εὐεργέ­την, βασι­λέα καὶ μάλι­στα τὸν θεόν. –Εἴθε γάρ, πάλιν λέγω, ἐποί­η­σας καὶ σὺ εἰκόνας Μωσαϊκὰς καὶ προ­φη­τικὰς καὶ καθ’ ἡμέραν ἐν αὐταῖς προ­σε­κύ­νεις τῷ δεσπότῃ αὐτῶν θεῷ. Ὅταν τοί­νυν ἴδῃς χρι­στιανῶν παῖδας προ­σκυ­νοῦντας τῷ σταυρῷ, γνῶθι, ὅτι τῷ σταυ­ρω­θέν­τι Χριστῷ τὴν προ­σκύ­νη­σιν προ­σά­γου­σι καὶ οὐ τῷ ξύλῳ. Ἐπεὶ εἰ τὴν φύσιν τοῦ ξύλου ἔσεβον, πάν­τως ἂν καὶ τὰ δέν­δρα καὶ τὰ ἄλση προ­σκυ­νεῖν εἶχον, ὥσπερ σὺ ὁ Ἰσραὴλ προ­σε­κύ­νη­σας τού­τοις ποτέ, λέγων τῷ δέν­δρῳ καὶ τῷ λίθῳ, ὅτι «Σύ μου εἶ θεός, καὶ σύ με ἐγέν­νη­σας». Ἡμεῖς δὲ οὐχ οὕτως λέγο­μεν τῷ σταυρῷ οὐδὲ ταῖς μορ­φαῖς τῶν ἁγίων· οὐ γὰρ θεοὶ ἡμῶν εἰσιν, ἀλλὰ βίβλοι ἀνεῳγμέ­ναι πρὸς ἀνάμνη­σιν θεοῦ καὶ τιμὴν αὐτοῦ ἐν ταῖς ἐκκλη­σί­αις προ­φανῶς κεί­με­ναι καὶ προ­σκυ­νού­με­ναι. Ὁ γὰρ τιμῶν τὸν μάρ­τυ­ρα τὸν θεὸν τιμᾷ, ᾧ ὁ μάρ­τυς ἐμαρ­τύ­ρη­σεν· ὁ προ­σκυνῶν τῷ ἀποστόλῳ τοῦ Χρι­στοῦ τῷ ἀποστεί­λαν­τι αὐτὸν προ­σκυ­νεῖ· καὶ ὁ προ­σπί­πτων τῇ μητρὶ τοῦ Χρι­στοῦ πρό­δη­λον, ὅτι τῷ υἱῷ αὐτῆς τὴν τιμὴν προ­σφέ­ρει. Οὐδεὶς γὰρ θεός, εἰ μὴ εἷς ὁ ἐν τριά­δι καὶ μονά­δι γνω­ρι­ζό­με­νός τε καὶ λατρευό­με­νος(: Εκεί­νος που αγα­πά ειλι­κρι­νά ένα φίλο η βασι­λιά και μάλι­στα τον ευερ­γέ­τη του, έστω κι αν δει τον γιο του, το ραβδί του, τον θρό­νο του, το στε­φά­νι του, το σπί­τι, του, τον δού­λο του, τα πιά­νει και τα ασπά­ζε­ται και μέσω αυτών τιμά τον ευερ­γέ­τη του, τον βασι­λιά και προ­παν­τός τον Θεό. Μακά­ρι, σου το επα­να­λαμ­βά­νω, να κατα­σκεύ­α­ζες και συ εικό­νες μωσαϊ­κές και προ­φη­τι­κές και κάθε μέρα να προ­σκυ­νού­σες σε αυτές τον δεσπό­τη τους Θεό. Όταν λοι­πόν δεις παι­διά των Χρι­στια­νών να προ­σκυ­νούν τον σταυ­ρό, μάθε ότι προ­σφέ­ρουν την προ­σκύ­νη­ση στον Χρι­στό που σταυ­ρώ­θη­κε και όχι στο ξύλο.Για­τί, αν σέβον­ταν τη φύση του ξύλου, τότε θα προ­σκυ­νού­σαν και τα δέν­δρα και τα άλση, όπως τα προ­σκύ­νη­σες εσύ ο Ισρα­ήλ κάπο­τε, λέγον­τας στο δέν­δρο και στον λίθο ότι «συ είσαι ο Θεός μου, συ με γέν­νη­σες». Εμείς όμως δεν λέμε αυτά στο σταυ­ρό, ούτε στις μορ­φές των αγί­ων για­τί δεν είναι θεοί μας, αλλά βιβλία ανοιγ­μέ­να για την ανά­μνη­ση του Θεού και από­δο­ση τιμής σε Αυτόν, που τοπο­θε­τούν­ται φανε­ρά στις εκκλη­σί­ες και προ­σκυ­νούν­ται. Για­τί εκεί­νος που τιμά τον μάρ­τυ­ρα, τιμά το Θεό, για τον οποίο ο μάρ­τυ­ρας μαρ­τύ­ρη­σε˙ εκεί­νος που προ­σκυ­νά τον από­στο­λο του Χρι­στού, προ­σκυ­νά αυτόν που τον απέστειλε˙και εκεί­νος που γονα­τί­ζει στη μητέ­ρα του Χρι­στού, είναι φανε­ρό ότι στον Υιό της προ­σφέ­ρει την τιμή. Για­τί κανέ­νας δεν είναι Θεός, παρά μόνο ένας, ο οποί­ος γνω­ρί­ζε­ται και λατρεύ­ε­ται ως Τριά­δα και Μονά­δα)».

57. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:)Αυτός που με τους λόγους του στό­λι­σε το νησί των Κυπρί­ων είναι ο σωστός ερμη­νευ­τής των λόγων του μακα­ρί­ου Επι­φα­νί­ου, ή εκεί­νοι που μιλούν με την καρ­διά τους. Άκου­σε όμως τι λέει και ο επί­σκο­πος Γαβά­λων Σεβη­ρια­νός.

58. Σεβη­ρια­νού, Επι­σκό­που Γαβά­λων, από τον λόγο στα εγκαί­νια του Σταυ­ρού:

«Πῶς ἡ εἰκὼν τοῦ ἐπικα­τα­ρά­του ζωὴν ἤνεγ­κε τοῖς ἡμετέ­ροις προ­γό­νοις; (:Πώς η εικό­να του επι­κα­τα­ρά­του έφε­ρε ζωή στους προ­γό­νους μας;)». Και ύστε­ρα από μερι­κά: «Πῶς οὖν ἡ εἰκὼν τοῦ ἐπικα­τα­ρά­του ἤνεγ­κε τῷ λαῷ ἐν συμ­φορᾷ χει­μα­ζο­μένῳ σωτη­ρί­αν; Ἆρα οὐκ ἦν ἀξιο­πι­στό­τε­ρον εἰπεῖν· Ἐάν τις ὑμῶν δηχθῇ, βλέ­ψει εἰς τὸν οὐρανὸν ἄνω πρὸς τὸν θεὸν καὶ σωθή­σε­ται ἢ εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ θεοῦ; Ἀλλὰ ταῦτα παριδὼν μόνον τοῦ σταυ­ροῦ τὴν εἰκόνα ἔπηξεν. Διὰ τί οὖν ταῦτα ἐποί­ει Μωσῆς ὁ εἰπὼν τῷ λαῷ· «Οὐ ποι­ή­σεις σεαυτῷ γλυ­πτὸν οὐδὲ χωνευτὸν οὐδὲ πᾶν ὁμοί­ω­μα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκά­τω τῆς γῆς;» Ἀλλὰ τί ταῦτα πρὸς τὸν ἀγνώ­μο­να φθέγ­γο­μαι; Εἰπέ, ὦ πιστό­τα­τε θεοῦ θερά­πον· ὃ ἀπαγο­ρεύ­εις, ποιεῖς; ὃ ἀνατρέ­πεις, κατα­σκευά­ζεις; Ὁ λέγων· «Οὐ ποι­ή­σεις γλυ­πτόν», ὁ τὸν χωνευ­θέν­τα βοῦν κατε­λά­σας, σὺ ὄφιν χαλ­κουρ­γεῖς; Καὶ τοῦτο οὐ λάθρᾳ, ἀλλὰ ἀναφανδὸν καὶ πᾶσι γνω­στόν; (:Πώς λοι­πόν η εικό­να του επι­κα­τά­ρα­του έφε­ρε τη σωτη­ρία στον δοκι­μα­ζό­με­νο από συμ­φο­ρά λαό;Επομένως δεν θα ήταν περισ­σό­τε­ρο σωστό να πει: Αν κάποιος από σας δαγ­κω­θεί από φίδι, να κοι­τά­ξει ψηλά στον ουρα­νό προς τον Θεό, ή στη σκη­νή του Θεού, και θα σωθεί; Αλλά παρα­βλέ­πον­τας όλα αυτά, μόνο την εικό­να του σταυ­ρού έστη­σε. Για­τί όμως τα έκα­νε αυτά ο Μωϋ­σής, αυτός που είπε στον λαό: “Δεν θα κατα­σκευά­σεις για τον εαυ­τό σου γλυ­πτό ούτε χωνευ­τό ούτε κανέ­να ομοί­ω­μα, όσα βρί­σκον­ται πάνω στον ουρα­νό και όσα κάτω τη γη και όσα στα νερά κάτω από τη γη” [βλ. Έξ.20,4:«Οὐ ποι­ή­σεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοί­ω­μα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκά­τω τῆς γῆς(:Δεν πρέ­πει να κατα­σκευά­σεις κάποιο είδω­λο, που να το έχεις και να το λατρεύ­εις σαν θεό, ούτε κάτι που να εικο­νί­ζει αυτά που υπάρ­χουν επά­νω στον ουρα­νό, άστρα δηλα­δή και που­λιά, ή αυτά που υπάρ­χουν κάτω στη γη, ανθρώ­πους δηλα­δή και ζώα, ή όσα υπάρ­χουν κάτω από τη γη μέσα στη θάλασ­σα, δηλα­δή ψάρια και κρο­κό­δει­λους, όπως κάνουν διά­φο­ροι λαοί)»;].

Αλλά για­τί τα λέω αυτά προς τον αγνώ­μο­να; Πες μου, εσύ πιστό­τα­τε υπη­ρέ­τη του Θεού: Αυτό που απα­γο­ρεύ­εις, αυτό κάνεις; Αυτό που γκρε­μί­ζεις, το κατα­σκευά­ζεις; Εσύ που λες ότι δεν θα κάνεις γλυ­πτό [βλ. Έξ.32,20: «Καὶ λαβὼν τὸν μόσχον, ὃν ἐποί­η­σαν, κατέ­καυ­σεν αὐτὸν ἐν πυρὶ καὶ κατή­λε­σεν αὐτὸν λεπτὸν καὶ ἔσπει­ρεν αὐτὸν ἐπὶ τὸ ὕδωρ καὶ ἐπότι­σεν αὐτὸ τοὺς υἱοὺς Ἰσρα­ήλ(: και αφού πήρε το χρυ­σό μοσχά­ρι που έκα­ναν, το έκα­ψε και το έλιω­σε στη φωτιά και το άλε­σε, ώστε να γίνει λεπτή σκό­νη και το δια­σκόρ­πι­σε μέσα στο νερό και πότι­σε με αυτό τους Ισραη­λί­τες)»]και συν­τρί­βεις το χωνευ­τό μοσχά­ρι, εσύ κατα­σκευά­ζεις χάλ­κι­νο φίδι;

Και αυτό όχι κρυ­φά, αλλά ολο­φά­νε­ρα και σε όλους γνωστό[Αριθμ.21,8: «Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ποί­η­σον σεαυτῷ ὄφιν καὶ θὲς αὐτὸν ἐπὶ σημεί­ου, καὶ ἔσται ἐὰν δάκῃ ὄφις ἄνθρω­πον, πᾶς ὁ δεδηγ­μέ­νος ἰδὼν αὐτὸν ζήσε­ται (: και είπε ο Κύριος προς τον Μωυ­σή: ‘’ Κατα­σκεύ­α­σε ένα χάλ­κι­νο φίδι, όμοιο προς εκεί­να που δαγ­κώ­νουν τον λαό, και κρέ­μα­σέ το ψηλά σε ένα πάσ­σα­λο, ώστε να φαί­νε­ται από όλα τα μέρη του στρα­το­πέ­δου. Θα γίνε­ται λοι­πόν αυτό: Εάν ένα φίδι δαγ­κώ­σει κάποιον άνθρω­πο, τότε εάν εκεί­νος που τον δαγ­κώ­σει το φίδι, σηκώ­σει το βλέμ­μα του και ρίξει βλέμ­μα μετα­νοί­ας και πίστε­ως στο χάλ­κι­νο φίδι, θα θερα­πεύ­ε­ται και δεν θα πεθαί­νει’’)» .

«Ἀλλ’ ἐκεῖνα, φησίν, ἐνομο­θέ­τη­σα, ἵνα ἐκκό­ψω τὰς ὕλας τῆς ἀσεβεί­ας καὶ τὸν λαὸν ἀπαγά­γω πάσης ἀποστα­σί­ας καὶ εἰδωλο­λα­τρεί­ας· νυνὶ δὲ χωνεύω τὸν ὄφιν χρη­σί­μως εἰς προ­τύ­πω­σιν τῆς ἀληθεί­ας. Καὶ καθά­περ σκηνὴν ἔπηξα καὶ τὰ ἐν αὐτῇ πάν­τα καὶ χερουβὶμ ὁμοί­ω­μα τῶν ἀορά­των διε­πέ­τα­σα εἰς τὰ ἅγια ὡς τύπον καὶ σκιὰν τῶν μελ­λόν­των, οὕτω καὶ ὄφιν ἐστή­λω­σα εἰς σωτη­ρί­αν τῷ λαῷ, ἵνα διὰ τῆς πεί­ρας τού­των προ­γυ­μνα­σθῶσι τοῦ σημεί­ου τοῦ σταυ­ροῦ τὴν εἰκόνα καὶ τὸν ἐν αὐτῷ σωτῆρα καὶ λυτρω­τήν. Καὶ ὅτι ἀψευ­δέ­στα­τος ὁ λόγος, ἀγαπη­τέ, ἄκουε τοῦ κυρί­ου τοῦτον βεβαιοῦντος καὶ λέγον­τος· «Καὶ καθὼς Μωσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως δεῖ ὑψωθῆναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώ­που, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύ­ων ἐν αὐτῷ μὴ ἀπόλη­ται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον (:Αλλά εκεί­να τα νομο­θέ­τη­σα)», λέει, «(για να κόψω τα υλι­κά της ασέ­βειας και να απο­σπά­σω τον λαό από κάθε απο­στα­σία και ειδω­λο­λα­τρία, τώρα όμως κατα­σκευά­ζω το χωνευ­τό φίδι για να χρη­σι­μεύ­σει ως προ­τύ­πω­ση της αλή­θειας. Και όπως έστη­σα τη σκη­νή και όλα όσα υπάρ­χουν σε αυτήν και κατα­σκεύ­α­σα ομοί­ω­μα των αορά­των χερου­βίμ με ανοι­χτά τα φτε­ρά τους στα άγια για να είναι τύπος και σκιά των μελ­λόν­των[Κολ.2,17: «ἅ ἐστι σκιὰ τῶν μελ­λόν­των, τὸ δὲ σῶμα Χρι­στοῦ(:Αυτά είναι μια απλή σκιά της πραγ­μα­τι­κό­τη­τος που επρό­κει­το να έλθει στην Και­νή Δια­θή­κη. Και η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αυτή απ’ την οποία ριχνό­ταν η σκιά είναι ο Χρι­στός)»], έτσι ύψω­σα και το φίδι σε στή­λη για τη σωτη­ρία του λαού, ώστε με τη γνώ­ση αυτών να προ­ε­τοι­μα­σθούν για να δεχθούν την εικό­να του σημεί­ου του σταυ­ρού και μέσω αυτού τον Σωτή­ρα και λυτρω­τή. Και ότι ο λόγος αυτός είναι πέρα για πέρα αλη­θι­νός, αγα­πη­τέ, άκου­σε τον Κύριο που το βεβαιώ­νει λέγον­τας: και όπως ο Μωϋ­σής ύψω­σε το φίδι στην έρη­μο, έτσι πρέ­πει να υψω­θεί και ο Υιός του άνθρω­που, ώστε ο καθέ­νας που πιστεύ­ει σε Αυτόν να μη χάνε­ται, αλλά να έχει ζωή αιώ­νια[ βλ. Ιω.3,14–15: «Καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώ­που, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύ­ων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόλη­ται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον(:Άκου­σε τώρα και μιαν άλλη άγνω­στη και ψυχο­σω­τή­ρια αλή­θεια, που θα σου απο­κα­λύ­ψω: Όπως κάπο­τε ο Μωυ­σής στην έρη­μο κρέ­μα­σε ψηλά το χάλ­κι­νο φίδι για να σώζον­ται με αυτό οι Ισραη­λί­τες από τα θανα­τη­φό­ρα δαγ­κώ­μα­τα των φιδιών, έτσι σύμ­φω­να με το μυστη­ριώ­δες σχέ­διο του Θεού πρέ­πει να κρε­μα­στεί ψηλά πάνω στον σταυ­ρό ο υιός του ανθρώ­που και να προ­σλά­βει έτσι το ομοί­ω­μα της αμαρ­τί­ας, χωρίς όμως να έχει καμία πραγ­μα­τι­κή σχέ­ση με αυτή. Και θα υψω­θεί πάνω στον σταυ­ρό, για να μη χαθεί στον αιώ­νιο θάνα­το κανέ­νας απ’ όσους πιστεύ­ουν σε Αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώ­νια)»].

59. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:) Κατά­λα­βε, ότι για να απο­μα­κρύ­νει τον λαό από την ειδω­λο­λα­τρία, επει­δή ήταν ευό­λι­σθος και έτοι­μος γι΄ αυτό, νομο­θέ­τη­σε να μην κάνουν κανέ­να ομοί­ω­μα, και ότι το φίδι που υψώ­θη­κε ήταν εικό­να του πάθους του Κυρί­ου.

