ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ (Ευαγγελική Περικοπή)

Ευαγγελική Περικοπή και Κηρύγματα Αγίων Πατέρων

by admin

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ — ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ (Κ΄ 19 – 31)

19Οὔσης ὀψί­ας τῇ ἡμέ­ρᾳ ἐκεί­νῃ τῇ μιᾷ σαβ­βά­των, καὶ τῶν θυρῶν κεκλει­σμέ­νων ὅπου ἦσαν οἱ μαθη­ταὶ συνηγ­μέ­νοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰου­δαί­ων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρή­νη ὑμῖν. 20καὶ τοῦ­το εἰπὼν ἔδει­ξεν αὐτοῖς τὰς χεῖ­ρας καὶ τὴν πλευ­ρὰν αὐτοῦ. ἐχά­ρη­σαν οὖν οἱ μαθη­ταὶ ἰδόν­τες τὸν Κύριον. 21εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· Εἰρή­νη ὑμῖν. καθὼς ἀπέ­σταλ­κέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμ­πω ὑμᾶς. 22καὶ τοῦ­το εἰπὼν ἐνε­φύ­ση­σε καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβε­τε Πνεῦ­μα ἅγιον· 23ἄν τινων ἀφῆ­τε τὰς ἁμαρ­τί­ας, ἀφί­εν­ται αὐτοῖς, ἄν τινων κρα­τῆ­τε, κεκρά­την­ται. 24Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδε­κα ὁ λεγό­με­νος Δίδυ­μος, οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. 25ἔλε­γον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθη­ταί· Ἑωρά­κα­μεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερ­σὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυ­λόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖ­ρά μου εἰς τὴν πλευ­ρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύ­σω. 26Καὶ μεθ’ ἡμέ­ρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθη­ταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ’ αὐτῶν. ἔρχε­ται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλει­σμέ­νων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· Εἰρή­νη ὑμῖν. 27εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· Φέρε τὸν δάκτυ­λόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖ­ράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖ­ρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευ­ράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπι­στος, ἀλλὰ πιστός. 28καὶ ἀπε­κρί­θη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. 29λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ὅτι ἑώρα­κάς με, πεπί­στευ­κας· μακά­ριοι οἱ μὴ ἰδόν­τες καὶ πιστεύ­σαν­τες. 30Πολ­λὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποί­η­σεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώ­πιον τῶν μαθη­τῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμ­μέ­να ἐν τῷ βιβλίῳ τού­τῳ· 31ταῦ­τα δὲ γέγρα­πται ἵνα πιστεύ­ση­τε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χρι­στὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύ­ον­τες ζωὴν ἔχη­τε ἐν τῷ ὀνό­μα­τι αὐτοῦ.

19 Κατά την ημέ­ραν εκεί­νην, την πρώ­την της εβδο­μά­δος, ενώ πλέ­ον είχε βρα­δυά­σει και αι θύραι του σπι­τιού, όπου ευρί­σκον­το συγ­κεν­τω­μέ­νοι οι μαθη­ταί, ήσαν κλει­σμέ­ναι δια τον φόβον των Ιου­δαί­ων, ήλθεν έξαφ­να ο Ιησούς, εστά­θη στο μέσον και τους λέγει· “ειρή­νη ας είναι εις σας”. 20 Και αφού είπε τού­το, έδει­ξεν εις αυτούς τα χέρια και την πλευ­ράν του, δια να ίδουν τα σημά­δια των πλη­γών και πιστεύ­σουν ότι αυτός είναι ο διδά­σκα­λός των. Και τότε οι μαθη­ταί, όταν είδαν τον Κυριον ανα­στη­μέ­νον, εχά­ρη­σαν. 21 Είπε, λοι­πόν, τότε εις αυτούς ο Ιησούς· “ειρή­νη εις σας. Οπως έστει­λεν εμέ ο Πατήρ, δια να τελειώ­σω το έργον της σωτη­ρί­ας των ανθρώ­πων, έτσι και εγώ στέλ­νω σας, να μετα­φέ­ρε­τε στους ανθρώ­πους την σωτη­ρί­αν”. 22 Και αφού είπε τού­το, εφύ­ση­σε εις τα πρό­σω­πα των την ζωο­γό­νον πνο­ήν της νέας ζωής και τους είπε· “λάβε­τε Πνεύ­μα Αγιον. 23 Εις όποιους συγ­χω­ρεί­τε τις αμαρ­τί­ες, θα είναι συγ­χω­ρη­μέ­νες και από τον Θεόν. Εις όποιους όμως τις κρα­τεί­τε άλυ­τες και ασυγ­χώ­ρη­τες, θα μεί­νουν αιω­νί­ως ασυγ­χώ­ρη­τες”. 24 Ο Θωμάς όμως, ένας από τους δώδε­κα, ο οποί­ος ελέ­γε­το εις την ελλη­νι­κήν Διδυ­μος, δεν ήτο μαζή τους, όταν ήλθε ο Ιησούς. 25 Ελε­γαν, λοι­πόν, εις αυτόν οι άλλοι μαθη­ταί· “είδα­με τον Κυριον”. Εκεί­νος όμως τους είπε· “εάν δεν ίδω εις τα χέρια του το σημά­δι των καρ­φιών και δεν βάλω το δάκτυ­λό μου στο σημά­δι των καρ­φιών, και αν δεν βάλω το χέρι μου εις την πλευ­ράν, που την ετρύ­πη­σε η λόγ­χη, δεν θα πιστεύ­σω”. 26 Και έπει­τα από οκτώ ημέ­ρας ήσαν πάλιν οι μαθη­ταί μέσα στο σπί­τι και ο Θωμάς μαζή με αυτούς. Ερχε­ται, λοι­πόν, ο Ιησούς έξαφ­να, ενώ οι πόρ­τες ήσαν κλει­σμέ­νες, εστά­θη­κε στο μέσον και είπε· “ειρή­νη υμίν”. 27 Επει­τα λέγει στον Θωμάν· “φέρε το δάκτυ­λό σου εδώ, ιδέ και με τα μάτια σου τα χέρια μου και φέρε το χέρι σου και βάλε το εις την πλευ­ράν μου, ψηλά­φη­σε και ιδέ τα σημά­δια των καρ­φιών και της λόγ­χης, και μη γίνε­σαι άπι­στος, αλλά πιστός”. 28 Απήν­τη­σε τότε ο Θωμάς και είπε εις αυτόν· “Πιστεύω, Κυριε, ότι συ είσαι ο Κυριος μου και ο Θεός μου”. 29 Λεγει εις αυτόν ο Ιησούς· “επί­στευ­σες, διό­τι με είδες· μακά­ριοι θα είναι απ’ εδώ και πέρα στους αιώ­νας των αιώ­νων, εκεί­νοι οι οποί­οι καί­τοι δεν με είδαν, επί­στευ­σαν”. 30 Εκτός από το θαύ­μα αυτό της ανα­στά­σε­ως και από όσα άλλα θαύ­μα­τα είχε κάμει προ­η­γου­μέ­νως ο Ιησούς, έκα­με και πολ­λά άλλα, εμπρός στους μαθη­τάς του, τα οποία απε­δεί­κνυαν την θεό­τη­τά του και το έργον του, και τα οποία δεν είναι γραμ­μέ­να στο ιερόν τού­το βιβλί­ον. 31 Αυτά δε, που εξι­στο­ρή­σα­μεν, εγρά­φη­σαν, δια να πιστεύ­σε­τε ότι ο Ιησούς είναι ο Χρι­στός, ο Υιός του Θεού και ίνα πιστεύ­ον­τες αυτόν με φωτι­σμέ­νην και ενερ­γόν πίστιν, έχε­τε, ως παν­το­τει­νόν κτή­μα σας, εν τω ονό­μα­τι αυτού, την αιω­νί­αν ζωήν”.

19 Και η μαρ­τυ­ρία αυτή της Μαρί­ας επι­βε­βαιώ­θη­κε την ίδια ημέ­ρα. Διό­τι όταν βρά­δια­σε την ημέ­ρα εκεί­νη, την πρώ­τη της εβδο­μά­δος, κι ενώ οι μαθη­τές ήταν μαζε­μέ­νοι σ’ ένα σπί­τι και είχαν τις θύρες κλει­στές επει­δή φοβούν­ταν τους άρχον­τες των Ιου­δαί­ων, ήλθε ο Ιησούς και στά­θη­κε στη μέση και τους είπε: Ας είναι ειρή­νη σε σας. 20 Κι αφού το είπε αυτό, τους έδει­ξε τα χέρια του και την πλευ­ρά του, για να δουν τα σημά­δια των πλη­γών και να πει­σθούν ότι αυτός ήταν ο Διδά­σκα­λός τους που σταυ­ρώ­θη­κε. Αφού λοι­πόν βεβαιώ­θη­καν γι’ αυτό με την επί­δει­ξη των ουλών του, χάρη­καν οι μαθη­τές που είδαν τον Κύριο. 21 Όταν λοι­πόν οι μαθη­τές ηρέ­μη­σαν κάπως από την πρώ­τη σφο­δρή συγ­κί­νη­ση που αισθάν­θη­καν εξαι­τί­ας της μεγά­λης τους χαράς, τους είπε πάλι ο Ιησούς σε σχέ­ση με τη μελ­λον­τι­κή τους τώρα κλή­ση και απο­στο­λή: Ας είναι ειρή­νη σε σας. Όπως με απέ­στει­λε ο Πατέ­ρας μου για το έργο της σωτη­ρί­ας των ανθρώ­πων, έτσι κι εγώ σας στέλ­νω να συνε­χί­σε­τε το ίδιο έργο. 22 Κι αφού το είπε αυτό, προ­κει­μέ­νου να τους μετα­δώ­σει την πνοή της νέας ουρά­νιας ζωής εμφύ­ση­σε στα πρό­σω­πά τους, όπως κάπο­τε ο Θεός στο πρό­σω­πο του Αδάμ, και τους είπε: Λάβε­τε Πνεύ­μα Άγιον. 23 Σ΄ όποιους συγ­χω­ρή­σε­τε τις αμαρ­τί­ες, θα τους είναι συγ­χω­ρη­μέ­νες κι από τον Θεό. Σ’ όποιους όμως τις κρα­τά­τε ασυγ­χώ­ρη­τες, θα μεί­νουν για πάν­τα κρα­τη­μέ­νες. 24 Ο Θωμάς όμως, που ήταν ένας από τους δώδε­κα απο­στό­λους και τον οποίο ονό­μα­ζαν Δίδυ­μο όσοι Εβραί­οι μιλού­σαν την ελλη­νι­κή γλώσ­σα, δεν ήταν μαζί τους όταν ήλθε ο Ιησούς. 25 Όταν λοι­πόν τον είδαν, του έλε­γαν οι άλλοι μαθη­τές: Είδα­με τον Κύριο. Αυτός όμως τους απάν­τη­σε: Εάν δε δω με τα μάτια μου στα χέρια του το σημά­δι των καρ­φιών και δεν βάλω το δάχτυ­λό μου στο σημά­δι των καρ­φιών και δεν βάλω το χέρι μου στην πλευ­ρά του, ώστε όχι μόνο με τα μάτια μου αλλά και με τα δάχτυ­λά μου να βεβαιω­θώ, δεν θα πιστέ­ψω. 26 Πράγ­μα­τι λοι­πόν, ύστε­ρα από οκτώ ημέ­ρες ήταν πάλι μέσα στο σπί­τι οι μαθη­τές, και μαζί μ’ αυτούς ήταν κι ο Θωμάς. Έρχε­ται λοι­πόν ο Ιησούς, ενώ ήταν κλει­στές οι θύρες, και στά­θη­κε ανά­με­σα στους μαθη­τές και είπε: Ας είναι ειρή­νη σε σας. 27 Έπει­τα λέει στον Θωμά: Φέρε το δάχτυ­λό σου εδώ. Ψηλά­φι­σε και εξέ­τα­σε τα σημά­δια των πλη­γών μου, και δες συγ­χρό­νως με τα μάτια σου τα χέρια μου. Φέρε το χέρι σου κάτω από τα ενδύ­μα­τά μου και βάλ’ το στην πλευ­ρά μου που χτυ­πή­θη­κε από τη λόγ­χη. Και μην αφή­νεις τον εαυ­τό σου να κυριευ­θεί από την απι­στία, ώστε να γίνεις μόνι­μα και ανε­πα­νόρ­θω­τα άπι­στος, αλλά για να προ­ο­δεύ­εις και να στη­ρί­ζε­σαι στην πίστη, ώστε να γίνεις αμε­τα­κί­νη­τος και αδιά­σει­στος σ’ αυτή. 28 Ο Θωμάς τότε του απο­κρί­θη­κε: Πιστεύω και ομο­λο­γώ ότι είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου. 29 Του λέει ο Ιησούς: Πίστε­ψες επει­δή με είδες. Μακά­ριοι και πιο ευτυ­χι­σμέ­νοι είναι εκεί­νοι που πιστεύ­ουν χωρίς να με έχουν δει με τα μάτια τους, όπως με είδες εσύ. Και θα πιστέ­ψουν έτσι όλα τα μέλη της Εκκλη­σί­ας μου στις γενιές που θα έλθουν. 30 Σύμ­φω­να λοι­πόν με όσα εξι­στο­ρή­σα­με, εκτός από το θαύ­μα της Ανα­στά­σε­ώς του, ο Ιησούς μπρο­στά στα μάτια των μαθη­τών του έκα­νε και πολ­λά άλλα θαύ­μα­τα που απο­δεί­κνυαν τη θεό­τη­τά του και τα οποία δεν είναι γραμ­μέ­να στο βιβλίο αυτό. 31 Αυτά που εκθέ­σα­με, γρά­φτη­καν για να πιστέ­ψε­τε ότι ο Ιησούς είναι ο Χρι­στός που προ­κη­ρύ­χθη­κε από τους προ­φή­τες, ο μονο­γε­νής Υιός του Θεού? κι έτσι πιστεύ­ον­τας να έχε­τε ως ανα­φαί­ρε­το κτή­μα σας τη νέα, θεία και αιώ­νια ζωή, την οποία μετα­δί­δει ο ίδιος στις ψυχές των ανθρώ­πων που επι­κα­λούν­ται το όνο­μά του.

19 Tὴν ἡμέ­ρα δὲ ἐκεί­νη, τὴν πρώ­τη τῆς ἑβδο­μά­δος, ὅταν βρά­δυα­σε, καὶ ἐνῷ οἱ θύρες (τοῦ σπι­τιοῦ), ὅπου ἦταν συγ­κεν­τρω­μέ­νοι οἱ μαθη­ταί, ἦταν κλει­στὲς γιὰ τὸ φόβο τῶν Ἰου­δαί­ων, ἦλθε ὁ Ἰησοῦς καὶ στά­θη­κε ἀνά­με­σά τους καὶ τοὺς λέγει: «Eὐλο­γία σὲ σᾶς». 20 Kαὶ μόλι ς εἶπεν αὐτό, τοὺς ἔδει­ξε τὰ χέρια καὶ τὴν πλευ­ρά του. Xάρη­καν δὲ οἱ μαθη­ταί, διό­τι εἶδαν τὸν Kύριο. 21 Tοὺς εἶπε δὲ πάλι ὁ Ἰησοῦς: «Eὐλο­γία σὲ σᾶς. Ὅπως ὁ Πατέ­ρας ἀπέ­στει­λεν ἐμέ­να, ἔτσι καὶ ἐγὼ ἀπο­στέλ­λω ἐσᾶς». 22 Kαὶ ἀφοῦ εἶπεν αὐτό, φύση­ξε σ’ αὐτοὺς καὶ τοὺς λέγει: «Λάβε­τε ἁγία ἐξου­σία (πνευ­μα­τι­κὴ ἐξου­σία): 23 Σ’ ὅσους συγ­χω­ρή­σε­τε τὶς ἁμαρ­τί­ες (λόγῳ μετα­νοί­ας καὶ ἐξο­μο­λο­γή­σε­ως), σ’ αὐτοὺς συγ­χω­ροῦν­ται· σ’ ὅσους τὶς ἀφή­νε­τε ἀσυγ­χώ­ρη­τες (λόγῳ ἀμε­τα­νο­η­σί­ας καὶ μὴ ἐξο­μο­λο­γή­σε­ως), μένουν ἀσυγ­χώ­ρη­τες». 24 Ὁ Θωμᾶς ὅμως, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδε­κα, ὁ λεγό­με­νος Δίδυ­μος, δὲν ἦταν μαζί τους ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς. 25 Tοῦ ἔλε­γαν δὲ οἱ ἄλλοι μαθη­ταί: «Eἴδα­με τὸν Kύριο». Ἀλλ’ αὐτὸς τοὺς εἶπε: «Ἐὰν δὲν δῶ στὰ χέρια του τὸ σημά­δι ἀπὸ τὰ καρ­φιά, καὶ δὲν βάλω τὸ δάκτυ­λό μου στὸ σημά­δι ἀπὸ τὰ καρ­φιά, καὶ δὲν βάλω τὸ χέρι μου στὴν πλευ­ρά του (τὴ λογ­χι­σμέ­νη), δὲν θὰ πιστεύ­σω». 26 Mετὰ δὲ ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέ­ρες πάλι οἱ μαθη­ταί του ἦταν μέσα (στὸ σπί­τι), καὶ ὁ Θωμᾶς μαζί τους. Ἔρχε­ται ὁ Ἰησοῦς, ἐνῷ οἱ θύρες ἦταν κλει­στές, καὶ στά­θη­κε ἀνά­με­σά τους καὶ εἶπε: «Eὐλο­γία σὲ σᾶς». 27 Ἔπει­τα λέγει στὸ Θωμᾶ: «Φέρε τὸ δάκτυ­λό σου ἐδῶ, καὶ ἐξέ­τα­σε τὰ χέρια μου. Ἐπί­σης φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλε στὴν πλευ­ρά μου, καὶ μὴ γίνε­σαι ἄπι­στος, ἀλλὰ πιστός». 28 Kαὶ ὁ Θωμᾶς τοῦ εἶπε τότε: «Eἶσαι ὁ Kύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!». 29 Tοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς: «Διό­τι μὲ εἶδες, πίστευ­σες. Eὐτυ­χεῖς ἐκεῖ­νοι, ποὺ χωρὶς νὰ μὲ ἰδοῦν θὰ πιστεύ­σουν». 30 Kαὶ ἄλλα δὲ πολ­λὰ θαύ­μα­τα ἔκα­νε ὁ Ἰησοῦς μπρο­στὰ στὰ μάτια τῶν μαθη­τῶν του, ποὺ δὲν εἶναι γραμ­μέ­να σ’ αὐτὸ τὸ βιβλίο. 31 Aὐτὰ δὲ γρά­φτη­καν γιὰ νὰ πιστεύ­σε­τε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Xρι­στός (ὁ Mεσ­σί­ας), ὁ Yἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ γιὰ νὰ ἔχε­τε πιστεύ­ον­τας ζωὴ διὰ τοῦ ὀνό­μα­τός του.

Ιερός Χρυ­σό­στο­μος (Υπο­μνη­μα­τι­σμός Περι­κο­πής)

YΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ  ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

«Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαβ­βά­των, καὶ τῶν θυρῶν κεκλει­σμέ­νων ὅπου ἦσαν οἱ μαθη­ταὶ συνηγ­μέ­νοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαί­ων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδει­ξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρη­σαν οὖν οἱ μαθη­ταὶ ἰδόν­τες τὸν Κύριον. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλ­κέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμ­πω ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύ­ση­σε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβε­τε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρ­τί­ας, ἀφίεν­ται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκρά­την­ται(: όταν λοι­πόν βρά­δια­σε την ημέ­ρα εκεί­νη, την πρώ­τη της εβδο­μά­δος, κι ενώ οι μαθη­τές ήταν μαζε­μέ­νοι σε ένα σπί­τι και είχαν τις θύρες κλει­στές επει­δή φοβούν­ταν τους άρχον­τες των Ιου­δαί­ων, ήλθε ο Ιησούς και στά­θη­κε στη μέση και τους είπε: ‘’Ας είναι ειρή­νη σε σας’’. Κι αφού το είπε αυτό, τους έδει­ξε τα χέρια Του και την πλευ­ρά Του, για να δουν τα σημά­δια των πλη­γών και να πει­στούν ότι Αυτός ήταν ο Διδά­σκα­λός τους που σταυ­ρώ­θη­κε. Αφού λοι­πόν βεβαιώ­θη­καν γι’ αυτό με την επί­δει­ξη των ουλών Του, χάρη­καν οι μαθη­τές που είδαν τον Κύριο. Όταν λοι­πόν οι μαθη­τές ηρέ­μη­σαν κάπως από την πρώ­τη σφο­δρή συγ­κί­νη­ση που αισθάν­θη­καν εξαι­τί­ας της μεγά­λης τους χαράς, τους είπε πάλι ο Ιησούς σε σχέ­ση με τη μελ­λον­τι­κή τους τώρα κλή­ση και απο­στο­λή: ‘’Ας είναι ειρή­νη σε σας. Όπως με απέ­στει­λε ο Πατέ­ρας μου για το έργο της σωτη­ρί­ας των ανθρώ­πων, έτσι κι Εγώ σας στέλ­νω να συνε­χί­σε­τε το ίδιο έργο’’. Κι αφού το είπε αυτό, προ­κει­μέ­νου να τους μετα­δώ­σει την πνοή της νέας ουρά­νιας ζωής εμφύ­ση­σε στα πρό­σω­πά τους, όπως κάπο­τε ο Θεός στο πρό­σω­πο του Αδάμ, και τους είπε: ‘’Λάβε­τε Πνεύ­μα Άγιο. Σε όποιους συγ­χω­ρή­σε­τε τις αμαρ­τί­ες, θα τους είναι συγ­χω­ρη­μέ­νες και από τον Θεό. Σε όποιους όμως τις κρα­τά­τε ασυγ­χώ­ρη­τες, θα μεί­νουν για πάν­τα κρα­τη­μέ­νες)»[Iω.20,19–23].

[…] Ανήγ­γει­λε λοι­πόν η Μαρία στους μαθη­τές και την εμφά­νι­ση του ανα­στη­μέ­νου Ιησού ενώ­πιόν της και τα λόγια που της είπε να τους μετα­φέ­ρει, πράγ­μα­τα δηλα­δή που ήσαν αρκε­τά για να τους παρη­γο­ρή­σουν. Επει­δή λοι­πόν όμως ήταν φυσι­κό οι μαθη­τές, ακού­γον­τας αυτά ή να μην πιστέ­ψουν στη γυναί­κα ή και αν ακό­μη την πίστευαν, να αισθά­νον­ταν θλί­ψη που δεν αξί­ω­σε αυτούς της εμφα­νί­σε­ώς Του, αν και βεβαί­ως είχε υπο­σχε­θεί ότι στη Γαλι­λαία θα παρου­σια­σθεί σε αυτούς, για να μη θλί­βον­ται λοι­πόν σκε­πτό­με­νοι αυτά, δεν άφη­σε ο Κύριος ούτε μία ημέ­ρα να περά­σει, αλλά, αφού προ­κά­λε­σε σε αυτούς τη σχε­τι­κή επι­θυ­μία και με το ότι πλέ­ον γνώ­ρι­ζαν την έγερ­σή Του από τους νεκρούς, και με το ότι είχαν ακού­σει αυτό από τη γυναί­κα, να θέλουν πάρα πολύ να Τον δουν, καθώς επί­σης επει­δή ήταν κυριευ­μέ­νοι από φόβο(πράγμα που κατε­ξο­χήν επαύ­ξα­νε πάρα πολύ την επι­θυ­μία τους), τότε, ακό­μη, ενώ ήταν εσπέ­ρα(«οὔσης οὖν ὀψίας»,Ιω.20,18), παρου­σιά­στη­κε σε αυτούς κατά τρό­πο πάρα πολύ θαυ­μα­στό.

Και για­τί άρα­γε παρου­σιά­στη­κε σε αυτούς κατά την εσπέ­ρα; Διό­τι τότε κυρί­ως ήταν φυσι­κό να κατέ­χον­ται από φόβο. Αλλά το απο­ρί­ας άξιο είναι το εξής: πώς δεν Τον εξέ­λα­βαν ως φάν­τα­σμα; Διό­τι εισήλ­θε με κλει­στές τις θύρες και αμέ­σως. Κυρί­ως μάλι­στα και η γυναί­κα εκ των προ­τέ­ρων κατέ­στη­σε μεγά­λη την πίστη τους, αλλά και έπει­τα έκα­νε στους μαθη­τές ο Κύριος την εμφά­νι­σή Του με τρό­πο μεγα­λο­πρε­πή και αθό­ρυ­βο. Και δεν παρου­σιά­στη­κε κατά τη διάρ­κεια της ημέ­ρας, για να είναι όλοι συγ­κεν­τρω­μέ­νοι· διό­τι ήταν μεγά­λη η έκπλη­ξή τους· καθό­σον ούτε τη θύρα έκρου­σε, αλλά παρευ­θύς στά­θη­κε ανά­με­σά τους τελεί­ως αθό­ρυ­βα και έδει­ξε την πλευ­ρά και τα χέρια Του.

Συγ­χρό­νως επί­σης και με τη φωνή Του, καθη­σύ­χα­σε την ταλαν­τευό­με­νη σκέ­ψη τους, λέγον­τας: «Ειρή­νη να είναι μαζί σας»· δηλα­δή, «μη θορυ­βεί­στε», και τους υπεν­θύ­μι­σε τον λόγο εκεί­νο που είπε προς αυτούς προ του σταυ­ρού Του: «Εἰρήνην ἀφίη­μι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδω­μι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδω­σιν, ἐγὼ δίδω­μι ὑμῖν. μὴ ταρασ­σέ­σθω ὑμῶν ἡ καρ­δία μηδὲ δει­λιά­τω(:Φεύ­γω και σας αφή­νω την ειρή­νη. Σας δίνω τη δική μου αλη­θι­νή και βαθιά ειρή­νη, την οποία ήλθα να φέρω στον κόσμο που συν­τα­ρά­ζε­ται από την αμαρ­τία. Δεν σας δίνω εγώ μια ειρή­νη υπο­κρι­τι­κή, απα­τη­λή και αστα­θή, σαν αυτή που δίνει ο κόσμος. Ας μην ταρά­ζε­ται η καρ­διά σας από εσω­τε­ρι­κούς φόβους κι ας μη δει­λιά­ζει από εξω­τε­ρι­κά φόβη­τρα και απει­λές)»[Ιω. 14,27]· και επί­σης: «Ταῦτα λελά­λη­κα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε. ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρ­σεῖτε, ἐγὼ νενί­κη­κα τὸν κόσμον(:σας τα είπα αυτά για να έχε­τε ειρή­νη έχον­τας κοι­νω­νία και ένω­ση μαζί μου. Εφό­σον είστε μέσα στον κόσμο, θα έχε­τε θλί­ψη. Αλλά έχε­τε θάρ­ρος. Εγώ έχω νική­σει τον κόσμο. Και με τη νίκη μου αυτή εξα­σφά­λι­σα και για σας το θρί­αμ­βο και τη δόξα)»[ Ιω.16,33].

«Ἐχάρη­σαν οὖν οἱ μαθη­ταὶ ἰδόν­τες τὸν Κύριον(:Και τότε οι μαθη­τές, όταν είδαν τον Κύριο ανα­στη­μέ­νο, χάρη­καν)». Βλέ­πεις ότι τα λόγια γίνον­ται έργα; Διό­τι εκεί­νο που τους έλε­γε πριν από τον σταυ­ρό, δηλα­δή ότι «πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς καὶ χαρή­σε­ται ὑμῶν ἡ καρ­δία, καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν(:και εσείς λοι­πόν τώρα που με απο­χω­ρί­ζε­στε έχε­τε βέβαια λύπη. Θα σας δω όμως πάλι, όχι μόνο όταν μετά την Ανά­στα­ση θα εμφα­νι­στώ σε σας, αλλά κυρί­ως όταν θα με αισθά­νε­στε ενω­μέ­νο μαζί σας, καθώς θα ζεί­τε τη νέα ζωή και θα έχε­τε κοι­νω­νία μαζί μου. Τότε λοι­πόν θα χαρεί η καρ­διά σας, και τη χαρά σας δεν θα μπο­ρεί κανείς πια να σας την αφαι­ρέ­σει, αλλά θα είναι παν­το­τι­νή και διαρ­κής)»[Ιω.16,22],αυτό τώρα το πραγ­μα­το­ποί­η­σε. Όλα λοι­πόν αυτά οδή­γη­σαν τους μαθη­τές σε από­λυ­τη και ακλό­νη­τη πίστη. Επει­δή δηλα­δή βρί­σκον­ταν σε άσπον­δο πόλε­μο με τους Ιου­δαί­ους, συνε­χώς επα­να­λαμ­βά­νει το «ειρή­νη σε σας», παρέ­χον­τας ως αντι­στάθ­μι­σμα του πολέ­μου την παρη­γο­ριά αυτή.

Αυτό τον λόγο, λοι­πόν, είπε πρώ­το μετά την ανά­στα­ση· (γι’ αυτό και ο Παύ­λος παν­τού λέγει: «χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη»)· στις γυναί­κες επί­σης ο Κύριος αναγ­γέλ­λει χαρά(Ματθ.28,9: «ὡς δὲ ἐπορεύ­ον­το ἀπαγ­γεῖλαι τοῖς μαθη­ταῖς αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ Ἰησοῦς ἀπήν­τη­σεν αὐταῖς λέγων· χαί­ρε­τε. αἱ δὲ προ­σελ­θοῦσαι ἐκρά­τη­σαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προ­σε­κύ­νη­σαν αὐτῷ(:καθώς όμως πήγαι­ναν να τα πουν στους μαθη­τές Του, ξαφ­νι­κά ο Ιησούς τις συνάν­τη­σε και είπε: ‘’Χαί­ρε­τε’’. Αυτές τότε, αφού πλη­σί­α­σαν, δεν τόλ­μη­σαν να Τον αγγί­ξουν στο σώμα, αλλά με ευλά­βεια πολ­λή έπια­σαν μόνο τα πόδια Του και Τον προ­σκύ­νη­σαν)», διό­τι το ανθρώ­πι­νο αυτό φύλο βρι­σκό­ταν μέσα στη λύπη, και αυτή είναι η πρώ­τη χαρά που δέχτη­καν. Ανά­λο­γα με την περί­πτω­ση λοι­πόν, στους μεν άντρες λόγω του πολέ­μου τους με τους Ιου­δαί­ους αναγ­γέλ­λει την ειρή­νη, στις δε γυναί­κες εξαι­τί­ας της λύπης τους, τη χαρά. Αφού επο­μέ­νως κατήρ­γη­σε όλα τα λυπη­ρά, δια­κη­ρύσ­σει τα κατορ­θώ­μα­τα του Σταυ­ρού· αυτά λοι­πόν συνί­σταν­ται στην ειρή­νη.