60. Ότι δεν είναι και­νούρ­για εφεύ­ρε­ση οι εικό­νες, αλλά αρχαίο και γνω­στό και συνη­θι­σμέ­νο στους αγί­ους και δια­κε­κρι­μέ­νους πατέ­ρες, άκου­σε˙ γρά­φε­ται στον βίο του μακα­ρι­στού Βασι­λεί­ου από τον Ελλά­διο, μαθη­τή του και διά­δο­χο της ιεραρ­χί­ας του, ότι ο όσιος παρου­σιά­στη­κε κάπο­τε με την εικό­να της Θεο­τό­κου, στην οποία ήταν ζωγρα­φι­σμέ­νη και η μορ­φή του αεί­μνη­στου μάρ­τυ­ρα Μερ­κου­ρί­ου· παρου­σιά­στη­κε ζητών­τας τον θάνα­το του άθε­ου και απο­στά­τη τυράν­νου Ιου­λια­νού. Την απο­κά­λυ­ψη γι’ αυτό το αίτη­μα τη δέχτη­κε από την εικό­να αυτή· για­τί έβλε­πε για λίγο τον μάρ­τυ­ρα να χάνε­ται από την εικό­να και ύστε­ρα από λίγο να κρα­τά­ει το δόρυ ματω­μέ­νο.

61. Στον βίο του Ιωάν­νη του Χρυ­σο­στό­μου γρά­φον­ται αυτο­λε­ξεί τα εξής:

Ο μακά­ριος Ιωάν­νης αγα­πού­σε υπερ­βο­λι­κά τις Επι­στο­λές του σοφό­τα­του Παύλου.Και ύστε­ρα από μερι­κά άλλα: «Είχε μάλι­στα σε εικό­να και τη μορ­φή του ιδί­ου του απο­στό­λου Παύ­λου, εκεί όπου ανα­παυό­ταν για λίγο εξαι­τί­ας της αδυ­να­μί­ας του σώμα­τός του˙γιατί ξαγρυ­πνού­σε περισ­σό­τε­ρο από ό,τι επέ­τρε­παν οι φυσι­κές του δυνά­μεις. Και όταν διά­βα­ζε τις επι­στο­λές του, ενα­τέ­νι­ζε την εικό­να και τον πρό­σε­χε σαν να ήταν ζων­τα­νός μακα­ρί­ζον­τάς τον, και είχε με τη φαν­τα­σία του όλη τη σκέ­ψη του σε αυτόν και επι­κοι­νω­νού­σε μαζί του μέσω της θεω­ρί­ας».

Και ύστε­ρα από άλλα : «Όταν έπαυ­σε ο Πρό­κλος να μιλά­ει ατε­νί­ζον­τας την εικό­να του απο­στό­λου και βλέ­πον­τας τη μορ­φή του να είναι όμοια με εκεί­νην που του φανε­ρώ­θη­κε, κάνον­τας μετά­νοια στον Ιωάν­νη, είπε δεί­χνον­τας με το δάκτυ­λο την εικό­να: “Συγ­χώ­ρη­σε με, πάτερ. Εκεί­νον που είδα να μιλά­ει μαζί σου, είναι όμοιος με αυτόν και όπως κατα­λα­βαί­νω είναι πράγ­μα­τι ο ίδιος”».

62. Στον βίο της οσί­ας Ευπρα­ξί­ας ανα­γρά­φε­ται από την προϊ­στα­μέ­νη του μονα­στη­ριού ότι της φανε­ρώ­θη­κε η δεσπο­τι­κή μορ­φή του Κυρί­ου.

63. Στον βίο της οσί­ας Μαρί­ας της Αιγύ­πτιας γρά­φε­ται ότι προ­σευ­χή­θη­κε στην εικό­να της Θεο­τό­κου και ζήτη­σε αυτήν ως εγγυ­ή­τρια και έτσι μπό­ρε­σε να μπει μέσα στο ναό.

64. Από το Λει­μω­νά­ριο του άγιου πατέ­ρα μας Σωφρο­νί­ου, Αρχιε­πι­σκό­που Ιερο­σο­λύ­μων:

«Διη­γιό­ταν ο αββάς Θεό­δω­ρος ο Αϊλιώ­της[Αϊλιώ­της σημαί­νει ιερο­σο­λυ­μί­της, διό­τι η Ιερου­σα­λήμ μετά την ανοι­κο­δό­μη­σή της από τον αυτο­κρά­το­ρα Αδρια­νό (Αϊλιο) ονο­μά­στη­κε Αϊλία] ότι κάποιος μονα­χός, που ήταν έγκλει­στος σε μονα­στή­ρι του όρους των Ελαιών, ήταν πολύ μεγά­λος ασκη­τής· τον πολε­μού­σε όμως ο δαί­μο­νας της πορ­νεί­ας. Σε μια περί­πτω­ση, καθώς του επι­τέ­θη­κε με σφο­δρό­τη­τα ο δαί­μο­νας, άρχι­σε ο γέρον­τας να οδύ­ρε­ται και να λέει στο δαί­μο­να: ”Ως πότε θα μένεις ανυ­πο­χώ­ρη­τος; Φύγε λοι­πόν από κον­τά μου· γέρα­σες μαζί μου”. Τότε εμφα­νί­ζε­ται φανε­ρά μπρο­στά του και του λέει: “Ορκί­σου μου πως δεν θα πεις σε κανέ­ναν αυτό που πρό­κει­ται να σου πω και δεν θα σε ξανα­πο­λε­μή­σω”. Και του ορκί­στη­κε ο γέρον­τας: “Μa τον Ύψι­στο, που κατοι­κεί στα ουρά­νια˙ δεν θα πω σε κανέ­να ό,τι μου πεις”. Τότε του λέει ο δαί­μο­νας: “Μην προ­σκυ­νή­σεις αυτήν την εικό­να και δεν θα σε πολε­μώ πια”. Η εικό­να είχε τη μορ­φή της Δέσποι­νας μας, της αγί­ας Μαρί­ας της Θεο­τό­κου, που κρα­τού­σε στην αγκα­λιά της τον Κύριο μας Ιησού Χρι­στό. Λέει ο έγκλει­στος γέρον­τας στον δαί­μο­να: “Άφη­σε με να το σκε­φθώ”.

Την άλλη μέρα πηγαί­νει στον αββά Θεό­δω­ρο τον Αϊλιώ­τη, που κατοι­κού­σε τότε στη λαύ­ρα Φαραώ και τα διη­γεί­ται όλα. Ο γέρον­τας τότε λέγει στον έγκλει­στο: “Πραγ­μα­τι­κά, αββά μου, παγι­δεύ­θη­κες που ορκί­στη­κες στον δαί­μο­να, ωστό­σο έκα­νες καλά που τα εξο­μο­λο­γή­θη­κες. Είναι προ­τι­μό­τε­ρο σε σένα να μην αφή­σεις στην πόλη αυτή πορ­νείο στο οποίο να μην μπεις, παρά να αρνη­θείς να προ­σκυ­νάς τον Κύριο και Θεό μας Ιησού Χρι­στό μαζί με τη μητέ­ρα Tου”. Αφού λοι­πόν τον στή­ρι­ξε και τον ενδυ­νά­μω­σε με περισ­σό­τε­ρα, γύρι­σε στον τόπο του. Εμφα­νί­ζε­ται λοι­πόν πάλι ο δαί­μο­νας στον έγκλει­στο και του λέει: “Τι συμ­βαί­νει, κακό­γε­ρε; Δεν μου ορκί­σθη­κες ότι δεν θα τα έλε­γες σε κανέ­να; Και για­τί τα εξο­μο­λο­γή­θη­κες όλα σε αυτόν που ήρθε σε σένα; Σου το λέω, παλιό­γε­ρε, ότι την ημέ­ρα της κρί­σε­ως θα δώσεις λόγο ως επί­ορ­κος”. Και ο έγκλει­στος τού απο­κρί­θη­κε λέγον­τας: “Αυτό που ορκί­σθη­κα, το ορκί­σθη­κα και σε ό,τι επιόρ­κη­σα, το γνω­ρί­ζω. Πλην όμως επιόρ­κη­σα στον Δεσπό­τη και δημιουρ­γό μου, αλλά εσέ­να δεν σε ακούω”».

65. (Σχό­λιο Ιερού Δαμα­σκη­νού:) Βλέ­πεις ότι την προ­σκύ­νη­ση της εικό­νας την είπε ως προ­σκύ­νη­ση του εικο­νι­ζό­με­νου, και πόσο κακό είναι το να μην την προ­σκυ­νού­με, και πως ο δαί­μο­νας προ­τί­μη­σε να τον παρα­σύ­ρει σε αυτό παρά στην πορ­νεία;

66. Ενώ λοι­πόν πολ­λοί ανέ­κα­θεν μετα­ξύ των Χρι­στια­νών ιερείς και βασι­λείς δέχτη­καν από τον Θεό τη σοφία και θεο­σέ­βεια και διέ­πρε­ψαν στον λόγο και στον βίο, και πολ­λές σύνο­δοι αγί­ων και θεο­πνεύ­στων πατέ­ρων συγ­κρο­τή­θη­καν, για­τί κανείς δεν επι­χεί­ρη­σε να τα κάνει αυτά; Δεν θα ανε­χθού­με να διδά­σκε­ται νέα πίστη.

«Για­τί από την Σιών θα προ­έλ­θει νόμος», είπε προ­φη­τι­κά το άγιο Πνεύ­μα, «και λόγος Κυρί­ου από την Ιερου­σα­λήμ» [ βλ. Ησ. 2,3: «Καὶ πορεύ­σον­ται ἔθνη πολλὰ καὶ ἐροῦσι· δεῦτε καὶ ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος Κυρί­ου καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ, καὶ ἀναγ­γε­λεῖ ἡμῖν τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, καὶ πορευ­σό­με­θα ἐν αὐτῇ· ἐκ γὰρ Σιὼν ἐξελεύ­σε­ται νόμος καὶ λόγος Κυρί­ου ἐξ Ἱερου­σα­λήμ(:Και θα πορευ­τούν έθνη πολ­λά και θα προ­τρέ­πουν το ένα το άλλο και θα λένε: Εμπρός, ας ανέ­βου­με στο όρος του Κυρί­ου και στον Ναό του Θεού Ιακώβ, και θα μας αναγ­γεί­λει τον δρό­μο του θελή­μα­τός Του, και θα συμ­μορ­φω­θού­με προς αυτό, βαδί­ζον­τας στον δρό­μο αυτόν· διό­τι από τη Σιών θα βγει νέος Νόμος και από την Ιερου­σα­λήμ θα κηρυ­χτεί λόγος του Κυρί­ου)»].

Δεν θα ανε­χθού­με να φρο­νούν άλλο­τε άλλα και να αλλά­ζουν με τον και­ρό και η πίστη να γίνε­ται περί­γε­λως και τέρ­ψη των μη Χρι­στια­νών. Δεν θα ανε­χθού­με την υπο­τα­γή σε βασι­λι­κό διά­ταγ­μα, που επι­χει­ρεί ν’ ανα­τρέ­ψει την παρά­δο­ση των πατέ­ρων, για­τί δεν είναι γνώ­ρι­σμα των ευσε­βών βασι­λέ­ων να ανα­τρέ­πουν τους εκκλη­σια­στι­κούς θεσμούς. Δεν είναι πατρι­κά αυτά˙ για­τί είναι ληστρι­κά όσα γίνον­ται με τη βία και όχι με την πει­θώ.

Και μάρ­τυ­ρας όλων αυτών είναι η δεύ­τε­ρη σύνο­δος της Εφέ­σου, που ως τώρα χαρα­κτη­ρί­ζε­ται με την επω­νυ­μία «ληστρι­κή», επει­δή εκβιά­σθη­κε από βασι­λι­κό χέρι, όταν φονεύ­θη­κε εκεί ο μακά­ριος Φλα­βια­νός[Η λεγο­μέ­νη ληστρι­κή σύνο­δος συνε­κλή­θη το 449 μ. Χ. από τον αυτο­κρά­το­ρα Θεο­δό­σιο Β στην Έφε­σο εναν­τί­ον του πατριάρ­χη Κων/πόλεως Φλα­βια­νού, ο οποί­ος σε προ­η­γού­με­νη σύνο­δο (το 448) κατα­δί­κα­σε τον αιρε­τι­κό Ευτυ­χή. Η σύνο­δος αυτή της Εφέ­σου, στην οποία προ­ή­δρευε ο Αλε­ξαν­δρεί­ας Διό­σκου­ρος, καθή­ρε­σε τον Φλα­βια­νό, και όταν εκεί­νος έκα­νε έκκλη­ση η ατμό­σφαι­ρα της συνό­δου ηλε­κτρί­σθη­κε, με απο­τέ­λε­σμα ο Φλα­βια­νός να καθαι­ρε­θεί και συρό­με­νος έξω από την εκκλη­σία, όπου συνε­δρί­α­ζε η σύνο­δος, να φονευ­θεί].Αυτά είναι έργο των συνό­δων και όχι των βασι­λέ­ων, όπως είπε ο Κύριος: «Όπου συνα­χθούν δύο ή τρεις στο όνο­μα μου, βρί­σκο­μαι εκεί ανά­με­σά τους» [ βλ. Ματθ.18,20: «Οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγ­μέ­νοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν(:Διό­τι όπου είναι δύο ή τρεις συναγ­μέ­νοι για μένα και για σκο­πούς σύμ­φω­νους με το θέλη­μά μου, εκεί είμαι κι εγώ μετα­ξύ τους, για να τους εισα­κούω, να τους εμπνέω, να τους οδη­γώ και να τους προ­στα­τεύω)»·

Ο Χρι­στός δεν έδω­σε την εξου­σία να δένουν και να λύνουν τις αμαρ­τί­ες στους βασι­λείς, αλλά στους απο­στό­λους και στους δια­δό­χους τους και στους ποι­μέ­νες και διδα­σκά­λους. «Ακό­μα και αν άγγε­λος», λέγει ο από­στο­λος Παύ­λος, «σάς κηρύ­ξει άλλο Ευαγ­γέ­λιο από εκεί­νο που παρα­λά­βα­τε[βλ. Γαλ.1,8–9: «ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγε­λος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγε­λί­ζη­ται ὑμῖν παρ᾿ ὃ εὐηγγε­λι­σά­με­θα ὑμῖν, ἀνάθε­μα ἔστω. ὡς προ­ει­ρή­κα­μεν, καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγε­λί­ζε­ται παρ᾿ ὃ παρε­λά­βε­τε, ἀνάθε­μα ἔστω (:Αλλά να ξέρε­τε το εξής: Ακό­μη κι αν εμείς οι από­στο­λοι ή κι ένας άγγε­λος από τον ουρα­νό σας κηρύτ­τει άλλο ευαγ­γέ­λιο, δια­φο­ρε­τι­κό από εκεί­νο που σας κηρύ­ξα­με, ας είναι ανα­θε­μα­τι­σμέ­νος και χωρι­σμέ­νος για πάν­τα από τον Χρι­στό. Όπως σας είχα­με πει και παλαιό­τε­ρα, όταν ήμα­σταν μαζί σας, έτσι και τώρα πάλι σας λέω: Εάν κανείς σας κηρύτ­τει δια­φο­ρε­τι­κό ευαγ­γέ­λιο από εκεί­νο που διδα­χθή­κα­τε από μένα, ας είναι ανα­θε­μα­τι­σμέ­νος και χωρι­σμέ­νος από τον Χρι­στό)»].

Τα παρα­κά­τω ας τα απο­σιω­πή­σου­με από επιεί­κεια, περι­μέ­νον­τας την επι­στρο­φή τους.

Αν όμως δού­με ότι η δια­στρο­φή τους είναι χωρίς επι­στρο­φή, τότε θα προ­σθέ­σου­με και το υπό­λοι­πο· αλλά ας το απευ­χη­θού­με κάτι τέτοιο.

67. Εάν κάποιος μπει σε ένα σπί­τι, στο οποίο κάποιος ζωγρά­φος ζωγρά­φι­σε στους τοί­χους με χρώ­μα­τα την ιστο­ρία του Μωυ­σή και του Φαραώ, και έπει­τα συμ­βεί να ρωτή­σει γι’ αυτούς που διέ­σχι­σαν τη θάλασ­σα σαν να ήταν ξηρά, «Ποιοι είναι αυτοί;», τι θα απαν­τή­σεις δεχό­με­νος την ερώ­τη­ση; Δεν θα πεις, «ο λαός του Ισρα­ήλ»;. «Ποιος χτυ­πά τη θάλασ­σα με το ραβδί;». Δεν θα του πεις: «Ο Μωυ­σής»;

Έτσι και αν κάποιος εικο­νί­σει το Χρι­στό σταυ­ρω­μέ­νο και ερω­τη­θεί: «Ποιος είναι αυτός;» θα απαν­τή­σει: «ο Χρι­στός ο Θεός, ο οποί­ος σαρ­κώ­θη­κε για μας». Ναι, Δέσπο­τα, προ­σκυ­νώ όλα τα δικά Σου πράγ­μα­τα, και με δια­καή πόθο αγκα­λιά­ζω τη θεό­τη­τα, τη δύνα­μη, την αγα­θό­τη­τα, την ευσπλα­χνία για μένα, τη συγ­κα­τά­βα­ση, τη σάρ­κω­ση, τη σάρ­κα. Και όπως φοβά­μαι να αγγί­ξω το πυρα­κτω­μέ­νο σίδε­ρο, όχι εξαι­τί­ας της φύσε­ως του σίδε­ρου, αλλά εξαι­τί­ας της φωτιάς που είναι ενω­μέ­νη με αυτό, έτσι προ­σκυ­νώ τη σάρ­κα σου, όχι εξαι­τί­ας της φύσης της σάρ­κας, αλλ’ εξαι­τί­ας της θεό­τη­τας που είναι υπο­στα­τι­κά ενω­μέ­νη με αυτήν.

Προ­σκυ­νού­με τα πάθη Σου. Ποιος είδε να προ­σκυ­νεί­ται ο θάνα­τος; Ποιος είδε πάθη σεπτά; Όμως πράγ­μα­τι προ­σκυ­νού­με τον σωμα­τι­κό θάνα­το του Θεού μου και τα σωτή­ρια πάθη, προ­σκυ­νού­με την εικό­να Σου˙προσκυνούμε όλα τα δικά Σου πράγ­μα­τα, τους υπη­ρέ­τες, τους φίλους και πριν από αυτούς την μητέ­ρα την Θεο­τό­κο.

Γι’ αυτό ικε­τεύω τον λαό του Θεού, το έθνος το άγιο, να κρα­τή­σει γερά τις εκκλη­σια­στι­κές παρα­δό­σεις· για­τί η παρα­μι­κρή αφαί­ρε­ση από αυτά που μας έχουν παρα­δο­θεί, σαν να αφαι­ρού­με λιθά­ρια από οικο­δο­μή, γρή­γο­ρα θα γκρε­μί­σει ολό­κλη­ρη την οικο­δο­μή. Είθε λοι­πόν να παρα­μέ­νου­με στα­θε­ροί, άκαμ­πτοι, ακλό­νη­τοι, στη­ριγ­μέ­νοι πάνω σε ασφα­λή πέτρα, που είναι ο Χρι­στός, στον Οποίο αρμό­ζει δόξα, τιμή και προ­σκύ­νη­ση, μαζί με τον Πατέ­ρα και το Πνεύ­μα, τώρα και πάν­το­τε και στους απέ­ραν­τους αιώ­νες. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επι­μέ­λεια κει­μέ­νου: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • https://www.documentacatholicaomnia.eu/20vs/103_migne_gm/0675–0749,_Iohannes_Damascenus,_De_Imaginibus_Oratio_I_(MPG_94_01231_1283),_GM.pdf

  • Ιωάν­νου Δαμα­σκη­νού Έργα, Προς τους δια­βάλ­λον­τας τας αγί­ας εικό­νας, ομι­λία Α΄, πατε­ρι­κές εκδό­σεις «Γρη­γό­ριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάν­τιον», Θεσ­σα­λο­νί­κη 1990, τόμος 3, σελί­δες 20–105.

  • Π. Τρεμ­πέ­λα, Η Και­νή Δια­θή­κη με σύν­το­μη ερμη­νεία (από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2014.

  • Η Και­νή Δια­θή­κη, Κεί­με­νον και ερμη­νευ­τι­κή από­δο­σις υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τρια­κο­στή τρί­τη, Αθή­να 2009.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη κατά τους εβδο­μή­κον­τα, Κεί­με­νον και σύν­το­μος από­δο­σις του νοή­μα­τος υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2005.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη μετά Συν­τό­μου Ερμη­νεί­ας, Πανα­γιώ­της Τρεμ­πέ­λας, Αδελ­φό­της Θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», Αθή­να, 1985.

  • https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/

  • https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/

  • Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλ­τή­ριον με σύν­το­μη ερμη­νεία(από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τρί­τη, Αθή­να 2016.

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

 

Άγιος Νικό­λα­ος Βελι­μί­ρο­βιτς (Ομι­λία)

Από το βιβλίο: Ομι­λί­ες Αγ. Βελι­μί­ρο­βιτς — Τόμος Β (Και­ρός Μετα­νοί­ας)