Αφού λοι­πόν κατερ­ρί­φθη­σαν όλα τα εμπό­δια, κατέ­στη­σε τη νίκη λαμ­πρή, και είχαν όλα επι­τευ­χθεί, κατό­πιν στη συνέ­χεια λέγει: «καθὼς ἀπέσταλ­κέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμ­πω ὑμᾶς(:όταν λοι­πόν οι μαθη­τές ηρέ­μη­σαν κάπως από την πρώ­τη σφο­δρή συγ­κί­νη­ση που αισθάν­θη­καν εξαι­τί­ας της μεγά­λης τους χαράς, τους είπε πάλι ο Ιησούς σε σχέ­ση με τη μελ­λον­τι­κή τους τώρα κλή­ση και απο­στο­λή: ‘’Ας είναι ειρή­νη σε σας. Όπως με απέ­στει­λε ο Πατέ­ρας μου για το έργο της σωτη­ρί­ας των ανθρώ­πων, έτσι κι εγώ σας στέλ­νω να συνε­χί­σε­τε το ίδιο έργο’’)»[Ιω.20,21]. Καμία δυσκο­λία δεν έχε­τε· και εξαι­τί­ας των όσων συνέ­βη­σαν και λόγω της δικής μου αξί­ας που σας στέλ­νω. Εδώ ανορ­θώ­νει το φρό­νη­μά τους και δεί­χνει μεγά­λη αξιο­πι­στία στους λόγους Του, εάν βέβαια επρό­κει­το να ανα­λά­βουν το έργο Του.

Και δεν απευ­θύ­νε­ται πλέ­ον παρά­κλη­ση προς τον Πατέ­ρα, αλλά με αυθεν­τία δίδει σε αυτούς τη δύνα­μη· διό­τι «ἐνεφύ­ση­σε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβε­τε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρ­τί­ας, ἀφίεν­ται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκρά­την­ται(:φύση­σε στα πρό­σω­πά τους τη ζωο­γό­νο πνοή της νέας ζωής και τους είπε· “λάβε­τε Πνεύ­μα Άγιο. Σε όποιους συγ­χω­ρεί­τε τις αμαρ­τί­ες, θα είναι συγ­χω­ρη­μέ­νες και από τον Θεό. Σε όποιους όμως τις κρα­τεί­τε άλυ­τες και ασυγ­χώ­ρη­τες, θα μεί­νουν αιω­νί­ως ασυγ­χώ­ρη­τες)»[Ιω.20,22–23]. Όπως δηλα­δή ένας βασι­λιάς απο­στέλ­λον­τας άρχον­τες, δίδει εξου­σία σε αυτούς και να οδη­γούν ανθρώ­πους στη φυλα­κή και να απο­λύ­ουν, έτσι και Αυτός, απο­στέλ­λον­τας αυτούς τούς περι­βάλ­λει με αυτή τη δύνα­μη.

Πώς λοι­πόν λέγει: «Ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλ­θω, ὁ παρά­κλη­τος οὐκ ἐλεύ­σε­ται πρὸς ὑμᾶς(:αλλά όσο κι αν λυπά­στε, βεβαιω­θεί­τε ότι εγώ σας λέω την αλή­θεια. Σας συμ­φέ­ρει να φύγω εγώ. Διό­τι εάν δεν πεθά­νω επά­νω στο σταυ­ρό και δεν φύγω, ο Παρά­κλη­τος δεν θα έλθει σε σας. Αν όμως προ­σφέ­ρω πάνω στο σταυ­ρό την εξι­λα­στή­ρια θυσία μου και φύγω από τον κόσμο αυτό για να πάω στον Πατέ­ρα μου, θα σας στεί­λω τον Παρά­κλη­το)»[Ιω.16,7] και τώρα δίνει απευ­θεί­ας σε αυτούς το Πνεύ­μα;

Ορι­σμέ­νοι λέγουν ότι δεν έδω­σε σε αυτούς το Πνεύ­μα, αλλά κατέ­στη­σε αυτούς δια του εμφυ­σή­μα­τος κατάλ­λη­λους για να υπο­δε­χθούν αυτό. Διό­τι εάν ο Δανι­ήλ εξε­πλά­γη όταν είδε άγγελο[Δαν.8,16–17:«Καὶ ἤκου­σα φωνὴν ἀνδρὸς ἀναμέ­σον τοῦ Οὐβάλ, καὶ ἐκάλε­σε καὶ εἶπε· Γαβρι­ήλ, συνέ­τι­σον ἐκεῖνον τὴν ὅρασιν. καὶ ἦλθε καὶ ἔστη ἐχόμε­νος τῆς στά­σε­ώς μου, καὶ ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν ἐθαμ­βή­θην, καὶ πίπτω ἐπὶ πρό­σω­πόν μου, καὶ εἶπε πρός με· σύνες, υἱὲ ἀνθρώ­που· ἔτι γὰρ εἰς και­ροῦ πέρας ἡ ὅρασις(: και άκου­σα την φωνή ενός ανδρός, ο οποί­ος στε­κό­ταν εν μέσω του ποτα­μού Ουβάλ, η οποία φωνή φώνα­ξε και είπε· “Γαβρι­ήλ, εξή­γη­σε σε αυτόν το όρα­μα εκεί­νο”. Αυτός ήλθε και στά­θη­κε πολύ κον­τά μου. Όταν μάλι­στα με πλη­σί­α­σε, εγώ κατα­λή­φθη­κα από δέος και θαυ­μα­σμό και έπε­σα αμέ­σως πρη­νής, με το πρό­σω­πό μου κάτω στη γη. Εκεί­νος λοι­πόν μου είπε· “Υιέ ανθρώ­που, κατα­νόη­σε τού­το· ότι το όρα­μα αυτό απο­κα­λύ­πτει το τέλος του και­ρού, του και­ρού της βασι­λεί­ας των θηρί­ων”)»], τι θα ήταν δυνα­τόν να μην πάθουν εκεί­νοι που δέχον­ταν την απόρ­ρη­τη εκεί­νη χάρη, αν δεν τους καθι­στού­σε προ­η­γου­μέ­νως μαθη­τές Του; Για τον λόγο αυτόν δεν είπε: «ἐλά­βε­τε Πνεῦμα Ἅγιον», αλλά «λάβε­τε Πνεῦμα Ἅγιον» .

Δεν θα έσφαλ­λε λοι­πόν κανείς εάν έλε­γε ότι και τότε αυτοί έλα­βαν κάποια πνευ­μα­τι­κή εξου­σία και χάρη, αλλά όχι τέτοια ώστε να ανα­σταί­νουν νεκρούς και να κάνουν θαύ­μα­τα, αλλά να συγ­χω­ρούν αμαρ­τή­μα­τα· διό­τι είναι διά­φο­ρα τα χαρί­σμα­τα του Πνεύ­μα­τος. Για τον λόγο αυτό και πρό­σθε­σε: «ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρ­τί­ας, ἀφίεν­ται αὐτοῖς», δεί­χνον­τας ποιο είδος ενέρ­γειας δίδει σε αυτούς. Εκεί μάλι­στα μετά από σαράν­τα ημέ­ρες έλα­βαν τη δύνα­μη να κάνουν θαύ­μα­τα· για τον λόγο αυτό λέγει: «Λήψε­σθε δύνα­μιν ἐπελ­θόν­τος τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρ­τυ­ρες ἔν τε Ἱερου­σαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμα­ρείᾳ καὶ ἕως ἐσχά­του τῆς γῆς(:θα λάβε­τε όμως ενί­σχυ­ση και δύνα­μη, όταν θα έλθει πάνω σας το Άγιο Πνεύ­μα. Και θα γίνε­τε μάρ­τυ­ρες της ζωής μου και της διδα­σκα­λί­ας μου και στη Ιερου­σα­λήμ και σε όλη την Ιου­δαία και στη Σαμά­ρεια και μέχρι το τελευ­ταίο και πιο απο­μα­κρυ­σμέ­νο σημείο της γης”)»[Πράξ.1,8] · μάρ­τυ­ρες λοι­πόν γίνον­ταν με τα θαύ­μα­τα· καθό­σον είναι απε­ρί­γρα­πτη και ανέκ­φρα­στη η χάρη του Πνεύ­μα­τος και πολύ­μορ­φη η δωρεά Αυτού.

Αυτό επο­μέ­νως γίνε­ται για να μάθεις ότι μία είναι η δωρεά και η εξου­σία του Πατρός και του Υιού και του αγί­ου Πνεύ­μα­τος· διό­τι εκεί­να που φαί­νον­ται ότι είναι ιδιαί­τε­ρα γνω­ρί­σμα­τα του Πατρός, αυτά είναι ιδιό­τη­τες και του Υιού και του αγί­ου Πνεύ­μα­τος. Πώς λοι­πόν, λέγει ότι κανείς δεν έρχε­ται προς τον Υιό, εάν δεν τον προ­σελ­κύ­σει ο Πατήρ [Ιω.6,44: «Οὐδεὶς δύνα­ται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμ­ψας με ἑλκύσῃ αὐτόν, καὶ ἐγὼ ἀναστή­σω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ(:ο γογ­γυ­σμός σας αυτός προ­έρ­χε­ται από την απι­στία σας. Και απι­στεί­τε, διό­τι ο Πατέ­ρας μου σας βρή­κε ανά­ξιους να σας ελκύ­σει κον­τά μου. Κανείς δεν μπο­ρεί να έλθει σε μένα πιστεύ­ον­τας στη θεϊ­κή μου προ­έ­λευ­ση και απο­στο­λή, εάν ο Πατέ­ρας μου, που με έστει­λε στον κόσμο, δεν μετα­βά­λει την ψυχή του και δεν τον ελκύ­σει με τη θεϊ­κή του δύνα­μη. Και όταν αυτός ελκυ­σθεί προς εμέ­να, εγώ θα ολο­κλη­ρώ­σω το έργο της σωτη­ρί­ας του και θα τον ανα­στή­σω την έσχα­τη ημέ­ρα της Κρί­σε­ως)»];

Αλλά αυτό φαί­νε­ται να είναι γνώ­ρι­σμα και του Υιού, διό­τι λέγει: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχε­ται πρὸς τὸν πατέ­ρα εἰ μὴ δι᾿ ἐμοῦ(:Εγώ είμαι ο μονα­δι­κός δρό­μος, από τον οποίο μπο­ρεί να φτά­σει κανείς στον ουρα­νό· διό­τι συγ­χρό­νως είμαι και η από­λυ­τη αλή­θεια και η πραγ­μα­τι­κή και πηγαία ζωή. Κανείς δεν είναι δυνα­τόν να έλθει προς τον Πατέ­ρα και να μετά­σχει στη μακα­ρία ζωή Του, παρά μόνο αν περά­σει από μένα˙ διό­τι εγώ με τη διδα­σκα­λία μου σας γνω­ρί­ζω τον Πατέ­ρα μου και την αλή­θειά Του. Και με τη θυσία μου ως αιώ­νιος αρχιε­ρεύς σας συμ­φι­λιώ­νω με Αυτόν)»[Ιω.14,6].

Πρό­σε­χε επί­σης αυτό που είναι και γνώ­ρι­σμα του Πνεύ­μα­τος: «Οὐδεὶς δύνα­ται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁγίῳ(:κανείς πάλι δεν μπο­ρεί να ομο­λο­γή­σει με ειλι­κρι­νή πίστη και ευλά­βεια ότι ‘’ο Ιησούς είναι ο Κύριος”, παρά μόνο με την χάρη, τον φωτι­σμό και την έμπνευ­ση του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος)»[Α΄Κορ.12,3].Και πάλι, τους Απο­στό­λους τους βλέ­που­με να δίδον­ται στην Εκκλη­σία, άλλο­τε μεν από τον Πατέ­ρα, άλλο­τε δε από τον Υιό και άλλο­τε από το άγιο Πνεύ­μα, και τις διαι­ρέ­σεις των χαρι­σμά­των βλέ­που­με να είναι του Πατέ­ρα και του Υιού και του αγί­ου Πνεύ­μα­τος.

Όλα λοι­πόν ας τα κάνου­με, ώστε να μπο­ρέ­σου­με να έχου­με πλη­σί­ον μας το άγιο Πνεύ­μα, και να τιμού­με πάρα πολύ εκεί­νους που ορί­στη­καν να μετα­δί­δουν την ενέρ­γεια αυτού· διό­τι είναι μεγά­λη η αξία των ιερέ­ων. «Εκεί­νους που θα συγ­χω­ρή­σε­τε», λέγει, «συγ­χω­ρούν­ται οι αμαρ­τί­ες τους». Για τον λόγο αυτόν και ο Παύ­λος έλε­γε «Πεί­θε­σθε τοῖς ἡγου­μέ­νοις ὑμῶν καὶ ὑπεί­κε­τε(:Να υπα­κού­τε στους πνευ­μα­τι­κούς προϊ­στα­μέ­νους σας και να υπο­τάσ­σε­στε τελεί­ως σε αυτούς. Διό­τι αυτοί αγρυ­πνούν γα τη σωτη­ρία των ψυχών σας, καθώς θα δώσουν λόγο στο Χρι­στό για τις ψυχές σας. Να τους υπα­κού­τε, για να ενθαρ­ρύ­νον­ται με την υπα­κοή σας, ώστε να επι­τε­λούν το έργο τους αυτό με χαρά και όχι με στε­ναγ­μούς. Άλλω­στε δεν σας συμ­φέ­ρει να στε­νά­ζουν εξαι­τί­ας σας οι πνευ­μα­τι­κοί σας προ­ε­στοί, επει­δή ο Θεός θα σας τιμω­ρή­σει γι’ αυτό)»[Εβρ.13,17] και να τους τιμά­τε πάρα πολύ.

«Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδε­κα, ὁ λεγό­με­νος Δίδυ­μος, οὐκ ἦν μετ᾿ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθη­ταί· ἑωρά­κα­μεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυ­λόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύ­σω. Καὶ μεθ᾿ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθη­ταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ᾿ αὐτῶν. ἔρχε­ται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλει­σμέ­νων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν. εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυ­λόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευ­ράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. καὶ ἀπεκρί­θη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅτι ἑώρα­κάς με, πεπί­στευ­κας· μακά­ριοι οἱ μὴ ἰδόν­τες καὶ πιστεύ­σαν­τες(:ο Θωμάς όμως, που ήταν ένας από τους δώδε­κα απο­στό­λους και τον οποίο ονό­μα­ζαν Δίδυ­μο όσοι Εβραί­οι μιλού­σαν την ελλη­νι­κή γλώσ­σα, δεν ήταν μαζί τους όταν ήλθε ο Ιησούς. Όταν λοι­πόν Τον είδαν, Του έλε­γαν οι άλλοι μαθη­τές: ‘’Είδα­με τον Κύριο’’. Αυτός όμως τους απάν­τη­σε: ‘’Εάν δεν δω με τα μάτια μου στα χέρια του το σημά­δι των καρ­φιών και δεν βάλω το δάχτυ­λό μου στο σημά­δι των καρ­φιών και δεν βάλω το χέρι μου στην πλευ­ρά Του, ώστε όχι μόνο με τα μάτια μου αλλά και με τα δάχτυ­λά μου να βεβαιω­θώ, δεν θα πιστέψω’’.Πράγματι λοι­πόν, ύστε­ρα από οκτώ ημέ­ρες ήταν πάλι μέσα στο σπί­τι οι μαθη­τές, και μαζί με αυτούς ήταν κι ο Θωμάς. Έρχε­ται λοι­πόν ο Ιησούς, ενώ ήταν κλει­στές οι θύρες, και στά­θη­κε ανά­με­σα στους μαθη­τές και είπε: ‘’Ας είναι ειρή­νη σε σας’’.Έπειτα λέει στον Θωμά: ‘’Φέρε το δάχτυ­λό σου εδώ. Ψηλά­φι­σε και εξέ­τα­σε τα σημά­δια των πλη­γών μου, και δες συγ­χρό­νως με τα μάτια σου τα χέρια μου. Φέρε το χέρι σου κάτω από τα ενδύ­μα­τά μου και βάλε το στην πλευ­ρά μου που χτυ­πή­θη­κε από τη λόγ­χη. Και μην αφή­νεις τον εαυ­τό σου να κυριευ­τεί από την απι­στία, ώστε να γίνεις μόνι­μα και ανε­πα­νόρ­θω­τα άπι­στος, αλλά για να προ­ο­δεύ­εις και να στη­ρί­ζε­σαι στην πίστη, ώστε να γίνεις αμε­τα­κί­νη­τος και αδιά­σει­στος σε αυτή’’. Ο Θωμάς τότε Του απο­κρί­θη­κε: ‘’Πιστεύω και ομο­λο­γώ ότι είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου’’.Του λέει ο Ιησούς: ‘’Πίστε­ψες επει­δή με είδες. Μακά­ριοι και πιο ευτυ­χι­σμέ­νοι είναι εκεί­νοι που πιστεύ­ουν χωρίς να με έχουν δει με τα μάτια τους, όπως με είδες εσύ. Και θα πιστέ­ψουν έτσι όλα τα μέλη της Εκκλη­σί­ας μου στις γενιές που θα έλθουν’’. Σύμ­φω­να λοι­πόν με όσα εξι­στο­ρή­σα­με, εκτός από το θαύ­μα της Ανα­στά­σε­ώς Του, ο Ιησούς μπρο­στά στα μάτια των μαθη­τών Του έκα­νε και πολ­λά άλλα θαύ­μα­τα που απο­δεί­κνυαν τη θεό­τη­τά Του και τα οποία δεν είναι γραμ­μέ­να στο βιβλίο αυτό. Αυτά που εκθέ­σα­με, γρά­φτη­καν για να πιστέ­ψε­τε ότι ο Ιησούς είναι ο Χρι­στός που προ­κη­ρύ­χθη­κε από τους προ­φή­τες, ο μονο­γε­νής Υιός του Θεού˙ κι έτσι πιστεύ­ον­τας να έχε­τε ως ανα­φαί­ρε­το κτή­μα σας τη νέα, θεία και αιώ­νια ζωή, την οποία μετα­δί­δει ο Ίδιος στις ψυχές των ανθρώ­πων που επι­κα­λούν­ται το όνο­μά Του)»[Ιω.20,24–29].

Όπως ακρι­βώς το να πιστεύ­ει κανείς απλώς και ως έτυ­χε είναι γνώ­ρι­σμα επι­πο­λαιό­τη­τας, έτσι και το να εξε­τά­ζει κανέ­νας και να ερευ­νά πέραν του μέτρου είναι γνώ­ρι­σμα παχύ­τα­της και δυσκί­νη­της διά­νοιας. Για τον λόγο αυτό και ο Θωμάς κατη­γο­ρεί­ται· διό­τι στους Απο­στό­λους δεν πίστε­ψε όταν του είπαν ότι «είδα­με τον Κύριο», όχι τόσο επει­δή δεν πίστε­ψε στα λόγια τους, όσο διό­τι θεω­ρού­σε το πράγ­μα αυτό ότι ήταν αδύ­να­το· δηλα­δή, την εκ νεκρών ανά­στα­ση· διό­τι δεν είπε «δε σας πιστεύω», αλλά «εάν δεν βάλω το χέρι μου στο σημά­δι των καρ­φιών, δεν θα πιστέ­ψω». Πώς, λοι­πόν, ενώ όλοι ήσαν συγ­κεν­τρω­μέ­νοι, αυτός μόνος απου­σί­α­ζε; Φυσι­κό ήταν να μην είχε ακό­μη επι­στρέ­ψει από τη δια­σπο­ρά που είχε ήδη γίνει. Εσύ όμως όταν δεις τον μαθη­τή να μην πιστεύ­ει, σκέ­ψου τη φιλαν­θρω­πία του Κυρί­ου, ότι και χάριν μιας ψυχής δεί­χνει τον εαυ­τό Του να έχει τραύ­μα­τα, και έρχε­ται για να σώσει και τον ένα, αν και ήταν πνευ­μα­τι­κά πιο ατε­λής από τους άλλους. Για τον λόγο αυτό ζητού­σε να πιστέ­ψει μέσω της πιο χον­τρο­ει­δούς και βρα­δυ­κί­νη­της αισθήσεως[δηλαδή της αφής] και ούτε στα μάτια του δεν πίστευε· διό­τι δεν είπε «εάν δεν δω», αλλά λέγει: «εάν δεν ψηλα­φή­σω, μήπως τυχόν και είναι απο­κύ­η­μα της φαν­τα­σί­ας μου αυτό που βλέ­πω». Και όμως οι μαθη­τές αναγ­γέλ­λον­τας αυτά, αξιό­πι­στοι ήταν τότε, και ο ίδιος ο Κύριος επί­σης που υπο­σχό­ταν αυτά· όμως επει­δή ζήτη­σε κάτι περισ­σό­τε­ρο ο Θωμάς, ούτε αυτό του το στέ­ρη­σε ο Χρι­στός.

Και για ποιο λόγο δεν εμφα­νί­ζε­ται σε αυτόν αμέ­σως, αλλά μετά από οχτώ ημέ­ρες; Για να κυριευ­τεί από πιο μεγά­λη επι­θυ­μία και να γίνει μελ­λον­τι­κά πιστό­τε­ρος κατη­χού­με­νος από τους μαθη­τές στο διά­στη­μα που θα μεσο­λα­βού­σε και ακού­γον­τας τα ίδια λόγια από αυτούς.

Και από πού γνώ­ρι­ζε ότι και η πλευ­ρά του Κυρί­ου ανοί­χτη­κε με τη λόγ­χη; Το άκου­σε από τους μαθη­τές. Πώς λοι­πόν το ένα το πίστε­ψε, ενώ το άλλο δεν το πίστε­ψε; Διό­τι αυτό ήταν πολύ παρά­δο­ξο και αξιο­θαύ­μα­στο.

Να προ­σέ­ξεις επί­σης, σε παρα­κα­λώ, τη φιλα­λή­θεια των Απο­στό­λων, ότι τα ελατ­τώ­μα­τα δεν τα κρύ­πτουν, ούτε τα δικά τους, ούτε των άλλων, αλλά τα εκθέ­τουν περι­γρά­φον­τάς τα με όλη την αλή­θεια.

Εμφα­νί­ζε­ται λοι­πόν πάλι ο Ιησούς και δεν περι­μέ­νει να ζητη­θεί αυτό από εκεί­νον, ούτε να ακού­σει κάτι παρό­μοιο, αλλά χωρίς να πει τίπο­τε, ο ίδιος τον προ­λα­βαί­νει και εκπλη­ρώ­νει εκεί­νο που ο Θωμάς επι­θυ­μού­σε, δεί­χνον­τάς του ότι και όταν έλε­γε αυτά τα λόγια δυσπι­στί­ας προς τους άλλους μαθη­τές, Εκεί­νος ήταν παρών· εφό­σον χρη­σι­μο­ποί­η­σε τα ίδια τα λόγια και κατά τρό­πο πάρα πολύ επι­τι­μη­τι­κό και στη συνέ­χεια με τρό­πο διδα­κτι­κό· διό­τι αφού είπε «Φέρε τον δάκτυ­λό σου και δες τα χέρια μου και βάλε το χέρι σου στην πλευ­ρά μου», πρό­σθε­σε «και μη γίνε­σαι άπι­στος, αλλά πιστός». Βλέ­πεις ότι η αμφι­βο­λία ήταν απο­τέ­λε­σμα απι­στί­ας; Όμως αυτό συνέ­βαι­νε πριν λάβουν το Άγιο Πνεύ­μα· μετά από αυτά όμως δεν συνέ­βαι­νε πλέ­ον αυτό, αλλά στο εξής ήταν κατηρ­τι­σμέ­νοι.

Δεν επι­τί­μη­σε επί­σης αυτόν ο Κύριος με αυτά μόνο τα λόγια, αλλά και με τα όσα λέγει στη συνέ­χεια. Διό­τι όταν εκεί­νος τα πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε και ανέ­πνευ­σε και ανε­φώ­νη­σε «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου», λέγει: «Επει­δή με είδες, Θωμά, πίστε­ψες· μακά­ριοι είναι εκεί­νοι που δε με είδαν και πίστε­ψαν»· διό­τι αυτό είναι το γνώ­ρι­σμα της πίστε­ως, το να απο­δέ­χε­ται κανείς εκεί­να που δεν είναι ορα­τά· διό­τι «Ἒστι δὲ πίστις ἐλπι­ζο­μέ­νων ὑπόστα­σις, πραγ­μά­των ἔλεγ­χος οὐ βλε­πο­μέ­νων(:η πίστη κάνει πραγ­μα­τι­κά εκεί­να που ελπί­ζου­με, και βέβαια και αναμ­φι­σβή­τη­τα εκεί­να που δε βλέ­που­με)»[Εβρ.11,1].

Στην περί­πτω­ση αυτή ο Κύριος δε μακα­ρί­ζει μόνο τους μαθη­τές, αλλά και εκεί­νους που θα πιστέ­ψουν μετά από αυτούς αργό­τε­ρα. Και όμως, λέγει, οι άλλοι μαθη­τές είδαν και πίστε­ψαν· αλλά όμως δεν ζήτη­σαν κανέ­να απο­δει­κτι­κό σημείο, αλλά από τα σου­δά­ρια αμέ­σως δέχθη­καν την είδη­ση περί της ανα­στά­σε­ως, και πριν δουν το σώμα, έδει­ξαν όλη την πίστη τους. Όταν λοι­πόν κάποιος λέει τώρα: «Ήθε­λα να ζού­σα κατά τα χρό­νια εκεί­να και να έβλε­πα τον Χρι­στό να θαυ­μα­τουρ­γεί», ας σκε­φτεί τον λόγο του Κυρί­ου ότι «μακά­ριοι είναι εκεί­νοι που δε με είδαν και όμως πίστε­ψαν».

Είναι δε άξιο απο­ρί­ας, πώς σώμα άφθαρ­το έδει­χνε τα απο­τυ­πώ­μα­τα των καρ­φιών και ήταν δυνα­τό ανθρώ­πι­νο χέρι να το αγγί­ξει. Όμως, μην παρα­ξε­νεύ­ε­σαι· αυτό το οποίο συνέ­βαι­νε, συνέ­βαι­νε κατά συγ­κα­τά­βα­ση, ήταν έργο προ­σαρ­μο­γής στα ανθρώ­πι­να μέτρα· διό­τι το τόσο λεπτό και ελα­φρό σώμα, που εισήλ­θε ενώ οι θύρες ήταν κλει­στές, ήταν απαλ­λαγ­μέ­νο από κάθε υλι­κή σύστα­ση· αλλά δει­κνύ­ε­ται αυτό για να γίνει πιστευ­τή η Ανά­στα­ση και για να μάθουν ότι Αυτός ήταν Εκεί­νος που σταυ­ρώ­θη­κε, και δεν ανα­στή­θη­κε άλλος αντί Αυτού. Για τον λόγο αυτόν ανα­στή­θη­κε, έχον­τας τα σημά­δια του σταυ­ρού, και για τον λόγο αυτό τρώ­γει.

Πράγ­μα­τι οι Από­στο­λοι αυτό προ­έ­βαλ­λαν συνε­χώς ως από­δει­ξη της ανα­στά­σε­ως, λέγον­τας: «Τοῦτον ὁ Θεὸς ἤγει­ρε τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καὶ ἔδωκεν αὐτὸν ἐμφανῆ γενέ­σθαι, οὐ παντὶ τῷ λαῷ, ἀλλὰ μάρ­τυ­σι τοῖς προ­κε­χει­ρο­το­νη­μέ­νοις ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡμῖν, οἵτινες συνε­φά­γο­μεν καὶ συνε­πί­ο­μεν αὐτῷ μετὰ τὸ ἀναστῆναι αὐτὸν ἐκ νεκρῶν(:ο Θεός όμως Τον ανέ­στη­σε την τρί­τη ημέ­ρα από τον θάνα­τό Του. Και επέ­τρε­ψε να γίνει ορα­τός και να εμφα­νι­στεί μετά την Ανά­στα­σή Του, όχι πλέ­ον σε όλον τον λαό. Αλλά εμφα­νί­στη­κε σε μάρ­τυ­ρες που είχαν εκλε­γεί από τον Θεό πολύ πριν σταυ­ρω­θεί και ανα­στη­θεί ο Ιησούς. Και οι μάρ­τυ­ρες αυτοί είμα­στε εμείς οι από­στο­λοι, οι οποί­οι φάγα­με και ήπια­με μαζί Του μετά την Ανά­στα­σή Του από τους νεκρούς)»[Πράξ. 10,40–41].

Όπως ακρι­βώς λοι­πόν βλέ­πον­τάς Τον προ του σταυ­ρού να περι­πα­τεί επά­νω στα κύμα­τα, δεν λέγα­με ότι το σώμα εκεί­νο ήταν άλλης φύσε­ως, αλλά της δικής μας, έτσι βλέ­πον­τας Αυτόν μετά την ανά­στα­ση να έχει τα απο­τυ­πώ­μα­τα του σταυ­ρού, δε θα πού­με πλέ­ον ότι Αυτός είναι φθαρ­τός· διό­τι αυτά τα έδει­χνε για χάρη του μαθη­τή.

«Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποί­η­σεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμ­μέ­να ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ·ταῦτα δὲ γέγρα­πται ἵνα πιστεύ­ση­τε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύ­ον­τες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόμα­τι αὐτοῦ(:σύμ­φω­να λοι­πόν με όσα εξι­στο­ρή­σα­με, εκτός από το θαύ­μα της Ανα­στά­σε­ώς Του, ο Ιησούς μπρο­στά στα μάτια των μαθη­τών Του έκα­νε και πολ­λά άλλα θαύ­μα­τα που απο­δεί­κνυαν τη θεό­τη­τά Του και τα οποία δεν είναι γραμ­μέ­να στο βιβλίο αυτό. Αυτά που εκθέ­σα­με, γρά­φτη­καν για να πιστέ­ψε­τε ότι ο Ιησούς είναι ο Χρι­στός που προ­κη­ρύ­χτη­κε από τους προ­φή­τες, ο μονο­γε­νής Υιός του Θεού˙ κι έτσι πιστεύ­ον­τας να έχε­τε ως ανα­φαί­ρε­το κτή­μα σας τη νέα, θεία και αιώ­νια ζωή, την οποία μετα­δί­δει ο Ίδιος στις ψυχές των ανθρώ­πων που επι­κα­λούν­ται το όνο­μά Του”)»[Ιω.20,30–31].

«Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποί­η­σεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμ­μέ­να ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ»[Ιω.20,30]. Επει­δή δηλα­δή αυτός ο ευαγ­γε­λι­στής ανέ­φε­ρε λιγό­τε­ρα από εκεί­να που ανέ­φε­ραν οι άλλοι, λέγει ότι ούτε όλοι οι άλλοι τα ανέ­φε­ραν όλα, αλλά όσα ήταν ικα­νά να προ­σελ­κύ­σουν στην πίστη όσους τους άκου­γαν· διό­τι παρα­κά­τω λέγει: «ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποί­η­σεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γρά­φη­ται καθ᾿ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γρα­φό­με­να βιβλία. ἀμήν(:υπάρ­χουν όμως και πολ­λά άλλα που έκα­νε ο Ιησούς, τα οποία, αν γρά­φον­ταν λεπτο­με­ρεια­κά, ένα-ένα, νομί­ζω ότι ούτε ολό­κλη­ρος ο κόσμος με όλες τις βιβλιο­θή­κες του δεν θα χωρού­σε τα βιβλία που θα έπρε­πε να γρα­φούν. Πραγ­μα­τι­κά)»[Ιω.21,25].

Επο­μέ­νως είναι φανε­ρό ότι δεν τα είπαν από φιλο­δο­ξία εκεί­να που έγρα­ψαν, αλλά μόνο εξαι­τί­ας της χρη­σι­μό­τη­τάς τους· διό­τι εκεί­νοι που παρέ­λει­ψαν τα περισ­σό­τε­ρα, πώς θα ήταν δυνα­τόν να τα έγρα­φαν αυτά από φιλο­δο­ξία; Για ποιον λόγο λοι­πόν δεν τα ανέ­φε­ραν όλα; Κυρί­ως μεν εξαι­τί­ας του πλή­θους τους, έπει­τα επί­σης σκέ­πτον­ταν και εκεί­νο, ότι δηλα­δή εκεί­νος που δεν πίστε­ψε σε όσα έχουν ανα­φερ­θεί, ούτε στα περισ­σό­τε­ρα θα προ­σέ­ξει, εκεί­νος όμως που τα δέχθη­κε αυτά, τα οποία έχουν γρα­φεί, δεν θα έχει ανάγ­κη τίπο­τε άλλο για να πιστέ­ψει. Εγώ νομί­ζω εδώ ότι εννο­εί τα θαύ­μα­τα που έκα­νε μετά την ανά­στα­ση· για τον λόγο αυτόν λέγει ο ευαγ­γε­λι­στής Ιωάν­νης τη φρά­ση: «ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ(:μπρο­στά στους μαθη­τές Του)»[Ιω.20,30] · διό­τι όπως πριν από την Ανά­στα­ση έπρε­πε να γίνουν πολ­λά για να πιστέ­ψουν ότι είναι Υιός του Θεού, έτσι και μετά την Ανά­στα­ση, για να παρα­δε­χθούν ότι ανα­στή­θη­κε. Γι’ αυτό και πρό­σθε­σε «ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ», επει­δή μόνο με αυτούς συνα­να­στρε­φό­ταν μετά την Ανά­στα­ση. Γι’ αυτό και έλε­γε: «ὁ κόσμος με οὐκέτι θεω­ρεῖ(:Ακό­μη λίγο χρό­νο, και ο κόσμος που βρί­σκε­ται μακριά από τον Θεό δεν θα με βλέ­πει πια, διό­τι δεν θα είμαι σωμα­τι­κώς στη γη, όπως είμαι τώρα. Εσείς όμως θα με βλέ­πε­τε με τα μάτια της ψυχής σας και θα με αισθά­νε­στε. Διό­τι εγώ, ενώ μετά από λίγο θα σταυ­ρω­θώ και θα πεθά­νω, θα εξα­κο­λου­θώ να ζω. Και σεις θα ζήσε­τε μια νέα, πνευ­μα­τι­κή ζωή, που θα απο­κτή­σε­τε από μένα)»[Ιω. 14,19].

Έπει­τα για να μάθεις ότι χάριν των μαθη­τών μονά­χα επι­τε­λούν­ταν όσα συνέ­βαι­ναν, ο Ευαγ­γε­λι­στής πρό­σθε­σε: «ἵνα πιστεύ­ον­τες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόμα­τι αὐτοῦ(:αυτά που εκθέ­σα­με, γρά­φτη­καν για να πιστέ­ψε­τε ότι ο Ιησούς είναι ο Χρι­στός που προ­κη­ρύ­χτη­κε από τους προ­φή­τες, ο μονο­γε­νής Υιός του Θεού˙ κι έτσι πιστεύ­ον­τας να έχε­τε ως ανα­φαί­ρε­το κτή­μα σας τη νέα, θεία και αιώ­νια ζωή, την οποία μετα­δί­δει ο Ίδιος στις ψυχές των ανθρώ­πων που επι­κα­λούν­ται το όνο­μά Του)»[Ιω.20,31], ομι­λών­τας γενι­κά προς τη δική μας φύση και για να δεί­ξει ότι τα ανέ­φε­ρε αυτά όχι προς χάρη του Κυρί­ου μας Ιησού Χρι­στού στον οποίο πιστεύ­ου­με, αλλά προς χάρη εμάς των ίδιων· «ἐν τῷ ὀνόμα­τι αὐτοῦ»· δηλα­δή δι’ Αυτού· διό­τι Αυτός είναι η Ζωή.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επι­μέ­λεια κει­μέ­νου: Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-joannem.pdf

  • Ιωάν­νου του Χρυ­σο­στό­μου Άπαν­τα τα έργα, Υπό­μνη­μα στο Κατά Ιωάν­νην Ευαγ­γέ­λιον, ομι­λί­ες ΠΣΤ’ και ΠΖ΄(επιλεγμένα απο­σπά­σμα­τα που αφο­ρούν την ερμη­νεία της συγ­κε­κρι­μέ­νης ευαγ­γε­λι­κής περικοπής),πατερικές εκδό­σεις «Γρη­γό­ριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάν­τιον», Θεσ­σα­λο­νί­κη 2011, τόμος 14, σελί­δες 705–725.

  • Βιβλιο­θή­κη των Ελλή­νων, Άπαν­τα των αγί­ων Πατέ­ρων, Ιωάν­νου Χρυ­σο­στό­μου έργα, τόμος 75, σελ.228–232 και σελ.236–240.

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • Π.Τρεμπέλα, Η Και­νή Δια­θή­κη με σύν­το­μη ερμη­νεία (από­δο­ση στην κοι­νή νεο­ελ­λη­νι­κή), εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Ο Σωτήρ», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2014.

  • Η Και­νή Δια­θή­κη, Κεί­με­νον και ερμη­νευ­τι­κή από­δο­σις υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τρια­κο­στή τρί­τη, Αθή­να 2009.

  • Η Παλαιά Δια­θή­κη κατά τους εβδο­μή­κον­τα, Κεί­με­νον και σύν­το­μος από­δο­σις του νοή­μα­τος υπό Ιωάν­νου Κολι­τσά­ρα, εκδό­σεις αδελ­φό­τη­τος θεο­λό­γων «Η Ζωή», έκδο­ση τέταρ­τη, Αθή­να 2005.

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

 

Άγιος Νικό­λα­ος Βελι­μί­ρο­βιτς (Ομι­λία)

Από το βιβλίο: Ομι­λί­ες Αγ. Βελι­μί­ρο­βιτς — Τόμος Γ (Ανα­στά­σε­ως Ημέ­ρα)

Πόσο ὑπέ­ρο­χη εἶναι ἡ σχέ­ση ἀνά­με­σα στὴ μητέ­ρα καὶ τὸ παι­δί! Ἐδῶ ἔχου­με ἀγά­πη καὶ θυσία ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά, πίστη καὶ ὑπα­κοὴ ἀπό τὴν ἄλλη. Ἔχει τὸ παι­δὶ ἄλλο δρό­μο πρὸς τὴν εὐτυ­χία, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πίστη πρὸς τὴ μητέ­ρα του καὶ τὴν ὑπα­κοὴ σ’ αὐτήν; Ὑπάρ­χει πιὸ τερα­τῶ­δες πρᾶγ­μα ἀπὸ τὸ παι­δὶ ποὺ δὲν ἐμπι­στεύ­ε­ται τὴ μητέ­ρα του καὶ δὲν τὴν ὑπα­κού­ει;

Ἡ πίστη εἶναι ὁ πιὸ ἁγνὸς καὶ καθα­ρὸς δρό­μος πρὸς τὴ γνώ­ση. Ὅποιος ξεφεύ­γει ἀπὸ τὸ δρό­μο αὐτὸ ἐκχυ­δα­ΐ­ζε­ται, μιαί­νε­ται.

Ἡ πίστη εἶναι ὁ συν­το­μό­τε­ρος δρό­μος ποὺ ὁδη­γεῖ στὴ γνώ­ση. Ὅποιος ξεστρα­τί­ζει ἀπὸ τὸ δρό­μο αὐτό, χρο­νο­τρι­βεὶ καὶ βρα­δυ­πο­ρεῖ στὸν προ­ο­ρι­σμό του.

Ὅπου ὑπάρ­χει πίστη, ὑπάρ­χει καὶ καθο­δή­γη­ση. Ὅπου λεί­πει ἡ πίστη, ἡ συμ­βου­λὴ εἶναι ἀνί­σχυ­ρη.

Ὅπου ὑπάρ­χει πίστη, ὑπάρ­χει καὶ διά­λο­γος. Ὅπου ἀπου­σιά­ζει ἡ πίστη, ἀπου­σιά­ζει κι ὁ διά­λο­γος. Τὴ θέση τοῦ δια­λό­γου τότε παίρ­νει ἡ ἀμφι­βο­λία κι ὁ πει­ρα­σμός.

Ὁ ξένος δὲν ἐμπι­στεύ­ε­ται ἕναν ἄλλο ξένο. Ὁ συγ­γε­νὴς ὅμως ἐμπι­στεύ­ε­ται το συγ­γε­νῆ του. Ὅταν ἀνά­με­σα σὲ δυὸ ξένους δημιουρ­γη­θεῖ ἐμπι­στο­σύ­νη, τότε συγ­γε­νεύ­ουν μετα­ξύ τους. Ὅταν ἡ ἐμπι­στο­σύ­νη ἀνά­με­σα σὲ συγ­γε­νεῖς χαθεῖ, τότε οἱ συγ­γε­νεῖς θὰ γίνουν ξένοι μετα­ξύ τους.

Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κοι­μη­θεῖ ὁ νοι­κο­κύ­ρης ὅταν ἔχει βάλει στὸν ἴδιο χῶρο ἕνα λύκο μ’ ἕνα πρό­βα­το; Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἰρη­νέ­ψει καὶ νὰ γαλη­νέ­ψει ἕνας ἄνθρω­πος, ἂν στὴν ψυχή του μπῆ­κε ἡ ἀμφι­βο­λία κι ἔχει κλο­νι­στεῖ ἡ πίστη του;

Ὅταν ὁ ἄνθρω­πος δὲν ἀμφι­βάλ­λει γιά το γεί­το­νά του, τότε ἡ ψυχή του αἰσθά­νε­ται δυνα­τὴ καὶ εἰρη­νι­κή, τὸ πρό­σω­πό του εἶναι γαλή­νιο.

Τί θλι­βε­ρὸ θέα­μα εἶναι νὰ βλέ­πεις νὰ συναν­τιοῦν­ται δυὸ θνη­τοὶ ἄνθρω­ποι, ποῦ κι οἱ δυὸ τοὺς εἶναι πλά­σμα­τα Ἐκεί­νου ποὺ δημιούρ­γη­σε τὰ Σερα­φείμ, κι ὁ ἕνας νὰ μιλά­ει στὸν ἄλλον γιὰ νὰ τὸν πει­ρά­ξει, ἐνῶ ὁ ἄλλος νὰ τὸν ἀκού­ει μὲ ἀμφι­σβή­τη­ση!

Μόνο ἕνα θέα­μα ὑπάρ­χει πιὸ θλι­βε­ρὸ ἀπ’ αὐτό. Ὅταν ὁ πλα­σμέ­νος ἄνθρω­πος ἀκού­ει τὰ λόγια τοῦ Δημιουρ­γοῦ του στὸ εὐαγ­γέ­λιο καὶ τ’ ἀμφι­σβη­τεῖ.

Ὁ Μέγας Μωυ­σῆς μόνο μιὰ φορὰ ἀμφι­σβή­τη­σε το λόγο τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτὸς ὁ λόγος ἦταν ἀρκε­τὸς νὰ τοῦ στε­ρή­σει τὴ γῆ τῆς ἐπαγ­γε­λί­ας, γιὰ χάρη τῆς ὁποί­ας περι­πλα­νιό­ταν στὴν ἔρη­μο σαράν­τα χρό­νια. Ὁ προ­φή­της Ζαχα­ρί­ας δὲν πίστε­ψε τὰ λόγια τοῦ ἀρχάγ­γε­λου Γαβρι­ὴλ γιὰ τὴ γέν­νη­ση τοῦ Ἰωάν­νη τοῦ Βαπτι­στῆ κι ἔμει­νε στὴ στιγ­μὴ ἄλα­λος.

Πόσο τρο­με­ρὴ ἦταν ἡ τιμω­ρία στὴν πρώ­τη δυσπι­στία ποὺ ἔδει­ξαν οἱ προ­πά­το­ρές μας! Ὁ ‘Ἀδὰμ κι ἡ Εὔα ἀπο­βλή­θη­καν ἀπὸ τὸν παρά­δει­σο ἐπει­δὴ ἀμφι­σβή­τη­σαν το λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ πίστε­ψαν τὰ δικά τους μάτια. ‘Ἐπει­δὴ πίστε­ψαν τὸν ἑαυ­τό τους καὶ τὸ διά­βο­λο.

Ὅσο οἱ προ­πά­το­ρές μας ἐμπι­στεύ­ον­ταν μόνο το λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅλα τὰ πράγ­μα­τα, τόσο γι’ αὐτοὺς ὅσο καὶ γιὰ ὅλη τὴν κτί­ση, ἦταν καλὰ λίαν. Ἀπὸ τὴ στιγ­μὴ ὅμως ποὺ ἔχα­σαν τὴν ἐμπι­στο­σύ­νη τοὺς στὸ Θεό, ὁ παρά­δει­σος ἔκλει­σε. Τὰ Χερου­βὶμ μὲ τὴν πύρι­νη ρομ­φαία τους φύλα­γαν τίς πύλες τοῦ παρα­δεί­σου, ὥστε κανέ­νας ἄπι­στος ἢ δύσπι­στος νὰ μὴ γυρί­σει ἐκεῖ.

Ἀπ’ ὅλες τίς θλι­βε­ρὲς περι­πτώ­σεις στὴν ἱστο­ρία τοῦ κόσμου, ποὺ ἀνα­φέ­ρον­ται στὴν ἀπι­στία τοῦ ἀνθρώ­που πρὸς τὸ Θεό, δύο εἶναι οἱ πιὸ θλι­βε­ρὲς καὶ πιὸ ἀκα­τα­νόη­τες γιὰ ἕνα λογι­κὸ πλά­σμα. Ἡ πρώ­τη συν­δέ­ε­ται μὲ τὸ Δέν­τρο τῆς Γνώ­σης καὶ ἡ δεύ­τε­ρη μὲ τὸ Δέν­τρο τῆς Ζωῆς. Στὴν πρώ­τη περί­πτω­ση ὁ Θεὸς εἶχε προ­ει­δο­ποι­ή­σει τοὺς πρω­το­πλά­στους γιὰ τὸ θανά­σι­μο κίν­δυ­νο τοῦ σατα­νᾶ. Στὴ δεύ­τε­ρη περί­πτω­ση ὁ Θεὸς ἔδει­ξε στὸ θνη­τό γένος τοῦ Ἀδὰμ τὴν ἀθά­να­τη ζωὴ στὸν ἀνα­στη­μέ­νο Χρι­στό.

Ὅταν ὁ Θεὸς προ­ει­δο­ποί­η­σε τοὺς ἀνθρώ­πους νὰ μὴν κατευ­θυν­θοῦν πρός το θάνα­το, ἐκεῖ­νοι τὸν παρά­κου­σαν κι ἔκα­ναν ἀκρι­βῶς τὸ ἀντί­θε­το. Ὅταν ὁ Θεὸς κάλε­σε τοὺς ἀνθρώ­πους νὰ πλη­σιά­σουν τὴ Ζωή, πολ­λοὶ ἦταν ἐκεῖ­νοι ποὺ δὲν ἤθε­λαν νὰ τὴν προ­σεγ­γί­σουν.

Ὅλοι οἱ ἄνθρω­ποι ἀγα­ποῦν τὴ ζωή, ἀγα­ποῦν τὴ χαρά, ἐπι­θυ­μοῦν τὴν αἰω­νιό­τη­τα, νοσταλ­γοῦν τὰ πλού­τη καὶ τὴν εὐτυ­χία. Ὅταν ὅμως ὁ Θεός τους τὰ φανε­ρώ­νει όλ’ αὐτὰ καὶ τοὺς τὰ προ­σφέ­ρει, μερι­κοὶ ἀμφι­βάλ­λουν καὶ διστά­ζουν. Ὅσοι ζοῦν στὴν κοι­λά­δα αὐτὴ τοῦ κλαυθ­μῶ­νος καὶ τῶν δακρύ­ων ἀμφι­βάλ­λουν ἂν ὑπάρ­χει κάποιο βασί­λειο ζωῆς καλ­λί­τε­ρο ἀπ’ αὐτό. Οἱ αἰχ­μά­λω­τοι τοῦ θανά­του ἀμφι­βάλ­λουν ὅτι ὑπάρ­χει κάποια βασι­λεία τοῦ Θεοῦ ὅπου δὲν ὑπάρ­χει θάνα­τος. Οἱ σύν­τρο­φοι τῶν σκου­λη­κιῶν καὶ τῶν καμ­πιῶν ἀμφι­βάλ­λουν πῶς ὁ Θεὸς μπο­ρεῖ νὰ τοὺς μετα­τρέ­ψει σὲ ἀθά­να­τους βασι­λιᾶ­δες καὶ συν­τρό­φους τῶν ἀγγέ­λων.

Ἡ ἀμφι­βο­λία τοῦ ἀνθρώ­που στὸ Χρι­στὸ εἶναι ἡ ἔσχα­τη ἀπο­κά­λυ­ψη τῆς ἀρρώ­στιας τοῦ ἀνθρώ­που στὸ μεγά­λο νοσο­κο­μεῖο τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος δὲν ἔχει φάρ­μα­κο γιὰ τὴν ἀρρώ­στια αὐτή. Τὸ μονα­δι­κὸ φάρ­μα­κο εἶναι ὁ ἀνα­στη­μέ­νος Χρι­στός. Ἄν ὁ ἄνθρω­πος δὲν παίρ­νει τὸ φάρ­μα­κο αὐτό, δὲν εἶναι δυνα­τὸ νὰ θερα­πευ­τεῖ.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς βεβαί­ω­σε τὴν ἀπο­κά­λυ­ψη τῆς ἀλή­θειας, ἀπὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ νίκη­σε το θάνα­το μὲ τὴν ἀνά­στα­σή Του. Ἄν ὁ ἄνθρω­πος δὲν πιστεύ­ει στὴν Ἀνά­στα­σή Του ἐκ νεκρῶν, πῶς νὰ πιστέ­ψει ὅλα τ’ ἄλλα ποὺ εἶπε καὶ ἔκα­νε; Ποιός νοῦς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κατα­νο­ή­σει ὅτι πραγ­μα­τι­κὰ Ἐκεῖ­νος ποὺ ἀνά­στη­σε νεκρούς, θά ‘μενε στὸν τάφο καὶ θὰ γνώ­ρι­ζε τὴ φθο­ρά; Ποιά γλῶσ­σα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὁμο­λο­γή­σει πῶς τὰ λόγια Του ἦταν λόγια ζωῆς, ἂν ἡ ζωή Του εἶχε τελειώ­σει πάνω στὸ σταυ­ρό, στὸ Γολ­γο­θᾶ;

Ἄχ, ἀδελ­φοί μου! Ὁ Κύριος ἀνα­στή­θη­κε, εἶναι ζων­τα­νός! Τί μεγα­λύ­τε­ρη ἀπό­δει­ξη χρεια­ζό­μα­στε, ὅταν αὐτὸ εἶναι τὸ μονα­δι­κὸ ἀπο­δε­δειγ­μέ­νο γεγο­νὸς στὴν ἱστο­ρία τοῦ κόσμου; Ἔτσι τὸ ρύθ­μι­σε αὐτὸ ἡ θεία πρό­νοια, ἀπὸ τὴν ἀγά­πη Τοῦ πρὸς τὸ ἀνθρώ­πι­νο γένος.

Ἀπ’ ὅλα τὰ γεγο­νό­τα στὴν ἱστο­ρία τοῦ ἀνθρώ­πι­νου γένους, κανέ­να ἄλλο δὲν ἔχει ἀπο­δει­χτεῖ τόσο καθα­ρὰ ὅσο τὸ γεγο­νὸς τῆς Ἀνά­στα­σης τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἦρθε στοὺς ἀνθρώ­πους ὅταν ἡ πίστη τους εἶχε τελεί­ως ἐξα­σθε­νή­σει. Ἔτσι ἡ πρό­νοια τοῦ Θεοῦ ὅρι­σε, ὥστε ἡ Ἀνά­στα­ση τοῦ Κυρί­ου νὰ γίνει κατα­νο­η­τὴ ἀπὸ ἀνθρώ­πους ποὺ εἶχαν τὴν πιὸ ἀδύ­να­τη πίστη.

Για­τί ὁ Θεὸς δὲν εἶπε στὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα κάτι περισ­σό­τε­ρο γιὰ τὸν κίν­δυ­νο ποὺ διέ­τρε­χαν σὲ περί­πτω­ση ποὺ δοκί­μα­ζαν τὸν ἀπα­γο­ρευ­μέ­νο καρ­πὸ στὸν παρά­δει­σο; Για­τί δὲν τοὺς ἔδω­σε κάποιο ἔστω ἀπο­δει­κτι­κὸ στοι­χεῖο ἀλλὰ περιο­ρί­στη­κε νὰ τοὺς δια­τυ­πώ­σει μιὰ σύν­το­μη ἀπα­γό­ρευ­ση; Ἐπει­δὴ τότε ὁ Ἀδὰμ κι ἡ Εὔα δὲν εἶχαν ἐμπει­ρία τῆς ἁμαρ­τί­ας, ἦταν ἀνα­μάρ­τη­τοι καὶ κατὰ συνέ­πεια ἡ πίστη τους ἦταν δυνα­τή. Τὴν Ἀνά­στα­σή τοῦ Χρι­στοῦ ὅμως ὁ Θεὸς τὴν πιστο­ποί­η­σε μὲ πολ­λὲς ἀπο­δεί­ξεις. Κι ὄχι μόνο μὲ ἀπο­δεί­ξεις, ἀλλὰ μὲ ἐμφα­νί­σεις ὁρα­τές. Κι αὐτὸ ἐπει­δὴ τὴν ἐπο­χὴ τῆς Ἀνά­στα­σης τοῦ Χρι­στοῦ οἱ ἄνθρω­ποι ἦταν ἁμαρ­τω­λοί, πολὺ ἁμαρ­τω­λοί. Κι ἡ πίστη τους ἦταν ἀδύ­να­τη.

Τὴ σημε­ρι­νὸ εὐαγ­γέ­λιο μᾶς προ­σφέ­ρει μιὰ μεγα­λειώ­δη ἀπό­δει­ξη τῆς Ἀνά­στα­σης τοῦ Χρι­στοῦ.

Μιὰ ἀπό­δει­ξη ποὺ πιστο­ποιεῖ­ται μὲ τὴν πίστη τοῦ ἀπο­στό­λου Θωμᾶ, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν πίστη χιλιά­δων ἄλλων χρι­στια­νῶν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστο­ρί­ας τῆς σωτη­ρί­ας ἴσα­με σήμε­ρα.

«Οὔσης οὖν ὀψί­ας τὴ ἡμέ­ρα ἐκεί­νη τὴ μιὰ τῶν σαβ­βά­των, καὶ τῶν θυρῶν κεκλει­σμέ­νων ὅπου ἦσαν οἱ μαθη­ταὶ συνηγ­μέ­νοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰου­δαί­ων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστῃ εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοὺς εἰρή­νη ὑμῖν» (Ἰωάν. κ19).

Ἡ πρώ­τη ἡμέ­ρα τῆς ἑβδο­μά­δας εἶναι ἡ ἑπό­με­νη τοῦ Σαβ­βά­του. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὸ κατὰ Μάρ­κον εὐαγ­γέ­λιο, ὅπου ἀνα­φέ­ρε­ται: «Καὶ δια­γε­νο­μέ­νου τοῦ Σαβ­βά­του… λίαν πρωὶ τῆς μιᾶς σαβ­βά­των» (Μάρκ. ἴστ’12). Ἡ μέρα αὐτὴ εἶναι ἡ Κυρια­κή, τότε ποὺ ἀνα­στή­θη­κε ὁ Κύριος νωρὶς τὸ πρωί. Ἀργὰ τὸ βρά­δυ τῆς ἴδιας μέρας λοι­πόν, οἱ μαθη­τὲς εἶχαν μαζευ­τεῖ σ’ ἕνα σπί­τι στὰ Ἱερο­σό­λυ­μα ὅλοι μαζί, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Θωμᾶ.

Ὅλα εἶχαν γίνει σύμ­φω­να μὲ τὴν προ­φη­τεία: «πατά­ξω τὸν ποι­μέ­να καὶ δια­σκορ­πι­σθή­σον­ται τὰ πρό­βα­τα» (Μάρκ. ιδ’ 27). Οἱ ἀπό­στο­λοι ὅμως δὲν ἦταν ἄλο­γα ζῶα, γιὰ νὰ δια­σκορ­πι­στοῦν στοὺς πέν­τε ἀνέ­μους. Συγ­κεν­τρώ­θη­καν ὅλοι μαζὶ σ’ ἕνα σπί­τι γιὰ νὰ περι­μέ­νουν τίς ἐξε­λί­ξεις καὶ νὰ στη­ρί­ξουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἐπει­δὴ φοβοῦν­ταν τοὺς Ἰου­δαί­ους εἶχαν κλει­δώ­σει τὴν πόρ­τα. Ἀναμ­φί­βο­λα ὅλοι τους εἶχαν ζων­τα­νὴ στὴ μνή­μη τὴν προ­φη­τεία τοῦ Διδα­σκά­λου τους, ὅταν τοὺς προ­ει­δο­ποιοῦ­σε πῶς θὰ τοὺς παρα­δώ­σουν σὲ συνέ­δρια καὶ θὰ τοὺς μαστι­γώ­σουν στὶς συνα­γω­γὲς (βλ. Ματθ. ι’ 17). Δὲν ἦταν δυνα­τὸ νὰ ξεχά­σουν τὰ φοβε­ρὰ λόγια Τοῦ: «ἄλλ’ ἔρχε­ται ὥρα ἶνα πὰς ὁ ἀπο­κτεί­νας ὑμᾶς δόξῃ λατρεί­αν προ­σφέ­ρειν τῷ Θεῷ» (Ἰωάν. ἴστ’ 2).

Ὁ φόβος τῶν ἀπο­στό­λων αὐτὲς τίς μέρες, ὅταν μπρο­στὰ στὰ μάτια τους συν­τε­λέ­στη­καν τόσα παρά­λο­γα ἐγκλή­μα­τα ἐναν­τί­ον τοῦ Διδα­σκά­λου τους, ἦταν κάτι περισ­σό­τε­ρο ἀπὸ κατα­νο­η­τός. Ἀδύ­να­μοι ἄνθρω­ποι ἦταν. Τί ἄλλο θὰ περί­με­ναν ἀπὸ τοὺς αἱμο­δι­ψεῖς πρε­σβυ­τέ­ρους τῶν Ἰου­δαί­ων, ἀφοῦ γνώ­ρι­ζαν ἤδη πόσο ἀδί­στα­κτοι ἦταν στὴ δίκη τοῦ ἀνα­μάρ­τη­του καὶ παν­το­δύ­να­μου Χρι­στοῦ, τοῦ θαυ­μα­τουρ­γοῦ; Ὁ Χρι­στὸς ὅμως, ἀκό­μα καὶ μέσα στὸν τάφο τους εἶχε στὸ νοῦ Του, γιὰ νὰ μὴ πάθουν κανέ­να κακό. Θὰ τοὺς ἐνί­σχυε νὰ μὴν προ­δώ­σουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ νὰ μὴ σκορ­πι­στοῦν στὶς τέσ­σε­ρις γωνιὲς τῆς γῆς προ­τοῦ τὸν δοῦν ζων­τα­νὸ καὶ δοξα­σμέ­νο.