Πόσο μεγά­λη, πόσο φοβε­ρὴ εἶναι ἡ παρου­σία τοῦ Θεοῦ! Πόσο μεγά­λη καὶ πόσο φοβε­ρή εἶναι ἡ παρου­σία τοῦ ζῶν­τος Θεοῦ!
Οἱ ἀγγε­λι­κὲς δυνά­μεις στέ­κον­ται μπρο­στά Του μὲ φόβο καὶ τρό­μο. Τὰ σερα­φεὶμ κρύ­βουν τὰ πρό­σω­πά τους μὲ τίς φτε­ροῦ­γες τοὺς μπρο­στὰ στὸ ἀστρα­φτε­ρὸ φῶς καὶ τὸ ἀνέκ­φρα­στο κάλ­λος τῆς παρου­σί­ας Του.
Πόσο λαμ­πρὸς εἶναι ὁ ἥλιος! Πόσο ἐντυ­πω­σια­κὸ εἶναι τὸ ἔνα­στρο στε­ρέ­ω­μα! Πόσο δυνα­τὸς εἶναι ὁ ταραγ­μέ­νος ὠκε­α­νός! Πόσο μεγα­λό­πρε­πα εἶναι τὰ γιγαν­τιαῖα βου­νά! Πόσο φοβε­ρὰ εἶναι τὰ κεραυ­νο­φό­ρα σύν­νε­φα καὶ τὰ πύρι­να ἡφαί­στεια! Πόσο εὐχά­ρι­στες εἶναι οἱ ἀνθο­φο­ρη­μέ­νες κοι­λά­δες μὲ τίς χιλιά­δες πηγὲς καὶ τὰ διά­σπαρ­τα λευ­κὰ κοπά­δια τους. Κι όλ’ αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ ἔργα τῶν χεριῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἔργα ποὺ φτιά­χτη­καν ἀπὸ τὸν ἀθά­να­το Δημιουρ­γό. Κι ἂν ἡ κτί­ση εἶναι τόσο ὄμορ­φη, πῶς πρέ­πει νὰ εἶναι ὁ Δημιουρ­γός;
Ἄν ἡ καρ­διὰ τοῦ ἀνθρώ­που γεμί­ζει μὲ δέος, χαρὰ ἢ δάκρυα μπρο­στὰ στὴ δημιουρ­γία τοῦ Θεοῦ, πῶς πρέ­πει νὰ νιώ­θει μπρο­στὰ στὸν παν­το­δύ­να­μο καὶ ζῶν­τα Δημιουρ­γός
Πῶς μπο­ρεῖ ἕνα θνη­τὸ ὄν νὰ στα­θεῖ κον­τὰ στὸν ἀθά­να­το Θεὸ καὶ νὰ μὴν ἐξα­φα­νι­στεῖ, νὰ μὴ δια­λυ­θεῖ; Ποιό θνη­τὸ ὄν μπο­ρεῖ νὰ κοι­τά­ξει τὸ πρό­σω­πο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐξα­κο­λου­θεῖ νὰ ζεῖ; Ἄν εἶναι φοβε­ρό το νὰ δεῖς τὸ πρό­σω­πο ἀγγέ­λου τοῦ Θεοῦ, πόσο φοβε­ρό­τε­ρο εἶναι νὰ βρε­θεῖς ἐνώ­πιον τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ; Περι­γρά­φον­τας τὸ ὅρα­μα τοῦ ἀγγέ­λου τοῦ Θεοῦ ὁ προ­φή­της Δανι­ὴλ λέει: «…οὔχ ὑπε­λεί­φθῃ ἐν ἐμοὶ ἰσχύς, καὶ ἡ δόξα μου μετε­στρά­φῃ εἰς δια­φθο­ράν» (Δαν.ι’ 8). Δὲν ἔμει­νε μέσα μου καμιὰ δύνα­μη, ἡ δόξα μου ἀλλοιώ­θη­κε κι ἔγι­νε φθαρ­τή. Ἀκό­μα κι ὁ πιὸ δυνα­τὸς ἄνθρω­πος νιώ­θει ἀδύ­να­μος, ὁ πιὸ ὄμορ­φος μοιά­ζει ἄσχη­μος μπρο­στὰ στὸν ἄγγε­λο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει «τὸ σῶμα αὐτοῦ ὤσει θαρ­σίς, καὶ τὸ πρό­σω­πον αὐτοῦ ὤσει ὅρα­σις ἀστρα­πῆς, καὶ οἱ ὀφθαλ­μοὶ αὐτοῦ ὡσεὶ λαμ­πά­δες πυρός» (Δαν. ἰ’ 6).
Τὸ σῶμα τοῦ ἀγγέ­λου, λέει ὁ προ­φή­της, μοιά­ζει μὲ τὴ βήρυλ­λο, τὸ πρό­σω­πό του ἦταν σὰν ἀστρα­πὴ καὶ τὰ μάτια του ἦταν σὰν πύρι­να φῶτα. Τὸ θαυ­μα­στὸ πρωι­νὸ ποὺ ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἀνα­στή­θη­κε «ἐκ νεκρῶν», «ἰδοὺ σει­σμὸς ἔγέ­νε­το μέγας ἄγγε­λος γὰρ Κυρί­ου κατα­βὰς ἐξ ουρα­νοῦ, προ­σελ­θὼν ἀπε­κύ­λι­σε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκά­θη­το ἐπά­νω αὐτοῦ. ἢν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστρα­πὴ καὶ τὸ ἔνδυ­μα αὐτοῦ λευ­κὸν ὡσεὶ χιῶν. ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσεί­σθη­σαν οἱ τηροῦν­τες καὶ ἐγέ­νον­το ὤσει νεκροί» (Ματθ. κή’ 2–4). Καὶ ἔγι­νε σει­σμὸς μεγά­λος, λέει ὁ ἱερὸς εὐαγ­γε­λι­στὴς κατέ­βη­κε ἄγγε­λος Κυρί­ου ἀπὸ τὸν οὐρα­νό, ἦρθε κον­τὰ στὸ μνη­μεῖο, κύλι­σε τὴν πέτρα ποὺ ἔφρα­ζε τὴν εἴσο­δο καὶ κάθι­σε πάνω της. Ἡ μορ­φὴ τοῦ ἀγγέ­λου ἔμοια­ζε μὲ ἀστρα­πή, ἐνῶ τὰ ροῦ­χα του ἦταν λευ­κὰ σὰν τὸ χιό­νι. Καὶ σὰν τὸν εἶδαν οἱ φρου­ροὶ συγ­κλο­νί­στη­καν ἀπό το φόβο τους κι ἔγι­ναν σὰν νεκροί.
Αὐτὰ τ’ ἀπο­τε­λέ­σμα­τα δημιουρ­γεῖ ἡ ἐμφά­νι­ση τοῦ ὑπη­ρέ­τη τοῦ Βασι­λιᾶ. Ἡ θέα τοῦ ἴδιου τοῦ Βασι­λιᾶ τότε;
Οἱ μόνοι ποὺ γνω­ρί­ζουν, ποῦ ἡ γνώ­ση αὐτὴ ἔχει μεί­νει διὰ παν­τὸς ἀνε­ξά­λει­πτη στὴ μνή­μη τους, εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν κον­τά τους τοὺς πανέν­δο­ξους αὐτοὺς ἀγγέ­λους. Ἡ γνώ­ση αὐτὴ ποὺ δόθη­κε στοὺς προ­φῆ­τες μὲ τὴ μορ­φὴ ὁρα­μά­των, τοὺς μετα­μόρ­φω­σε καὶ τοὺς ἔκα­νε ταπει­νοὺς καὶ πρά­ους μπρο­στὰ στὸν οὐρά­νιο κόσμο, μὰ ἀπο­φα­σι­στι­κοὺς καὶ πύρι­νους πρὸς τοὺς τυφλοὺς κι ἀμε­τα­νόη­τους ἁμαρ­τω­λούς. Ὁ προ­φή­της Ἐλι­σαῖ­ος προ­σευ­χή­θη­κε μιᾷ φορᾷ στὸ Θεό, ὥστε ν’ ἀνοί­ξει τὰ μάτια τοῦ νεα­ροῦ ποὺ εἶχε μαζί του καὶ νὰ δεῖ ἐκεῖ­να ποὺ ἔβλε­πε ὁ ἴδιος ὁ προ­φή­της. Κι ὁ Θεὸς ἄκου­σε τὴν προ­σευ­χὴ τοῦ μεγά­λου προ­φή­τη κι ἄνοι­ξε τὰ μάτια τοῦ νεα­ροῦ, ποῦ εἶδε «καὶ ἰδοὺ τὸ ὄρος πλῆ­ρες ἵππων, καὶ ἅρμα πυρὸς περι­κύ­κλω Ἐλι­σαιέ» (Δ’ Βασ. στ’17).
Τότε πῶς θὰ ἦταν καὶ μὲ τί θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ παρο­μοιά­σει κανεὶς τὸ ὅρα­μα τοῦ ἴδιου τοῦ Βασι­λιᾶ τῶν οὐρα­νί­ων δυνά­με­ων, ἕνα τόσο φοβε­ρὸ καὶ πανέν­δο­ξο ὅρα­μα; Ὅταν ὁ μέγας προ­φή­της Ἠσα­ΐ­ας ἀξιώ­θη­κε νὰ δεῖ τὸ ὅρα­μα αὐτό, ἀνα­φώ­νη­σε μὲ φόβο καὶ θαυ­μα­σμό: «Ὦ, τάλας ἐγώ, ὅτι κατα­νέ­νυγ­μαι, ὅτι ἄνθρω­πος ὤν καὶ ἀκά­θαρ­τα χεί­λη ἔχων, ἐν μέσῳ λαοῦ ἀκά­θαρ­τα χεί­λη ἔχον­τος ἐγὼ οἴκῳ καὶ τὸν βασι­λέα Κύριον σαβα­ὼθ εἶδος τοῖς ὀφθαλ­μοῖς μοῦ» (Ἠσ. στ’5). Ἀλλοί­μο­νο σὲ μένα τὸν ταλαί­πω­ρο! Εἶμαι ἄνθρω­πος μὲ ἀκά­θαρ­τα χεί­λη, ποὺ ζῶ ἀνά­με­σα σὲ ἀνθρώ­πους μὲ ἐπί­σης ἀκά­θαρ­τα χεί­λη, καὶ ἀξιώ­θη­κα νὰ δῶ τὸν Κύριο καὶ Θεό, τὸν βασι­λιᾶ τῶν οὐρα­νί­ων δυνά­με­ων.
Οἱ εὐλο­γη­μέ­νοι αὐτοὶ ἄνθρω­ποι θὰ γνώ­ρι­ζαν πῶς ὁ Βασι­λιᾶς, ὁ Κύριος, τοὺς ἔχει πάν­τα στὸ βλέμ­μα Του — ὁ ἴδιος θαυ­μα­στὸς καὶ ἀναλ­λοί­ω­τος Κύριος καὶ Θεός, ποὺ ὁ Ἠσα­ΐ­ας εἶδε μὲ μιὰ φευ­γα­λέα ματιὰ καὶ γέμι­σε μὲ φόβο καὶ δέος. Καὶ μ’ αὐτὴ τὴ γνώ­ση ὁ νοῦς τους δὲ θὰ ὑπο­χω­ροῦ­σε τότε σὲ ὁποιο­δή­πο­τε εἶδος ἁμαρ­τί­ας ἢ ἀκα­θαρ­σί­ας. Εἴτε ὁ ἄνθρω­πος βλέ­πει το Θεὸ εἴτε ὄχι, ὁ Θεὸς τὸν βλέ­πει. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρκε­τὸ γιὰ νὰ κάνει τὸ βλά­σφη­μο ν’ ἀνα­τρι­χιά­ζει καὶ νὰ φρίτ­τει; Καὶ γιὰ τὸ χρι­στια­νό, δὲν εἶναι αὐτὸ μιὰ παρη­γο­ριὰ στὰ βάσα­νά Του;
Ὄχι μόνο ὁ Τρια­δι­κὸς Θεὸς μᾶς βλέ­πει καὶ παρα­τη­ρεῖ τὴ ζωή μας κάθε στιγ­μή, ἀλλὰ καὶ ὁλό­κλη­ρος ὁ χορὸς τῶν οὐρα­νί­ων δυνά­με­ων, οἱ ἄγγε­λοι κι οἱ ἅγιοι μαζί. Ἑκα­τομ­μύ­ρια μάτια μας βλέ­πουν σὰ νά ‘τὰν μ’ ἕνα μάτι. Ἑκα­τομ­μύ­ρια καλὲς ἐπι­θυ­μί­ες μας συνο­δεύ­ουν στὸ σκο­τει­νὸ κι ἀγκά­θι­νο δρό­μο τῆς ζωῆς μας. Κι ἑκα­τομ­μύ­ρια χέρια ἁπλώ­νον­ται γιὰ νὰ μᾶς δώσουν τὴ βοή­θειά τους, σὰν ἕνα χέρι ὅλα μαζί.
Ἡ ἐπί­γεια Ἐκκλη­σία τοῦ Θεοῦ ὁδη­γεῖ­ται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦ­μα καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ παρου­σιά­σει τὴ θαυ­μα­στὴ καὶ φοβε­ρή, τὴν ἀγα­πη­τὴ αὐτὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στοὺς πιστούς, μὲ τὴ βοή­θεια τῶν εἰκό­νων, ποὺ ἀντι­προ­σω­πεύ­ουν τὸν ἀόρα­το κόσμο τῶν οὐρα­νί­ων δυνά­με­ων. Τοὺς θυμί­ζει τὴ διαρ­κῆ παρου­σία τῶν δυνά­με­ων αὐτῶν στὸν κόσμο. Ὅταν προ­σκυ­νοῦ­με τὴν εἰκό­να, δὲ σημαί­νει ὅτι λατρεύ­ου­με τὸ ξύλο ἢ τὰ χρώ­μα­τα τῆς ζωγρα­φιᾶς, ἀλλὰ τίς οὐρά­νιες δυνά­μεις ποὺ ἀπει­κο­νί­ζον­ται σ’ αὐτὲς καὶ ποὺ εἶναι ζων­τα­νὲς καὶ παροῦ­σες. Ὅταν στε­κό­μα­στε μπρο­στὰ στὶς εἰκό­νες μὲ φόβο Θεοῦ, τὸν ἴδιο αὐτὸ φόβο νιώ­θου­με καὶ ἀπο­δί­δου­με πρὸς τίς οὐρά­νιες δυνά­μεις. Ὅταν αἰσθα­νό­μα­στε παρη­γο­ριὰ καὶ χαρὰ ἀπὸ τίς εἰκό­νες, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεχό­μα­στε τὴ χαρὰ αὐτὴ ἀπὸ τίς οὐρά­νιες δυνά­μεις ποὺ ἀπει­κο­νί­ζον­ται σ’ αὐτές. Μόνο οἱ ἀνόη­τοι κι αὐτοὶ ποὺ κατέ­χον­ται ἀπὸ δαι­μο­νι­κὲς δυνά­μεις βλέ­πουν εἰδω­λο­λα­τρεία στὴν προ­σκύ­νη­ση τῶν εἰκό­νων. Ποιός ἔχει ἀνοί­ξει πόλε­μο ἐναν­τί­ον τῆς εἰδω­λο­λα­τρεί­ας στὸ πέρα­σμα τῶν αἰώ­νων, ἂν ὄχι ἡ Ὀρθό­δο­ξη Ἐκκλη­σία; Ποιᾶς Ἐκκλη­σί­ας οἱ πιστοὶ θυσιά­στη­καν κατὰ ἑκα­τομ­μύ­ρια στὸ νικη­φό­ρο αὐτὸ πόλε­μο; Ποιός ἄλλος ἀφά­νι­σε τὴν εἰδω­λο­λα­τρεία; Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε λοι­πὸν μιὰ Ἐκκλη­σία ποὺ ἀφά­νι­σε τὴν εἰδω­λο­λα­τρεία νὰ γίνει εἰδω­λο­λα­τρι­κή;
Τὴ μομ­φὴ αὐτὴ τὴν σκά­ρω­σαν ἐναν­τί­ον τῆς Ὀρθό­δο­ξης Ἐκκλη­σί­ας οἱ ἄνο­μοι αἱρε­τι­κοί, ποὺ οἱ σκέ­ψεις τους λει­τουρ­γοῦ­σαν σαρ­κι­κά, ὄχι πνευ­μα­τι­κά. Μὲ τὸ σκο­τι­σμέ­νο νοῦ τους δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ δοῦν τὴ δια­φο­ρὰ ἀνά­με­σα στὴν προ­σκύ­νη­ση τῶν εἰκό­νων καὶ τὴν εἰδω­λο­λα­τρεία. Ἦταν ἀνί­κα­νοι νὰ τὰ βγά­λουν πέρα μὲ τὰ σφα­λε­ρὰ ἐπι­χει­ρή­μα­τά τους κι ἔτσι στρέ­ψαν τὴ φωτιὰ καὶ τὸ ξίφος ἐνάν­τια στὶς εἰκό­νες καὶ κεί­νους ποὺ τίς προ­σκυ­νοῦ­σαν. Ἔκα­ψαν τίς εἰκό­νες στὴ φωτιὰ καὶ σκό­τω­σαν τοὺς πραγ­μα­τι­κοὺς πιστοὺς μὲ τὸ ξίφος τους. Ὅμως τοῦ Θεοῦ ἡ δύνα­μη ἦταν μεγα­λύ­τε­ρη ἀπὸ τὴ φωτιὰ καὶ τὸ ξίφος τῶν αἱρε­τι­κῶν. Ἔτσι τελι­κὰ οἱ αἱρε­τι­κοὶ κατα­τρο­πώ­θη­καν, ἐνῶ οἱ εἰκό­νες ἔμει­ναν γιὰ νὰ στο­λί­ζουν τὰ τέμ­πλη καὶ νὰ θυμί­ζουν στοὺς πιστοὺς τὴ φοβε­ρὴ παρου­σία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν οὐρα­νί­ων δυνά­με­ων, μέσα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἁγί­ων ἀντρῶν καὶ γυναι­κῶν.
Γιὰ ἀνά­μνη­ση τῆς νίκης ἐνάν­τια στοὺς εἰκο­νο­κλά­στες καὶ τῆς θριαμ­βευ­τι­κῆς ἀπο­κα­τά­στα­σης τῆς τιμῆς τῶν εἰκό­νων τὴν ἐπο­χὴ τοῦ πατριάρ­χη Μεθο­δί­ου, τῆς εὐσε­βοῦς αὐτο­κρα­τό­ρισ­σας Θεο­δώ­ρας καὶ τοῦ γιου της Μιχα­ήλ, οἱ ἅγιοι καὶ θεο­φό­ροι πατέ­ρες μας ὅρι­σαν τὴν πρώ­τη Κυρια­κὴ τῆς Μεγά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς νὰ ἀφιε­ρω­θεῖ στὸ γεγο­νὸς αὐτό. Ἡ μέρα αὐτὴ εἶναι γνω­στὴ ὡς Κυρια­κὴ τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, γιὰ νὰ μᾶς θυμί­ζει το θρί­αμ­βο τῆς ὀρθό­δο­ξης πίστης ἐνάν­τια στοὺς αἱρε­τι­κούς, ποῦ θέλη­σαν νὰ ἐμπο­δί­σουν τὴν προ­σκύ­νη­ση τῶν εἰκό­νων, ὅπως ἔκα­ναν κι οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου τού­του.
Τὴν ἡμέ­ρα αὐτὴ οἱ ἅγιοι καὶ θεο­φό­ροι πατέ­ρες διά­λε­ξαν νὰ δια­βά­ζε­ται τὸ εὐαγ­γέ­λιο ποὺ ἀνα­φέ­ρε­ται στὸ Ναθα­να­ήλ, στὶς ἀμφι­βο­λί­ες του γιὰ τὸ Χρι­στὸ προ­τοῦ τὸν γνω­ρί­σει, καθὼς καὶ τὴ συνο­μι­λία ποὺ εἶχε μαζὶ Τοῦ μετὰ τὴ συνάν­τη­σή τους. Θέλη­σαν ἔτσι νὰ δεί­ξουν πόσο ἀπα­ραί­τη­τη εἶναι ἡ παρου­σία τοῦ Θεοῦ ὅταν προ­βά­λει κανεὶς τίς ἀμφι­σβη­τή­σεις του γιὰ τὴν πίστη, καθὼς καὶ τὴ θαυ­μα­στὴ δύνα­μη τῆς παρου­σί­ας του αὐτῆς.
Ἐκεῖ­νο τὸν και­ρὸ «ἤθέ­λη­σεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελ­θεῖν εἰς τὴν Γαλι­λαί­αν· καὶ εὑρί­σκει Φίλιπ­πον καὶ λέγει αὐτῷ ἀκο­λού­θει μοι. ἢν δὲ Φίλιπ­πος ἀπὸ Βηθ­σαϊ­δά, ἐκ τῆς πόλε­ως Ἀνδρέ­ου καὶ Πέτρου» (Ἰωάν. ἅ’ 44–45). Μετὰ τὴ βάφτι­σή Τοῦ στὸν Ἰορ­δά­νη ὁ Κύριος Ἰησοῦς πῆγε στὴ Γαλι­λαία, ἀπ’ ὅπου ξεκί­νη­σε τὸ ἔργο Του. Τὰ σκου­ρια­σμέ­να μυα­λὰ τῶν Ἰου­δαί­ων δὲν ἄξι­ζαν γιὰ ν’ ἀρχί­σει ἀπ’ αὐτοὺς τὸ ἔργο Του ὁ Κύριος. Ἡ Ἰου­δαία, ὅπου ἀνῆ­κε κι ἡ Ἱερου­σα­λήμ, μὲ τὴν κοσμι­κὴ καὶ σαρ­κι­κὴ φύση της, εἶχε πέσει πολὺ πιὸ χαμη­λὰ ἀπὸ τίς εἰδω­λο­λα­τρι­κὲς ἐπαρ­χί­ες. Ἡ Γαλι­λαία ἦταν εἰδω­λο­λα­τρι­κή. Ἐκεῖ εἶχαν κατοι­κή­σει κυρί­ως Ἕλλη­νες, Ρωμαῖ­οι καὶ Σύροι καὶ ἐλά­χι­στοι σκόρ­πιοι Ἑβραῖ­οι. Οἱ Ἑβραῖ­οι τῆς Ἰου­δαί­ας περι­φρο­νοῦ­σαν τὴ Γαλι­λαία ἐπει­δὴ τὴν κατοι­κοῦ­σαν εἰδω­λο­λά­τρες, τὴν λογά­ρια­ζαν τόπο πνευ­μα­τι­κοῦ σκό­τους καὶ ἄγνοιας.
Σ’ αὐτὸν ἀκρι­βῶς τὸν τόπο ἦταν νὰ λάμ­ψει καὶ ν’ ἀπο­κα­λυ­φτεῖ ἕνα λαμ­πρὸ φῶς, ὅπως τὸ ἀνα­φέ­ρουν καὶ τὰ προ­φη­τι­κὰ λόγια: «Γαλι­λαία τῶν ἐθνῶν… ὁ λαὸς ὁ πορευό­με­νος ἐν σκό­τει, ἴδε­τε φῶς μέγαν οἱ κατοι­κοῦν­τες ἐν χώρα καὶ σκιὰ θανά­του, φῶς λάμ­ψει ἐφ’ ὑμᾶς» (Ἠσ. Θ1–2). Ἐσύ, Γαλι­λαία, ποὺ σὲ κατοι­κοῦν διά­φο­ρα ἔθνη εἰδω­λο­λα­τρι­κά… ἐσὺ λαὲ τῆς Γαλι­λαί­ας ποὺ περ­πα­τᾷς μέσα στὸ σκο­τά­δι, θὰ δεῖς ἕνα φῶς μεγά­λο. Ἐσεῖς ποὺ κατοι­κεῖ­τε μέσα στὸ σκο­τά­δι καὶ στὴ σκιὰ τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ θανά­του, θὰ δεῖ­τε ν’ ἀστρά­φτει κον­τά σας ἕνα τερά­στιο κι ἐκτυ­φλω­τι­κὸ φῶς.
Μὲ τὸ νὰ πεῖ τὰ πρῶ­τα Του λόγια στὴ Γαλι­λαία, ἕναν τόπο ὅπου κατοι­κοῦ­σαν ἄνθρω­ποι μὲ μικτὴ κατα­γω­γή, ὁ Κύριος ἔκα­νε σαφὲς πῶς τὸ κήρυγ­μά Τοῦ ἀπευ­θυ­νό­ταν σ’ ὁλό­κλη­ρη τὴν ἀνθρω­πό­τη­τα. Μὲ τὸ ν’ ἀπο­κα­λύ­ψει τὸν ἑαυ­τό Του πρῶ­τα σ’ αὐτὴν τὴ σκο­τει­νὴ κι ἄγνω­στη γωνιὰ τῆς Παλαι­στί­νης, φανέ­ρω­νε τόσο τὴν ταπεί­νω­σή Τοῦ, ὅσο καὶ τὴν κατα­δί­κη Του ἐνάν­τια στὴν ἀνόη­τη καὶ σκο­τι­σμέ­νη ἀλα­ζο­νεία, καθὼς καὶ στὴ δια­φθο­ρὰ τῆς Ἱερου­σα­λήμ.
Ὁ Ἀντρέ­ας ἀκο­λού­θη­σε πρῶ­τος τὸ Σωτῆ­ρα χωρὶς νὰ κλη­θεῖ, ὅπως ἀνα­φέ­ρει ὁ Ἰωάν­νης (α’ 35). Ἔπει­τα ὁ Ἀντρέ­ας του παρου­σί­α­σε τὸν ἀδελ­φό του Πέτρο, ἐνῶ στὸ Φίλιπ­πο ὁ Κύριος εἶπε: «Ἀκο­λού­θει μοί». Τὸ ὅτι ὁ Φίλιπ­πος ἀντα­πο­κρί­θη­κε στὴν κλή­ση τοῦ Κυρί­ου αὐθόρ­μη­τα καὶ χωρὶς κανέ­να δισταγ­μό, εἶναι φανε­ρὸ ἀπὸ τὸ γεγο­νὸς ὅτι, ἀμέ­σως μετά, γεμᾶ­τος ζῆλο γιὰ τὸ Χρι­στό, ἄρχι­σε νὰ μιλά­ει σὲ ἄλλους καὶ νὰ τοὺς φέρ­νει στὸν Κύριο.
Ἡ ἄμε­ση ἀπό­φα­ση τοῦ Φίλιπ­που ν’ ἀκο­λου­θή­σει τὸν Κύριο μπο­ρεῖ νὰ ἐξη­γη­θεῖ, ἂν ὑπο­θέ­σου­με πῶς πρω­τύ­τε­ρα θὰ εἶχε ἀκού­σει γιὰ τὸ Χρι­στὸ ἀπὸ τοὺς γεί­το­νές του Ἀντρέα καὶ Πέτρο, ἀφοῦ ὅλοι τους κατά­γον­ταν ἀπὸ τὴ Βηθ­σαϊ­δά, ἢ καὶ ἀπὸ ἄλλους στὴν πατρί­δα τους. Τὸ πιὸ πιθα­νὸ ὅμως εἶναι πῶς στὴν ἀπό­φα­σή του νὰ τὰ ἐγκα­τα­λεί­ψει ὅλα, νὰ τοὺς ξεχά­σει ὅλους καὶ νὰ τὸν ἀκο­λου­θή­σει, σπου­δαῖο ρόλο θὰ ἔπαι­ξε ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρί­ου, ποὺ μαγνή­τι­ζε. Ἡ δυνα­μι­κὴ προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ Κυρί­ου ἐντυ­πω­σί­α­σε τόσο πολύ το Φίλιπ­πο ὥστε, ὅπως προ­εί­πα­με, δὲν ἀρκέ­στη­κε ν’ ἀκο­λου­θή­σει μόνος αὐτὸς τὸν Κύριο, ἀλλὰ ξεκί­νη­σε ἀμέ­σως τὴν ἀπο­στο­λι­κὴ δια­κο­νία του κι ἔφε­ρε ἄλλους στὸ Χρι­στό, ὅπως φαί­νε­ται στὴ συνέ­χεια.
«Εὑρί­σκει Φίλιπ­πος τὸν Ναθα­να­ὴλ καὶ λέγει αὐτὸ ὄν ἔγρα­ψε Μωυ­σῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προ­φῆ­ται, εὑρή­κα­μεν Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσήφ, τον ἀπὸ Ναζα­ρέτ» (Ἰωάν. ἅ’ 46). Μόλις ὁ Φίλιπ­πος συνάν­τη­σε τὸ Ναθα­να­ήλ, τοῦ λέει: Βρή­κα­με τὸν Ἰησοῦ, τὸ γιο τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴ Ναζα­ρέτ, Ἐκεῖ­νον γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγρα­ψαν ὁ Μωυ­σης στὸ νόμο κι οἱ προ­φῆ­τες.
Πόσο ἁπλᾶ μίλη­σε ὁ Φίλιπ­πος! Ὁ Φίλιπ­πος κι ὁ Ναθα­να­ὴλ εἶναι δυὸ φλο­γε­ρὲς ψυχὲς καὶ συνο­μι­λοῦν μετα­ξύ τους. Ὁ Φίλιπ­πος δὲν εἶπε «βρή­κα­με το Μεσ­σία ποὺ περι­μέ­να­με» ἤ το «γιὸ τοῦ Δαβὶδ» ἤ «το βασι­λιᾶ τοῦ ‘Ἰσρα­ὴλ» ἢ «τὸ Χρι­στό, τὸν Κύριο». Τόνι­σε στὸ Ναθα­να­ὴλ μόνο πῶς βρῆ­καν Ἐκεῖ­νον γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγρα­ψαν οἱ προ­φῆ­τες κι ὁ Μωυ­σῆς. Ἐδῶ βλέ­που­με πῶς μιλά­ει μιὰ ψυχὴ ποὺ πλημ­μυ­ρί­ζει ἀπὸ θαυ­μα­σμὸ καὶ χαρά. Τὰ βαθιὰ αἰσθή­μα­τα ποὺ νιώ­θει δὲ χρειά­ζε­ται νὰ ψάξει νὰ βρεῖ λέξεις γιὰ νὰ τὰ δια­τυ­πώ­σει. Τὰ λόγια βγαί­νουν ἀπὸ μόνα τους, αὐθόρ­μη­τα, ἁπλᾶ, καμιὰ φορὰ κι ἁπλοϊ­κά, σίγου­ρα πῶς ἡ δύνα­μή τους μπο­ρεῖ νὰ φανεῖ ἀκό­μα καὶ μέσα ἀπὸ τὸ ἁπλού­στε­ρα λόγια. Τ’ ἀδύ­να­μα κι ἀπα­τη­λὰ αἰσθή­μα­τα χρειά­ζον­ται ἀση­μέ­νιες τρομ­πέ­τες, δυνα­τὰ καὶ πομ­πώ­δη λόγια, γιὰ νὰ φανοῦν πιὸ δυνα­τὰ καὶ πιὸ ἀλη­θι­νὰ ἀπ’ ὅ,τι εἶναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ὁ Φίλιπ­πος κι ὁ Ναθα­να­ὴλ θὰ πρέ­πει νὰ εἶχαν συζη­τή­σει πολ­λὲς φορὲς γιὰ τὸν ἀνα­με­νό­με­νο Μεσ­σία, γιὰ Ἐκεῖ­νον ποὺ εἶχαν προ­α­ναγ­γεί­λει οἱ προ­φῆ­τες καὶ τὸν ἀνέ­με­ναν γενε­ὲς γενε­ῶν. Αὐτὸ ἦταν ἀγα­πη­τὸ καὶ κοι­νὸ θέμα συζη­τή­σε­ων ἀνά­με­σα στοὺς ἀλη­θι­νούς ‘Ἰσραη­λῖ­τες, ἀνά­με­σα στὶς διψα­σμέ­νες κι ἁγνὲς ψυχές.
«Εὑρή­κα­μεν Ἰησοῦν», εἶπε ὁ Φίλιπ­πος. Βρή­κα­με Ἐκεῖ­νον ποὺ δὲν ἐμφα­νί­στη­κε σὰν ἀστρα­πὴ ποὺ ξεσπά­ει μέσα ἀπὸ τὰ σύν­νε­φα καὶ κάνει τη γῆ νὰ τρέ­μει, οὔτε καὶ ἔπε­σε ξαφ­νι­κὰ στὴ γῆ σὰν μετε­ω­ρί­της, οὔτε ἀνέ­βη­κε στὸν αὐτο­κρα­το­ρι­κὸ θρό­νο τῆς Ἱερου­σα­λήμ, ἐκεῖ ὅπου παρα­τη­ροῦ­σαν οἱ κον­τό­φθαλ­μοι φαρι­σαῖ­οι κι οἱ ἀνόη­τοι γραμ­μα­τεῖς, καθὼς κι ἄλλοι ποὺ περί­με­ναν το Μεσ­σία. Μεγά­λω­σε κι ἔζη­σε ἐδῶ καὶ τριάν­τα χρό­νια στὴ Γαλι­λαία, ἀνά­με­σά μας, μὰ δὲν τὸν γνω­ρί­σα­με. Μεγά­λω­σε σὰν ὑγιὲς κλα­δά­κι ἀμπέ­λου ποὺ ξεφύ­τρω­σε σὲ ἄγριο κορ­μό, μὰ ἦταν δύσκο­λο νὰ τὸν ἀνα­γνω­ρί­σεις ὡσό­του ἀνα­πτυ­χθεῖ κι ἀρχί­σει ν’ ἀπο­δί­δει καρ­πούς. Ἦταν σὰν θησαυ­ρὸς κρυμ­μέ­νος στὴ γῆ. Σκά­φτη­κε ἡ γῆ κι ὁ θησαυ­ρὸς ἔλαμ­ψε. Δὲ βάδι­σε καμα­ρω­τός, δὲ φρόν­τι­σε νὰ ἐντυ­πω­σιά­σει. Ἐμεῖς τὸν εἴδα­με καὶ τὸν γνω­ρί­σα­με ταπει­νὸ σὰν ἀρνί, καθα­ρὸ σὰν τὸν ἥλιο, γλυ­κὸ σὰν τὴν ἄνοι­ξη καὶ δυνα­τὸ σὰν Θεό.
Κατά­γε­ται ἀπὸ τὴ Ναζα­ρέτ, εἶναι γιος τοῦ Ἰωσήφ. Ποιός μπο­ρεῖ νὰ γνω­ρί­ζει ὅλα τὰ λόγια μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Φίλιπ­πος περιέ­γρα­ψε στὸ Ναθα­να­ὴλ τὸν Ἰησοῦ; Ποιός μπο­ρεῖ νὰ ἐπα­να­λά­βει ὁλό­κλη­ρη τὴ συνο­μι­λία τους; “Ὁ εὐαγ­γε­λι­στὴς κατα­γρά­φει μὲ συν­το­μία μόνο τὰ πιὸ ἀξιό­λο­γα στοι­χεῖα. Κι ὅλα ὅσα ἄκου­σε ἀπό το Φίλιπ­πο ὁ Ναθα­να­ήλ, δὲν μπο­ρεῖ παρὰ νὰ τὸν χαρο­ποί­η­σαν. Ἦταν ὅμως καὶ κάτι ποὺ τὸν δυσκό­λευε, τοῦ ‘φερ­νε σύγ­χυ­ση καὶ ὑπο­νό­μευε τὴν πίστη του. Πῶς ἦταν δυνα­τὸ καὶ Μεσ­σί­ας νὰ προ­ερ­χό­ταν ἀπὸ τὴ Ναζα­ρέτ: Ὁ Φίλιπ­πος εἶπε πῶς ὁ Ἰησοῦς ἦταν γιος τοῦ Ἰωσήφ, ἴσως ἐπει­δὴ ἀκό­μα κι ὁ ἴδιος δὲ γνώ­ρι­ζε τὸ ὑπερ­φυὲς μυστή­ριο τῆς σύλ­λη­ψής Του ἀπὸ τὸ Ἁγιο Πνεῦ­μα. Ἴσως ἀκό­μα ἐπει­δὴ ἤθε­λε ἡ εἴδη­σή του νὰ γίνει ὅσο γίνε­ται πιὸ σύν­το­μη καὶ κατα­νο­η­τὴ γιὰ ἕναν ἄνθρω­πο ποὺ τώρα ὁδη­γοῦν­ταν βῆμα βῆμα στὴν κατα­νόη­ση τοῦ μυστη­ρί­ου τῆς ἐνσάρ­κω­σης τοῦ Θεοῦ. Φαί­νε­ται πῶς ἐδῶ ὁ Φίλιπ­πος λει­τουρ­γοῦ­σε κιό­λας σὰν ἱερα­πό­στο­λος, μὲ τὸν ἀπο­στο­λι­κὸ τρό­πο ποὺ ἐξή­γη­σε ἀργό­τε­ρα ὁ ἀπό­στο­λος Παῦ­λος: «Ἐγε­νό­μῃν τοῖς ἀσθε­νέ­σιν ὡς ἀσθε­νής, ἶνα τοὺς ἀσθε­νεῖς κερ­δή­σω τοῖς πᾶσι γέγο­να τὰ πάν­τα, ἶνα πάν­τας τινὰς σώσω» (Α ́κόρ. θ’ 22). Κον­τὰ στοὺς ἄρρω­στους κι ἀδύ­να­μους στὴν πίστη, ἔγι­να κι ἐγὼ ἄρρω­στος, γιὰ νὰ τοὺς κερ­δή­σω. Σὲ ὅλους ἔγι­να τὰ πάν­τα, γιὰ νὰ κερ­δή­σω ὅσο γίνε­ται περισ­σό­τε­ρους. Ὁ Ναθα­να­ὴλ ἦταν ἀκό­μα ἀδύ­να­μος, ἀκα­τή­χη­τος, δὲν εἶχε φωτι­στεῖ. Γι’ αὐτὸ κι ὁ ἀπό­στο­λος τὸν προ­σέγ­γι­σε σὰν ἀδύ­να­μο, προ­σε­χτι­κά.
«Καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθα­να­ήλ: ἔκ Ναζα­ρὲτ δύνα­ται τί ἀγα­θὸν εἶναι; Λέγει αὐτῷ Φίλιπ­πος: ἔρχου καὶ ἴδε» (Ἰωάν. ἅ’47). Ὁ Ναθα­να­ὴλ εἶπε στὸ Φίλιπ­πο: Εἶναι δυνα­τὸ νὰ προ­κύ­ψει κάτι καλὸ ἀπὸ τὴ Ναζα­ρέτ; Κι ὁ Φίλιπ­πος τοῦ ἀπάν­τη­σε: Ἔλα καὶ θὰ δείς.
Ἡ ἐρώ­τη­ση τοῦ Ναθα­να­ὴλ δὲν πρέ­πει νὰ κατα­νο­η­θεῖ σὰν κακεν­τρε­χὴς παρα­τή­ρη­ση ποὺ βγαί­νει ἀπὸ σκλη­ρὴ καὶ κακό­βου­λη καρ­διά. Ἦταν μᾶλ­λον τὸ ἐνδια­φέ­ρον μιᾶς εἰλι­κρι­νοῦς καρ­διᾶς γιὰ τὸ φίλο του, ὥστε νὰ μὴν πέσει θῦμα ἀπά­της. Ἡ Σάρα γέλα­σε ὅταν ὁ Θεός της ἀπο­κά­λυ­ψε πῶς, στὴν προ­χω­ρη­μέ­νη ἡλι­κία της, θὰ γεν­νοῦ­σε γιὸ (βλ. Γέν. ἰη12). Ἐδῶ πρό­κει­ται γιὰ χαρά, ποὺ ἁπλᾶ περι­μέ­νει ἐπι­βε­βαί­ω­ση μὲ τὴν ἐρώ­τη­ση. Ὁ Ναθα­να­ὴλ δὲν εἶχε ἀκού­σει ποτὲ στὴ ζωή του τόσο χαρού­με­νες εἰδή­σεις, σὰν κι αὐτὲς ποὺ τοῦ ἔφε­ρε ὁ Φίλιπ­πος. Ἀλλὰ ὅπως κάθε χαρὰ σκιά­ζε­ται καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὴν ἀμφι­βο­λία, ἔτσι ἔγι­νε καὶ μὲ τὸ Ναθα­να­ήλ. Ἡ χαρὰ τοῦ Ναθα­να­ὴλ μετριά­στη­κε λίγο στὸ ἄκου­σμα τῆς λέξης «Ναζα­ρέτ». Οἱ προ­φῆ­τες δὲν ἔγρα­ψαν πῶς ὁ Μεσ­σί­ας θὰ γεν­νη­θεῖ στὴ Βηθλε­έμ; Γενε­ὲς γενε­ῶν δὲν περί­με­ναν νὰ δοῦν μὲ ἀνυ­πο­μο­νη­σία στὴν πόλη τοῦ Δαβὶδ τὸν ἀνα­με­νό­με­νο Μεσ­σία καὶ Βασι­λιᾶ; Ἴσως ὁ Φίλιπ­πος νὰ κάνει λάθος.
Ὁ Φίλιπ­πος δὲ θέλει νὰ προ­χω­ρή­σει ὁ ἴδιος σὲ ἔξη­γή­σεις καὶ ἀπο­δεί­ξεις. Δὲ θέλει νὰ δώσει ὁ ἴδιος ἀπάν­τη­ση στὸ σχό­λιο τοῦ Ναθα­να­ήλ. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ εἶπε ἁπλᾶ. Ἔρχου καὶ ἴδε. Ἔλα καὶ θὰ δεῖς μόνος σου. Πόσο θριαμ­βευ­τι­κὰ ἠχοῦν τὰ λόγια αὐτά: Ἔρχου καὶ ἴδε. Ἔλα, Ναθα­να­ήλ, καὶ θὰ δείς. Ἐγὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ σοῦ ἀπο­δεί­ξω αὐτὰ ποὺ σοῦ λέω, ἡ παρου­σία Του ὅμως εἶναι ἡ καλ­λί­τε­ρη ἀπό­δει­ξη. Ἐγὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ σοῦ δώσω ἀπάν­τη­ση σ’ αὐτὴν ἢ σὲ κάποια ἄλλη ἐρώ­τη­ση ἢ ἀπο­ρία ποὺ ἴσως ἔχεις, ἡ παρου­σία Του ὅμως εἶναι ἀπάν­τη­ση στὴν ὁποία δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀντι­στα­θείς. Ἐσύ, ἔλα ἁπλᾶ μαζί μου. Ἔρχου καὶ ἴδε. Ὁ Ναθα­να­ὴλ συμ­φώ­νη­σε καὶ ξεκί­νη­σαν μαζὶ μὲ τὸ Φίλιπ­πο γιὰ συνάν­τη­ση τοῦ Ἰησοῦ.
«Εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθα­να­ὴλ ἔρχό­με­νον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· ἴδε ἀλη­θῶς Ἰσραη­λί­της ἐνῶ δόλος οὐκ ἔστι» (Ἰωάν. ἅ’48). Ὁ Ἰησοῦς εἶδε τὸν Ναθα­να­ὴλ νὰ ἔρχε­ται πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε: ὁρί­στε, αὐτὸς εἶναι γνή­σιος Ἰσραη­λί­της, ποὺ δὲν ἔχει μέσα του δόλο καὶ πονη­ριά.
Τί μέγι­στος ἔπαι­νος! Κι ἀπὸ τὰ χεί­λη! Τί σημαί­νει τώρα ἀλη­θῶς Ἰσραη­λί­της ἕν ὼ δόλος οὐκ ἔστι; Αὐτὸ δηλώ­νει τὸν ἄνθρω­πο ποὺ εἶναι γεμᾶ­τος μὲ τὸ ἀντί­θε­το τοῦ δόλου καὶ τῆς πονη­ριᾶς, δηλα­δὴ μέ το Θεό. “Ἀνθρω­πο μὲ τίς σκέ­ψεις τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐπι­θυ­μία γιά το Θεό, τὴν ἀνα­ζή­τη­ση τοῦ Θεοῦ, τὴν προσ­δο­κία τοῦ Θεου, τὴν ἐλπί­δα στὸ Θεό. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρω­πος ποὺ ἔχει παρα­δο­θεῖ στὸν ἕνα Κύριο καὶ Δημιουρ­γό — το Θεό. Δὲν ἀνα­γνω­ρί­ζει κανέ­ναν ἄλλο. Εἶναι ὁ ἄνθρω­πος ποὺ «τὰ πνευ­μα­τι­κὰ τῆς πονη­ρί­ας» (Ἐφ. στ12) δὲ βρί­σκουν τρό­πο νὰ μποῦν καὶ νὰ ριζώ­σουν μέσα του.
Ἡ ἐπι­σή­μαν­ση αὐτὴ τοῦ Χρι­στοῦ γιὰ τὸ Ναθα­να­ὴλ πῶς εἶναι ἀλη­θι­νὸς Ἰσραη­λί­της, εἶναι ταυ­τό­χρο­να καὶ μιὰ παρα­τή­ρη­ση γιὰ ἕνα θλι­βε­ρὸ γεγο­νός, πῶς ἀλη­θι­νοι Ἰσραη­λῖ­τες ἔχουν ἀπο­μεί­νει πολὺ λίγοι. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ἀνα­φώ­νη­σε μὲ χαρά, ἴδε ἀλη­θῶς Ἰσραη­λί­της! ‘Ἐδῶ ἔχου­με ἕναν ἀλη­θι­νὸ ἄνθρω­πο ἀνά­με­σα σὲ ἄλλους, πονη­ροὺς καὶ δόλιους. Ἐδῶ ἔχου­με κάποιον ποῦ Ἰσραη­λί­της δὲν εἶναι μόνο κατ’ ὄνο­μα, ἀλλ’ ἀλη­θι­νός. Μ’ ὅλο ποὺ ὁ Κύριος μπο­ροῦ­σε νὰ δια­κρί­νει ἀπὸ μακριὰ τίς ἀμφι­βο­λί­ες ποὺ δια­τύ­πω­σε ὁ Ναθα­να­ὴλ στὸ Φίλιπ­πο γιὰ τὸν Κύριο, ὁ Κύριος ἐγκω­μί­α­σε τὸ Ναθα­να­ήλ, τὸν ὀνό­μα­σε ἀλη­θι­νὸ Ἰσραη­λί­τη, ἄδο­λο κι ἀπο­νή­ρευ­το.
Μήπως ὁ Κύριος ἐγκω­μί­α­σε τὸ Ναθα­να­ὴλ γιὰ νὰ τὸν προ­σελ­κύ­σει κον­τὰ Τοῦ; Ὄχι! Ἐκεῖ­νος ποὺ δια­βά­ζει τίς καρ­διὲς τῶν ἀνθρώ­πων δὲ βασί­ζε­ται στὰ λόγια, μὰ στὴν καρ­διὰ τὴν ἴδια. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ξέρου­με, οὔτε καὶ μπο­ροῦ­με νὰ γυρί­σου­με στὶς σελί­δες τοῦ εὐαγ­γε­λί­ου γιὰ νὰ δια­βά­σου­με πῶς ὁ Ναθα­να­ὴλ ἦταν ἄδο­λος κι ἀπο­νή­ρευ­τος ἄνθρω­πος. Ὁ Κύριος τὸ εἶδε στὴν καρ­διά του, τὸ διά­βα­σε ἐκεῖ. Οἱ ἄλλοι ἀπό­στο­λοι ποὺ εἶχαν συγ­κεν­τρω­θεῖ γύρω ἀπὸ τὸ Χρι­στὸ ἴσως ξαφ­νιά­στη­καν μὲ τὰ ἐγκω­μια­στι­κὰ λόγια Του, Ἐκεῖ­νος ὅμως ἄφη­σε το χρό­νο ν’ ἀπο­κα­λύ­ψει στοὺς ἀπο­στό­λους τὴν ἀλή­θεια τοῦ ἐπαί­νου Του.
Ὁ ἴδιος ὁ Ναθα­να­ὴλ ξαφ­νιά­στη­κε μὲ τὸν ἔπαι­νο τοῦ Χρι­στοῦ «καὶ λέγει αὐτῷ πόθεν μὲ γινώ­σκεις; ἀπε­κρί­θῃ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ πρό του σὲ Φίλιπ­πον φωνῆ­σαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἰδῶν σε». Ἀπὸ ποῦ μὲ γνω­ρί­ζεις; ρώτη­σε ὁ Ναθα­να­ήλ. Κι ὁ Ἰησοῦς του ἀπο­κρί­θη­κε: Προ­του σὲ φωνά­ξει ὁ Φίλιπ­πος, ἐγὼ σὲ εἶδα ποὺ καθό­σουν κάτω ἀπὸ τὴ συκιά, μ’ ὅλο ποὺ ἐκεῖ δὲ σ’ ἔβλε­πε ἄλλο ἀνθρώ­πι­νο μάτι.
Προ­σέξ­τε τώρα πῶς ὁ Ναθα­να­ὴλ ἀπο­δεί­χνε­ται ἀμέ­σως ὅτι εἶναι ἄνθρω­πος ἄδο­λος. Ὁ δόλιος ἄνθρω­πος ἀσχο­λεῖ­ται μὲ τὸν ἑαυ­τό του, γιὰ τοὺς ἄλλους εἶναι ἀδιά­φο­ρος. Ὁ δόλιος ἄνθρω­πος ἀρέ­σκε­ται στοὺς ἐπαί­νους καὶ τίς κολα­κεῖ­ες. Ἄν ὁ Ναθα­να­ὴλ ἦταν δόλιος θὰ εἶχε μεθύ­σει ἀπὸ τὸν ἔπαι­νο τοῦ Χρι­στοῦ καὶ θ’ ἄρχι­ζε κι αὐτὸς νὰ τὸν ἐπαι­νεῖ, ἢ θ’ ἀπο­ποιό­ταν τὸν ἔπαι­νο μὲ προ­φα­νῆ ταπει­νο­λο­γία. Ὁ Ναθα­να­ὴλ ὅμως ἐνδια­φε­ρό­ταν γιὰ τὸ Χρι­στό, ὄχι γιὰ τὸν ἑαυ­τό του. Ἔτσι, χωρὶς νὰ δεί­χνει ὅτι δέχε­ται ἢ ὅτι ἀπορ­ρί­πτει τὸν ἔπαι­νο, κάνει μιὰ ἐρώ­τη­ση μὲ σκο­πὸ νὰ μάθει τὴν ἀλή­θεια γιὰ τὸ Χρι­στό. Πόθεν μὲ γινώ­σκεις; Πρώ­τη φορὰ συναν­τιό­μα­στε στὴ ζωή μας. Ἄν μὲ εἶχες καλέ­σει μὲ τὸ ὄνο­μά μου, ἴσως νὰ εἶχα ξαφ­νια­στεῖ λιγό­τε­ρο, για­τί ἕνα ὄνο­μα μπο­ρεῖ πιὸ εὔκο­λα ν’ ἀνα­γνω­ρι­στεῖ. Ὅμως μὲ κατα­πλήσ­σει τὸ γεγο­νὸς ὅτι γνώ­ρι­σες τόσο γρή­γο­ρα τὸ ὄνο­μα τῆς καρ­διᾶς καὶ τῆς συνεί­δη­σής μου — κάτι ποὺ εἶναι πολὺ καλὰ κρυμ­μέ­νο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώ­πους καὶ ποὺ τὸ φανε­ρώ­νει κανεὶς πολὺ προ­σε­χτι­κὰ καὶ μόνο στοὺς στε­νοὺς φίλους του. Πόθεν μὲ γινώ­σκεις;
Μὲ τὴν ἀπάν­τη­σή Τοῦ ὁ Κύριος τοῦ ἀπο­κά­λυ­ψε ἕνα δεύ­τε­ρο, ἐξω­τε­ρι­κὸ καὶ ὁρα­τὸ μυστή­ριο. Πρό του σὲ Φίλιπ­πον φωνῆ­σαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκὴν εἴδόν σε. Ἐκεῖ­νος ποὺ γνω­ρί­ζει τὰ μυστι­κὰ τῆς καρ­διᾶς, εὔκο­λα μπο­ρεῖ νὰ γνω­ρί­ζει καὶ τὰ ἐξω­τε­ρι­κά, τὰ σωμα­τι­κὰ μυστι­κά. Αὐτὸς ποὺ βλέ­πει τίς κινή­σεις καὶ τίς σκέ­ψεις τοῦ νοῦ κι ἀκού­ει τοὺς μυστι­κοὺς ψιθύ­ρους του μέσα στὸν ἄνθρω­πο, μπο­ρεῖ πολὺ εὐκο­λό­τε­ρα νὰ δεῖ τίς κινή­σεις τοῦ σώμα­τος καὶ ν’ ἀκού­σει τὰ λόγια ποὺ βγαί­νουν ἀπὸ τὰ χεί­λη τοῦ ἀνθρώ­που. Προ­τοῦ ὁ Φίλιπ­πος πλη­σιά­σει τὸ Ναθα­να­ήλ, ὁ Κύριος τὸν εἶδε νὰ κάθε­ται κάτω ἀπὸ τὴ συκιά. Προ­τοῦ ὁ Φίλιπ­πος ἀπο­φα­σί­σει γιὰ νὰ πάει νὰ συναν­τή­σει τὸ Ναθα­να­ήλ, ὁ Κύριος εἶχε δεὶ κι εἶχε γνω­ρί­σει τὴν καρ­διά του. Μὲ τὴ δική Του πρό­νοια ὁ Φίλιπ­πος πῆγε στὸ Ναθα­να­ὴλ καὶ τὸν κάλε­σε νά ‘ρθεὶ καὶ νὰ δεί. Πῶς μπο­ρεῖ ὁ ἄνθρω­πος νὰ κρυ­φτεῖ ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ; Ὑπάρ­χει τρό­πος νὰ κρυ­φτεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴ μεγά­λη καὶ φοβε­ρὴ παρου­σία Του; Ὁ Ψαλ­μω­δός, ἀνα­φε­ρό­με­νος στὴ μέγι­στη καὶ φοβε­ρὴ αὐτὴ παρου­σία, στρέ­φε­ται στὸν πάν­σο­φο Θεὸ καὶ λέει: «Σὺ ἔγνως τὴν καθέ­δρα μου καὶ τὴν ἔγερ­σή μου, σὺ συνή­κας τοὺς δια­λο­γι­σμοὺς μοῦ ἀπὸ μακρό­θεν… ὅτι οὐκ ἔστι δόλος ἔν γλώσ­σῃ μου. ἰδού, Κύριε, σὺ ἔγνως πάν­τα, τὰ ἔσχα­τα καὶ τὰ ἀρχαῖα σὺ ἔπλα­σὰς μὲ καὶ ἔθη­κας ἐπ’ ἐμὲ τὴν χεί­ρά σου… ποὺ πορευ­θῶ ἀπὸ τοῦ πνεύ­μα­τός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προ­σώ­που σου ποὺ φύγω;» (Ψαλμ. ρλή’ 2–7). Ἐσύ, Κύριε, ἀνα­φω­νεῖ ὁ Ψαλ­μω­δός, γνω­ρί­ζεις πότε κάθο­μαι καὶ πότε σηκώ­νο­μαι, Ἐσὺ γνω­ρί­ζεις τίς σκέ­ψεις μου πολὺ προ­τοῦ τίς κάνω ἐγώ… Ἐσὺ γνω­ρί­ζεις πῶς εἶμαι εἰλι­κρι­νής, πῶς στὴ γλῶσ­σα μου δὲν ὑπάρ­χει δολιό­τη­τα. Ἐσύ, Κύριε, τὰ γνω­ρί­ζεις ὅλα, τόσο τὰ πρό­σφα­τα ὅσο καὶ τὰ παλιά. Ἐσὺ μὲ ἔπλα­σες, Ἐσὺ ἔβα­λες πάνω μου τὸ χέρι Σου… Ποῦ μπο­ρῶ νὰ πάω καὶ νὰ ξεφύ­γω ἀπὸ Σένα; Πῶς μπο­ρῶ νὰ κρυ­φτῶ ἀπὸ τὴν ἁπαν­τα­χοῦ παρου­σία Σου;