Καὶ νὰ ποὺ τώρα, τὸ τέταρ­το βρά­δυ ἀπὸ τότε ποὺ οἱ μαθη­τὲς χωρί­στη­καν ἀπὸ τὸν Κύριό τους — ἀπὸ τότε πού τὸν συνέ­λα­βαν καὶ τὸν ὁδή­γη­σαν σὲ δίκη — καὶ τὴν πρώ­τη μέρα μετὰ τὴν Ἀνά­στα­ση, ὁ Κύριος ἐμφα­νί­στη­κε μπρο­στά τους ζων­τα­νὸς καὶ δοξα­σμέ­νος. Ἦρθε κον­τά τους καὶ κάθη­σε στὴ μέση, ἐνῶ οἱ πόρ­τες ἦταν κλει­δω­μέ­νες. “Ὅπως ὅλα τὰ θαύ­μα­τα τοῦ Κυρί­ου Ἰησοῦ ἦταν πολὺ προ­σε­χτι­κὰ ὑπο­λο­γι­σμέ­να γιὰ νὰ βοη­θή­σουν τὸν ἄνθρω­πο, ἔτσι γινό­ταν καὶ τώρα. Ὁ εὐαγ­γε­λι­στὴς δὲν ἀφή­νει κανέ­να περι­θώ­ριο ἀμφι­βο­λί­ας ὅτι ὁ Κύριος μπῆ­κε στὸ κλει­δω­μέ­νο σπί­τι θαυ­μα­τουρ­γι­κά. Ὁ Κύριος ἐμφα­νί­στη­κε μπρο­στά τους μ’ αὐτὸν τὸν τρό­πο, πρῶ­τα γιὰ νὰ μὴ τοὺς τρο­μά­ξει χτυ­πῶν­τας τὴν πόρ­τα. Εἶχαν τρο­μο­κρα­τη­θεῖ ἀρκε­τὰ ἀπὸ τοὺς Ἰου­δαί­ους κι ὁ Κύριος δὲν ἤθε­λε νὰ τοὺς τρο­μά­ξει περισ­σό­τε­ρο, οὔτε γιὰ μιᾷ στιγ­μῇ. Κι ἕνας δεύ­τε­ρος λόγος, ποὺ εἶναι καὶ πιὸ σπου­δαῖ­ος, ἦταν γιὰ νὰ τοὺς δεί­ξει πῶς εἶχε ἀνα­κτή­σει τὴν παν­το­δυ­να­μία Του, ἀφοῦ φαι­νο­με­νι­κὰ ἦταν ἀβο­ή­θη­τος καὶ νικη­μέ­νος τίς τελευ­ταῖ­ες τρεῖς μέρες. Κι αὐτὸ τὸ δια­τύ­πω­σε πολὺ γρή­γο­ρα μετά: «Ἐδό­θῃ μοι πᾶσα ἐξου­σία ἐν οὐρα­νὸ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κή’ 18).

Χωρὶς τὸ μεγά­λο αὐτὸ θαῦ­μα, πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀπο­κα­τα­στή­σει τὴν κλο­νι­σμέ­νη πίστη τῶν μαθη­τῶν Του ὁ Χρι­στός; Πῶς ὁ κατα­κτη­μέ­νος θὰ δει­χνε πῶς εἶναι Νικη­τής; Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε ὁ περι­φρο­νη­μέ­νος, ὁ ἐμπαιγ­μέ­νος, ὁ βασα­νι­σμέ­νος, ὁ σταυ­ρω­μέ­νος καὶ θαμ­μέ­νος, νὰ δεί­ξει μὲ ἄλλον τρό­πο πῶς εἶναι δοξα­σμέ­νος; Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεί­σει μὲ ἄλλον τρό­πο τοὺς φίλους Του πῶς τὸ πάθος κι ὁ θάνα­τος δὲν εἶχαν ἀφαι­ρέ­σει τίπο­τα ἀπὸ τὴ δύνα­μή Του, ἀλλ’ ἀντί­θε­τα, ὡς ἄνθρω­πος εἶχε πολὺ μεγα­λύ­τε­ρη δύνα­μη; Καὶ κάτι τελευ­ταῖο: ποιό πλά­σμα θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀντι­στα­θεῖ στὸ θέλη­μα τοῦ Πανά­γιου καὶ Πάνα­γνoυ Θεοῦ;

Ἡ φύση ὁλό­κλη­ρη ὑπο­τάσ­σε­ται στὴν ἁγιό­τη­τα καὶ τὴν ἁγνό­τη­τα. Ὅταν ὁ Χρι­στὸς ἦταν ἀκό­μα ντυ­μέ­νος μὲ θνη­τὸ σῶμα, ἡ θέλη­σή Τοῦ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑπο­τά­ξει τὴ θάλασ­σα καὶ τοὺς ἀνέ­μους. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σαν λοι­πὸν ἢ ξύλι­νη πόρ­τα καὶ οἱ πέτρι­νοι τοῖ­χοι νὰ τοῦ ἀντι­στα­θοῦν, τώρα ποὺ εἶχε δοξα­σμέ­νο σῶμα; Ὅταν τὸ ἐπι­θυ­μεῖ — κι αὐτὸ τὸ κάνει ὅταν πρέ­πει, ὅπως σ’ αὐτὴν τὴν περί­πτω­ση — ἡ κτί­σῃ ὁλό­κλη­ρη εἶναι σὰ νὰ μὴν ὑπάρ­χει. Τὸ διά­στη­μα καὶ ὁ χρό­νος, ἡ πυκνό­τη­τα ἢ ἡ ρευ­στό­τη­τα κάποιου πράγ­μα­τος, τὸ ὕψος ἢ τὸ βάθος, ὅλα γίνον­ται ἀδύ­να­μα, ἀνοι­χτά, ὑπο­ταγ­μέ­να καὶ ἀνί­κα­να νὰ προ­βά­λουν ὁποια­δή­πο­τε ἀντί­στα­ση.

Εἰρή­νη ὑμῖν! Ὁ Νικη­τὴς τοῦ θανά­του χαι­ρε­τᾷ τὸ μικρὸ στρα­τό του μὲ τὰ λόγια αὐτά. «Κύριος εὐλο­γή­σει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν εἰρή­νῃ» (Ψαλμ. κή’ 10). Ἀπὸ τὸ βάθος τῶν αἰώ­νων ὁ προ­φή­της Δαβὶβ προ­εῖ­δε τὴ χαρ­μό­συ­νη αὐτὴ στιγ­μή. Εἰρή­νη ὑμῖν! Αὐτὸς ἦταν ἕνας συνη­θι­σμέ­νος χαι­ρε­τι­σμὸς στὴν Ἀνα­το­λή. Στὰ χεί­λη τοῦ Χρι­στοῦ τώρα ὅμως ἀπο­κτοῦ­σε ἕνα ἰδιαί­τε­ρο περιε­χό­με­νο κι ἕνα εἰδι­κὸ νόη­μα. Νωρί­τε­ρα, τὴν ὥρα ποὺ ἀπο­χω­ρι­ζό­ταν τοὺς μαθη­τές Του, ὁ Κύριος εἶχε πεῖ: «Εἰρή­νην ἀφί­η­μι ὑμῖν, εἰρή­νην τὴν ἐμὴν δίδω­μι ὑμῖν μὴ ταρασ­σέ­σθω ὑμῶν ἢ καρ­δία» (Ἰωάν. ἴδ’27). “Ὁ Χρι­στὸς ἔχυ­σε τὸ αἷμα Του μέσα στὸ ἄδειο δοχεῖο τοῦ κόσμου. Στὸν κοι­νὸ καὶ συνη­θι­σμέ­νο χαι­ρε­τι­σμὸ ἔδω­σε οὐρά­νια γλυ­κύ­τη­τα. Ὅταν οἱ ἄνθρω­ποι χάνουν τὴν ἐσω­τε­ρι­κὴ εἰρή­νη τους καὶ οἱ ἐπί­γειες μέρι­μνες τοὺς γονα­τί­ζουν, λένε εἰρή­νη ὑμῖν, ἀλλὰ προ­σφέ­ρουν κάτι ποὺ οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουν. Ὁ χαι­ρε­τι­σμὸς αὐτὸς οὔτε τὴ δική τους εἰρή­νη μπο­ρεῖ ν’ αὐξή­σει οὔτε τὴν εἰρή­νη ἐκεί­νων στοὺς ὁποί­ους ἀπευ­θύ­νον­ται. Τὸ λένε αὐτὸ ἀπὸ συνή­θεια, ἀπὸ εὐγέ­νεια, ἀπε­ρί­σκε­πτα, χωρὶς νόη­μα. Τὸ ἴδιο πρᾶγ­μα λένε ὅταν μαζεύ­ον­ται γιὰ νὰ δια­σκε­δά­σουν ἢ νὰ μηνύ­σουν καὶ ν’ ἀπα­τή­σουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.

Ὁ χαι­ρε­τι­σμὸς τοῦ Χρι­στοῦ ὅμως εἶναι δια­φο­ρε­τι­κός. Ἐκεῖ­νος δίνει αὐτὸ ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ ἔχει. Ἡ δική Του εἰρή­νη εἶναι ἡ εἰρή­νη τοῦ Νικη­τῆ, ποὺ ἡ νίκη Του εἶναι πλή­ρης, ὁλο­κλη­ρω­τι­κή. Ἡ εἰρή­νη Του ἑπο­μέ­νως εἶναι χαρά, θάρ­ρος, ὑγεία, εἰρή­νη καὶ δύνα­μη. Δὲ δίνει τὴν εἰρή­νη Του ὅπως κάνει ὁ κόσμος. Δὲν τὴ δίνει ἁπλᾶ μὲ τὰ χεί­λη Του, ἀλλὰ μὲ τὴν ἴδια τὴν ψυχή Του, μὲ ὅλη του τὴν καρ­διὰ καί το νοῦ, ὅπως ἡ ἀγά­πη δίνε­ται στὴν ἀγά­πη. Χαρί­ζον­τάς τους τὴν εἰρή­νη Του, τοὺς μεταγ­γί­ζει μ’ ἕνα μυστη­ριώ­δη τρό­πο τὴν ὕπαρ­ξή Του. Αὐτὴ εἶναι «ἡ εἰρή­νη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπε­ρέ­χου­σα πάν­τα νοῦν» (Φιλιπ. δ’ 7). Τέτοια εἰρή­νη σημα­το­δο­τεῖ τὴ βασι­λεία τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώ­που. Τέτοια εἰρή­νη ἦταν τὸ μεσου­ρά­νη­μα, ὁ καρ­πὸς καὶ τὸ στε­φά­νι τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζωῆς τῶν πρώ­των χρι­στια­νῶν.

Μὲ τὸν χαι­ρε­τι­σμὸ τῶν μαθη­τῶν Του ὁ Κύριος θέλη­σε νὰ τοὺς πεί­σει πῶς δὲν ἦταν πνεῦ­μα, ὅπως θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ σκε­φτοῦν κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς ἐκεί­νη τὴ στίγ­μὴ (Λουκ. κδ’37), ἀλλὰ πῶς ἦταν ὁ ἀλη­θι­νὸς καὶ ζων­τα­νὸς Κύριος καὶ Διδά­σκα­λός Τους.

«Καὶ τοῦ­το εἰπών ἔδει­ξε αὐτοὺς τὰς χεῖ­ρας καὶ τὴν πλευ­ρὰν αὐτοῦ. ἐχά­ρη­σαν οὖν οἱ μαθη­ταὶ ἰδόν­τες τὸν Κύριον» (Ἰωάν. κ’ 20). Για­τί ὁ Κύριος τοὺς ἔδει­ξε τὰ χέρια καὶ τὴν πλευ­ρά Του; Προ­φα­νῶς ἐπει­δὴ αὐτὰ εἶχαν δεχτεῖ στὸ σταυ­ρὸ τίς πλη­γὲς ἀπὸ τὰ καρ­φιὰ καὶ τὴ λόγ­χη. Μὲ τὸ νὰ τοὺς δεί­ξει τίς πλη­γές Του ὁ Κύριος θέλη­σε νὰ τοὺς θυμί­σει τί ἔγι­νε στὸ σταυ­ρὸ καὶ νὰ τοὺς πεί­σει πῶς ἦταν ζων­τα­νός. Νὰ τοὺς πεί­σει πῶς ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ποιός ἄλλος θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔχει τίς πλη­γὲς αὐτὲς στὰ χέρια καὶ τὴν πλευ­ρά Του; Νὰ τοὺς θυμί­σει πῶς θά ‘φερ­νε τὰ σημά­δια τῶν πλη­γῶν ἀκό­μα καὶ τώρα ποὺ εἶχε μετα­βεῖ στὴν ἀθά­να­τη δόξα, ὡς αἰώ­νια μαρ­τυ­ρία τῆς ἀγά­πης καὶ τοῦ πάθους Του γιὰ τὸ ἀνθρώ­πι­νο γένος.

Τότε λοι­πόν, ἀφοῦ οἱ μαθη­τὲς εἶδαν κι ἀνα­γνώ­ρι­σαν τὸν Κύριό τους, χάρη­καν πολύ. Μὲ τὴν προ­νο­η­τι­κό­τη­τα Του ὁ Σωτῆ­ρας μας τοὺς εἶχε προ­φη­τέ­ψει νωρί­τε­ρα ἀκό­μα κι αὐτὴ τὴ στιγ­μὴ τῆς χαρᾶς, ὅταν θὰ γύρι­ζε γιὰ νὰ συναν­τή­σει τοὺς μαθη­τές Του. Αὐτὸ εἶχε γίνει λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του, ὅταν οἱ μαθη­τὲς ἦταν περί­λυ­ποι. Ἐκεῖ­νος, ποὺ ὡς ἄνθρω­πος τὴν παρα­μο­νὴ τοῦ πάθους Του εἶχε μεγά­λη ἀνάγ­κη ἀπὸ παρη­γο­ριά, ξέχα­σε τὸν ἑαυ­τό Του κι ἀγω­νι­ζό­ταν νὰ παρη­γο­ρή­σει τοὺς λυπη­μέ­νους μαθη­τὲς Τοῦ: «Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχε­τε πάλιν δὲ ὄψο­μαι ὑμᾶς καὶ χαρή­σε­ται ὑμῶν ἢ καρ­δία» (Ἰωάν. ιστ’ 22). Τώρα, μπρο­στά τους, ἐπα­λη­θεύ­τη­κε ἡ θαυ­μα­στὴ αὐτὴ προ­φη­τεία. Οἱ θλιμ­μέ­νες καρ­διές τους γέμι­σαν ξαφ­νι­κὰ μὲ χαρὰ ἀνε­κλά­λη­τη.

«Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν εἰρή­νη ὑμῖν. καθὼς ἀπέ­σταλ­κέ μὲ ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμ­πω ὑμᾶς» (Ἰωάν. κ’ 21). Για­τί ὁ Κύριος λέει γιὰ δεύ­τε­ρη φορὰ εἰρή­νη ὑμῖν; Ἐπει­δὴ θέλει νὰ τοὺς ὁπλί­σει μὲ διπλὴ εἰρή­νη γιὰ τὴ μάχη ποὺ τοὺς περι­μέ­νει, ἐκεῖ ποὺ τοὺς στέλ­νει ὁ ἴδιος. Τοὺς δίνει πρῶ­τα εἰρή­νη ἐσω­τε­ρι­κὴ κι ἔπει­τα εἰρή­νη ἐξω­τε­ρι­κή. Μὲ ἄλλα λόγια: εἰρή­νη μὲ τὸν ἑαυ­τό τους καὶ εἰρή­νη μὲ τὸν κόσμο. Ὅταν λέει εἰρή­νη ὑμῖν γιὰ πρώ­τη φορά, τοὺς δεί­χνει πῶς ‘Ἐκεῖ­νος, ὁ Κύριός Tους, ἦταν μαζί τους σωμα­τι­κὰ καὶ ψυχι­κά. Ἤθε­λε μ’ αὐτὸ νὰ τοὺς πεῖ: «Ὅταν ἔχε­τε πόλε­μο ἐσω­τε­ρι­κὸ μὲ τὰ πάθῃ, τοὺς λογι­σμοὺς καὶ τίς ἐγκό­σμιες ἐπι­θυ­μί­ες σας κι ἐγὼ βρί­σκο­μαι ἀνά­με­σά σας — δηλα­δὴ μέσα στὶς καρ­διές σας — μὴ φοβᾶ­στε τίπο­τα. Ἐγὼ εἶμαι ἡ εἰρή­νη, ὁ Δημιουρ­γὸς τῆς εἰρή­νης στὶς καρ­διές σας». Τώρα ποὺ τοὺς στέλ­νει στὸν κόσμο — σὲ πόλε­μο ἐξω­τε­ρι­κό, μὲ τὸν κόσμο — τοὺς χαι­ρε­τᾷ ξανὰ καὶ τοὺς συνο­δεύ­ει μὲ εἰρή­νη, ὥστε νὰ μὴ φοβη­θοῦν τὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ εἶναι καρ­τε­ρι­κοὶ στὴν πάλη καὶ νὰ σπέρ­νουν τὴν εἰρή­νη στὶς καρ­διὲς τῶν ἀνθρώ­πων. Τοὺς χαρί­ζει εἰρή­νη ὑπε­ρά­φθο­νη, για­τί δὲν εἶναι μόνο γιὰ τὴ δική τους ἀνάγ­κη. Πρέ­πει νὰ τὴ μετα­φέ­ρουν καὶ σὲ ἄλλους, ὅπως τοὺς εἶχε προ­φη­τέ­ψει νωρί­τε­ρα: «Εἰσερ­χό­με­νοι δὲ εἰς τὴν οἰκί­αν, ἀσπά­σα­σθε αὐτὴν λέγον­τες· εἰρή­νη τῷ οἴκῳ τού­τῳ. καὶ ἐὰν μὲν ἢ ἢ οἰκία ἀξία, ἐλθέ­τω ἡ εἰρή­νη ὑμῶν ἐπ’ αὐτήν» (Ματθ. Ἰ’ 12–13).

Ἡ διπλὴ εἰρή­νη μπο­ρεῖ νὰ ἑρμη­νευ­τεῖ καὶ ὡς δόσι­μο τῆς εἰρή­νης στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ὅπως ὑπο­στη­ρί­ζουν κάποιοι ἀπὸ τοὺς ἅγιους πατέ­ρες. Ὅμως ἡ εἰρή­νη τοῦ σώμα­τος καὶ ἡ εἰρή­νη τοῦ κόσμου ἀντι­προ­σω­πεύ­ουν τὴν ἴδια εἰρή­νη, ἀφοῦ τί ἄλλο εἶναι ὁ κόσμος, παρὰ «ἡ ἐπι­θυ­μία τῆς σαρ­κὸς καὶ ἡ ἐπι­θυ­μία τῶν ὀφθαλ­μῶν» (Α’Ἰ­ω­άν. β’ 16);

‘Ἀφοῦ τοὺς ὅπλι­σε μὲ πλού­σια τὴ διπλὴ αὐτὴ εἰρή­νη, ὁ Κύριος τοὺς στέλ­νει στὸν κόσμο. Μὲ ποιό τρό­πο τους στέλ­νει; «Καθὼς ἀπέ­σταλ­κέ μὲ ὁ πατήρ, κἀγώ πέμ­πω ὑμᾶς» (Ἰωάν. κ’ 21). Ὁ Θεὸς ἔστει­λε τὸν Υἱό Του ἀπὸ ἀγά­πη πρὸς ἐκεί­νους ποὺ τὸν ἔστει­λε. «‘Ἐν τού­τῳ ἐστὶν ἡ ἀγά­πη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγα­πή­σα­μεν τὸν Θεόν, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸς ἠγά­πη­σεν ἡμᾶς καὶ ἀπέ­στει­λε τὸν υἱὸν αὐτοῦ» (Α’ Ἰωάν.δ’ 10). Ἀπὸ τὴν ἀγά­πη του γιὰ τὸ ἀνθρώ­πι­νο γένος τώρα, ὁ Κύριος Ἰησοῦς στέλ­νει τοὺς μαθη­τές Του. “Ὁ Πατέ­ρας ἔστει­λε τὸν Υἱό Του στὸν κόσμο μὲ δύνα­μη κι ἐξου­σία. «Πάν­τα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμὰ ἔστι» (Ἰωάν. ἴστ’ 15), εἶπε ὁ ἴδιος. Κι ἄλλου πάλι: «Πάν­τα μοι παρε­δό­θη ὑπὸ τοῦ πατρὸς μοῦ» (Ματθ. ἰα’27).

Ὁ ἀνα­στη­μέ­νος Κύριος δίνει στοὺς μαθη­τές Του δύνα­μη κι ἐξου­σία νὰ λύνουν καὶ νὰ δένουν, ὅπως ἀπο­δεί­χτη­κε λίγο ἀργό­τε­ρα. Εἶπε ἀκό­μα ὁ Κύριος πῶς τὸν ἔστει­λε ὁ Πατέ­ρας ὄχι γιὰ νὰ κάνει τὸ δικό Του θέλη­μα, ἀλλὰ τὸ θέλη­μα τοῦ πατρός. Μὲ τὸν ἴδιο τρό­πο ὁ Υἱὸς τώρα στέλ­νει τοὺς μαθη­τές Του ὄχι γιὰ νὰ κάνουν τὸ δικό τους θέλη­μα, ἀλλὰ τὸ δικό Του. Ὁ Υἱὸς στάλ­θη­κε ἀπὸ τὸν Πατέ­ρα στὴ γῆ, ὅμως οὔτε γιὰ μιὰ στιγ­μή δὲ χωρί­στη­κε ἀπὸ τὸν Πατέ­ρα. «Ὅτι μόνος οὐκ εἰμί, ἀλλ’ ἐγὼ καὶ ὁ πέμ­ψας με πατήρ» (Ἰωάν. ἡ’ 16). Μὲ τὸν ἴδιο τρό­πο τώρα ὁ Υἱὸς στέλ­νει τοὺς μαθη­τές Του στὸν κόσμο ἀλλὰ τοὺς ὑπό­σχε­ται πῶς θὰ εἶναι μαζί τους «ἕως τῆς συν­τε­λεί­ας τῶν αἰώ­νων» (Ματθ. κή’ 20). Καὶ γιὰ νὰ διδά­ξει τὴν ταπεί­νω­ση στοὺς ὑπε­ρή­φα­νους κι ἀπε­ρί­σκε­πτους ἀνθρώ­πους, ὁ Υἱὸς ἀπο­δί­δει ὅλα τὰ ἔργα Τοῦ (βλ. Ἰωάν.ε’19) καὶ τὴ διδα­σκα­λία Τοῦ (βλ. Ἰωάν. ζ’ 16) στὸν Πατέ­ρα Του. Στοὺς μαθη­τές Του διδά­σκει τὴν ταπεί­νω­ση, λέγον­τας: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνα­σθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε’ 5). Τοὺς στέλ­νει ὅμως καὶ ὡς πρό­βα­τα ἐν μέσῳ λύκων, ὅπως στάλ­θη­κε κι ὁ ἴδιος. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθη­τὲς ἦταν μάρ­τυ­ρες γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ οἱ ἁμαρ­τω­λοὶ οὔρ­λια­ζαν σὰν λύκοι τίς τελευ­ταῖ­ες μέρες Του, γιὰ τὴ λυσ­σώ­δη κι αἱμο­δι­ψῆ ἐπι­θυ­μία τους νὰ τὸν βασα­νί­σουν ἕως θανά­του. Τώρα ὅμως εἶναι μπρο­στά τους, ζων­τα­νὴ μαρ­τυ­ρία πῶς ὅταν οἱ ἁμαρ­τω­λοὶ εἴτε αὐτο­χει­ριά­ζον­ται εἴτε σκο­τώ­νουν κάποιον ἄλλον, πάν­τα τὸν ἑαυ­τό τους σκο­τώ­νουν, ὄχι τὸν ἄλλον. Ἡ νίκη Του εἶναι βεβαί­ω­ση τῆς δικῆς τους μελ­λον­τι­κῆς νίκης.

«Καὶ τοῦ­το εἰπών ἐνε­φύ­ση­σε καὶ λέγει αὐτοῖς λάβε­τε Πνεῦ­μα Ἅγιον ἂν τινων ἀφῆ­τε τὰς ἁμαρ­τί­ας, ἀφί­εν­ται αὐτοῖς, ἂν τινων κρα­τῆ­τε, κεκρά­την­ται» (Ἰωάν. κ’ 22–23). Εἴδα­με πῶς ὁ Κύριος πρῶ­τα ὅπλι­σε τοὺς μαθη­τές Του μὲ εἰρή­νη καὶ μετὰ στε­ρέ­ω­σε τὴν πίστη τους. Παραλ­λή­λι­σε τὴν ἀπο­στο­λή τους μὲ τὴ δικὴ Τοῦ καὶ τοὺς ἔστει­λε μὲ τὸν ἴδιο τρό­πο ποὺ εἶχε στεί­λει καὶ τὸν ἴδιο ὁ Πατέ­ρας. Τώρα βλέ­που­με πῶς τοὺς ὁπλί­ζει μὲ δύνα­μη καὶ ἐξου­σία. Τοὺς ἔδω­σε δύνα­μη μὲ τὴν πνοή Του καὶ ἐξου­σία μὲ τὰ λόγια ποὺ τοὺς εἶπε. Ἐκεῖ­νος ποὺ ἀνα­καί­νι­σε τὸν κόσμο, ἦταν καὶ ὁ Δημιουρ­γός του. Ὅταν ὁ Θεὸς ἔφτια­ξε τὸν ἄνθρω­πο ἀπὸ τὸν πηλὸ τῆς γῆς, «ἐνε­φύ­ση­σεν εἰς τὸ πρό­σω­πον αὐτοῦ πνο­ὴν ζωῆς, καὶ ἐγέ­νε­το ὁ ἄνθρω­πος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γέν. β’ 7). Ὁ ἀνα­και­νι­στὴς τοῦ κόσμου ἐνερ­γεῖ τώρα μὲ τὸν ἴδιο τρό­πο. “Ἔδω­σε πνοὴ ζωῆς στοὺς ἀνθρώ­πους ποὺ ἡ ἁμαρ­τία τοὺς εἶχε κάνει ἀδύ­να­μους. Μὲ τὴ ζωο­ποιὸ πνοή Του ἀνα­γεν­νᾷ, ἀνα­και­νί­ζει καὶ ἀνα­σταί­νει ἐκ νεκρῶν τίς ἀναί­σθη­τες ψυχὲς τῶν ἀνθρώ­πων ποὺ εἶναι δεμέ­νες στὴ γῆ.

Ὁ Κύριος ἐνε­φύ­ση­σε στοὺς ἀπο­στό­λους καὶ εἶπε: Λάβε­τε Πνεῦ­μα Ἁγιον.

Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώ­τη χορη­γία τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος.

Ἡ δεύ­τε­ρη θὰ γίνει τὴν πεν­τη­κο­στὴ μέρα ἀπὸ τὴν ἐπι­βλη­τι­κὴ αὐτὴ βρα­δυά. Ἡ πρώ­τη ἔγι­νε γιὰ νὰ ἀνα­ζω­ο­γο­νή­σει καὶ νὰ ἐνι­σχύ­σει τοὺς ἴδιους τοὺς μαθη­τές. Ἡ δεύ­τε­ρη ἀφο­ροῦ­σε τὴν ἀπο­στο­λι­κὴ δια­κο­νία τους στὸν κόσμο, γιὰ νὰ μετα­δώ­σουν στοὺς ἀνθρώ­πους τὴ νέα ζωή. Τοὺς ἔδω­σε δύνα­μη μ’ αὐτὸν τὸν τρό­πο, μαζὶ μὲ ἐξου­σία νὰ συγ­χω­ροῦν ἢ νὰ δεσμεύ­ουν ἁμαρ­τί­ες.

Ἀλή­θεια, πόσο ὑπο­φέ­ρει ὁ κόσμος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώ­πους ποὺ σφε­τε­ρί­ζον­ται τὴν ἐξου­σία χωρὶς νά ‘χοῦν μέσα τους τὴ δύνα­μη τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νά ‘χοῦν λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦ­μα! Ὅταν ὁ ἀδύ­να­τος ἄνθρω­πος ἁρπά­ζει τὴν ἐξου­σία ποὺ ἀνή­κει στοὺς δικα­στὲς καὶ τοὺς πρε­σβύ­τε­ρους, εἶναι μάστι­γα γιὰ τὸν κόσμο. Εἶναι ἕνα πτῶ­μα δεμέ­νο στὸ σαμά­ρι ἑνὸς ἀχα­λί­νω­του ἀλό­γου. Τὸ ἴδιο γίνε­ται μὲ τοὺς εἰδω­λο­λά­τρες, ποὺ τὴν ἐξου­σία τὴν ἁρπά­ζουν. Αὐτὸ ὅμως δὲν πρέ­πει νὰ γίνε­ται ἀνά­με­σα σὲ χρι­στια­νούς, ὅπου ὁ Θεὸς δίνει ἐξου­σία σὲ κεί­νους ποὺ πρω­τύ­τε­ρα δέχτη­καν τὸ Ἅγιο Πνεῦ­μα. Βλέ­πε­τε πῶς ὅλα σχε­διά­ζον­ται καὶ τακτο­ποιοῦν­ται ὄμορ­φα στὴ βασι­λεία ποὺ ἱδρύ­ει ὁ Χρι­στός.

Τὴν ἐξου­σία τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν, του νὰ συγ­χω­ρεῖ κανεὶς ἁμαρ­τί­ες ἢ ὄχι, ὁ Κύριος τὴν εἶχε ὑπο­σχε­θεῖ καὶ νωρί­τε­ρα στὸν ἀπό­στο­λο Πέτρο (βλ. Ματθ. ἴστ’19) κι ἀργό­τε­ρα στοὺς ἄλλους ἀπο­στό­λους (βλ. Μάρκ. ἰη’ 18). “Ὁ Κύριος ἐπα­να­βε­βαιώ­νει τώρα τὴν ὑπό­σχε­σή Του, την ἴδια μέρα τῆς πανέν­δο­ξης Ἀνά­στα­σής του. Αὐτή τὴ φορὰ δὲν ξεχω­ρί­ζει τὸν Πέτρο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ δίνει δύνα­μη καὶ ἐξου­σία σ’ ὅλους ἐξί­σου, χωρὶς διά­κρι­ση. Ποτὲ δὲν ἔδω­σε στὸν Πέτρο ὁ Κύριος εἰδι­κὴ δύνα­μη κι ἐξου­σία. Μόνο τὴν ὑπό­σχε­σή Τοῦ ἔδω­σε ἰδιαί­τε­ρα στὸν Πέτρο, κι αὐτὸ τότε ποὺ ὁ ἀπό­στο­λος ἐμπνεύ­στη­κε κι ἔδω­σε τὴν ὁμο­λο­γία πῶς ὁ Χρι­στὸς εἶναι «ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶν­τος» (Ματθ. ἴστ’ 16). Σὰν ἔνδει­ξη ἐπι­δο­κι­μα­σί­ας τῆς ὁμο­λο­γί­ας Του, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ στε­ρε­ώ­σει τοὺς ἄλλους μαθη­τὲς στὴν πίστη καὶ ὁμο­λο­γία αὐτή, ὁ Κύριος ἔδω­σε στὸν Πέτρο τὴν ὑπό­σχε­ση τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν τίς ἁμαρ­τί­ες, ποὺ ἀργό­τε­ρα ἔδω­σε σ’ ὅλους τοὺς μαθη­τές Του. Ἔτσι, τὴν ἴδια τὴ μέρα τῆς πανέν­δο­ξης Ἀνά­στα­σής του, ὁ Κύριος ἐξι­σώ­νει ὅλους τοὺς ἀπο­στό­λους. Ἐκεῖ­νοι ἀργό­τε­ρα μετέ­δω­σαν τὴ δύνα­μη καὶ τὴν ἐξου­σία αὐτὴ στοὺς δια­δό­χους τους, τοὺς ἐπι­σκό­πους κι οἱ ἐπί­σκο­ποι στοὺς ἱερεῖς. Μ’ αὐτὸν τὸν τρό­πο ἡ ἐξου­σία αὐτὴ εἶναι ἐνερ­γῆ μέχρι σήμε­ρα στήν ‘Ἐκκλη­σία τοῦ Χρι­στοῦ.

«Θωμᾶς δὲ εἰς ἐκ τῶν δώδε­κα, ὁ λεγό­με­νος Δίδυ­μος, οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. ἔλε­γον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθη­ταὶ ἑωρά­κα­μεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς: ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερ­σὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυ­λόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖ­ρα μοῦ εἰς την πλευρᾶς,πλευράς αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύ­σω» (Ἰωάν. κ’ 24–25). Ἄν δὲ δῶ τὰ σημά­δια ἀπὸ τὰ καρ­φιὰ στὰ χέρια Του, εἶπε ὁ Θωμᾶς, ἂν δὲ βάλω ὁ ἴδιος τὸ δάχτυ­λό μου στὰ σημά­δια αὐτὰ κι ἂν δὲν ἀκουμ­πή­σω στὸ χέρι μου στὴν πλευ­ρά Του, γιὰ νὰ δῶ τὸ σημά­δι τῆς λόγ­χης, δὲ θὰ πιστέ­ψω.

«Δίδυ­μος» δὲν ἦταν τὸ παρα­τσού­κλι τοῦ Θωμᾶ. Αὐτό ἦταν τὸ ἑλλη­νι­κό του ὄνο­μα. “Ἴσως τὸ ὄνο­μα αὐτὸ νὰ τοῦ δόθη­κε ἀπὸ κάποια μυστι­κὴ κι ἀνε­ξε­ρεύ­νη­τη πρό­νοια, γιὰ νὰ δεί­ξει τίς δυὸ ὄψεις τῆς ψυχῆς του, τὴν ἀμφι­βο­λία καὶ τὴν πίστη. Σ’ ὅλο τὸ διά­στη­μα ποὺ ἀκο­λου­θοῦ­σε τὸ Χρι­στό, δὲ βλέ­που­με νὰ δίνε­ται ἰδιαί­τε­ρη ἔμφα­ση οὔτε στὴν ἀμφι­βο­λία οὔτε στὴν πίστη του. Μόνο σὲ μιὰ περί­πτω­ση ἀνα­φέ­ρε­ται τὸ προ­σω­πι­κό του θάρ­ρος κι ἡ ἀφο­σί­ω­σή του στὸν Κύριο, ἂν κι αὐτὸ φαί­νε­ται νὰ προ­κύ­πτει ἀπὸ ἔλλει­ψη κατα­νόη­σης. Τὸ περι­στα­τι­κὸ αὐτὸ ἔγι­νε ὅταν ἔμα­θαν τὴν εἴδη­ση γιά το θάνα­το τοῦ Λαζά­ρου κι ὁ Κύριος εἶπε στοὺς μαθη­τὲς Τοῦ: «αλλ’ ἄγω­μεν πρὸς αὐτόν». Ὁ Θωμᾶς νόμι­σε πῶς ὁ Κύριος τοὺς καλοῦ­σε ν’ ἀπο­δε­χτοῦν τὸ δικό τους θάνα­το. Δὲν κατα­λά­βαι­νε τότε πῶς γιὰ τὸν Ζῶν­τα Κύριο δὲν ὑπάρ­χουν νεκροί. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δια­βλέ­ψει βέβαια τὴν πρό­θε­ση τοῦ Κυρί­ου ν’ ἀνα­στή­σει τὸ Λάζα­ρο. Γρά­φει ὁ εὐαγ­γε­λι­στής: «εἶπεν οὔν Θωμᾶς ὁ λεγό­με­νος Δίδυ­μος τους συμ­μα­θη­ταῖς ἄγω­μεν καὶ ἡμεῖς ἶνα ἀπο­θά­νω­μεν μετ’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. ἰα’ 16).

Ἄν καὶ τὰ λόγια αὐτὰ δὲν εἰπώ­θη­καν μὲ ἐπί­γνω­ση, ἦταν χαρα­κτη­ρι­στι­κὰ γεν­ναί­ας κι ἀφο­σιω­μέ­νης καρ­διᾶς. Ὁ Θωμᾶς ἦταν μάρ­τυ­ρας τῆς ἀνά­στα­σης τοῦ Λαζά­ρου, ὅπως καὶ σὲ ἄλλη περί­πτω­ση τῆς ἀνά­στα­σης τοῦ γιου τῆς χήρας τῆς Ναΐν. Στὴν ἀνά­στα­ση τῆς κόρης τοῦ Ἰαεί­ρου δὲν ἦταν μπρο­στά, μέσα στὸ δωμά­τιο τῆς νεκρῆς κοπέ­λας. Ἐκεῖ ὁ Κύριος πῆρε μαζί Του μόνο τοὺς τρεὶς κορυ­φαί­ους μαθη­τές Του. Δὲν ἀνα­φέ­ρε­ται που­θε­νὰ ὅμως πῶς δια­τύ­πω­σε κάποια ἀμφι­βο­λία γιὰ τὸ θαῦ­μα του Κυρί­ου. Και βέβαια ήταν μάρ­τυ­ρας σ’ όλα τα μεγά­λα θαύ­μα­τα που έκα­νε ο Κύριος τα χρό­νια που ήταν μαζί Του. Είχε ακού­σει την προ­φη­τεία του Χρι­στού πώς θ’ ανα­στη­θεί την τρί­τη μέρα. Τώρα ακού­ει τους δέκα φίλους του να λένε πώς ο Κύριος εμφα­νί­στη­κε μπρο­στά τους ζων­τα­νός, πώς τούς έδει­ξε τις πλη­γές Του. Είχε ακού­σει πώς ο Πέτρος κι ο Ιωάν­νης βρή­καν τον τάφο Του άδειο, ίσως να το ‘χε ακού­σει αυτό κι από τις μυρο­φό­ρες γυναί­κες. Είχε ακού­σει πώς τον Κύριο τον είδε κι η Μαρία η Μαγδα­λη­νή κι ότι συνο­μί­λη­σε μαζί Του. Είχε ακού­σει επί­σης πώς δυό μαθη­τές πήγαι­ναν πρός τούς Εμμα­ούς και συν­τα­ξί­δευαν μέ τόν ανα­στη­μέ­νο Κύριο.

Όλ’ αυτά τα γνώ­ρι­ζε ο Θωμάς, μα φαί­νε­ται πώς η πίστη του δεν ήταν στα­θε­ρή, δυσπι­στού­σε. Δέν τα πίστευε επει­δή δεν είχε δεί ανα­στη­μέ­νο τον Κύριο. Και το ξεκα­θά­ρι­σε πως δεν του έφτα­νε να δει τον Κύριο, ήθε­λε ν’ ακουμ­πή­σει και τις πλη­γές στα χέρια Του. “Αν το δεί αυτό κανείς από την ανθρώ­πι­νη πλευ­ρά, αυτή είναι μια σπά­νια κι ακα­τα­νόη­τη επι­μο­νή κι ισχυ­ρο­γνω­μο­σύ­νη στην απι­στία. Μπο­ρεί να κατα­νο­η­θεί όμως αν το δει κανείς από την πλευ­ρά της θεί­ας πρό­νοιας. Η στα­θε­ρό­τη­τα της πίστης εξαρ­τά­ται από τη χάρη του Θεού. Ποιός μπο­ρεί να εμβα­θύ­νει και να κατα­νο­ή­σει τα δυσθε­ώ­ρη­τα βάθη της θεί­ας πρό­νοιας; Ποιός μπο­ρεί να βεβαιώ­σει πώς ο Θεός, με την πρό­νοια Του, δεν ήθε­λε να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει την απι­στία του Θωμά, για χάρη της πίστης των πολ­λών;

Σὲ κάθε περί­πτω­ση δύο πράγ­μα­τα ἔχουν ἀπο­σα­φη­νι­στεῖ ἐδῶ: ἡ φοβε­ρὴ ἀσθέ­νεια τῆς ἀνθρώ­πι­νης φύσης, ὅπως ἀπο­κα­λύ­πτε­ται στὴν πει­σμα­τι­κὴ ἀπι­στία ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἀπο­στό­λους (ποὺ εἶχε ἀμέ­τρη­τους λόγους νὰ πιστέ­ψει), καθὼς κι ἡ ἄπει­ρη σοφία κι ἀγά­πη τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν καθα­ρό­τη­τα καὶ τὴν ἁγιό­τη­τά Του ὁ Θεὸς δὲ χρη­σι­μο­ποιεῖ τὸ κακὸ γιὰ νὰ βγά­λει καλὸ ἀπο­τέ­λε­σμα. Δὲ χρη­σι­μο­ποιεῖ κακὰ μέσα γιὰ νὰ πετύ­χει καλοὺς στό­χους. Μὲ τὴ σοφία καὶ τὴν ἀγά­πη του γιὰ τὸ ἀνθρώ­πι­νο γένος διορ­θώ­νει τοὺς κακούς μας τρό­πους καὶ τοὺς μετα­ποιεῖ σὲ καλούς.

Ὁ Θωμᾶς δια­βε­βαιώ­νει τοὺς συμ­μα­θη­τές Του πῶς δὲ θὰ πιστέ­ψει στὴν Ἀνά­στα­ση τοῦ Κυρί­ου Τοῦ ἂν δὲ βάλει τὸ δάχτυ­λό του στὰ σημά­δια τῶν χεριῶν Του, «εἵς τὸν τύπον τῶν ἥλων». Σίγου­ρα τὸ λέει αὐτὸ ἐπει­δὴ οἱ φίλοι του εἶπαν πῶς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοὺς ἔδει­ξε τίς πλη­γὲς στὰ χέρια καὶ τὴν πλευ­ρά Του. Ἄς δοῦ­με τώρα πῶς πεί­θει ὁ Κύριος τὸν ἄπι­στο Θωμᾶ:

«Καὶ μεθ’ ἡμέ­ρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθη­ταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ’ αὐτῶν. ἔρχε­ται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκε­λει­σμέ­νων, καὶ ἔστῃ εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρή­νη ὑμῖν» (Ἰωάν. κ’ 26). Ὀκτὼ μέρες ἀργό­τε­ρα, Κυρια­κὴ πάλι, οἱ μαθη­τὲς ἦταν συναγ­μέ­νοι. Μαζί τους ἦταν καὶ ὁ Θωμᾶς. Τότε, κι ἐνῶ οἱ πόρ­τες ἦταν πάλι κλει­σμέ­νες, ὁ Ἰησοῦς μπῆ­κε μέσα, στά­θη­κε ἀνά­με­σά τους καὶ εἶπε: εἰρή­νη ὑμῖν! Ὅλα ἔγι­ναν ὅπως καὶ τὴν πρώ­τη φορὰ ποὺ ἐμφα­νί­στη­κε μπρο­στά τους. Ὅλα, μόνο ποὺ τώρα ἦταν κι ὁ Θωμᾶς μαζί τους. Φαί­νε­ται πῶς ὁ Κύριος ἤθε­λε νὰ ἐμφα­νι­στεῖ στὸ Θωμᾶ ἀκρι­βῶς ὅπως καὶ στοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ ἐπι­βε­βαιώ­σει στὸ δύσπι­στο μαθη­τὴ ὅλα ἐκεῖ­να ποὺ τοῦ διη­γή­θη­καν οἱ ἄλλοι δέκα.

Για­τί περί­με­νε ὁ Κύριος νὰ περά­σουν ὀκτὼ μέρες; Για­τί δὲν ἐμφα­νί­στη­κε νωρί­τε­ρα; Πρῶ­το, γιὰ νὰ εἶναι ὅλες οἱ συν­θῆ­κες καὶ οἱ περι­στά­σεις ἀκρι­βῶς ἴδιες. Ὅπως τὴν πρώ­τη φορὰ ποὺ ἐμφα­νί­στη­κε ἦταν Κυρια­κή, ἔτσι ἔπρε­πε νὰ ἐμφα­νι­στεῖ καὶ τώρα Κυρια­κή. Δεύ­τε­ρο, ὥστε μὲ τὴν ἀνα­μο­νὴ νὰ γίνει μεγα­λύ­τε­ρη ἡ ἀπι­στία τοῦ Θωμᾶ. Τρί­το, γιὰ νὰ μάθει στοὺς μαθη­τές Του τὴν ὑπο­μο­νὴ καὶ τὴν καρ­τε­ρία στὴν προ­σευ­χή, προ­κει­μέ­νου νὰ μετα­δώ­σουν στὸ φίλο τους τὴ δική τους πίστη, για­τί οἱ μαθη­τὲς σίγου­ρα θὰ προ­σεύ­χον­ταν νὰ ἐμφα­νι­στεῖ ξανὰ ὁ Κύριος γιὰ χάρη τοῦ Θωμᾶ. Τέταρ­το, γιὰ νὰ συνει­δη­το­ποι­ή­σουν οἱ μαθη­τὲς τὴν ἀδυ­να­μία τους νὰ πιστο­ποι­ή­σουν τὴν Ἀνά­στα­ση τοῦ Κυρί­ου χωρὶς τὴ δικὴ Τοῦ βοή­θεια. Καὶ τελευ­ταῖο, ἴσως ἐπει­δὴ ὁ ἀριθ­μὸς ὀκτὼ ὑπο­δη­λώ­νει τίς ἔσχα­τες μέρες, τὴν παρα­μο­νὴ τῆς δεύ­τε­ρης ἔλευ­σης τοῦ Χρι­στοῦ, τότε ποὺ ἄνθρω­ποι σὰν τὸ Θωμᾶ θὰ εἶναι πολὺ ἀδύ­να­μοι καὶ χλια­ροὶ στὴν πίστη, θὰ καθο­δη­γοῦν­ται μὲ βάση τίς αἰσθή­σεις τους καὶ θὰ πιστεύ­ουν μόνο ἐκεῖ­να ποὺ ἀντι­λαμ­βά­νον­ται μ’ αὐτὲς (τίς αἰσθή­σεις τους). Τότε οἱ ἄνθρω­ποι θὰ λένε, ὅπως κι ὁ Θωμᾶς : Ἄν δὲν ἰδῶ, δὲ θὰ πιστέ­ψω. «Καὶ τότε κόψον­ται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς καὶ ὄψον­ται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώ­που» (Ματθ. κδ’ 30).

«Εἶτα λέγει τὸ Θωμᾶ φέρε τὸν δάκτυ­λόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεί­ράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖ­ρα σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευ­ράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπι­στος, ἀλλὰ πιστός» (Ἰωάν. κ’ 27). Κι ὁ Θωμᾶς του ἀπάν­τη­σε: Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!

Τὴ δεύ­τε­ρη φορὰ ποὺ ἐμφα­νί­στη­κε στοὺς ἀπο­στό­λους ὁ Κύριος τὸ ἔκα­νε μόνο γιὰ τὸ Θωμᾶ. Γιὰ χάρη ἑνὸς ἀνθρώ­που, ἑνὸς ἁμαρ­τω­λοῦ. Ἐκεῖ­νος ποὺ περι­βάλ­λε­ται ἀπὸ ἀγγε­λι­κοὺς χοροὺς ποὺ τὸν ὑμνοῦν ἀγαλ­λό­με­νοι, ὼς Νικη­τὴ τοῦ θανά­του, ἀφή­νει τὰ οὐρά­νια τάγ­μα­τα καὶ σπεύ­δει νὰ σώσει τὸ ἕνα πρό­βα­το, τὸ ἀπο­λω­λός. “Ἄς τὸ δοὺν αὐτὸ ὅλοι οἱ ἔνδο­ξοι κι οἱ δυνα­τοὶ αὐτοῦ τοῦ κόσμου ποὺ ξεχνοῦν τοὺς ἀδύ­να­τους καὶ ταπει­νοὺς φίλους τους, ποὺ τοὺς ἀπο­φεύ­γουν μὲ ντρο­πὴ καὶ περι­φρό­νη­ση. “Ἄς τὸ δοῦν αὐτὸ κι ἂς ντρα­ποῦν ἀπὸ τὸ παρά­δειγ­μά Του. Μέ την ἀγά­πη του γιὰ τὸ ἀνθρώ­πι­νο γένος ὁ Κύριος δὲν ἔνιω­σε οὔτε ντρο­πὴ οὔτε ταπεί­νω­ση. Μὲ τὴν ἀγά­πη του γιὰ τὸ ἀνθρώ­πι­νο γένος Ἐκεῖ­νος, ὁ δοξα­σμέ­νος καὶ παν­το­δύ­να­μος, κατέ­βη­κε γιὰ δεύ­τε­ρη φορὰ σ’ ἕνα ταπει­νὸ δωμά­τιο στὰ Ἱερο­σό­λυ­μα. Πόσο εὐλο­γη­μέ­νο εἶναι τὸ δωμά­τιο αὐτό, ἀπ’ ὅπου προ­έ­κυ­ψαν γιὰ τὴν ἀνθρω­πό­τη­τα περισ­σό­τε­ρες εὐλο­γί­ες, ἀπ’ ὅσες θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ προ­κύ­ψουν ἀπ’ ὅλα τὰ παλά­τια τῶν αὐτο­κρα­τό­ρων!

Μόλις ὁ Κύριος παρου­σιά­στη­κε μπρο­στὰ στὸ Θωμᾶ, ἐκεῖ­νος ἀνα­φώ­νη­σε μὲ χαρά: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεὸς μοῦ!» Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Θωμᾶς ὁμο­λό­γη­σε τὸν Χρι­στὸ ὡς Ἄνθρω­πο καὶ ὡς Θεό, ὡς ἕνα ζων­τα­νὸ πρό­σω­πο. Μόνο ἡ ἐπα­φὴ μὲ τὸν ἀνα­στη­μέ­νο Κύριο ἦταν ἀρκε­τὴ νὰ δώσει στὸ Θωμᾶ τὴν εὐλο­γία τοῦ Πνεύ­μα­τος, τὴν ἀνα­γέν­νη­ση τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἐξου­σία του δεσμεῖν καὶ λύειν τίς ἁμαρ­τί­ες, κάτι ποὺ ὀκτὼ μέρες νωρί­τε­ρα εἶχε δώσει στοὺς ἄλλους μαθη­τὲς μέ το λόγο καὶ τὴν πνοή Του. “Ὅταν ὁ Κύριος βρι­σκό­ταν ἀκό­μα στὸ θνη­τὸ σῶμα Του, προ­τοῦ ἀνα­στη­θεῖ, μπο­ροῦ­σε νὰ θερα­πεύ­σει τὴν αἱμορ­ροῦ­σα γυναῖ­κα μόνο μὲ τὸ νὰ τῆς ἐπι­τρέ­ψει ν’ ἀγγί­ξει τὸ ἱμά­τιό Του. Πολὺ περισ­σό­τε­ρο τώρα, μὲ τὸ δοξα­σμέ­νο κι ἀνα­στη­μέ­νο σῶμα Του, μπο­ροῦ­σε νὰ δώσει μόνο μὲ τὴν ἐπα­φὴ στὸ Θωμᾶ τὴν ἐξου­σία ποὺ εἶχε δώσει μὲ δια­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο στοὺς ἄλλους ἀπο­στό­λους. Δὲν ἦταν ἀδύ­να­το βέβαια νὰ δώσει ὁ Κύριος καὶ στὸ Θωμᾶ δύνα­μη καὶ ἐξου­σία μὲ τὸν ἴδιο τρό­πο ποὺ τὴν ἔδω­σε στοὺς ἄλλους ἀπο­στό­λους, ἂν κι αὐτὸ δὲν ἀνα­φέ­ρε­ται στὰ εὐαγ­γέ­λια. Ἀλλὰ εἶναι γνω­στὸ πῶς δὲν κατα­γρά­φη­καν ὅλα ὅσα εἶπε κι ἔκα­νε ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἔνδο­ξη Ἀνά­στα­σή Τοῦ, ὅπως δια­βε­βαιώ­νει ὁ εὐαγ­γε­λι­στὴς λίγο ἀργό­τε­ρα. Τὸ ἀξιο­ση­μεί­ω­το εἶναι πῶς ὁ Θωμᾶς, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρό­πο, ἔλα­βε τὴν ἴδια δύνα­μη καὶ ἐξου­σία, ὅπως κι οἱ ἄλλοι μαθη­τές. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὴν ἀπο­στο­λι­κή Του δια­κο­νία, ἀπὸ τὰ θαύ­μα­τά του καὶ τὸ μαρ­τυ­ρι­κό του θάνα­το. (Ἀπό το βίο τοῦ ἀπο­στό­λου Θωμᾶ μαθαί­νου­με πῶς κατα­δι­κά­στη­κε σὲ θάνα­το ἐπει­δὴ ὁμο­λό­γη­σε μὲ θάρ­ρος καὶ παρ­ρη­σία πῶς ὁ Χρι­στὸς ἀνα­στή­θη­κε. Πέν­τε στρα­τιῶ­τες ὅρμη­σαν τότε ἐναν­τί­ον τοῦ γεν­ναί­ου στρα­τιώ­τη τοῦ Χρι­στου καὶ τὸν σκό­τω­σαν μὲ τίς λόγ­χες τους).

Γιὰ ν’ ἀπο­κα­τα­στή­σει καὶ νὰ ἑδραιώ­σει τὴν πίστη τοῦ Θωμᾶ, ὁ Κύριος τὸν ἐπέ­πλη­ξε εὐγε­νι­κά: «Λέει αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἑώρα­κάς μὲ πεπί­στευ­κας μακά­ριοι οἱ μή ἰδόν­τες καὶ πιστεύ­σαν­τες» (Ἰωάν. κ’ 29). Ἐσύ, Θωμᾶ, τοῦ εἶπε, μὲ πίστε­ψες περισ­σό­τε­ρο μὲ τίς αἰσθή­σεις σοῦ παρὰ μὲ τὸ πνεῦ­μα σου. Ἤθε­λες μὲ τὰ αἰσθη­τή­ριά σου νὰ πει­στεῖς, γι’ αὐτὸ κι ἐγώ σου ἔδω­σα τὴν εὐκαι­ρία νὰ τὸ κάνεις αὐτό. Κι ἐσὺ πεί­στη­κες μὲ τὸ νὰ μὲ δεῖς καὶ νὰ μὲ ἀγγί­ξεις. Ὅμως, μακά­ριοι οἱ μὴ ἰδόν­τες καὶ πιστεύ­σαν­τες. Μακά­ριοι κι εὐλο­γη­μέ­νοι εἶναι ἐκεῖ­νοι ποῦ δὲν εἶδαν μὲ τὰ μάτια τους, ἀλλὰ μὲ τὸ πνεῦ­μα τους καὶ πίστε­ψαν μὲ τὴν καρ­διά τους. Μακά­ριοι εἶναι ἐκεῖ­νοι ποὺ πιστεύ­ουν στὸ Χρι­στὸ καὶ τὸ εὐαγ­γέ­λιό Του χωρὶς νὰ τὸν δοῦν μὲ τὰ σωμα­τι­κά τους μάτια, δίχως νὰ τὸν ἀγγί­ξουν μὲ τὰ χέρια τους. Μακά­ριο εἶναι τὸ παι­δὶ ποὺ πιστεύ­ει ὅλα ὅσα τοῦ λέει ἡ μητέ­ρα του, χωρὶς νὰ τὰ ἀμφι­σβη­τή­σει καὶ νὰ θελή­σει νὰ τὰ ἐπι­βε­βαιώ­σει μὲ τὰ μάτια ἢ μὲ τὰ χέρια του. «Ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὖ οὖ» (Ματθ. ἔ’ 37).

Ὁ Κύριος τὸ εἶχε πεῖ πολ­λὲς φορὲς νωρί­τε­ρα πῶς θ’ ἀνα­στη­θεῖ κι ἔπρε­πε νὰ τὸν πιστέ­ψουν. Γιὰ νὰ πει­στοῦν οἱ ἄπι­στοι ὅμως καὶ νὰ ἑδραιω­θοῦν στὴν πίστη οἱ ὀλι­γό­πι­στοι, ὁ Κύριος δὲν περιο­ρί­στη­κε μόνο σὲ ὅσα προ­εῖ­πε γιὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνά­στα­σή Του, ἀλλὰ ἔκα­νε καὶ πολ­λὲς ἐμφα­νί­σεις μετὰ ἀπ’ αὐτήν. Ἦταν πολὺ σπου­δαῖο γιά ‘Ἐκεῖ­νον ὥστε οἱ ἀπό­στο­λοι κι ἀπ’ αὐτοὺς οἱ πιστοί, ν’ ἀπο­κτή­σουν δυνα­τὴ πίστη στὴν Ἀνά­στα­σή Του. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάση τῆς πίστης καὶ ἡ εὐφρο­σύ­νη τοῦ χρι­στια­νοῦ. Γι’ αὐτὸ κι ὁ πάν­σο­φος Κύριος ἔκα­νε τὰ πάν­τα γιὰ νὰ ἱκα­νο­ποι­ή­σει τὸ πνεῦ­μα ἀλλὰ καὶ τίς αἰσθή­σεις τῶν ἀπο­στό­λων, ὥστε κανε­νὸς ἢ πίστη νὰ μὴν κλο­νι­στεῖ, νὰ μὴν ἀμφι­βά­λει πῶς ὁ Κύριος εἶναι ἀνα­στη­μέ­νος καὶ ζων­τα­νός. Ἄν καὶ «τὸ πνεῦ­μα ἐστι τὸ ζωο­ποιούν, ἡ σάρξ οὐκ ὠφε­λεῖ οὐδέν» (Ἰωάν. στ’ 63) καὶ μ’ ὅλο ποὺ οἱ αἰσθή­σεις μπο­ροῦν νὰ ἐξα­πα­τή­σουν τὸν ἄνθρω­πο πιὸ γρή­γο­ρα ἀπὸ τὸ πνεῦ­μα, ὁ γλυ­κὺς Κύριος συγ­κα­τέ­νευ­σε στὴν ἀνθρώ­πι­νη ἀδυ­να­μία καὶ ἔκα­νε ὅ,τι ἦταν δυνα­τὸ γιὰ νὰ ἱκα­νο­ποι­ή­σει καὶ τὴν αἰσθη­τὴ ἀντί­λη­ψη καὶ λογι­κὴ τοῦ ἀνθρώ­που. Γι’ αὐτὸ κι ἡ Ἀνά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ παρα­μέ­νει ὡς σήμε­ρα τὸ πλέ­ον ἀναμ­φι­σβή­τη­το γεγο­νὸς στὴν ἀνθρώ­πι­νη ἱστο­ρία. Ποιό ἄλλο γεγο­νός, ξεκι­νῶν­τας ἀπὸ τὸ ἀπώ­τα­το παρελ­θόν, παρα­μέ­νει τόσο φανε­ρὰ καὶ προ­σε­χτι­κὰ τεκμη­ριω­μέ­νο ὅσο αὐτό;

«Πολ­λὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποί­η­σεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώ­πιον τῶν μαθη­τῶν αὐτοῦ, ἂ οὐκ ἔστι γεγραμ­μέ­να ἐν τῷ βιβλίῳ τού­τῳ ταῦ­τα δὲ γέγρα­πται ἕνα πιστεύ­ση­τε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἔστιν ὁ Χρι­στὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἕνα πιστεύ­ον­τες ζωὴν ἔχη­τε ἐν τῷ ὀνό­μα­τι αὐτοῦ» (Ἰωάν. κ’ 30–31). Εἶναι φανε­ρὸ πῶς ἐδῶ ὁ εὐαγ­γε­λι­στὴς πρέ­πει νὰ μιλά­ει γιὰ θαύ­μα­τα ποὺ ἔκα­νε ὁ Χρι­στὸς μετὰ τὴν Ἀνά­στα­ση. Αὐτὸ προ­κύ­πτει πρῶ­τα ἀπὸ τὴν ἀφή­γη­ση ποὺ προ­η­γή­θη­κε, γιὰ τὴν ἐμφά­νι­ση τοῦ ἀνα­στη­μέ­νου Κυρί­ου. Φαί­νε­ται ἐπί­σης ἀπὸ τίς Πρά­ξεις τῶν ‘Ἀπο­στό­λων, ὅπου ἀνα­φέ­ρε­ται πῶς ὁ Κύριος «παρέ­στη­σεν ἑαυ­τὸν ζῶν­τα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολ­λοῖς τεκμη­ρί­οις, δι ἡμε­ρῶν τεσ­σα­ρά­κον­τα ὀπτα­νό­με­νος αὐτοὺς καὶ λέγων τα περὶ τῆς βασι­λεί­ας τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. α’ 3).

Ποὺ ἔχουν κατα­γρα­φεῖ όλ’ αὐτὰ τὰ ἀψευ­δῆ γεγο­νό­τα ποὺ ἔκα­νε τίς σαράν­τα αὐτὲς μέρες; Που­θε­νά. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάν­νης ὁμο­λο­γεῖ πῶς δὲν ἔχουν γρα­φεῖ ὅλα σ’ αὐτὸ τὸ βιβλίο — τὸ εὐαγ­γέ­λιό του (βλ. Ἰωάν. κὰ’ 25). Τέλος, τὸ ὅτι ὁ εὐαγ­γε­λι­στὴς ἐδῶ δὲ μιλά­ει μόνο γιά τα θαύ­μα­τα ποὺ ἔκα­νε μετὰ τὴν Ἀνά­στα­σή Τοῦ καὶ γιὰ ὅσα ἔκα­νε στὴ διάρ­κεια τῆς ἐπί­γειας ζωῆς Του, φαί­νε­ται ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ εὐαγ­γε­λι­στη, μὲ τὰ ὁποῖα κλεί­νει καὶ τὸ εὐαγ­γέ­λιό του: «Ἐστί δὲ καὶ ἄλλα πολ­λὰ ὅσα ἐποί­η­σεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτι­να ἐὰν γρά­φη­ται καθ’ ἔν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆ­σαι τὰ γρα­φό­με­να βιβλία. ἀμήν.» (Ἰωάν. κὰ” 25). Οὔτε ὁ κόσμος ὁλό­κλη­ρος δὲ θὰ χωροῦ­σε τὰ βιβλία ποὺ θὰ χρειά­ζον­ταν γιὰ νὰ κατα­χω­ρη­θοῦν ὅλα ὅσα εἶπε καὶ ἔκα­με ὁ Ἰησοῦς.