Ὁ Χρι­στὸς εἶναι τὸ θαῦ­μα τῆς ἱστο­ρί­ας σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὄχι μόνο γιὰ τὰ θαύ­μα­τα ποὺ ἔκα­νε, οὔτε καὶ γιὰ τὴν ἀνά­στα­σή Τοῦ μόνο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἀγα­πη­τι­κὴ καὶ στορ­γι­κὴ παρου­σία τοῦ πνεύ­μα­τός Του. Ἦρθε στὴ γῆ, ἀλλὰ ταυ­τό­χρο­να βρι­σκό­ταν καὶ στὸν οὐρα­νό. Ἔβλε­πε τοὺς ἀνθρώ­πους, μὰ τὴν ἴδια στιγ­μὴ παρα­τη­ροῦ­σε το σατα­νᾶ νὰ πέφτει ἀπὸ τὸν οὐρα­νό. Ὅταν συναν­τιό­ταν μὲ ἀνθρώ­πους, ἔβλε­πε τόσο τὸ παρελ­θὸν ὅσο καὶ τὸ μέλ­λον τους. Τίς σκέ­ψεις τῶν ἀνθρώ­πων τίς ἔβλε­πε σὰν σὲ ἀνοι­χτὸ βιβλίο. Ὅταν οἱ ἄνθρω­ποι τὸν ἐγκω­μί­α­ζαν καὶ τὸν θαύ­μα­ζαν, Ἐκεῖ­νος μιλοῦ­σε στοὺς ἀπο­στό­λους γιὰ τὸ πάθος Του. Τὴν ὥρα τοῦ πάθους Του, μιλοῦ­σε γιὰ τὴν ἐπι­κεί­με­νη νίκη καὶ δόξα Του. Ἀτέ­νι­ζε τὸ μαρ­μά­ρι­νο ναὸ τῆς Ἱερου­σα­λήμ, ἀλλ’ ἔβλε­πε καὶ τὴν κατα­στρο­φή του. Συνο­μι­λοῦ­σε μέ το Μωυ­σῆ καὶ τὸν Ἠλία ὅπως μιλᾶ­με μὲ τοὺς συγ­χρό­νους μας. Ζοῦ­σε ἐγκλω­βι­σμέ­νος στὸ σῶμα Του, ἀλλ’ ἔβλε­πε ὅλα ὅσα γίνον­ταν στὸν οὐρα­νό. Ἄκου­γε τὴ συνο­μι­λία ποὺ γινό­ταν ἀνά­με­σα στὸν ἁμαρ­τω­λὸ πλού­σιο ἀπὸ τὴν κόλα­ση καὶ στὸν Ἀβρα­ὰμ ἀπὸ τὸν παρά­δει­σο. Ἔβλε­πε ἀπὸ μακριὰ ποὺ ἦταν δεμέ­νος ὁ γάϊ­δα­ρος καὶ τὸ που­λά­ρι του κι ἔστει­λε τοὺς μαθη­τές Του νὰ τὰ φέρουν. Ἀπὸ μεγά­λη ἀπό­στα­ση εἶδε τὸν ἄνθρω­πο στὴν πόλη κερά­μιον ὕδα­τος βαστά­ζον­τα, κι ἔστει­λε τοὺς μαθη­τές Του νὰ τὸν συναν­τή­σουν καὶ νὰ τοῦ δώσουν τὴν ἐντο­λὴ νὰ τοῦ ἑτοι­μά­σει τὸ Πάσχα. Ὁ χρό­νος δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βάλει παρα­πέ­τα­σμα στὴν πνευ­μα­τι­κή Του ὅρα­ση. Ἔβλε­πε ὅλα ὅσα εἶχαν γίνει κι ἐκεῖ­να ποὺ ἐπρό­κει­το νὰ γίνουν, σὰ νὰ λάβαι­ναν χώρα μπρο­στὰ στὰ μάτια Του. Τὸ διά­στη­μα κι ἡ ἀπό­στα­ση δὲν ἦταν ἐμπό­δια γι’ Αὐτόν. Ὅ,τι κι ἂν γινό­ταν, ὁπου­δή­πο­τε στὸν κόσμο, τὸ ἔβλε­πε σὰ νὰ γινό­ταν μπρο­στὰ στὰ σωμα­τι­κά Του μάτια. Ὁτι­δή­πο­τε γινό­ταν σὲ κλει­στὸ χῶρο, τό ‘βλε­πε σὰν συμ­βὰν σὲ ἀνοι­χτὸ μέρος. Ἀκό­μα κι ἂν κάτι λάβαι­νε χώρα στὸ πιὸ ἀπο­μο­νω­μέ­νο μέρος, στὴν καρ­διὰ τοῦ ἀνθρώ­που, στὰ μάτια Του ἦταν ἀνοι­χτό, ὁλο­φά­νε­ρο.
Ἡ ἁπαν­τα­χοῦ παρου­σία τοῦ Κυρί­ου Ἰησοῦ κι ἡ παν­το­γνω­σία Του δημιούρ­γη­σαν σύγ­χυ­ση στὸ Ναθα­να­ήλ. Τὸ ἴδιο εἶχε γίνει καὶ μὲ τὸν Πέτρο ὅταν μάζευε τὰ δίχτυα μὲ τὴν πλού­σια ψαριὰ στὴ λίμνη, μὲ τοὺς ἄλλους μαθη­τὲς ὅταν τὸν εἶδαν νὰ περ­πα­τά­ει πάνω στὰ κύμα­τα κι ἔπει­τα ὅταν γαλή­νε­ψε τὸν ἄνε­μο καὶ τὴν καται­γί­δα. Ὁ Κύριος ποὺ γνώ­ρι­ζε τίς καρ­διὲς τῶν ἀνθρώ­πων, ἤξε­ρε ποιά ἀπὸ τίς ὑπερ­φυ­σι­κὲς δυνά­μεις Του θὰ ἐνερ­γοῦ­σε καλύ­τε­ρα καὶ ἀπο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο μαθη­τή. Ἄν ὁ Πέτρος θαύ­μα­ζε περισ­σό­τε­ρο τὴν κυριαρ­χία του στὴ φύση, ὁ Ναθα­να­ήλ, ὅπως εἴδα­με, ἔμει­νε ἔκπλη­κτος μὲ τὴ διό­ρα­ση καὶ τὴν παν­το­γνω­σία Του. Ὁ Κύριος τὰ γνώ­ρι­ζε αὐτὰ καὶ χρη­σι­μο­ποιοῦ­σε τὴν παν­το­γνω­σία Του στὴν ὑπη­ρε­σία τῆς θεϊ­κῆς Του οἰκο­νο­μί­ας γιὰ τὴ σωτη­ρία τῶν ἀνθρώ­πων.
Ὁ Φίλιπ­πος ἴσως μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ δια­κρί­νει αὐτὸ ἀπὸ τίς πρῶ­τες μέρες τῆς μαθη­τεί­ας του, γι’ αὐτὸ καὶ εἶπε στὸ Ναθα­να­ήλ, ἔρχου καὶ ἴδε. Ὁ Φίλιπ­πος ἦταν σίγου­ρος πῶς ὁ πάν­σο­φος καὶ παν­το­δύ­να­μος Κύριος θ’ ἀπο­κα­λύ­πτον­ταν στὸ Ναθα­να­ὴλ μὲ τὸν πιὸ κατάλ­λη­λο τρό­πο ποὺ ἅρμο­ζε στὸ χαρα­κτῆ­ρα καὶ τὴν ἰδιο­συγ­κρα­σία του.
Εἶχε ἴσως κάποιο ἀμυ­δρὸ προ­αί­σθη­μα ἐκεί­νου ποὺ ἀργό­τε­ρα δια­πί­στω­σε καθα­ρά. Κι αὐτὸ ἦταν τὰ θαυ­μα­στὰ μυστή­ρια ποὺ κρύ­βον­ταν μέσα στὸ εὐαί­σθη­το ἀνθρώ­πι­νο στῆ­θος τοῦ Κυρί­ου Του. Καὶ πραγ­μα­τι­κά, τὰ μυστή­ρια ποὺ ἦταν κρυμ­μέ­να στὸ στῆ­θος τοῦ Θεαν­θρώ­που ἦταν εὐρύ­τε­ρα ἀπὸ τὸν οὐρα­νό, μακρύ­τε­ρα ἀπό το χρό­νο.
Ἀπο­κά­λυ­ψε ὁ Χρι­στὸς ἔστω καὶ τὸ ἕνα χιλιο­στὸ ἀπὸ τίς δυνά­μεις καὶ τὰ μυστή­ρια ποὺ ἦταν κρυμ­μέ­να μέσα Του; Σίγου­ρα ὄχι. Ἡ μεγά­λη πλειο­νό­τη­τα τῶν μυστη­ρί­ων Του παρέ­μει­νε μυστι­κή, ἄγνω­στη στὸν ἄνθρω­πο, γιὰ ν’ ἀπο­κα­λυ­φτεῖ στοὺς ἁγί­ους στὴν οὐρά­νια βασι­λεία Του. Μέσα Του εἶχε τόση δύνα­μη, ὥστε δὲ χρεια­ζό­ταν νὰ κατα­βά­λει καμιὰ προ­σπά­θεια γιὰ νὰ κάνει θαύ­μα­τα. Μᾶλ­λον συγ­κρα­τοῦν­ταν, γιὰ νὰ μὴν κάνει πάρα πολ­λά. Εἶπε, ἀπο­κά­λυ­ψε καὶ ἔκα­νε μόνο ὅσα ἦταν ἀπα­ραί­τη­τα γιὰ τὴ σωτη­ρία μας, χωρὶς νὰ πιέ­σει ἢ ν’ ἀσκή­σει κάποια δύνα­μη στὴ θέλη­σή μας. Ὅλα στη­ρί­ζον­ταν στὴν ἐλεύ­θε­ρη βού­λη­ση καὶ ἀπό­φα­σή μας.
Ἄς παρα­κο­λου­θή­σου­με ὅμως τὸ Ναθα­να­ήλ, πῶς ἀπάν­τη­σε στὸν Κύριο: «ἀπε­κρί­θῃ Ναθα­να­ὴλ καὶ λέγει αὐτὸ ραβ­βί, σὺ εἰ,εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασι­λεὺς τοῦ Ἰσρα­ήλ» (Ἰωάν. ἅ’50). Δάσκα­λε, Ἐσὺ εἶσαι ὁ γιὸς τοῦ Θεοῦ, Ἐσὺ εἶσαι ὁ βασι­λιᾶς τοῦ Ἰσρα­ήλ. Κι αὐτὸ τὸ ὁμο­λό­γη­σαν τὰ ἴδια χεί­λη ποὺ λίγο νωρί­τε­ρα εἶχαν πεῖ στὸ Φίλιπ­πο: ἐκ Ναζα­ρὲτ δύνα­ται τί ἀγα­θὸν εἶναι;
Τί θαυ­μα­στὴ ἀλλοί­ω­ση! Τί ξαφ­νι­κὸ ξέσπα­σμα χαρᾶς! Ἄχ, ἀδελ­φοί μου! Πόσο μέγι­στη, πόσο θαυ­μα­στὴ εἶναι ἡ παρου­σία τοῦ Θεοῦ! Δὲν ὑπάρ­χουν λόγια νὰ τὸ περι­γρά­ψουν αὐτό, οὔτε χέρια νὰ τὸ ἀπο­τυ­πώ­σουν σὲ χαρ­τί. Μόνο καρ­διὲς ὑπάρ­χουν ἱκα­νὲς γιὰ νὰ τὸ νιώ­σουν, νὰ εὐφραν­θοῦν ὅπως ἡ πρωι­νὴ δρο­σιὰ στὴν πρώ­τη συνάν­τη­σή της μὲ τίς ἀκτῖ­νες τοῦ ἥλιου. Δὲν εἶναι ἀρκε­τὸς καὶ πει­στι­κὸς ὁ λόγος αὐτός, γιὰ νὰ ἐναν­θρω­πή­σει ὁ Κύριος, νὰ φορέ­σει ἀνθρώ­πι­νη σάρ­κα καὶ νὰ παρου­σια­στεῖ ὡς ἀδύ­να­μος ἄνθρω­πος, γιὰ τὴ σωτη­ρία τοῦ ἀνθρώ­που; Ποιός θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀντέ­ξει τὴν παρου­σία Του, ἂν εἶχε ἐμφα­νι­στεῖ ὡς πύρι­νος ἄγγε­λος; Ἢ ἀκό­μα, ἂν εἶχε παρου­σια­στεῖ ὡς Θεός, μὲ τὴν αἰώ­νια δύνα­μη καὶ δόξα Του, χωρὶς νὰ καλύ­πτε­ται μὲ ἀνθρώ­πι­νη σάρ­κα, ποιός θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν ἀτε­νί­σει καὶ νὰ συνε­χί­σει νὰ ζεῖ; Ποιός θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀκού­σει τὴ φωνή Του χωρὶς νὰ μετα­τρα­πεῖ σὲ πηλό; Καὶ μόνο μὲ τὸ ἄγγιγ­μα τῆς ἀνά­σας Του, ἢ γῆ ὁλό­κλη­ρη δὲ θὰ ἐξα­τμι­ζό­ταν; Δέστε μόνο τὴ δύνα­μη τῆς ἁπλῆς παρου­σί­ας Του. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ ἡ καρ­διὰ κι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώ­που ἀλλοιώ­νον­ται. Ποιός θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ λίγες στιγ­μὲς πρὶν ἀπὸ τὴ συνο­μι­λία τοῦ Χρι­στοῦ μὲ τὸ Ναθα­να­ήλ, πῶς ὁ τελευ­ταῖ­ος θὰ ὁμο­λο­γοῦ­σε ὅτι αὐτὸς ὁ υἱὸς τοῦ Ἰωσὴφ ἦταν Διδά­σκα­λος, Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Βασι­λιᾶς τοῦ Ἰσρα­ήλ; “Ἄν ἐκεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ Ναθα­να­ὴλ εἶχε σκε­φτεῖ πῶς ὁ Βασι­λιᾶς τοῦ Ἰσρα­ὴλ ἦταν κάποιος ἐπί­γειος βασι­λιᾶς, ὅπως ἦταν ἡ κοι­νὴ ἀντί­λη­ψη τότε γιὰ τὸ Μεσ­σία, τὸ νὰ ὁμο­λο­γή­σει τὸ Χρι­στὸ καὶ νὰ τὸν ἀκο­λου­θή­σει ἀμέ­σως, ἢ ὁμο­λο­γία αὐτὴ γιὰ ἕναν ἀρχά­ριο ἦταν παρα­πά­νω ἀπὸ ἀρκε­τή. Ὁ Ναθα­να­ὴλ τὸν ἀπο­κά­λε­σε ἐπί­σης Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ μ’ αὐτὸ τοπο­θέ­τη­σε τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στου πολὺ ψηλό­τε­ρα ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ τὸν ἤθε­λε ἡ κοι­νὴ ἀντί­λη­ψη, ὡς ἕνα συνη­θι­σμέ­νο ἐπί­γειο βασι­λιᾶ στὸ θρό­νο τοῦ Δαβίδ.
«‘Ἀπε­κρί­θῃ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ ὅτι εἴπὸν σοί, εἴδὸν σὲ ὑπο­κά­τω τῆς συκής, πιστεύ­εις; μεί­ζω τού­των ὄψει καὶ λέγει αὐτῷ ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψε­σθε τὸν οὐρα­νὸν ἀνε­ω­γό­τα, καὶ τοὺς ἀγγέ­λους τοῦ Θεου ἀνα­βαί­νον­τας καὶ κατα­βαί­νον­τας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώ­που» (Ἰωάν. ἅ’51,52). Κι ὁ Ἰησοῦς του ἀπάν­τη­σε: Ἐπει­δὴ σοῦ εἶπα πῶς σὲ εἶδα νὰ κάθε­σαι κάτω ἀπὸ τὴ συκιὰ πιστεύ­εις; Θὰ δεῖς πολὺ περισ­σό­τε­ρα ἀπ’ αὐτά. Καὶ στὴ συνέ­χεια εἶπε: ‘Ἀλή­θεια σᾶς λέω, πῶς ἀπὸ τώρα θὰ δεῖ­τε ν’ ἀνοί­γει ὁ οὐρα­νὸς καὶ τοὺς ἀγγέ­λους τοῦ Θεοῦ ν’ ἀνε­βαί­νουν καὶ νὰ κατε­βαί­νουν, γιὰ νὰ ὑπη­ρε­τοῦν τὸ γιο τοῦ ἀνθρώ­που.
Ὁ Κύριος ἀπο­κά­λυ­ψε στὸ Ναθα­να­ὴλ μόνο ἕνα μικρὸ μυστή­ριο γιὰ τὸν Ἑαυ­τό Του, μέ το νὰ τοῦ πεῖ πῶς τὸν εἶδε κάτω ἀπὸ τὴ συκιά. Αὐτὴ ἡ διό­ρα­ση, ποὺ κάλυ­πτε μιὰ πολὺ μικρὴ ἀπό­στα­ση, εἶναι σὰν μιὰ πολὺ μικρὴ ἀκτῖ­να σὲ σχέ­ση μὲ τὸ πλού­σιο φῶς τοῦ ἥλιου ποὺ ἁπλώ­νε­ται πάνω στὴ γῆ. Ὁ Ναθα­να­ὴλ ποὺ εἶχε ἁγνὴ ψυχή, βρῆ­κε πῶς το λόγο αὐτὸ ἦταν ἀρκε­τὸ γιὰ νὰ τὸν κάνει νὰ πιστέ­ψει. Οἱ ἀκά­θαρ­τοι καὶ ἔνο­χοι φαρισ­σαῖ­οι καὶ γραμ­μα­τεῖς εἶδαν τὸν Κύριο νὰ θερα­πεύ­ει λεπρούς, νὰ δίνει τὸ φὼς σὲ τυφλούς, ν’ ἀνα­σταί­νει νεκρούς. Κι ὅμως, όλ’ αὐτὰ δὲν ἦταν ἱκα­νὰ νὰ τοὺς κάνουν νὰ πιστέ­ψουν. “Ὁ Ναθα­να­ὴλ ὅμως ἦταν ἀλη­θι­νὸς Ἰσραη­λί­της, γνή­σιος. Καὶ μόλις εἶδε μιὰ μικρὴ ἀκτῖ­να ἀπὸ τὴ θαυ­μα­στη δύνα­μή Τοῦ, ἀμέ­σως πίστε­ψε κι ὁμο­λό­γη­σε. «Θὰ δεὶς πολὺ περισ­σό­τε­ρα ἀπ αὐτά», τοῦ ὑπο­σχέ­θη­κε ὁ Κύριος. Τί θά ‘βλε­πε; Ν’ ἀνοί­γει ὁ οὐρα­νὸς κι οἱ ἄγγε­λοι τοῦ Θεού ν’ ἀνε­βαί­νουν καὶ νὰ κατε­βαί­νουν, γιὰ νὰ ὑπη­ρε­τοῦν τὸ γιο τοῦ ἀνθρώ­που. Ὁ Κύριος τὰ εἶπε αὐτὰ στὸ Ναθα­να­ήλ, μὰ ἡ ὑπό­σχε­σή Τοῦ ἰσχύ­ει γιὰ ὅλους. «‘Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν», εἶπε, ὄχι «ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοί». Καὶ γιὰ νὰ μὴν ὑπάρ­χει καμιὰ ἀμφι­βο­λία πῶς θὰ τηρή­σει τὴν ὑπό­σχε­σή Του, την τονί­ζει μὲ τὴν ἐπα­νά­λη­ψη τῆς λέξης ἀμήν. Ἀμὴν ἀμήν, δηλα­δὴ «ἀλή­θεια σᾶς λέω, σᾶς δια­βε­βαιῶ».
Οἱ ἄγγε­λοι τοῦ Θεοῦ ὑπη­ρε­τοῦ­σαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸν Κύριο. Κατέ­βαι­ναν ἀπὸ τὸν οὐρα­νὸ κι ἀνέ­βαι­ναν ξανά. Ἀγγε­λος ἐμφα­νί­στη­κε στὸ Ζαχα­ρία γιὰ νὰ τοῦ ἀναγ­γεί­λει τὴ γέν­νη­ση τοῦ Τιμί­ου Προ­δρό­μου του Χρι­στοῦ. Ἀγγε­λος ἐμφα­νί­στη­κε στὴν πάνα­γνή Παρ­θέ­νο γιὰ νὰ τῆς ἀναγ­γεί­λει τὸ μέγα μυστή­ριο τῆς γέν­νη­σης τοῦ Κυρί­ου. Οἱ οὐρα­νοὶ ἀνοί­χτη­καν στοὺς ποι­μέ­νες τῆς Βηθλε­ὲμ κι οἱ ἄγγε­λοι κατέ­βαι­ναν κι αἰνοῦ­σαν το Θεὸ καὶ τὴν «ἔν ἀνθρώ­ποις εὐδο­κία». “Ἀγγε­λοι κατέ­βη­καν γιὰ νὰ πλη­ρο­φο­ρή­σουν καὶ νὰ καθο­δη­γή­σουν τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοὺς μάγους τῆς ἀνα­το­λῆς. “Ὅταν ὁ Κύριος ἀντι­με­τώ­πι­σε τοὺς πει­ρα­σμοὺς τοῦ σατα­νᾶ στὴν ἔρη­μο, μετὰ κατέ­βη­καν ἄγγε­λοι καὶ τὸν δια­κο­νοῦ­σαν. Τὸν και­ρὸ τοῦ πάθους, πρὶν ἀπό το θάνα­τό Του, ἄγγε­λος τὸν ὑπη­ρε­τοῦ­σε καὶ τὸν ἐνί­σχυε στὸν κῆπο τῆς Γεθ­ση­μα­νή. “Ὅταν ἀνα­στή­θη­κε, ἄγγε­λοι κατέ­βη­καν στὸν τάφο Του. Στὴν ἀνά­λη­ψή Του ἀπό τη γῆ στὸν οὐρα­νό, δυὸ ἄγγε­λοι ντυ­μέ­νοι στὰ λευ­κὰ ἐμφα­νί­στη­καν στοὺς ἀπο­στό­λους. Μετὰ τὴν ἀνά­λη­ψή Του ἄγγε­λοι ἐμφα­νί­ζον­ταν στοὺς ἀπο­στό­λους Του κι ἀργό­τε­ρα σὲ πολὺ λοὺς δίκαιους, ὁσί­ους καὶ μάρ­τυ­ρες. Ὁ πρω­το­μάρ­τυ­ρας Στέ­φα­νος δὲν εἶδε ἀνοιγ­μέ­νους τοὺς οὐρα­νούς; Δὲν ἀνέ­βη­κε ὁ ἀπό­στο­λος Παῦ­λος ὼς τὸν τρί­το οὐρα­νό; Στὸν ἀπό­στο­λο κι εὐαγγελιστῆ,εὐαγγελιστή δὲν ἀπο­κα­λύ­φτη­καν ἀμέ­τρη­τα θαυ­μα­στὰ πράγ­μα­τα, ποὺ ἀφο­ροῦν τόσο τὴν παροῦ­σα ζωὴ ὅσο καὶ τὴ μέλ­λου­σα; Ἀκό­μα καὶ στὶς μέρες μας, ἄγγε­λοι ἐμφα­νί­ζον­ται σὲ πολ­λοὺς ἀνθρώ­πους ποὺ ἔχουν ἁγνὴ καρ­διά, ποὺ ἔχουν μέσα τους τὸ Θεό. ‘Ἀλλὰ καὶ πολ­λοὶ μετα­νο­οῦν­τες, ἀφοῦ συχω­ρέ­θη­καν οἱ ἁμαρ­τί­ες τους, εἶδαν ἀνοιγ­μέ­νους τοὺς οὐρα­νούς.
Ώ, πόσες φορές, ἀμέ­τρη­τες ὡς τὰ σήμε­ρα, δὲν ἐπα­λη­θεύ­τη­καν τὰ λόγια τοῦ Κυρί­ου Ἰησοῦ γιὰ τοὺς ἀνοιγ­μέ­νους οὐρα­νοὺς καὶ τοὺς ἀγγέ­λους ποὺ ἀνέ­βαι­ναν καὶ κατέ­βαι­ναν! Ὁ Κύριος κατέ­βη­κε στὴ γῆ γιὰ νὰ δεί­ξει στοὺς ἀνθρώ­πους τοὺς ἀνοιγ­μέ­νους οὐρα­νούς. Πρὶν ἀπὸ τὸ Χρι­στὸ μόνο λίγοι προ­φῆ­τες κι ἄλλοι θεά­ρε­στοι ἄνθρω­ποι ἀξιώ­θη­καν νὰ δοῦν ἀνοιγ­μέ­νους τοὺς οὐρα­νούς. Μετὰ τὴν ἔλευ­σή Του ὅμως ἀνα­δεί­χτη­κε πλῆ­θος ὁλό­κλη­ρο ἀπὸ οὐρα­νο­φάν­το­ρες, ποὺ μὲ τὴν πνευ­μα­τι­κή τους ὅρα­ση ἔφτα­ναν στὸν οὐρα­νό , καὶ κατέ­βαι­ναν μαζὶ μὲ τίς ἀγγε­λι­κές, τίς οὐρά­νιες δυνά­μεις.
Ὁ οὐρα­νὸς ἐξα­κο­λου­θεῖ νὰ εἶναι ἀνοι­χτὸς στοὺς ἀνθρώ­πους, οἱ ἄνθρω­ποι ἀπὸ μόνοι τους εἶναι ἀπο­κλει­σμέ­νοι ἀπό το οὐρα­νό. Αὐτοὶ κοι­τά­ζουν, ἀλλὰ δὲ βλέ­πουν, ἀκοῦ­νε χωρὶς νὰ κατα­λα­βαί­νουν (πρβλ. Ματθ. ἴγ13). Ὁ Χρι­στὸς ἀπο­κα­τά­στη­σε τὴν ὅρα­ση ὄχι μόνο στοὺς λίγους ἐκεί­νους ἀνθρώ­πους ποὺ στε­ροῦν­ταν τὴ φυσι­κὴ ὅρα­ση, ἀλλὰ σὲ ἑκα­τομ­μύ­ρια ἄλλους ποὺ ἦταν πνευ­μα­τι­κὰ τυφλοί. Κι οἱ τυφλοὶ εἶδαν τὸ φώς τους κι εἶδαν καὶ τοὺς οὐρα­νοὺς ἀνοιγ­μέ­νους. Τί ἄλλο σημαί­νουν οἱ ἀνοιγ­μέ­νοι οὐρα­νοί, παρὰ τὴν παρου­σία τοῦ ζῶν­τος Θεοῦ καὶ τῶν μυριά­δων ἀγγέ­λων Του; Κι ἡ παρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ τί ἄλλο ἐμπνέ­ει στοὺς ἁμαρ­τω­λοὺς καὶ ἀκά­θαρ­τους, ἐκτὸς ἀπὸ φόβο καὶ τρό­μο; Καὶ τί ἄλλο σημαί­νει ἡ παρου­σία Τοῦ στοὺς ἁγνοὺς καὶ τοὺς δίκαιους, παρὰ ζωὴ καὶ χαρά;
Ἡ μεγά­λη καὶ φοβε­ρὴ αὐτὴ παρου­σία πρὸς τὸ παρὸν εἶναι κρυμ­μέ­νη ἀπὸ μᾶς. Τὴν κρύ­βει τὸ παρα­πέ­τα­σμα τῆς σάρ­κας μας. Σύν­το­μα ὅμως, πολὺ σύν­το­μα, τὸ παρα­πέ­τα­σμα αὐτὸ θὰ τὸ ἀπορ­ρί­ψου­με, θὰ τὸ ἀπο­βά­λου­με. Καὶ τότε θὰ βρε­θοῦ­με ὁλό­κλη­ροι μπρο­στὰ στοὺς ἀνοιγ­μέ­νους οὐρα­νούς. Ἐκεῖ­νοι ἀπό μας ποὺ βρί­σκον­ται σὲ μετά­νοια, ποὺ εἶναι ἁγνοί, θὰ βρε­θοῦν στὴν αἰώ­νια καὶ ζωο­πά­ρο­χη παρου­σία τοῦ ζῶν­τος Θεοῦ. Οἱ ἀμε­τα­νόη­τοι, οἱ βλά­σφη­μοι κι οἱ ἀκά­θαρ­τοι θὰ βυθι­στοῦν στὴν αἰώ­νια ἀπου­σία Του, στὸ ἀτέ­λειω­το σκο­τά­δι καὶ τὰ βάσα­να.
Ἄς πλη­σιά­σου­με λοι­πὸν τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Ἐκεῖ­νος ἀγα­πά­ει τὸ ἀνθρώ­πι­νο γένος. Κι ὅσο ἀκό­μα οἱ μέρες μας δὲν ἔχουν μετρη­θεῖ, ἂς ὁμο­λο­γή­σου­με τὸ ὄνο­μὰ Τοῦ, πῶς εἶναι τὸ μόνο ἀλη­θι­νὸ ὄνο­μα. Ἄς κραυ­γά­σου­με γιὰ βοή­θεια, ἂς ζητή­σου­με τὴ μόνη βοή­θεια ποὺ εἶναι πρό­θυ­μη, παν­το­τι­νή, σωστι­κή. Κύριε Ἰησοῦ Χρι­στέ,
Σένα πρέ­πει ἡ δόξα, μαζὶ μὲ τὸν Πατέ­ρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦ­μα, τὴν ὁμο­ού­σια καὶ ἀδιαί­ρε­τη Τριά­δα, τώρα καὶ πάν­τα καὶ στοὺς αἰῶ­νες τῶν αἰώ­νων. Ἀμήν.

Αυγου­στί­νος Καν­τιώ­της (Από το βιβλίο “ΚΥΡΙΑΚΗ”)

Νὰ γίνου­με Φίλιπ­ποι!

«Εὑρί­σκει Φίλιπ­πος τὸν Ναθα­να­ήλ» (Ἰωάν. 1, 46)

ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ, ἀγα­πη­τοί, δυὸ πρό­σω­πα μᾶς παρου­σιά­ζει τὸ σημε­ρι­νὸ Εὐαγ­γέ­λιο. Φίλιπ­πος ὁ ἕνας, Ναθα­να­ὴλ ὁ ἄλλος. Ἦταν φίλοι. Ἀλλὰ τί φίλοι! Φίλοι σπά­νιοι. Ἡ φιλία τους δὲν ἦταν σὰν τίς ψεύ­τι­κες φιλί­ες τῶν ἄλλων ἀνθρώ­πων, ποὺ στη­ρί­ζον­ται στὰ λεφτά, σὲ ἰδιο­τε­λῆ καὶ ἁμαρ­τω­λὰ συμ­φέ­ρον­τα. Ὁ Φίλιπ­πος καὶ ὁ Ναθα­να­ὴλ δὲν ἦταν φίλοι σὲ χορούς, σὲ μεθύ­σια, σὲ ἀσω­τί­ες, ποὺ κάνουν τοὺς ἀνθρώ­πους νὰ ἑνώ­νων­ται προ­σω­ρι­νά, νὰ κάνουν παρέ­ες καὶ σὰν πει­να­σμέ­να κοπά­δια νὰ τρέ­χουν γιὰ νὰ βροῦν αὐτὸ ποὺ ζητοῦν.