Τὰ λόγια αὐτὰ ἀνα­φέ­ρον­ται σὲ ὅλα τὰ θαύ­μα­τα ποὺ ἔκα­νε ὁ Χρι­στὸς στὴ διάρ­κεια τῆς ἐπί­γειας ζωῆς Του, τόσο πρὶν ὅσο καὶ μετὰ τὴν Ἀνά­στα­σή Του. Τὰ λόγια τοῦ σημε­ρι­νοῦ εὐαγ­γε­λί­ου ὅμως δὲν πρέ­πει νά ‘χοῦν τὸ ἴδιο νόη­μα μ’ αὐτὰ ποὺ τελειώ­νει ὁ ἅγιος Ἰωάν­νης τὸ εὐαγ­γέ­λιο. Ὑπῆρ­χε κάποιος λόγος νὰ τὰ ἐπα­να­λά­βει;

Ὅλα ὅσα γρά­φτη­καν στὸ εὐαγ­γέ­λιο ἔχουν ἕνα μονα­δι­κὸ σκο­πό: «ἶνα,ἵνα πιστεύ­ση­τε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἔστιν ὁ Χρι­στὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Αὐτὸ σημαί­νει: Μὴν περι­μέ­νε­τε ἄλλον Μεσ­σία καὶ Σωτῆ­ρα τοῦ κόσμου. Αὐτὸς ποὺ ἦταν νὰ ἔρθει, ἦρθε. Αὐτὸς ποὺ προ­φή­τε­ψαν οἱ προ­φῆ­τες τοῦ Ἰσρα­ήλ, ἀλλὰ κι οἱ Σίβυλ­λες τοῦ εἰδω­λο­λα­τρι­κοῦ κόσμου, ἐμφα­νί­στη­κε στ’ ἀλή­θεια. “Ὅλα ὅσα γρά­φτη­καν, ἦταν ἐπί­σης ὥστε καὶ νὰ πιστεύ­ον­τες ζωὴν ἔχη­τε ἐν τῷ ὀνό­μα­τι αὐτοῦ. Μὲ τὴν πίστη αὐτή, ποὺ ὁ Θωμᾶς τὴν ἐπι­βε­βαί­ω­σε μὲ τίς αἰσθή­σεις του, θὰ ἔχε­τε ζωὴ αἰώ­νια. ‘Ἀπ’ αὐτὸ φαί­νε­ται πὼς τὰ κατα­λη­κτι­κὰ αὐτὰ λόγια τοῦ σημε­ρι­νοῦ εὐαγ­γε­λί­ου συν­δέ­ον­ται μὲ τὸ περι­στα­τι­κὸ ποὺ προ­η­γή­θη­κε, μέ το Θωμᾶ καὶ τὴν ἀπι­στία του. Ὁ Κύριος δὲν ἐμφα­νί­στη­κε στὸ Θωμᾶ μόνο γιὰ δική του χάρη, ἀλλὰ γιά τη χάρη ὅλων ἐκεί­νων ποὺ ἀνα­ζη­τοῦν τὴν ἀλή­θεια καὶ τὴ ζωή. Μὲ τὴν ἐμφά­νι­σή του στὸ Θωμᾶ ὁ Κύριος βοή­θη­σε ὅλους ἐμᾶς νὰ τὸν πιστέ­ψου­με πιὸ εὔκο­λα, ἀνα­στη­μέ­νο καὶ ζων­τα­νό. Καὶ μὲ τὴν πίστη αὐτὴ νὰ συμ­με­τά­σχου­με στὴν αἰώ­νια ἀλή­θεια καὶ τὴν αἰώ­νια ζωή. Ἐν τῷ ὀνό­μα­τι αὐτοῦ, προ­σθέ­τει ὁ εὐαγ­γε­λι­στής. Για­τί ἐν τῷ ὀνό­μα­τι αὐτοῦ; Ἐπει­δὴ «οὐκ ἔστιν ἔν ἄλλῳ οὐδε­νὶ ἡ σωτη­ρία οὐδὲ γὰρ ὄνο­μὰ ἔστιν ἕτε­ρον ὑπὸ τὸν οὐρα­νὸν τὸ δεδο­μέ­νον ἐν ἀνθρώ­ποις ἕν ὦ δεῖ σωθῆ­ναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ’ 12). Για­τί «πὰς γὰρ ὸς ἂν ἐπι­κα­λέ­ση­ται τὸ ὄνο­μα Κυρί­ου σωθή­σε­ται» (Ρωμ. ἰ’ 13). Μόνο ἡ ζωὴ ποὺ ἀνα­ζη­τεῖ­ται καὶ ἀπο­κτᾷ­ται στὸ ὄνο­μα τοῦ Κυρί­ου Ἰησοῦ εἶναι ἀλη­θι­νὴ ζωή. Κάθε ἄλλη εἶναι θάνα­τος καὶ φθο­ρά. Στὴν ἄνυ­δρη ἐρη­μιὰ τῆς ἀνθρώ­πι­νης ἱστο­ρί­ας, ὁ ἀνα­στη­μέ­νος Χρι­στὸς εἶναι ἡ μόνη σίγου­ρη πηγὴ νεροῦ ποὺ ξεδι­ψά­ει καὶ ἀνα­ζω­ο­γο­νεῖ. Ὁτι­δή­πο­τε ἄλλο θὰ φαί­νε­ται σὰν πηγὴ νεροῦ στὸν ταλαι­πω­ρη­μέ­νο καὶ διψα­σμέ­νο ταξι­διώ­τη, ποὺ δὲ θὰ εἶναι πηγὴ ἀλλὰ τὸ λαμ­πύ­ρι­σμα τῆς καυ­τῆς ἄμμου, μιὰ δια­βο­λι­κὴ αὐτα­πά­τη.

Τὸ βαθύ­τε­ρο νόη­μα τῆς σημε­ρι­νῆς εὐαγ­γε­λι­κῆς περι­κο­πῇς ἔχει σχέ­ση μὲ τὸ ἐσω­τε­ρι­κὸ δρᾶ­μα της Ἡ ψυχῆς τοῦ ἀνθρώ­που. Ὅποιος θέλει νὰ ἐμφα­νι­στεῖ ο ἀνα­στη­μέ­νος Κύριος μέσα του, μὲ τὴ βοή­θεια τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος, πρέ­πει νὰ κλει­δαμ­πα­ρώ­σει τὴν πόρ­τα τῆς ψυχῆς του, νὰ τὴν προ­στα­τέ­ψει ἀπὸ τὴν εἰσβο­λὴ τοῦ ἐξω­τε­ρι­κοῦ, τοῦ φυσι­κοῦ κόσμου. “Ὅπως γρά­φει ὁ μητρο­πο­λί­της Θεό­λη­πτος στὴ Φιλο­κα­λία: «Ἀπο­κτῆ­στε σοφία ἀπὸ τίς μέλισ­σες. Μὲ τὸ ποὺ θὰ δοῦν σμῆ­νος ἀπὸ σφῆ­κες νὰ πετοῦν γύρῳ,γύρω τους, μένουν μέσα στὴν κυψέ­λη κι ἔτσι δια­φεύ­γουν τὸν κίν­δυ­νο ἀπὸ τίς ἐπι­θέ­σεις τους». Μὲ τὸν ἴδιο τρό­πο οἱ ἀπό­στο­λοι προ­στα­τεύ­τη­καν ἀπὸ τοὺς αἱμο­δι­ψεῖς καὶ ὑλι­στὲς Ἰου­δαί­ους.

Οἱ Ἰου­δαῖ­οι ἀντι­προ­σω­πεύ­ουν κατὰ κάποιο τρό­πο τὸν ὑλι­σμὸ καὶ τὸν αἰσθη­σια­σμό. Σὲ ψυχὴ ὅμως ποὺ δια­φυ­λάσ­σε­ται μὲ ζῆλο καὶ κλει­δαμ­πα­ρώ­νε­ται, ὁ Κύριος θὰ ἐμφα­νι­στεῖ ἐν δόξῃ. Ὁ δοξα­σμέ­νος Νυμ­φί­ος θ’ ἀπο­κα­λυ­φτεῖ τότε στὴ συνε­τὴ νύμ­φη. Ὅταν ἐμφα­νί­ζε­ται ὁ Κύριος, ὁ φόβος τοῦ κόσμου ἐξα­φα­νί­ζε­ται κι ἡ ψυχὴ εἰρη­νεύ­ει. Κι ὄχι μόνο εἰρη­νεύ­ει. Ὁ Κύριος φέρ­νει πάν­τα μαζί Του πολ­λὰ καὶ διά­φο­ρα δῶρα, ὅπως χαρά, δύνα­μη καὶ θάρ­ρος. Ἑδραιώ­νει τὴν πίστη, ἐνι­σχύ­ει τὴ ζωή.

Ὅταν ὁ Κύριος ἐμφα­νί­ζε­ται καὶ μᾶς παρέ­χει όλ’ αὐτὰ τὰ πολύ­τι­μα δῶρα, κάποια ἀμφι­βο­λία ἐξα­κο­λου­θεῖ ἀκό­μα νὰ κρύ­βε­ται σὲ κάποια γωνιὰ τῆς ψυχῆς μας. Ἡ γωνιὰ αὐτὴ ἀντι­προ­σω­πεύ­ει τὸ δύσπι­στο Θωμᾶ. Γιὰ νὰ φωτι­στεῖ καὶ νὰ θερ­μαν­θεῖ κι ἡ γωνιὰ αὐτὴ μέ τη χάρη τοῦ Κυρί­ου, πρέ­πει νὰ ἐπι­μεί­νου­με στὴν προ­σευ­χὴ καὶ νὰ περι­μέ­νου­με μὲ μεγά­λη ὑπο­μο­νή. Πρέ­πει νὰ μένου­με κλει­δαμ­πα­ρω­μέ­νοι, προ­στα­τευ­μέ­νοι ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο, ἀπὸ τίς σωμα­τι­κὲς ἐπι­θυ­μί­ες καὶ ὁρμές. Τότε ὁ Κύριος ποὺ ἀγα­πᾷ τὸ ἀνθρώ­πι­νο γένος θὰ μᾶς συμ­πο­νέ­σει καὶ θὰ εἰσα­κού­σει τίς προ­σευ­χές μας. Θὰ ἐμφα­νι­στεῖ ξανὰ καὶ μὲ τὴ φιλεύ­σπλα­χνη παρου­σία Του θὰ φωτί­σει καὶ τὴν τελευ­ταία σκο­τει­νὴ γωνιὰ τῆς ψυχῆς μας. Τότε καὶ μόνο τότε θὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ποῦ­με πῶς εἴμα­στε ζων­τα­νὲς ψυχὲς καὶ υἱοὶ Θεοῦ κατὰ χάρη. Κι όλ’ αὐτὰ μέ τη χάρη τοῦ Κυρί­ου καὶ Σωτῆ­ρα μᾶς μᾶς Ἰησοῦ Χρι­στοῦ, στὸν ὁποῖο πρέ­πει ἡ τιμὴ καὶ ἡ προ­σκύ­νη­ση, μαζὶ μὲ τὸν Πατέ­ρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦ­μα, τὴν ὁμο­ού­σια καὶ ἀδιαί­ρε­τη Τριά­δα, τώρα καὶ πάν­τα καὶ στοὺς αἰῶ­νες τῶν αἰώ­νων. Ἀμήν.

αρχιμ. Αθα­να­σί­ου Μυτι­λη­ναί­ου — ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΑΠΙΣΤΙΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ[:Ιω.20,20–29]

Απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ομι­λία μακα­ρι­στού γέρον­τος Αθα­να­σί­ου Μυτι­λη­ναί­ου με θέμα:

«ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΑΠΙΣΤΙΑΣ»

[εκφω­νή­θη­κε στην Ιερά Μονή Κομνη­νεί­ου Λαρί­σης στις 8–5‑1994]

(Β297)

Μία από τις εμφα­νί­σεις του Ανα­στάν­τος Ιησού, αγα­πη­τοί μου, είναι και αυτή, παρόν­τος του Θωμά· που έλα­βε χώραν οκτώ ημέ­ρες μετά την Ανά­στα­σιν του Κυρί­ου μας. Σημειώ­νει ο ιερός Ευαγ­γε­λι­στής: «Μεθ᾿ ἡμέρας ὀκτὼ -εννο­εί­ται συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των δύο Κυρια­κών, έτσι γίνε­ται η αρίθ­μη­σις, έξι ενδιά­με­σες και δύο Κυρια­κές, οκτώ- πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθη­ταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ᾿ αὐτῶν».

Αυτά σημειώ­νει ο ευαγ­γε­λι­στής Ιωάν­νης. Και ο Κύριος, απο­τει­νό­με­νος εις τον Θωμάν, οκτώ ημέ­ρες μετά, του λέγει: «Φέρε τὸν δάκτυ­λόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευ­ράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Εδώ, με τις ίδιες λέξεις που έλε­γε ο Θωμάς, ότι «αν δεν βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων …» κ.λπ. «δεν θα πιστεύ­σω», με τις ίδιες λέξεις τον καλεί ο Κύριος τώρα να προ­βεί σε εκεί­νον το οποί­ον ήδη είχε πει.

Ήταν, αλή­θεια, ο Θωμάς άπι­στος; Και τώρα ελέγ­χε­ται από τον Κύριον; Ο Θωμάς, αγα­πη­τοί μου, δεν ήταν άπι­στος. Για­τί αλλιώ­τι­κα πώς θα ακο­λου­θού­σε τον Κύριον ως Μεσ­σί­αν; Όπως Τον ακο­λού­θη­σαν και οι άλλοι μαθη­ταί. Ήταν η απι­στία του μπρο­στά σε ένα απλώς περι­στα­τι­κό· που δεν το χωρού­σε το μυα­λό του. Ήταν σαν την απι­στία του Απο­στό­λου Πέτρου, που τον κάλε­σε ο Κύριος στη λίμνη της Γενη­σα­ρέτ να περι­πα­τή­σει επί των κυμά­των. Κι εκεί­νος άρχι­σε να περι­πα­τεί. Κάποια στιγ­μή όμως, είδε, λέει, τον άνε­μον εναν­τί­ον, δηλα­δή αντί­θε­τον, φοβή­θη­κε. Και τι του είπε ο Κύριος; Εμείς είπα­με την λέξη «φοβή­θη­κε». Τι του είπε ο Κύριος; «Εἰς τί ἐδίστα­σας, ὀλιγό­πι­στε;». Ώστε πάλι στο θέμα της πίστε­ως ανα­φέρ­θη­κε ο Κύριος. Λέγει ο Κλή­μης ο Αλε­ξαν­δρεύς: «Τὸ δὲ ἀπιστῆσαι, διστά­σαι ἔστι καὶ μερι­σθῆναι». Τι θα πει «να απι­στή­σεις»; Να διστά­σεις. Και να μερι­στείς. Αυτό το «μερι­σθῆναι», να μερι­σθείς, σημαί­νει να χωρι­στεί κανείς από εκεί­νο που ήταν ηνω­μέ­νος προ­η­γου­μέ­νως. Να μερι­σθεί ο λογι­σμός ανά­με­σα στο «ναι» και στο «όχι». Αυτό είναι ένας δισταγ­μός. Να το κάνω ή να μην το κάνω; Να το δεχθώ ή να μην το δεχθώ;

Στην ακο­λου­θία της εορ­τής του Θωμά, χθες στον Εσπε­ρι­νό, στα κεκρα­γά­ρια, ακού­με: «Ὦ καλὴ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, τῶν πιστῶν τὰς καρ­δί­ας εἰς ἐπίγνω­σιν ἦξε». «Ω καλή απι­στία», λέει, «του Θωμά· που τις καρ­διές των πιστών τις οδή­γη­σε εις την επί­γνω­σιν». Όχι στην γνώ­σιν· εις την επί­γνω­σιν. Δηλα­δή στην βαθυ­τέ­ρα κατα­νόη­ση της Ανα­στά­σε­ως και της φύσε­ως του ανα­στη­μέ­νου σώμα­τος του Χρι­στού. Έδω­σε, δηλα­δή, μία πάρα πολύ καλή ευκαι­ρία η απι­στία του Θωμά, να συνει­δη­το­ποι­ή­σουν και να συνει­δη­το­ποιούν οι πιστοί όλων των αιώ­νων και όλων των επο­χών τις πραγ­μα­τι­κές δια­στά­σεις του ανα­στη­μέ­νου Σώμα­τος του Χρι­στού.

Πάλι ένα κεκρα­γά­ριο λέγει: «Σοῦ γὰρ ἀπιστοῦντος -σαν να ομι­λεί ο Χρι­στός, βάζει τα λόγια αυτά ο υμνο­γρά­φος στο στό­μα του Χρι­στού- οἱ πάν­τες ἔμαθον (Σοῦ, τοῦ Θωμᾶ ἀπιστοῦντος οἱ πάν­τες ἔμαθον) τὰ πάθη καὶ τὴν Ἀνάστα­σίν μου κρά­ζειν μετά σου· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου, δόξα Σοι». «Έμα­θαν», λέει, «οι πάν­τες, το περιε­χό­με­νο των παθών μου, ότι ήταν εκού­σιον το πάθος- αυτό ήταν το περιε­χό­με­νον των παθών- το περιε­χό­με­νο της Ανα­στά­σε­ώς μου και να κρά­ζουν μαζί με σένα, κατα­νο­ούν­τες και επι­γνόν­τες: ‘’Ο Κύριός μου και ο Θεός μου, δόξα Σοι’’».

Μας κάνει εντύ­πω­ση, αγα­πη­τοί, ότι ο υμνο­γρά­φος απο­κα­λεί εδώ την απι­στί­αν του Θωμά, «καλήν». Υπάρ­χει και καλή απι­στία; Οπωσ­δή­πο­τε ναι. Για να ανα­φέ­ρε­ται… Και ποια είναι τα γνω­ρί­σμα­τα αυτά της καλής απι­στί­ας; Πρώ­τον, όταν απο­κλεί­ει αυτή η καλή απι­στία, απο­κλεί­ει την ευπι­στί­αν. Χωρίς, βεβαί­ως, να φθά­νει στο άλλο άκρο, στο να ορθο­λο­γί­ζει. Η ευπι­στία, δηλα­δή εὖ + πιστεύω, «εύκο­λα πιστεύω» ‑θα το φαν­τα­στεί­τε;- λυμαί­νε­ται, κατα­στρέ­φει την ορθήν πίστιν και είναι ένα σοβα­ρό μειο­νέ­κτη­μα εις τον άνθρω­πο που είναι εύπι­στος. Και όχι μόνο σε θέμα­τα θρη­σκεί­ας, αλλά και εις την καθη­με­ρι­νό­τη­τα. Πόσες φορές βλέ­πο­με ανθρώ­πους που δυστυ­χώς «χαύ­ουν», ας μου επι­τρα­πεί αυτή η λέξις, χαύ­ουν ό,τι τους πουν, ανε­ξέ­λεγ­κτα. Αυτό λέγε­ται «ευπι­στία». Ακό­μη και η αίρε­σις να τους προ­βλη­θεί, την απο­δέ­χον­ται. Για­τί; Είναι εύπι­στοι. Γι’ αυτόν τον λόγο. Να για­τί η ευπι­στία λυμαί­νε­ται την ορθήν πίστιν. Η ευπι­στία είναι μία πίστις ρηχή· που δεν έχει λάβει μέρος σε αυτήν ο νους. Ο όλος άνθρω­πος πρέ­πει να λάβει μέρος. Αλλά και ο ορθο­λο­γι­σμός, το άλλο άκρον, που δέχε­ται μόνον ό,τι κατα­νο­εί ο νους και απορ­ρί­πτει ότι δεν κατα­νο­εί, κι αυτό είναι μία αρρώ­στια της ψυχής. Ούτε ορθο­λο­γι­σμός, ούτε ευπι­στία προ­φα­νώς.

Ακό­μη, η καλή απι­στία προ­ϋ­πο­θέ­τει καλο­πι­στία και αγα­θήν προ­αί­ρε­σιν. Να είσαι ο καλό­πι­στος άνθρω­πος. Να μην είσαι εκεί­νος που διαρ­κώς –θα το δού­με λίγο πιο κάτω- ο διαρ­κώς αντιρ­ρη­σί­ας. Όχι. Να το σκε­φθείς, να το νιώ­σεις, να έχεις αγα­θήν προ­αί­ρε­σιν και να το απο­δε­χθείς.

Ακό­μη, μπο­ρεί να προ­έρ­χε­ται αυτή η καλή απι­στία από μία παρα­νόη­ση. Για­τί δεν κατά­λα­βες κάτι. Και στο τέλος να μένεις άπι­στος. Όχι από διά­θε­ση απι­στί­ας όμως. Ακό­μη, όπως ο Θωμάς, που τι είπε; Εδώ παρε­νόη­σε τα πράγ­μα­τα. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου», είπε. Όταν τα πράγ­μα­τα τα αντε­λή­φθη να τοπο­θε­τούν­ται σωστά. Χωρίς να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει, χωρίς να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει, παρά την προ­τρο­πήν του Κυρί­ου, «Έλα», λέει, «φέρε το δάχτυ­λό σου και βάλει εις τον τύπον των ήλων», χωρίς να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει ούτε το δάχτυ­λό του, ούτε την παλά­μη του, το χέρι του, να ψαύ­σει την λογ­χι­σμέ­νη πλευ­ρά του Χρι­στού. Αυτό το ξέρο­με, διό­τι πιο κάτω θα του πει ο Κύριος: «ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευ­κας». Δεν είπε «ἐψη­λά­φη­σάς με», αλλά «ἑώρακάς με». Διό­τι μόλις είδε τον Κύριο μπρο­στά του ο Θωμάς, αμέ­σως απέρ­ρι­ψε την απι­στία του. Δεν έμει­νε στην απι­στία, να πει: «Α, για στά­σου, να βάλω το δάχτυ­λό μου εις τον τύπον των ήλων, να περά­σει το δάκτυ­λό μου από την άλλη μεριά που άνοι­ξαν τα καρ­φιά». Όχι. Και το έχο­με αυτό σαν μαρ­τυ­ρία που είπε ο Χρι­στός: «Για­τί με είδες, επί­στευ­σες». Δεν είπε: «Για­τί με εψη­λά­φη­σες, επί­στευ­σες». Βλέ­πε­τε, λοι­πόν, ότι εδώ έχο­με μία παρα­νόη­ση των πραγ­μά­των.

Μπο­ρεί ακό­μη η καλή απι­στία να προ­έρ­χε­ται και από μίαν άγνοιαν. Όπως ο Ναθα­να­ήλ. Θυμη­θεί­τε τον Ναθα­να­ήλ που έλε­γε για τον Ιησού: «Δύνα­ταί τι ἀγαθὸν εἶναι ἐκ Ναζα­ρέτ;». «Μπο­ρεί κάτι καλό να βγει από την Ναζα­ρέτ;». Και του είπε ο Φίλιπ­πος: «Ἔρχου καὶ ἴδε», «Έλα και θα δεις» Για­τί έδει­ξε αυτήν την αντί­στα­ση ο Ναθα­να­ήλ; Ο οποί­ος όταν είδε τον Χρι­στό ξέρε­τε τι είπε; «Συ είσαι ο Διδά­σκα­λος, ο Βασι­λιάς του Ισρα­ήλ». Πωπω! Ομο­λο­γία! Για­τί; Από μίαν άγνοια. Πού ήταν η άγνοιά του; Ότι ο Μεσ­σί­ας έρχε­ται από την Βηθλε­έμ. Έτσι έλε­γαν οι προ­φη­τεί­ες. Άλλο τώρα ότι ο Κύριος, ναι, εγεν­νή­θη στην Βηθλε­έμ. Ναι, ήτο από την φυλή του Ιού­δα. Βεβαί­ως, για­τί ο Δαβίδ στην Βηθλε­έμ γεν­νή­θη­κε. Αλλά δεν είχε την πλή­ρη γνώ­ση ότι ο Ιησούς, διω­κό­με­νος από τον Ηρώ­δη, έφυ­γε εις την Αίγυ­πτο, επα­νερ­χό­με­νος ο Ιωσήφ, έμα­θε ότι αντί του Ηρώ­δου εβα­σί­λευε ο Αρχέ­λα­ος· φοβή­θη­κε και πήγε στη Ναζα­ρέτ, επά­νω στη Γαλι­λαία. Από μία άγνοια είπε: «Μπο­ρεί κάτι καλό να βγει από την Ναζα­ρέτ;».

Στον χώρο της αγνοί­ας, δυστυ­χώς, ευρί­σκον­ται οι περισ­σό­τε­ροι Χρι­στια­νοί μας· που όταν, όμως, δια­φω­τι­στούν, τότε δεν απι­στούν. Πόσοι άνθρω­ποι έμει­ναν στην άγνοια, κάποια στιγ­μή δια­φω­τί­στη­καν και πίστε­ψαν. Κι έγι­ναν θερ­μοί, θερ­μό­τα­τοι Χρι­στια­νοί.

Μπο­ρεί ακό­μη, αγα­πη­τοί μου, η καλή απι­στία να προ­έρ­χε­ται και από έναν ζήλον οὐ κατ’ επί­γνω­σιν. Να είναι κανείς κολ­λη­μέ­νος, προ­σκολ­λη­μέ­νος σε κάτι και να νομί­ζει αυτό ότι είναι σωστό, όχι κάτι άλλο. Εδώ σίγου­ρα ανή­κει ο Παύ­λος· ο οποί­ος ο ίδιος ομο­λο­γεί στην προς Φιλιπ­πη­σί­ους επι­στο­λή του ότι «κατὰ ζῆλον διώ­κων τὴν Ἐκκλη­σί­αν». «Από έναν υπερ­βο­λι­κό ζήλο εδί­ω­κα την Εκκλη­σία και δεν μπο­ρού­σα να κατα­νο­ή­σω τι ήτο ο Χρι­στός και η Εκκλη­σία Του». Τι να πού­με; Να πού­με ότι ο Παύ­λος έγι­νε θερ­μός Χρι­στια­νός; Μόνο θερ­μός; Ο θερ­μό­τε­ρος της Ιστο­ρί­ας.

Ακό­μη, η καλή απι­στία θέλει να ερευ­νή­σει, θέλει να εμβα­θύ­νει. Μην είμε­θα έτοι­μοι να πού­με… να πάρο­με λίθον ανα­θέ­μα­τος κατά του Θωμά, όταν είπε: «Να βάλω το δάκτυ­λό μου εις τον τύπον των ήλων». Ναι, βέβαια, για μια στιγ­μή ζήτη­σε κάτι το αντι­φα­τι­κό. Ποιο ήταν το αντι­φα­τι­κό; Αφού δει, να πιστέ­ψει. Αυτό είναι το αντι­φα­τι­κό. Μα πώς θα πιστέ­ψεις όταν δεις; Όταν δεις, τότε δεν πιστεύ­εις· τότε γνω­ρί­ζεις. Για να πιστέ­ψεις, πρέ­πει να μη δεις. Αυτό το αντι­φα­τι­κό δίπο­λο έζη­σε ο Θωμάς. Ωστό­σο, όμως, είχε ένα καλό στοι­χείο. Ήθε­λε να ερευ­νή­σει. Δεν ήταν έτοι­μος να χάψει –ξανα­χρη­σι­μο­ποιώ το ρήμα- εκεί­νο το οποίο θα του προ­σε­φέ­ρε­το. Αλλά ήθε­λε να ερευ­νή­σει, ήθε­λε να εμβα­θύ­νει. Για­τί; Για να εδραιω­θεί. Να ξέρει σίγου­ρα τι πιστεύ­ει. Για να δώσει και την ζωή του. Όπως την έδω­σε την ζωή του ο Θωμάς για τον Χρι­στό. Για­τί; Για­τί βεβαιώ­θη­κε.

Έτσι, ο πιστός ή, καλύ­τε­ρα, ο έχων την καλήν απι­στί­αν, τον βλέ­πε­τε για μια στιγ­μή να αμφι­βάλ­λει για κάτι, να έχει έναν δισταγ­μό για κάτι, όχι από κακή προ­αί­ρε­ση. Τρέ­χει στις Γρα­φές, μελε­τά­ει, μελε­τά­ει, για να βρει εκεί­νο το οποίο ζητά­ει. Και όλες αυτές τις μορ­φές της καλής απι­στί­ας, ο Κύριος τις ανέ­χε­ται. Και ανα­μέ­νει την ωρί­μαν­ση της ορθής πίστε­ως. Γι’αυ­τό είπε: «Καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Προ­σέξ­τε, αυτή η λέξις «Μή γίνου», που ‘ναι χρό­νος παρα­τε­τα­μέ­νος, μη γίνε­σαι· δεί­χνει ότι ο Θωμάς εβρί­σκε­το στον δρό­μο να γίνει άπι­στος. Εδώ είναι ένα επι­κίν­δυ­νο σημείο. Είναι ένα κρί­σι­μο σημείο· που μπο­ρού­με τελι­κά να φθά­σο­με στην απι­στία. Ναι· να φθά­σο­με στην απι­στία. Γι’αυ­τό του είπε: «Μή γίνου», δηλα­δή «Μην προ­χω­ρείς στον δρό­μο της διαρ­κούς αντιρ­ρή­σε­ως». Πρό­σε­ξε, για­τί μπο­ρείς να βρε­θείς στην άλλη πλευ­ρά. Όταν, τελι­κά, η κρί­σις χρο­νί­ζει και δη πολύ χρο­νί­ζει, τότε μπο­ρεί να μεί­νο­με άπι­στοι. Δυστυ­χώς. Κρί­σι­μο σημείο, σας το ξανα­λέ­γω. Γι’αυ­τό απαι­τεί­ται μεγί­στη προ­σο­χή. Πρέ­πει όλα να δια­σα­φί­ζον­ται μέσα εις την συνεί­δη­σή μας.