Ἡ φιλία, ποὺ συνέ­δεε τὰ δυὸ πρό­σω­πα τοῦ σημε­ρι­νοῦ Εὐαγ­γε­λί­ου, ἦταν μιὰ ἀνώ­τε­ρη φιλία. Οἱ δυὸ φίλοι ζητοῦ­σαν μεγά­λα πράγ­μα­τα. Ζητοῦ­σαν νὰ βροῦν τὴν ἀλή­θεια. Διψοῦ­σαν δικαιο­σύ­νη. Λαχτα­ροῦ­σαν νὰ ἔρθῃ μιὰ ἅγια μέρα, ποὺ ὅλοι οἱ ἄνθρω­ποι θὰ βροῦν τὸ σωστὸ δρό­μο. Οἱ δυὸ φίλοι ζοῦ­σαν μὲ μιὰ κρυ­φὴ ἐλπί­δα, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θ’ ἄφη­νε τὸν κόσμο νὰ κατα­στρα­φῇ καὶ νὰ δια­λυ­θῇ ἀπὸ τίς ἁμαρ­τί­ες τῶν ἀνθρώ­πων, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἔστελ­νε κάποιον ποὺ θὰ τὸν ἔσω­ζε. Οἱ δυὸ φίλοι διά­βα­ζαν τὴν Παλαιὰ Δια­θή­κη. Διά­βα­ζαν ἰδί­ως τίς προ­φη­τεῖ­ες ποὺ μιλοῦν γιὰ τὸν ἐρχο­μὸ τοῦ Μεσ­σία, τοῦ Χρι­στοῦ. Δια­βά­ζον­τας δὲ τίς προ­φη­τεῖ­ες αὐτές, μιὰ φλό­γα ἄνα­βε στὴν καρ­διά τους, νὰ ζήσουν καὶ νὰ δοῦν τὸ Χρι­στό.

Καὶ νά, ὁ Χρι­στὸς ἦρθε! Ἦρθε ὄχι ὅπως τὸν περί­με­ναν οἱ πολ­λοί. Ἦρθε ὄχι μὲ πλού­τη καὶ δόξες καὶ ἀνθρώ­πι­να μεγα­λεῖα. Ἦρθε ὄχι σὰν βασι­λιᾶς τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Ἦρθε σὰν καὶ πιὸ φτω­χὸς καὶ ταπει­νὸς ἄνθρω­πος. Λίγοι τὸν γνώ­ρι­σαν καὶ τὸν πίστε­ψαν. Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Φίλιπ­πος. Ὁ Χρι­στὸς τὸν προ­σκά­λε­σε, καὶ ὁ Φίλιπ­πος ἄφη­σε ὅ,τι ἀγα­πη­τὸ εἶχε στὸν κόσμο κι ἀκο­λού­θη­σε τὸ Χρι­στό. Εἶχε βρεῖ το Σωτῆ­ρα του καὶ Σωτῆ­ρα ὅλου τοῦ κόσμου. Καὶ αὐτὸν ἤθε­λε νὰ γνω­ρί­σῃ καὶ νὰ κηρύ­ξῃ σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν τὸν γνώ­ρι­ζαν. Καὶ ὅπως ἕνας, ποὺ κιν­δυ­νεύ­ει νὰ πεθά­νῃ ἀπὸ μιὰ θανα­τη­φό­ρο ἀσθέ­νεια καὶ σώζε­ται τὴν τελευ­ταία στιγ­μὴ ἀπὸ κάποιο σπά­νιο φάρ­μα­κο ποὺ τοῦ ἔδω­σε ἕνας για­τρός, θεω­ρεῖ καθῆ­κον του νὰ γνω­ρί­σῃ καὶ στοὺς ἄλλους ποὺ πάσχουν ἀπὸ τὴν ἴδια ἀρρώ­στια τὸ για­τρὸ καί το φάρ­μα­κο, ἔτσι καὶ ὁ Φίλιπ­πος, ποὺ γνώ­ρι­σε τὸ Χρι­στό, καὶ πίστευε ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ ἀπε­σταλ­μέ­νος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτη­ρία τοῦ κόσμου, ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ Για­τρός, ὁ μονα­δι­κὸς Για­τρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμά­των, ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ Σωτῆ­ρας καὶ Λυτρω­τής, θεώ­ρη­σε καθῆ­κον τοῦ νὰ μὴν κρύ­ψῃ τὴ μεγά­λη αὐτὴ ἀλή­θεια, ἀλλὰ νὰ τὴ δια­δώ­σῃ παν­τοῦ. Ὅλος ὁ κόσμος θὰ ἔπρε­πε νὰ γνω­ρί­σῃ τὸ Χρι­στό. Ὅλοι νὰ τὸν πιστέ­ψουν. Ὅλοι νὰ τὸν λατρεύ­σουν. Νὰ ὁ πόθος, ποὺ ἔκαι­γε μέσα στὴν καρ­διὰ τοῦ Φιλίπ­που.

Καὶ ὁ πρῶ­τος, στὸν ὁποῖ­ον ὁ Φίλιπ­πος κήρυ­ξε τὸ Χρι­στό, ἦταν ὁ φίλος του Ναθα­να­ήλ.

-Ναθα­να­ήλ, βρή­κα­με! Βρή­κα­με τὸ θησαυ­ρό! Βρή­κα­με τὸ Μεσ­σία. Αὐτὸν ποὺ προ­φή­τευ­σαν οἱ προ­φῆ­τες καὶ ποὺ ποθεὶς κ’ ἐσύ. Εἶνε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Ναζα­ρέτ…

-Ἀπὸ τὴ Ναζα­ρέτ; ρωτᾷ μὲ ἀπο­ρία ὁ Ναθα­να­ήλ· για­τί ἡ Ναζα­ρὲτ ἦταν ἕνα ἄση­μο χωριό, ποὺ οἱ κάτοι­κοί του δὲν εἶχαν καλὸ ὄνο­μα.

Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πιστέ­ψῃ ὁ Ναθα­να­ήλ, ὅτι ἀπὸ ἕνα τέτοιο τόπο προ­έρ­χε­ται ὁ Χρι­στός. Ἀπὸ ἀγκά­θι βγαί­νει ρόδο; Ρόδο ἀμά­ραν­το ὁ Χρι­στός.

Ρόδο ποὺ φύτρω­σε μέσα στ’ ἀγκά­θια, μέσα στὴν ἁμαρ­τω­λὴ ἀνθρω­πό­τη­τα, χωρὶς νὰ ὑπο­στῇ καμ­μιὰ ἐπί­δρα­σι ἀπὸ τὸ διε­φθαρ­μέ­νο περι­βάλ­λον.

Ὁ Φίλιπ­πος ἀκού­ει τίς ἀντιρ­ρή­σεις τοῦ Ναθα­να­ήλ, ἀλλ’ ἐπι­μέ­νει.

-«Ἔρχου καὶ ἴδε», τοῦ λέει. Ἀφοῦ δὲν πιστεύ­εις στὰ λόγια μου, ἔλα νὰ τὸν γνω­ρί­σῃς, νὰ λάβῃς προ­σω­πι­κὴ πεῖ­ρα. «Ἔρχου καὶ ἴδε»…

Καὶ ὁ Ναθα­να­ὴλ δέχε­ται. Ἔρχε­ται, βλέ­πει τὸ Χρι­στὸ καὶ τὸν ἀκού­ει. Φτά­νει λίγη ὥρα κον­τὰ στὸ Χρι­στό, γιὰ νὰ πει­σθῇ, ὅτι ὁ φίλος του ὁ Φίλιπ­πος δὲν ἔχει ἄδι­κο. Πίστε­ψε, ὅτι ὁ Χρι­στὸς εἶνε ἐκεῖ­νος, ποὺ περί­με­ναν οἱ προ­φῆ­τες, καὶ τὴν πίστι του αὐτὴ τὴν ὁμο­λο­γεῖ λέγον­τας: «Σὺ εἰ,εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἰ,εἶ ὁ βασι­λεὺς τοῦ Ἰσρα­ήλ».

Ἀγα­πη­τοί μου! Ὅπως τότε ὁ Χρι­στὸς ἦταν ἄγνω­στος στοὺς πολ­λούς, ἔτσι καὶ σήμε­ρα ὁ Χρι­στός, ἂν καὶ πέρα­σαν 20 αἰῶ­νες ἀπὸ τότε, εἶνε ἄγνω­στος στοὺς περισ­σο­τέ­ρους ἀνθρώ­πους. Ἄγνω­στος ὄχι μόνο στοὺς ἀπί­στους καὶ εἰδω­λο­λά­τρες, ποὺ εἶνε τὰ δύο τρί­τα (2/3) τῆς ἀνθρω­πό­τη­τος, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτοὺς ἀκό­μη τοὺς λεγο­μέ­νους χρι­στια­νούς. Καὶ αὐτὸ εἶνε τὸ πιὸ θλι­βε­ρό! Ἄς εἶνε οἱ ἄνθρω­ποι αὐτοὶ βαπτι­σμέ­νοι στὸ ὄνο­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἄς γρά­φων­ται στὶς ταυ­τό­τη­τες ὀρθό­δο­ξοι χρι­στια­νοί. Δὲν γνω­ρί­ζουν τὸ Χρι­στό. Ἄν κανεὶς τοὺς ρωτή­σῃ, τί εἶνε ἡ ἁγία Γρα­φή, πόσα εἶνε τὰ Εὐαγ­γέ­λια, πόσες εἶνε οἱ ἐπι­στο­λὲς τοῦ ἀπο­στό­λου Παύ­λου, πόσα εἶνε τὰ μυστή­ρια, πόσες καὶ ποιὲς εἶνε οἱ ἐντο­λὲς τοῦ Δεκα­λό­γου, τί εἶνε ἡ Ἐκκλη­σία, δὲν μπο­ροῦν ν’ ἀπαν­τή­σουν. Δὲν ξέρουν, κι ἂς ἔχουν βγά­λει γυμνά­σια, λύκεια καὶ πανε­πι­στή­μια, κι ἂς ξέρουν ξένες γλῶσ­σες. Μεσά­νυ­χτα ἔχουν ὡς πρὸς τὴ θρη­σκεία τους.

Ἀλλ’ ἐκτὸς ἀπ’ αὐτοὺς ὑπάρ­χουν καὶ ἄλλοι, ποὺ κάτι ἔχουν ἀκού­σει, κάτι ξέρουν γιὰ τὸ Χρι­στό, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ξεκα­θα­ρι­σμέ­νες ἰδέ­ες γιὰ τὸ πρό­σω­πό του. Ἔχουν τίς ἀντιρ­ρή­σεις τους, ἔχουν τίς ἀμφι­βο­λί­ες τους, καὶ θέλουν νὰ βρε­θῶ κάποιος χρι­στια­νὸς ποὺ ν’ ἀπαν­τή­ση στὶς ἀντιρ­ρή­σεις τους, νὰ δια­λύ­σῃ τίς ἀμφι­βο­λί­ες τους καὶ νὰ τοὺς δώσῃ νὰ ἐννο­ή­σουν τί εἶνε ὁ Χρι­στός. Δὲν εἶνε ἀδιά­φο­ροι, κακοὶ καὶ διε­στραμ­μέ­νοι.

Ἀλλ’ ὑπάρ­χουν καὶ ἄλλοι, ποὺ δυστυ­χῶς ἔχουν κατα­λή­ξει στὴν ἄρνη­ση τῆς πίστε­ως, στὴν ἀθε­ΐα. Αὐτοὶ δὲν πιστεύ­ουν πιὰ τίπο­τε. Αὐτοὶ κηρύτ­τουν φανε­ρὰ τὴν ἀθε­ΐα τους. Αὐτοὶ ἀφρί­ζουν καὶ λυσ­σοῦν ὅταν ἀκοῦ­νε τὸ ὄνο­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ὅταν βλέ­πουν ὅτι ὑπάρ­χουν ἀκό­μη χρι­στια­νοὶ ποὺ πιστεύ­ουν στὸ ὄνο­μά του. Αὐτοὶ εἶνε φανε­ροὶ ἐχθροὶ τοῦ Χρι­στοῦ. Βλα­στη­μοῦν τὸ Χρι­στὸ ὄχι ἀπὸ ἄγνοια, ἀλλ’ ἀπὸ ἀθε­ΐα καὶ δια­φθο­ρά. Καὶ ὅπου ἔχουν τὴν ἐξου­σία μαζί τους, ὅπως συμ­βαί­νει στὰ ἄθεα καὶ ἀντί­χρι­στα κρά­τη, ἐκεῖ πλέ­ον κατα­διώ­κουν τοὺς πιστοὺς χρι­στια­νούς.

Ἀλλὰ σὺ ποὺ γνώ­ρι­σες τὸ Χρι­στό, σὺ ποὺ τὸν πιστεύ­εις μ’ ὅλη σου τὴν καρ­διά, σὺ ποὺ ἐκκλη­σιά­ζε­σαι τακτι­κὰ καὶ ἐξο­μο­λο­γεῖ­σαι τὰ κρί­μα­τά σου καὶ μὲ δάκρυα κοι­νω­νεῖς τὰ ἄχραν­τα μυστή­ρια καὶ βάζεις στὴν καρ­διά σου τὸ Χρι­στὸ καὶ ἔχεις χαρὰ καὶ ἀγαλ­λί­α­σι ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νά σου τὴ δώσῃ ὅλος ὁ κόσμος μὲ τὰ ἀγα­θά του, σὺ ποὺ βρῆ­κες το Σωτῆ­ρα σου, σὺ ποὺ ἔχεις τὴν ὀρθό­δο­ξο πίστι, νὰ εὐχα­ρι­στῇς καὶ νὰ δοξά­ζῃς τὸ Χρι­στό. Αὐτὸ ὅμως ποὺ πιστεύ­εις μὴν τὸ κρύ­ψῃς. Ἄν ἀνά­με­σα σὲ συγ­γε­νεῖς καὶ φίλους ἔχῃς κάποιον ποὺ μοιά­ζει μὲ τὸ Ναθα­να­ὴλ καὶ θέλει νὰ γνω­ρί­σῃ τὸ Χρι­στό, πλη­σί­α­σε τὸν καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν δια­φω­τί­σῃς. Ἡ πίστι σου δὲν θ’ ἀργή­σῃ νὰ γίνῃ καὶ δική του πίστι. Ὁ ἕνας θὰ γίνε­τε δυό. Οἱ δυὸ τέσ­σε­ρις. Οἱ τέσ­σε­ρις ὀκτώ. Οἱ Φίλιπ­ποι θὰ τρα­βή­ξουν κον­τά τους τοὺς Ναθα­να­ήλ. Οἱ πιστοί, αὐτοὺς ποὺ κλο­νί­ζον­ται καὶ ἀμφι­βάλ­λουν.

Καὶ ἂν σὺ ὁ πιστὸς ζῆς μέσα σὲ ἀνθρώ­πους ποὺ δὲν πιστεύ­ουν τίπο­τε, ἀλλὰ εἰρω­νεύ­ον­ται, ἐμπαί­ζουν, ὑβρί­ζουν, κατα­διώ­κουν τὸ Χρι­στὸ καὶ τοὺς πιστούς του, καὶ πάλι μὴ δει­λιά­σῃς. Κήρυ­ξε καὶ σ’ αὐτοὺς τὴν ἀλή­θεια. Ὁμο­λό­γη­σε καὶ σ’ αὐτοὺς τὴν Ὀρθο­δο­ξία. Δεῖ­ξε πρὸ παν­τὸς μὲ τὰ ἔργα σου τὴν πίστι σου. Ὁ Χρι­στὸς κάνει θαύ­μα­τα. Μπο­ρεῖ καὶ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἀπί­στους μερι­κοὶ νὰ πιστέ­ψουν καὶ νὰ ὁμο­λο­γή­σουν τὸ Χρι­στὸ καὶ νὰ γονα­τί­σουν μπρο­στά του καὶ μὲ συν­τρι­βὴ καρ­διᾶς νὰ ποῦν «Ἀλη­θῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὐτος» (Ματθ. 27, 54).

Διαβάστε επίσης και τα εξής:

elGreek