Άλλο πράγ­μα, όμως, είναι όταν κάτι δεν το κατα­νοώ. Προ­σέ­ξα­τέ το. Τι έχο­με κατα­νο­ή­σει από την Αγία Γρα­φή; Αν υπάρ­χουν χίλια πράγ­μα­τα, δεν ξέρω αν έχο­με κατα­νο­ή­σει τα δέκα. Τόσο πολύ; Ναι, τόσο πολύ. Μόνο εάν αρχί­σο­με να κατα­νο­ού­με περισ­σό­τε­ρο και περισ­σό­τε­ρο, τότε θα αντι­λη­φθού­με πράγ­μα­τι ότι υπάρ­χει μία συν­τρι­πτι­κή δια­φο­ρά, γνώ­σε­ως και αγνοί­ας. Αλλά κάτι που δεν ξέρω, το αφή­νω στην γνώ­ση, σαν γνώ­ση, αν θέλε­τε, εις το μέλ­λον. Και όχι να εξαρ­τά­ται η πίστις μου από εκεί­νο το οποίο αγνοώ. Δεν το ξέρω. Αλλά δεν εξαρ­τά­ται από αυτό η πίστις μου. Το ξανα­λέ­γω. Κάπο­τε κάνο­με, και το έχω ακού­σει και από άλλους ανθρώ­πους αυτό και σε μένα μου συμ­βαί­νει, κάπο­τε κάνο­με δέκα χρό­νια, είκο­σι, πενήν­τα χρό­νια, για να κατα­νο­ή­σο­με κάτι. Και ακό­μα τελι­κά να μην κατα­νο­ή­σο­με πολ­λά πράγ­μα­τα. Τι σημαί­νει αυτό; Θα πρέ­πει να εξαρ­τά­ται η πίστις μας από εκεί­να που δεν κατα­νο­ή­σα­με; Άπα­γε! Ο Θεός να φυλά­ξει. Η άγνοιά μας σε κάποια σημεία, δεν πρέ­πει να επη­ρε­ά­ζει την πίστη μας. Λέμε: «Δεν το ξέρω, δεν το κατα­λα­βαί­νω. Ε, αν ο Θεός κάπο­τε με φωτί­σει, θα το κατα­λά­βω. Εάν δεν με φωτί­σει, δεν θα το κατα­λά­βω». Αν το θέλε­τε, και για παρη­γο­ρία, για­τί έτσι είναι κι η αλή­θεια, δεν είναι παρη­γο­ρία απλή, στην Βασι­λεία του Θεού, εκεί θα τα μάθο­με όλα. Τι θα μάθο­με; Ό,τι πρέ­πει να μάθο­με.

Είναι, όμως, και η πλευ­ρά της κακής, αγα­πη­τοί μου, απι­στί­ας. Εκεί­νης της κατα­κρι­τέ­ας και της κολα­σί­μου απι­στί­ας. Τι είναι απι­στία; Λέγει πάλι ο Κλή­μης ο Αλε­ξαν­δρεύς: «Ἀπόστα­σις οὖσα τῆς πίστε­ως». «Το να απέ­χεις, το να έχεις μία από­στα­ση από την πίστη». Και πάλι ο ίδιος λέγει: «Τὸ μὲν ἀπιστεῖν τῇ ἀληθείᾳ θάνα­τον φέρει». Βεβαί­ως. «Το να απι­στείς εις την αλή­θεια και να επι­μέ­νεις να απι­στείς εις την αλή­θεια, αυτό θα σου φέρει θάνα­τον». Και λέει ο Ιερός Χρυ­σό­στο­μος: «Τὸ ἀπιστεῖν ἀμετα­νόη­τα, κόλα­σις ἐστιν». «Το να απι­στείς επι­μέ­νον­τας και χωρίς να μετα­νο­είς, αυτό για σένα παρα­σκευά­ζει κόλα­σιν». Είναι φοβε­ρό πράγ­μα, αγα­πη­τοί, η παρα­μο­νή στην απι­στία και η μη δυνα­τό­τη­τα πίστε­ως. Είναι τόσο φοβε­ρό και τόσο βασα­νί­ζε­ται ο άνθρω­πος…

Έχω ένα φίλο, ο οποί­ος διά­βα­σε κάπο­τε στα νεα­νι­κά του χρό­νια αρνη­τι­κή φιλο­λο­γία και του κατέ­στρε­ψε την πίστη, ό,τι διά­βα­σε. Καλό παι­δί ήταν. Μέχρι σήμε­ρα δεν μπο­ρεί να πιστέ­ψει. Μου ‘γρα­φε κάπο­τε ένα γράμ­μα και να λέει… έλε­γε εκεί: «Θεέ μου, σε παρα­κα­λώ –σχή­μα:- πάρε με από το αυτί και οδή­γη­σέ με στην πίστη, για­τί δεν μπο­ρώ να πιστέ­ψω». Το ζητού­σε και δεν μπο­ρού­σε. Είχα μια δασκά­λα, σε ένα μου­σι­κό όργα­νο. Ζει αυτή η γυναί­κα. Ενε­νήν­τα τόσο ετών είναι. Πάρα πολύ μορ­φω­μέ­νη. Με γλώσ­σες, με μόρ­φω­ση ποι­κί­λη. Και όμως αυτή η γυναί­κα μέχρι σήμε­ρα, δεν μπο­ρεί να πιστέ­ψει. Θυμά­μαι, μου είχε πει κάπο­τε για τον καθη­γη­τή τον Καρ­μί­ρη, τον Γιάν­νη Καρ­μί­ρη, τον μακα­ρί­τη, καθη­γη­τής του Πανε­πι­στη­μί­ου Αθη­νών, μακα­ρί­της, Ακα­δη­μαϊ­κός: «Θέλω να τον ρωτή­σω κάποια φορά, να του πω, μα εσύ πιστεύ­εις αυτά τα πράγ­μα­τα, ολό­κλη­ρος καθη­γη­τής και ολό­κλη­ρος Ακα­δη­μαϊ­κός;». Δεν μπο­ρού­σε να πιστέ­ψει. Και δεν μπο­ρεί μέχρι σήμε­ρα να πιστέ­ψει. Είναι φοβε­ρό!

Όπως είναι μυστή­ριον η πίστις, επι­τρέ­ψα­τέ μου να πω, έτσι μυστή­ριον είναι και η απι­στία. Και δεν το απο­κα­λώ εγώ μυστή­ριον το θέμα της απι­στί­ας. Ο Από­στο­λος Παύ­λος το απο­κα­λεί και το λέει αυτό για τον λαό του, τους Εβραί­ους. «Μυστή­ριον», λέει, «είναι η απι­στία του λαού αυτού». Είναι μυστή­ριον. Είναι, λοι­πόν, πολύ φοβε­ρό πράγ­μα να μένει κανείς στην απι­στία. Είναι κάτι περισ­σό­τε­ρο από δαι­μο­νι­κό! Σας είπα, κάτι περισ­σό­τε­ρο. Για­τί; Διό­τι τα δαι­μό­νια και πιστεύ­ουν και φρίτ­τουν πιστεύ­ον­τα, όπως μας λέγει ο άγιος Ιάκω­βος, ο Αδελ­φό­θε­ος. Πιστεύ­ουν ότι ο Θεός είναι όχι μόνον υπαρ­κτός, αλλά και αλη­θής. Πιστεύ­ουν τα δαι­μό­νια στην αιω­νία δική των κατα­δί­κη. Ακό­μη… τι έλε­γαν μάλι­στα, θυμη­θεί­τε εκεί που… «Ήλθες», λέει, «προ της ώρας μας, προ και­ρού ‑διά στό­μα­τος Γερ­γε­ση­νού-ήρθες να μας βασα­νί­σεις προ και­ρού». Ποιος είναι αυτός ο βασα­νι­σμός; «Να μας στεί­λεις εις την κόλα­ση;». Διό­τι στην κόλα­ση δεν είναι ακό­μη οι δαί­μο­νες. «Γι’αυ­τό, επί­τρε­ψε», λέει, «να πάμε στους χοί­ρους».

Έτσι ο άπι­στος είναι χει­ρό­τε­ρος και από τον δαί­μο­να. Και εμφα­νί­ζε­ται η απι­στία, η δαι­μο­νι­κή αυτή απι­στία, με τα εξής γνω­ρί­σμα­τα: Καταρ­χάς, σαν δια­στρο­φή της αλη­θεί­ας. Δια­στρο­φή της αλη­θεί­ας. Από μια δαι­μο­νι­κή διά­θε­ση. Ξέρε­τε οι δαί­μο­νες μας βάζουν να απι­στού­με, οι ίδιοι δεν απι­στούν. Παρά την πλη­ρο­φό­ρη­ση που μπο­ρού­με να έχο­με και την κατα­νόη­ση που μπο­ρού­με να έχο­με, εμείς επι­μέ­νο­με, από μια δαι­μο­νι­κή διά­θε­ση, όπως σας είπα, επι­μέ­νο­με να δια­στρέ­φο­με την αλή­θεια. Τέτοιοι υπήρ­ξαν οι αρχιε­ρείς, οι Φαρι­σαί­οι, οι Γραμ­μα­τείς, οι νομι­κοί. Όταν επί παρα­δείγ­μα­τι, μιλού­σε ο Κύριος, ξέρε­τε τι έλε­γαν; «Ἐν τῷ ἄρχον­τι τῶν δαι­μο­νί­ων ἐκβάλ­λει τὰ δαι­μό­νια». Αυτό δεν είναι δια­στρο­φή της αλη­θεί­ας; Θέλε­τε ακό­μη; Όταν πήγαν οι στρα­τιώ­ται, οι στρα­τιώ­ται και είπαν: «Ἀνεστή­θη ὁ Ἰησοῦς» ‑τρο­με­ρό πράγ­μα!- τους είπαν: «Σουτ! Πάρ­τε λεφτά και πεί­τε ότι δεν ανε­στή­θη». Πέστε μου, αυτό είναι ή δεν είναι δαι­μο­νι­κή δια­στρο­φή της αλη­θεί­ας; Αυτός ο άνθρω­πος μπο­ρεί να πιστέ­ψει ποτέ; Ακού­στε. Ποτέ. Για­τί; Διό­τι εβλα­σφή­μη­σε κατά του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος. Είναι μία μορ­φή βλα­σφη­μί­ας κατά του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος.

Ακό­μη, η φοβε­ρή αυτή απι­στία εμφα­νί­ζε­ται σαν κακο­πι­στία. Κατά το «Οὐ μὲ πεί­σεις, κἂν μὲ πείσῃς». «Κι αν ακό­μη με πεί­σεις, εγώ θα μένω στην απι­στία μου». Πρό­κει­ται, ακό­μη, για μια εγωι­στι­κή επι­μο­νή. Πραγ­μα­τι­κά εγωι­στι­κή επι­μο­νή. Ακό­μη, μπο­ρεί κανείς να κινεί­ται στον χώρο της απι­στί­ας από συμ­φέ­ρον­τα. Για­τί σου λέει: «Αν ομο­λο­γή­σω, χάνω κάποια συμ­φέ­ρον­τα». Εννο­εί­ται, εδώ έχο­με μια μυω­πι­κή θεώ­ρη­ση των πραγ­μά­των. Ωστό­σο ακού­στε τι έλε­γαν οι Φαρι­σαί­οι στο Συμ­βού­λιο που κάνα­νε και οι αρχιε­ρείς, τι να κάνουν με τον Ιησού. «Πολ­λά θαύ­μα­τα», λέγουν, «κάνει, τι θα γίνο­με μ’ αυτόν τον άνθρω­πο, τι θα γίνει; «Ἐὰν ἀφῶμεν αὐτόν (:εάν τον αφή­σο­με) οὕτω (:έτσι να πράτ­τει), πάν­τες πιστεύ­σου­σι εἰς αὐτόν (:όλοι θα πιστέ­ψουν εις αυτόν). Καὶ ἐλεύ­σον­ται οἱ Ρωμαῖοι ‑ήταν υπό ρωμαϊ­κήν κατο­χήν- καὶ ἀροῦσι ἡμῶν καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ ἔθνος». Για­τί κύριοι, θα σας πολε­μή­σουν οι Ρωμαί­οι εάν πιστεύ­σε­τε εις τον Ιησούν; Επει­δή θα προ­ε­βάλ­λε­το βασι­λιάς; Και θα αντέ­λε­γε εις τον Καί­σα­ρα; Δεν είναι αυτό. Για­τί ο Χρι­στός δεν ήρθε να γίνει βασι­λιάς εδώ. Βασι­λιάς των καρ­διών μόνον. Όχι επί­γειος βασι­λιάς. Τι φοβό­σα­στε; Τι φοβό­σα­στε; Κι ακό­μη, εάν ήταν αλη­θι­νός Μεσ­σί­ας, δεν θα κατε­τρό­πω­νε τους Ρωμαί­ους; Και θα ελεύ­θε­ρω­νε τον λαό Του, το έθνος Του; Τι φοβό­σα­στε; Αλλά απλού­στα­τα, όλοι αυτοί, με την παρου­σία των Ρωμαί­ων ζού­σα­νε μια χαρά, είχαν χρή­μα­τα, ήτα­νε φίλοι –όπως λέγα­με Γερ­μα­νό­φι­λοι, Ιτα­λό­φι­λοι, που λέγα­με κάπο­τε εμείς στην Κατο­χή- έτσι και εδώ, ήσαν Ρωμαιό­φι­λοι. Είχαν συμ­φέ­ρον­τα. «Τα συμ­φέ­ρον­τα μας αυτά, αν Τον απο­δε­χθού­με, θα τα χάσο­με». Φοβε­ρό πράγ­μα…

Εάν ακό­μη εμφα­νί­ζε­ται η απι­στία… πώς λέτε; Σαν ψυχο­λο­γία της μάζης. Ποια είναι αυτή η ψυχο­λο­γία της μάζης; Εκεί­νη που εμφα­νί­ζε­ται στα ολο­κλη­ρω­τι­κά καθε­στώ­τα, για­τί το κόμ­μα δεν πιστεύ­ει. Δεν πιστεύω κι εγώ. Για­τί το κόμ­μα δεν πιστεύ­ει. Ή για­τί είναι μόδα σήμε­ρα να μην πιστεύ­ο­με. Και να μην ανα­φέ­ρο­με το όνο­μα του Ιησού Χρι­στού. Πράγ­μα που δεί­χνει ανω­ρι­μό­τη­τα προ­σω­πι­κό­τη­τος, επι­πο­λαιό­τη­τα, για­τί όχι και βλα­κεία;

Ακό­μη υπα­γο­ρεύ­ει την απι­στία ο διε­φθαρ­μέ­νος βίος. Μας πλη­ρο­φο­ρεί ο ευαγ­γε­λι­στής Ιωάν­νης στο 3ο κεφά­λαιο: «Ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσ­σων μισεῖ τό φῶς καὶ οὐκ ἔρχε­ται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγ­χθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ». Βαθύ­τε­ρο ψυχο­γρά­φη­μα δεν θα μπο­ρού­σε να γίνει, απ’ αυτό που μας κατα­θέ­τει ο ευαγ­γε­λι­στής Ιωάν­νης.

Αγα­πη­τοί, δει­νόν η απι­στία. Στην παρα­βο­λή του πλου­σί­ου και του Λαζά­ρου, όπου ο πλού­σιος εζή­τη­σε από τον Αβρα­άμ να στα­λεί ο Λάζα­ρος, δηλα­δή να ανα­στη­θεί ο Λάζα­ρος και να τον δουν τ’ αδέλ­φια του, είχε, λέει, πέν­τε αδέλ­φια και να τους πει: «Ξέρε­τε τι φοβε­ρός είναι ο Άδης, ξέρε­τε ο αδελ­φός σας είναι στον Άδη και βασα­νί­ζε­ται… για­τί άμα δουν νεκρό θα πιστέ­ψουν». «Ω παι­δά­κι μου», του λέει ο Αβρα­άμ, «ούτε αν ανα­στη­θεί νεκρός, θα πιστέ­ψουν! Έχουν τις Γρα­φές. Δεν πιστεύ­ουν στις Γρα­φές; Κι ανά­στα­σις νεκρού να γίνει, δεν θα πιστέ­ψουν». Θα πουν… «νεκρο­φά­νεια», θα πουν… «πνευ­μα­τι­στι­κόν φαι­νό­με­νον», θα πουν… δεν ξέρω τι θα πουν. Δεν θα πιστέ­ψουν.

Η απι­στία του Θωμά διορ­θώ­θη­κε επει­δή δεν ήταν από κακο­πι­στία, ούτε από πονη­ρή διά­θε­ση. Γι’αυ­τό ήταν καλή η απι­στία του, όπως προ­η­γου­μέ­νως είπα­με! Μάλι­στα λέει ένα Κεκρα­γά­ριο: «Τότε ὁ Θωμᾶς οἰκονο­μικῶς οὐχ εὑρέθη μετ’ αὐτῶν». Δεν βρέ­θη­κε μαζί με τους άλλους δέκα, «οἰκονο­μικῶς». Τι θα πει «οἰκονο­μικῶς»; Το οικο­νό­μη­σε η αγά­πη του Θεού να λεί­πει, να δεί­ξει την απι­στία αυτή, ώστε η απι­στία αυτή να εξα­σφα­λί­σει την πίστη των μελ­λον­τι­κών πιστών μέσα εις την Ιστο­ρία. Έτσι η πίστις και η απι­στία εξαρ­τά­ται από την κακή ή την αγα­θή διά­θε­ση της προ­αι­ρέ­σε­ως του ανθρώ­που. Η πίστις σαν άκτι­στη ενέρ­γεια, έρχε­ται έξω­θεν, έρχε­ται από τον Θεό. Γίνε­ται ή δεν γίνε­ται απο­δε­κτή από τον άνθρω­πο, εάν η προ­αί­ρε­σίς του είναι αγα­θή ή είναι κακή. Όταν γίνει απο­δε­κτή, τότε ανα­κλά­ται ως πίστις του ανθρώ­που, πίσω στον Θεό. Είναι άκτι­στη ενέρ­γεια.

Ωστό­σο, εμείς που ζού­με είκο­σι αιώ­νες μετά τον Θωμά, είμε­θα μακα­ριό­τε­ροι εκεί­νου. Το είπε ο Χρι­στός: «Ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευ­κας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαν­τες». Όταν εμείς πιστέ­ψα­με στο κήρυγ­μα και στη μαρ­τυ­ρία των Απο­στό­λων, είμε­θα μακα­ριό­τε­ροι εκεί­νων που είδαν και άκου­σαν και ψηλά­φη­σαν τον Ανα­στάν­τα Κύριον. Είδα­τε τον Από­στο­λο σήμε­ρα, τον Ευαγ­γε­λι­στή Ιωάν­νη, που λέει: «Εκεί­νον που ψηλά­φη­σαν τα χέρια μας, είδα­με, ακού­σα­με». Πήρα­με την μαρ­τυ­ρία τους. Πάν­τως ευχα­ρι­στού­με τον Θεό, που οικο­νο­μι­κά επέ­τρε­ψε την απου­σία του Θωμά, για να έχο­με εμείς βεβαιο­τέ­ρα την Ανά­στα­ση. Έτσι κι εμείς μαζί με τον Θωμά ανα­φω­νού­με στον ανα­στάν­τα Κύριον: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου».

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απρο­σμέ­τρη­τη ευγνω­μο­σύ­νη στον πνευ­μα­τι­κό μας καθο­δη­γη­τή  μακα­ρι­στό γέρον­τα Αθα­νά­σιο Μυτι­λη­ναίο,

ψηφιο­ποί­η­ση και επι­μέ­λεια της απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νης ομι­λί­ας:

Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απο­μα­γνη­το­φώ­νη­ση ομι­λί­ας δια χει­ρός του αξιο­τί­μου κ. Αθα­να­σί­ου Κ.

  • https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_599.mp3

αρχιμ. Αθα­να­σί­ου Μυτι­λη­ναί­ου — ΠΙΣΤΙΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ[:Ιω.20,19–31]

Απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ομι­λία μακα­ρι­στού γέρον­τος Αθα­να­σί­ου Μυτι­λη­ναί­ου με θέμα:

«ΠΙΣΤΙΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ»

[εκφω­νή­θη­κε στην Ιερά Μονή Κομνη­νεί­ου Λαρί­σης στις 7–5‑2000]

(Β413)

Οφεί­λο­με χάρι­τες, αγα­πη­τοί μου, εις τον Από­στο­λον του Χρι­στού, Θωμάν, για­τί χάρις σε μια δική του φυσι­κή δυσπι­στία, η θεία πρό­νοια επε­φύ­λα­ξε άλλη μια βαρυ­σή­μαν­τη μαρ­τυ­ρία για την Ανά­στα­σιν του Χρι­στού.

Είναι γνω­στή η περι­πέ­τεια του Θωμά. Ο Θωμάς απε­γο­η­τεύ­θη μετά την κατα­δί­κη του Διδα­σκά­λου σε θάνα­τον. Έτσι, απε­χω­ρί­σθη από τον όμι­λο των συμ­μα­θη­τών του και απε­χώ­ρη­σε. Ίσως πήγε σπί­τι του. Βαρύ πράγ­μα η απο­γο­ή­τευ­σις και η διά­ψευ­σις των ελπί­δων. Για­τί μετά τον θάνα­τον του Ιησού, όλα τέλειω­σαν, όλα έσβη­σαν. Γι’ αυτόν, εννο­εί­ται. Κάθε άνθρω­πος μπο­ρεί να απο­γο­η­τευ­θεί, όλοι μας. Δεν υπάρ­χει άνθρω­πος που κάποια στιγ­μή δεν μπο­ρεί να τον κατα­λά­βει η απο­γο­ή­τευ­ση. Και όπως λέγε­ται, ότι η ελπί­δα πεθαί­νει τελευ­ταία. Αλλά η ελπί­δα στον Θωμά ήδη είχε και αυτή πεθά­νει. Σ΄αυτούς τους τύπους που η ελπί­δα πεθαί­νει, είναι σαν να έχει πεθά­νει και ο Θεός…

Η είδη­σις όμως ότι ο Ιησούς ανε­στή­θη, διέ­τρε­ξε όλη την χώρα. Αστρα­πιαία σε όλη τη χώρα. Ο Θωμάς, βέβαια, την άκου­σε την είδη­ση της Ανα­στά­σε­ως, αλλά δεν την επί­στευ­σε. Ωστό­σο έκα­νε τον κόπο να επι­στρέ­ψει εις το υπε­ρώ­ον που ήσαν οι συμ­μα­θη­ταί του να δει τι κάνουν. Τους βρή­κε χαρού­με­νους, πολύ χαρού­με­νους. Για­τί ζού­σαν σαν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα την είδη­ση ότι ο Διδά­σκα­λος ανε­στή­θη. Εκεί­νος, όμως, έμε­νε εις την δυσπι­στία του. Του έλε­γαν οι άλλοι: «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον». «Έχο­με δει τον Κύριον». Εκεί­νος, όμως, αντέ­τει­νε σ’ αυτούς, εκεί­νο το γνω­στόν: «Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω».

Αυτές δε οι επα­να­λή­ψεις όπως διε­τυ­πώ­θη ο λόγος του Θωμά, εκεί­νο το «ἴδω», «βάλω τόν δάκτυ­λόν μου», ξανά, «βάλω το χέρι μου», όλα αυτά δεί­χνουν μία τραν­τα­χτή απι­στία εις την Ανά­στα­ση του Χρι­στού. Δεν επί­στευε ούτε τους συμ­μα­θη­τάς του. Θα του έλε­γαν ψέμα­τα; Δεν τους επί­στευε. Το κεφά­λι του, το μυα­λό του, η διά­νοιά του, δεν μπο­ρού­σε να χωρέ­σει το γεγο­νός ότι ο Κύριος ανε­στή­θη. Μα δεν θυμή­θη­κε τόσες φορές που ο Κύριος είπε ότι θα σταυ­ρω­θεί και θα ανα­στη­θεί την τρί­τη ημέ­ρα;

Αλλά για­τί αυτό μόνον δια τον Θωμά; Μήπως οι άλλοι μαθη­ταί το θυμή­θη­καν αυτό; Ενώ επα­νει­λημ­μέ­νως ο Κύριος, μια τελευ­ταία φορά που ανέ­βαι­ναν προς τα Ιερο­σό­λυ­μα, τους πήρε ιδιαι­τέ­ρως και τους είπε: «Ο Υιός του ανθρώ­που θα παρα­δο­θεί, θα υψω­θεί, -δηλα­δή θα σταυ­ρω­θεί-» κ.λπ. κ.λπ. Περί­ερ­γο, τον λόγον αυτόν τον θυμή­θη­καν ποιοι λέτε; Οι αρχιε­ρείς, οι εχθροί του Ιησού. Για­τί; Πήγαν και είπαν στον Πιλά­το: «Εκεί­νος ο πλά­νος είχε πει ότι την τρί­τη ημέ­ρα θα ανα­στη­θεί. Λοι­πόν, επί­τρε­ψε να ασφα­λι­στεί το μνη­μεί­ον, να σφρα­γι­σθεί, να φυλα­χθεί από στρα­τιώ­τες» κ.λπ. Αυτοί το θυμή­θη­καν. Και μάλι­στα έκα­ναν και σχό­λιο επά­νω σ’ αυτό. «Για να μη γίνει», λέει, «ἡ ἐσχά­τη πλά­νη -δηλα­δή ότι ανε­στή­θη- χεί­ρων τῆς πρώτης(:χειρότερη από την πρώ­τη)». Ποια ήταν η πρώ­τη πλά­νη; Ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσ­σί­ας. Αυτοί όλα τα θυμή­θη­καν.

Κάπο­τε ρώτη­σαν: «Ποια μάτια είναι εκεί­να που βλέ­πουν καλύ­τε­ρα; Τα μαύ­ρα; Τα γαλα­νά μάτια;». Και πήραν την απάν­τη­ση: «Τα φθο­νε­ρά μάτια βλέ­πουν πάρα πολύ καλά». Εξε­τά­ζουν στον εχθρόν, στον φθο­νού­με­νον, εξε­τά­ζουν κάθε του κίνη­ση. Εδώ είναι τώρα το σπου­δαίο.

Ωστό­σο, ο Από­στο­λος Θωμάς υπέ­πι­πτε σε δύο βασι­κά λογι­κά λάθη· τα οποία πρέ­πει να έχο­με υπό­ψιν μας, για­τί λίγο πολύ όλοι πέφτο­με ή πολ­λοί, εν τοιαύ­τη περι­πτώ­σει, πέφτουν σ’ αυτά τα δύο λογι­κά λάθη. Το πρώ­το λογι­κό λάθος είναι ότι ο Θωμάς νόμι­ζε ότι πραγ­μα­τι­κό­της είναι παν ό,τι υπο­πί­πτει εις τας αισθή­σεις. «Το είδα; Είναι πραγ­μα­τι­κό. Το έπια­σα; Είναι πραγ­μα­τι­κό. Το άκου­σα; Είναι πραγ­μα­τι­κό». Εδώ συναν­τά­με τον ορθο­λο­γι­στι­κό τύπο ανθρώ­που. Ορθο­λο­γι­στι­κόν τύπον. Δεν δέχε­ται ό,τι δεν περ­νά από τις πέν­τε αισθή­σεις. «Τότε θα δεχθώ κάτι, όταν το πιά­σω, το ακού­σω κ.τ.λ.» ό,τι σας είπα. Αυτό πώς λέγε­ται; Αισθη­σιο­κρα­τία. Είναι πολ­λοί οι αισθη­σιο­κρά­ται. Ότι «τίπο­τα δεν υπάρ­χει», λέει, «εις την διά­νοιαν, παρά μόνον ό,τι πέσει, παρά μόνον ό,τι φθά­σει δια­μέ­σου των αισθή­σε­ων». Το έχο­με μάθει και στο σχο­λείο μας αυτό. Και όμως, ακό­μη και σ’ αυτόν τον κόσμον του επι­στη­τού, αυτός που είναι γύρω μας, υπάρ­χουν πραγ­μα­τι­κό­τη­τες που δεν περ­νούν από τις αισθή­σεις, προ­κει­μέ­νου να λάβει γνώ­ση ο νους. Δεν περ­νούν. Θα πού­με ότι αυτές είναι ανύ­παρ­κτες; Είναι φαν­τα­στι­κές; Λοι­πόν, θα σας πω έτσι για ένδει­ξη κάνα δυο τρία πραγ­μα­τά­κια.

Το άτο­μον της ύλης, γενι­κό­τε­ρα, το ηλε­κτρό­νιο, αυτά δεν τα έχο­με δει. Μη σας κάνει εντύ­πω­ση. Το ηλε­κτρό­νιο δεν το έχο­με δει. Μόνο από τη συμ­πε­ρι­φο­ρά του το κρί­νο­με. Το άτο­μο δεν το έχο­με δει. Το άτο­μο της ύλης είναι τόσο μικρό. Δεν το έχο­με δει. Μόνον από τη συμ­πε­ρι­φο­ρά κρί­νο­με την ύπαρ­ξη του ατό­μου. Και πολύ περισ­σό­τε­ρο τα λεγό­με­να «υπα­το­μι­κά στοι­χεία». Ακό­μη, η ίδια η δομή του ατό­μου μας είναι άγνω­στη. Από­δει­ξις; Υπάρ­χουν διά­φο­ρες θεω­ρί­ες γύρω από τη δομή του ατό­μου. Οι ακτί­νες Χ, λέγω αυτές, για­τί, ε, του­λά­χι­στον μία φορά θα πήγα­με στον για­τρό να μας ακτι­νο­γρα­φή­σει. Είδα­τε που­θε­νά εσείς αυτές τις ακτί­νες Χ; Κι όμως, έχο­με κι άλλες αόρα­τες ακτί­νες, οι λεγό­με­νες «κοσμι­κές ακτί­νες». Αυτές που έρχον­ται από τον έξω κόσμο. Φερει­πείν από τον ήλιον, όταν είναι στην πλευ­ρά εκεί­νη ‑κι αυτό συμ­βαί­νει κάθε ένδε­κα χρό­νια- που έχο­με τις λεγό­με­νες «κηλί­δες», που είναι στον ήλιο. Αυτές προ­ξε­νούν μία κοσμι­κή ακτι­νο­βο­λία. Και είναι και αρκε­τά επι­κίν­δυ­νη αυτή η κοσμι­κή ακτι­νο­βο­λία. Ωστό­σο, δεν την βλέ­πο­με αυτήν την κοσμι­κήν ακτι­νο­βο­λία.

Ένα ηλε­κτρο­μα­γνη­τι­κό κύμα, που φθά­νει στο ραδιό­φω­νό μας, το βλέ­πο­με; Ή στην τηλε­ό­ρα­σή μας. Βλέ­πο­με αυτό το κύμα; Ασφα­λώς δεν περ­νά­ει από τις αισθή­σεις μας. Ούτε από τα μάτια μας, ούτε από τα αυτιά μας, ούτε μετά θορύ­βου έρχε­ται κ.τ.λ. Εντού­τοις, όμως, είναι πραγ­μα­τι­κό­της αυτό. Διό­τι την απο­κά­λυ­ψη της παρου­σί­ας ενός ηλε­κτρο­μα­γνη­τι­κού κύμα­τος την έχο­με δει από το ραδιό­φω­νο. Τι κάνει το ραδιό­φω­νο; Απο­κα­λύ­πτει εκεί­νο που δεν πέφτει στις αισθή­σεις μας. Το ίδιο και μια εικό­να της τηλε­ο­ρά­σε­ως. Εάν, λοι­πόν, στοι­χεία, έτσι απλώς, από τον γνω­στό μας κόσμο σας είπα, ενδει­κτι­κά αυτά τα παρα­δείγ­μα­τα, εάν, λοι­πόν, στοι­χεία του κόσμου του επι­στη­τού, ‑αυτόν που τον βλέ­πο­με τον κόσμον, τον ζού­με, είμε­θα βυθι­σμέ­νοι μέσα εις αυτόν τον κόσμον- δεν γίνον­ται αντι­λη­πτά δια των αισθή­σε­ων, πόσο περισ­σό­τε­ρο μία μετα­φυ­σι­κή πραγ­μα­τι­κό­της; Πόσο περισ­σό­τε­ρο;

Θυμη­θεί­τε, εδώ και πολ­λά χρό­νια πίσω, ο πρώ­τος αστρο­ναύ­της, ο Γκαγ­κά­ριν, επή­γε… ε, επή­γε στο διά­στη­μα. Όταν γύρι­σε, ξέρε­τε τι είπε; «Δεν είδα», λέει, «που­θε­νά τον Θεό!». Τι θα λέγα­με; Θα λέγα­με … αφέ­λεια που εγγί­ζει την μωρί­αν. Έμει­νε παροι­μιώ­δης η περί­πτω­ση. «Δεν είδα», λέγει, «που­θε­νά τον Θεό»…

Έχο­με όμως και το δεύ­τε­ρο λογι­κό λάθος, στο οποί­ον υπέ­πε­σε ο Από­στο­λος κι εμείς υπο­κεί­με­θα εις αυτήν την πτώ­σιν. Είναι αυτό που δια­τύ­πω­σε ο ίδιος ο Θωμάς. «Ἐὰν μὴ ἴδω, οὐ μὴ πιστεύσω». «Εάν δεν δω, δεν θα πιστέ­ψω». Εδώ έχο­με, αν το αντι­λαμ­βά­νε­στε, μια λογι­κή αντί­φα­ση. «Πιστεύω» σημαί­νει ότι «δέχο­μαι κάτι που δεν έχει υπο­πέ­σει εις τις αισθή­σεις μου».

Αντί­θε­τα, όταν γνω­ρί­σω κάτι, τότε περιτ­τεύ­ει η πίστις, να το πιστέ­ψω. Για­τί απλού­στα­τα η γνώ­σις καταρ­γεί την πίστιν. Έχω κλει­διά μέσα στην τσέ­πη μου. Είναι ένα παρά­δειγ­μα που το έχω πει πάμ­πολ­λες φορές. Δεν πει­ρά­ζει να το λέω και το ξανα­λέω. Σε σας το έχω πει πολ­λές φορές. Τα βλέ­πε­τε; Όχι. Πιστεύ­ε­τε ότι έχω κλει­διά στην τσέ­πη μου; Μπο­ρεί να πει άλλος «Ναι», άλλος να πει «Όχι, δεν πιστεύω». Βγά­ζω τα κλει­διά από την τσέ­πη μου και σας τα δεί­χνω. Τώρα, θέλε­τε δεν θέλε­τε, όχι το πιστεύ­ε­τε, αλλά τώρα το γνω­ρί­ζε­τε. Για­τί απλού­στα­τα η γνώ­σις καταρ­γεί την πίστιν. Παύω πια να πιστεύω ότι έχε­τε σεις στην τσέ­πη σας κλει­διά. Τώρα το γνω­ρί­ζω κι εγώ. Για­τί τα βλέ­πω.

Εκεί­να που γνω­ρί­ζο­με, σε σχέ­ση με εκεί­να που δεν γνω­ρί­ζο­με, πρέ­πει να σας πω, είναι ελά­χι­στα. Ναι, ναι! Αυτό πρέ­πει να το πάρο­με από­φα­ση, για να είμε­θα πραγ­μα­τι­σταί. Είναι πάμ­πολ­λα πάμ­πολ­λα! Το μεγα­λύ­τε­ρο ποσο­στό, το 98, το 99, το 99,1, το 99,9 ‑ας μην προσ­διο­ρί­σω- είναι γύρω μας και μέσα μας ένας άγνω­στος, άγνω­στος κόσμος. Κάτι πάρα πολύ λίγο μπο­ρού­με να γνω­ρί­ζο­με. Και εφό­σον είναι δυνα­τόν να το γνω­ρί­σο­με. Κάτι που ανή­κει εις την μετα­φυ­σι­κή, δεν μπο­ρού­με να το γνω­ρί­σο­με.

Λέγει ο Από­στο­λος Παύ­λος τα εξής. Είναι στο 13ο κεφά­λαιο, στην Α΄προς Κοριν­θί­ους, εκεί που μιλά­ει για την αγά­πη. Λέει: «Βλέ­πο­μεν γὰρ ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγ­μα­τι, τότε δὲ πρό­σω­πον πρὸς πρό­σω­πον». «Βλέ­πο­με», λέει- προ­σέξ­τε εδώ- «ἐν ἐσόπτρῳ». Μέσω ενός καθρέ­πτου. Δηλα­δή να σας πω, να τοπο­θε­τη­θώ. Έχω μόνον έναν καθρέ­πτη εδώ και βλέ­πω τι γίνε­ται από πίσω μου. Αυτό θα πει «ἐν ἐσόπτρῳ». Και βλέ­πω αινιγ­μα­τω­δώς. Εάν αυτός ο καθρέ­πτης είναι κοί­λος κ.λπ., θα δω τα αντι­κεί­με­να που είναι πίσω μου, όπως είναι πραγ­μα­τι­κά; Ή θα τα δω αλλιώ­τι­κα, με άλλο σχή­μα; «Θα δω», λέει, «τότε, το πρό­σω­πον, τίνος; Του Χρι­στού· προ­σω­πι­κά εγώ, με το δικό μου το πρό­σω­πο, θα δω Εκεί­νον». Τώρα; Εν αινίγ­μα­τι βλέ­πο­με. Εν αινίγ­μα­τι. Θα έλε­γα, με την εικό­να εδώ, αινιγ­μα­τω­δώς βλέ­πο­με τον Χρι­στό. Και τόσα άλλα πράγ­μα­τα. Ακό­μα, αν θέλε­τε, και την Θεία Του Πρό­νοια. Όσο κι αν είναι φανε­ρή, κι αυτή, κατά κάποιο τρό­πο, την βλέ­πο­με αινιγ­μα­τω­δώς.

Για να μη νομι­σθεί μόνον ότι ήταν κάτι που το είπε ο Από­στο­λος Παύ­λος αυτό, το είχε πει και ο Πλά­των! Είναι γνω­στό το «σπή­λαιον του Πλά­τω­νος». Είναι πάρα πολύ χαρα­κτη­ρι­στι­κό. Επι­τρέ­ψα­τέ μου κάτι να πω. «Ο άνθρω­πος», λέει, «μοιά­ζει σαν να είναι μέσα σε ένα σπή­λαιο. Αδυ­να­τεί να γυρί­σει το πρό­σω­πό του προς το άνοιγ­μα του σπη­λαί­ου. Πάν­τα βλέ­πει στο βάθος του σπη­λαί­ου. Αδύ­να­τον να δει προς το άνοιγ­μα. Τότε», λέγει, «παρε­λαύ­νουν έξω από το στό­μιον του σπη­λαί­ου, παρε­λαύ­νουν τα αντι­κεί­με­να. Υπάρ­χει», λέγει, «μία φωτιά· η οποία ρίπτει τις ακτί­νες της επά­νω στ’ αντι­κεί­με­να, των οποί­ων αντι­κει­μέ­νων οι σκιές προ­βάλ­λον­ται εις το βάθος του σπη­λαί­ου. Ο άνθρω­πος, που πάν­τα είναι στραμ­μέ­νος προς το βάθος του σπη­λαί­ου, τι βλέ­πει; Βλέ­πει τα αντι­κεί­με­να; Όχι. Τι βλέ­πει; Βλέ­πει τις σκιές των αντι­κει­μέ­νων». Είναι πάρα πολύ ωραίο και χαρα­κτη­ρι­στι­κό το παρά­δειγ­μα του Πλά­τω­νος.

Στον κόσμον αυτόν, αγα­πη­τοί μου, δεν ξέρο­με την φύσιν των όντων. Ό,τι και να πού­με, ό,τι και να κάνο­με. Λέμε, φερει­πείν, «Αυτό είναι πρά­σι­νο». Αν βάλω πρά­σι­να γυα­λιά…, βεβαί­ως το βλέ­πω πρά­σι­νο. Λέμε, «Ένα αντι­κεί­με­νο είναι κόκ­κι­νο». Αν βάλω κόκ­κι­να γυα­λιά…- δηλα­δή οι αισθή­σεις μάς εξα­πα­τούν. Ή, αν θέλε­τε, δεν επαρ­κούν, για να μας φανε­ρώ­σουν όλα τα πράγ­μα­τα που υπάρ­χουν.

Αυτά, λοι­πόν, που είπε ο Από­στο­λος Θωμάς, ήταν κι αυτό ένα λάθος, αυτό που κάνο­με κι εμείς καθη­με­ρι­νά. Ξέρε­τε ότι… ‑με συγ­χω­ρεί­τε, σήμε­ρα λιγά­κι τα πράγ­μα­τα τα πήρα δεν ξέρω πώς- ένα πρό­βλη­μα είναι το γνω­σιο­λο­γι­κό εις την επι­στή­μη; Ένα πρό­βλη­μα πρα­κτι­κώς ε, εφι­κτόν. Από­λυ­τα; Αδύ­να­τον. Δηλα­δή να μπο­ρού­με να γνω­ρί­σο­με τα πράγ­μα­τα, τα αντι­κεί­με­να, στη δομή τους, κ.τ.λ. κ.τ.λ. Πώς βλέ­πο­με; Πώς κρί­νο­με; Λέγε­ται «γνω­σιο­λο­γι­κόν πρό­βλη­μα». Για­τί δεν μπο­ρού­με εύκο­λα να προ­σεγ­γί­σο­με το θέμα. Έχο­με πολ­λές μετρή­σεις, αν το θέλε­τε, κάποιοι που ασχο­λούν­ται, πολ­λές μετρή­σεις, να βγά­λο­με κάποια συμ­πε­ρά­σμα­τα κ.τ.λ. κ.τ.λ., να βγά­λο­με ένα διά­γραμ­μα, αλλά πάν­το­τε θα υπάρ­χει το πρό­βλη­μα πώς βλέ­πο­με.

Υπάρ­χει, όμως, και η αναγ­καιό­τη­τα της πίστε­ως. Υπάρ­χει. Και τού­το για δύο λόγους. Πρώ­τος λόγος: Ο νους είναι πεπε­ρα­σμέ­νος. Και επί των θεμά­των του επι­στη­τού, της Επι­στή­μης, αλλά πολύ περισ­σό­τε­ρο στα μετα­φυ­σι­κά προ­βλή­μα­τα, στα μετα­φυ­σι­κά θέμα­τα. Δεν είναι δυνα­τόν ο νους μας όλα αυτά να τα χωρέ­σει. Διδα­σκό­με­θα στο σχο­λείο, επί παρα­δείγ­μα­τι, για πράγ­μα­τα αισθη­τά και τα απο­δε­χό­με­θα με την πίστη στον διδά­σκον­τα. Μας κάνει Γεω­γρα­φία, ένα παρά­δειγ­μα από την επο­χή εκεί­νη θυμά­μαι, τα σχο­λι­κά χρό­νια. Και μας λέει ο καθη­γη­τής ότι η πρω­τεύ­ου­σα της Ιαπω­νί­ας είναι το Τόκιο. «Κύριε καθη­γη­τά, δεν το πιστεύω». Και μου λέει: «Πήγαι­νε στην Ιαπω­νία να εξα­κρι­βώ­σεις ότι η πρω­τεύ­ου­σα της Ιαπω­νί­ας είναι το Τόκιο». Πέστε μου, πόσες χιλιά­δες χρό­νια πρέ­πει να ζει ο κάθε άνθρω­πος, πηγαί­νον­τας να δια­πι­στώ­νει ανά πάσα στιγ­μή εκεί­να τα οποία διδά­σκε­ται, για να τα εξα­κρι­βώ­σει, για­τί δεν είναι δυνα­τόν να τα πιστέ­ψει; Ορί­στε…

Όλος ο όγκος της γνώ­σε­ως που υπάρ­χει και που ανα­φέ­ρε­ται στην Επι­στή­μη, στη­ρί­ζε­ται εις την πίστιν. Ναι. Θα με διδά­ξει ο καθη­γη­τής μου εκεί­να τα οποία δεν θα μπο­ρώ να ιδώ. Τα έχουν δει άλλοι, τα έχουν μελε­τή­σει άλλοι, τα έχουν μετρή­σει άλλοι. Μόνο ένα μικρό μέρος ανή­κει στην πει­ρα­μα­τι­κή ή στην εμπει­ρι­κή μας γνώ­ση. Πολύ μικρό μέρος.

Δεύ­τε­ρον, για­τί είναι αναγ­καία η πίστις. Η γνώ­σις καταρ­γεί την ελευ­θε­ρία. Το σκε­φθή­κα­τε αυτό ποτέ; Ενώ η πίστις την περι­σώ­ζει. Τι; Την ελευ­θε­ρία; Μάλι­στα. Λέμε: «Ένα συν ένα, ίσον δύο». Σας παρα­κα­λώ, μπο­ρεί­τε να το αρνη­θεί­τε αυτό; Ότι ένα και ένα κάνει δύο; Δεν μπο­ρεί­τε. Για­τί δεν μπο­ρεί­τε; Για­τί ένα και ένα κάνει δύο! Ο νους μου έτσι με πλη­ρο­φο­ρεί. Άρα, λοι­πόν, η ελευ­θε­ρία μου καταρ­γή­θη­κε σ’ αυτήν την γνώ­σιν 1+1=; Βάζω ένα ερω­τη­μα­τι­κό. Ίσον; Αλλά θα το δεχθώ, είτε το θέλω, είτε δεν το θέλω. Ότι 1+1=2.

Γρά­φει ο Θεό­φι­λος Αντιο­χεί­ας… έχει πολύ ωραία πράγ­μα­τα ο Θεό­φι­λος Αντιο­χεί­ας. Στην πρώ­τη του επι­στο­λή προς Αυτό­λυ­κον τα εξής: «Ἀλλὰ ἀπιστεῖς; — Γρά­φει στον Αυτό­λυ­κον-. Ὅταν ἔσται (:Όταν θα είναι), τότε πιστεύ­σεις θέλων καί μή θέλων(:όταν θα δεις την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τότε θα πιστέ­ψεις, είτε το θέλεις, είτε δεν το θέλεις. -Ακού­σα­τε;). Καὶ ἡ πίστις σου εἰς ἀπιστί­αν λογι­σθή­σε­ται (:και αυτό που πίστε­ψες μέχρι εκεί­νη την ώρα, θα λογα­ρια­στεί για σένα ως απι­στία) ἐὰν μὴ νῦν πιστεύ­σης (:εάν τώρα δεν πιστεύ­σεις)». Φερει­πείν, μπο­ρεί­τε να λέτε ότι πιστεύω, όταν σας έδει­ξα τα κλει­διά που είχα στην τσέ­πη μου; Τώρα τα βλέ­πε­τε. Πάει η πίστις. Δεν υπάρ­χει.

Ενώ λέμε: «Ο Θεός είναι Τρια­δι­κός». Τι σημαί­νει αυτό; Ένα συν ένα συν ένα, τι; Όχι ίσον τρία. Ίσον ένα. 1+1+1=1. Αυτό τώρα είναι για μια στιγ­μή ανά­πο­δο στο μυα­λό μου. Είναι αντι­λο­γι­κό. 1+1+1=1; Αυτό είναι ο Άγιος Τρια­δι­κός Θεός, αγα­πη­τοί μου. Ένας είναι ο Θεός. Τρία τα πρό­σω­πα. Έτσι αυτό ανή­κει στον χώρο της… τον μυστι­κόν χώρον, τον πνευ­μα­τι­κό, τον μετα­φυ­σι­κόν χώρον. Ώστε, λοι­πόν, έχω ανάγ­κη της πίστε­ως. Και αν το θέλε­τε, εκεί­να τα οποία λέμε «επι­στη­μο­νι­κή θεω­ρία» ‑θεω­ρία!- δεν είναι τίπο­τε άλλο παρά ένα επι­στη­μο­νι­κό πιστεύω. Για να ‘ρθει μία άλλη θεω­ρία, πλη­ρε­στέ­ρα ίσως και να απορ­ρί­ψει την πρώ­τη. Ή αν θέλε­τε, να έρθει πλή­ρης η αλή­θεια και τότε δεν χρειά­ζο­μαι πια θεω­ρί­ες· έχω την επι­στη­μο­νι­κήν αλή­θειαν. Υπάρ­χει πολύ μεγά­λη δια­φο­ρά μετα­ξύ θεω­ρί­ας επι­στη­μο­νι­κής και αλη­θεί­ας επι­στη­μο­νι­κής. Εκεί δε, είναι γνω­στό, σ’ αυτές τις θεω­ρί­ες, ως επί το πλεί­στον βρί­σκε­ται το οικο­δό­μη­μα όλης της Επι­στή­μης και της γνώ­σε­ως. Εξάλ­λου, εάν η νόη­σις και η εμπει­ρία είναι ένας τρό­πος υπάρ­ξε­ως, αλλά και η πίστις ομοί­ως είναι και αυτή ένας τρό­πος υπάρ­ξε­ως.

Αυτά όλα ειπώ­θη­καν, αγα­πη­τοί, στην αγά­πη σας, με την αφορ­μή του Θωμά, που ήθε­λε να πλη­ρο­φο­ρη­θεί την Ανά­στα­ση του Χρι­στού με την βοή­θεια των αισθή­σε­ων. «Εάν δεν βάλω το δάχτυ­λό μου, δεν πιστεύω». Γι΄ αυτό ο Κύριος απήν­τη­σε εις τον Θωμά: « Ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευ­κας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαν­τες». Αυτό, ότι «με είδες, γι’αυ­τό επί­στευ­σες», ξέρε­τε τι είναι αυτό; Μία απάν­τη­σις επί­πλη­ξης. «Α, επει­δή με είδες, γι’αυ­τό το πιστεύ­εις, ε; Και σε διορ­θώ­νω: Να γίνεις πιστός. Και να μην είσαι άπι­στος. Μη στη­ρί­ζε­σαι μόνον εις τις αισθή­σεις σου».

Αλλά ο Θωμάς ήταν, αγα­πη­τοί μου, καλο­προ­αί­ρε­τος άνθρω­πος. Εξε­προ­σώ­πει εκεί­νους που δεν δέχον­ται εύκο­λα την πίστιν. Αλλά τίθε­ται το ερώ­τη­μα: Για να γίνει ο Θωμάς μαθη­τής του Χρι­στού, δεν χρειά­στη­κε στο ξεκί­νη­μά του την πίστη; Σίγου­ρα ναι. Πολ­λοί, σήμε­ρα, Χρι­στια­νοί μας, δεν δέχον­ται εύκο­λα την ανά­στα­ση των νεκρών. Ένα άλλο παρά­δειγ­μα αυτό. Παρό­τι πιστεύ­ουν στην Ανά­στα­ση του Χρι­στού. Αν κάνω εδώ ένα δημο­ψή­φι­σμα θα δεί­τε ότι είναι πολ­λοί, οι οποί­οι δυσκο­λεύ­ον­ται να πιστέ­ψουν στην ανά­στα­ση των νεκρών. Ενώ πιστεύ­ουν στην Ανά­στα­ση του Χρι­στού. Ο Παύ­λος, με πολ­λά επι­χει­ρή­μα­τα θα κατα­γρά­ψει εις τους Κοριν­θί­ους, που εδέ­χον­το μεν την Ανά­στα­ση του Χρι­στού, δεν εδέ­χον­το, όμως, την ανά­στα­ση των νεκρών. Και θα τους πει: «Ἀγνω­σί­αν Θεοῦ τινὲς ἔχου­σι». Πού ήταν η αγνω­σία; Στην δύνα­μη του Θεού. «Πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω». «Το λέω για ντρο­πή σας», λέει ο Παύ­λος εις τους Κοριν­θί­ους.

Και για να ξανα­γυ­ρί­σο­με στο θέμα του Θωμά, ο Θωμάς ηξιώ­θη να πει τους μεγά­λους εκεί­νους λόγους: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»· που είναι ανώ­τε­ροι από την ομο­λο­γία του Ναθα­να­ήλ. Οι Πατέ­ρες λέγουν ότι τελι­κά ο Θωμάς… να σας πω, σε κάποια τρο­πά­ρια ανα­φέ­ρε­ται έτσι, σε άλλα κάποια τρο­πά­ρια… χθε­σι­νά, στον Εσπε­ρι­νό, αλλιώ­τι­κα, ο Θωμάς φαί­νε­ται ότι δεν τόλ­μη­σε να βάλει το δάχτυ­λό του εις τον τύπον των ήλων. Ούτε να ψαύ­σει, να ακουμ­πή­σει το Σώμα του Χρι­στού, την πλη­γή στα πλευ­ρά. Όχι. Τρό­μα­ξε ο Θωμάς. Και είπε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου».

Αγα­πη­τοί, «οικο­νο­μι­κά», λένε οι Πατέ­ρες, «έδει­ξε απι­στία ο Θωμάς». Τι θα πει «οικο­νο­μι­κά»; Κατ’ οικο­νο­μί­αν της Θεί­ας Προ­νοί­ας. Ώστε να χαρα­κτη­ρί­ζε­ται από την Υμνο­λο­γία μας «καλή απι­στία του Θωμά». Ακού­σα­τε. Υπάρ­χει κακή και καλή απι­στία; Η κακή είναι γνω­στή. Αλλά υπάρ­χει και καλή απι­στία; Ναι. Η καλή απι­στία του Θωμά. Θα λέγα­με, μάλι­στα, ότι του οφεί­λο­με, όπως σας είπα και στην αρχή, ευγνω­μο­σύ­νη. Όπως, η απου­σία του Θωμά αφή­νει σε μας κάποια πρα­κτι­κά συμ­πε­ρά­σμα­τα από την συμ­πε­ρι­φο­ρά του. Να τ’ ακού­σο­με. Να μάθο­με. Σε έναν πει­ρα­σμό της ζωής να μην ξεκό­βο­με από τον όμι­λο των αδελ­φών. Όπως το έκα­νε ο Θωμάς. Και την έπα­θε. Να χρη­σι­μο­ποιού­με την εμπει­ρία και την πίστη των αδελ­φών. Σε θέμα­τα, μάλι­στα, πνευ­μα­τι­κής ζωής. Να μην απο­μο­νού­με­θα από τους αδελ­φούς· αδελ­φούς Χρι­στια­νούς, εννοώ. Για­τί κιν­δυ­νεύ­ο­με να μας φάει ο λύκος διά­βο­λος. Όπως συνέ­βη εις τον Ιού­δα. Μετε­νόη­σε, λέει, μετε­με­λή­θη, αλλά δεν πήγε να ζητή­σει συγ­χώ­ρε­ση από τον Χρι­στόν ο Ιού­δας. Ή να βρει τους μαθη­τάς, τους συμ­μα­θη­τάς του. Δεν πήγε. Και κατέ­λη­ξε στην αυτο­κτο­νία. Να είμε­θα ανα­κοι­νω­τι­κοί, όπου και όπως πρέ­πει. Όλα αυτά μας σώζουν. Και μη λησμο­νού­με ότι και οι άγιοι με τα λάθη τους μας διδά­σκουν. Ευλο­γη­τός ο Θεός! Αμήν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απρο­σμέ­τρη­τη ευγνω­μο­σύ­νη στον πνευ­μα­τι­κό μας καθο­δη­γη­τή  μακα­ρι­στό γέρον­τα Αθα­νά­σιο Μυτι­λη­ναίο,

ψηφιο­ποί­η­ση και επι­μέ­λεια της απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νης ομι­λί­ας:

Ελέ­νη Λιναρ­δά­κη, φιλό­λο­γος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απο­μα­γνη­το­φώ­νη­ση ομι­λί­ας δια χει­ρός του αξιο­τί­μου κ. Αθα­να­σί­ου Κ.

  • https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_832.mp3

Αυγου­στί­νος Καν­τιώ­της (Από το βιβλίο “ΚΥΡΙΑΚΗ”)

Εἴδη­σις πάν­το­τε νέα

«Καὶ ἀπε­κρί­θῃ Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτω· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (Ἰωάν. 20, 28)

ΟI ΜΑΘΗΤΑΙ, ἀγα­πη­τοί, μέχρις ὅτου ζοῦ­σε ὁ Χρι­στός, εἶχαν πίστι καὶ ἐλπί­δα σ’ αὐτόν. Πίστευαν καὶ ἤλπι­ζαν, ὅτι ὁ Χρι­στὸς θὰ βγῆ νικη­τὴς ἀπ’ ὅλες τίς περι­πέ­τειες καὶ τὰ ἐμπό­δια τῶν ἐχθρῶν του καὶ θὰ γίνῃ ἕνας βασι­λιᾶς, ποὺ ἡ δόξα του θὰ εἶνε πιὸ τρα­νὴ ἀπὸ τὴ δόξα ὅλων τῶν βασι­λιά­δων τοῦ κόσμου. Ἤλπι­ζαν ἀκό­μα, καὶ ὅταν οἱ ἐχθροί του τὴν νύχτα τῆς Μεγά­λης Πέμ­πτης μέσα στὸν κῆπο τῆς Γεθ­ση­μα­νὴ τὸν συνέ­λα­βαν, καὶ δεμέ­νο σὰν νὰ ἦταν κακοῦρ­γος τὸν ἔφε­ραν στὰ κρι­τή­ρια τοῦ Ἄννα, τοῦ Καϊ­ά­φα καὶ τοῦ Πιλά­του. Ἤλπι­ζαν, ὅτι στὸ τέλος μὲ κάποιο θαῦ­μα θὰ ἐλευ­θε­ρω­θῇ ἀπὸ τὰ δεσμά, καὶ ἔνδο­ξος θὰ ἐπι­στρέ­ψῃ κον­τά τους.

Ἀλλ’ ὅταν τὸν εἶδαν νὰ σταυ­ρώ­νε­ται καὶ νὰ πάσχῃ σὰν νὰ ἦταν ὁ πιὸ ἀδύ­να­τος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώ­πους, νὰ ὑπο­φέ­ρῃ, νὰ ὑβρί­ζε­ται καὶ νὰ ἐξευ­τε­λί­ζε­ται ἀπ’ ὅλα τὰ καθάρ­μα­τα τῆς κοι­νω­νί­ας, τότε τρο­μαγ­μέ­νοι ἔφυ­γαν καὶ κρύ­φτη­καν γιὰ νὰ μὴν τοὺς πιά­σουν κι αὐτοὺς οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χρι­στοῦ. Ἦταν μακριὰ ἀπὸ τὸν τόπο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, ὅταν ἔμα­θαν ἀπὸ τὸν εὐαγ­γε­λι­στὴ Ἰωάν­νη, ποὺ μόνο αὐτὸς ἔμει­νε κον­τά του μέχρι τέλους, ὅτι ὁ Χρι­στὸς εἶπε τὸ «τετέ­λε­σται» (Ἰωάν. 19, 30) καὶ ἄφη­σε τὴν τελευ­ταία του ἀνα­πνοὴ πάνω στὸ σταυ­ρό. Οἱ μαθη­ταὶ τότε ἔχα­σαν κάθε ἐλπί­δα. Τὸ ὄνει­ρό τους δια­λύ­θη­κε. Πάει πιά! Ἀπέ­θα­νε ὁ γλυ­κὺς Διδά­σκα­λος. Δὲν θὰ τὸν ἀκού­σουν πιὰ νὰ διδά­σκῃ καὶ νὰ λέη ἐκεῖ­να τὰ λόγια ποὺ ἔφερ­ναν παρη­γο­ριὰ στοὺς πονε­μέ­νους, φῶς στοὺς τυφλούς, δύνα­μι στοὺς ἀδυ­νά­τους, λευ­τε­ριὰ στὶς σκλα­βω­μέ­νες ψυχές, χαρὰ καὶ εὐτυ­χία ἀνεί­πω­τη. Μόνο νὰ τὸν ἔβλε­πες, ἔφτα­νε. Καὶ οἱ μαθη­ταὶ ὄχι μόνο τὸν ἔβλε­παν καὶ τὸν ἄκου­γαν, ἀλλὰ τρία ὁλό­κλη­ρα χρό­νια ἔζη­σαν μαζί του σὰν παι­διὰ μὲ πατέ­ρα. Τοὺς ἀγά­πη­σε καὶ τὸν ἀγά­πη­σαν. Ἀλλὰ τώρα δὲν ὑπάρ­χει πιά. Ἕνας κρύ­ος τάφος θὰ τὸν δεχθῇ. Ἀπέ­θα­νε ὁ Διδά­σκα­λός τους. Ἀπέ­θα­νε ὁ Πατέ­ρας τους. Καὶ τώρα αὐτοὶ μένουν ὀρφα­νοί, ἔρη­μοι καὶ ἀπρο­στά­τευ­τοι. Ἐπά­νω τους θὰ πέσῃ ἡ μανία τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χρι­στοῦ. Σὰν που­λιά, ποὺ τὰ κυνη­γά­ει τὸ γερά­κι, τρέ­χουν καὶ κρύ­βον­ται. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ τρέ­μουν, για­τί φοβοῦν­ται μήπως τοὺς ἀνα­κα­λύ­ψουν οἱ ἐχθροί. Ἔχα­σαν τὸ θάρ­ρος τους.

Σ’ αὐτὴ τὴν ψυχο­λο­γι­κὴ κατά­στα­ση βρί­σκον­ταν οἱ μαθη­ταὶ ὕστε­ρα ἀπὸ τὴ σταύ­ρω­σι. Ἀλλὰ νὰ κ’ ἔρχε­ται ἡ πρώ­τη εἴδη­σι. Εἴδη­σι, ποὺ κανεὶς δὲν τὴν περί­με­νε. Εἴδη­σι, ποὺ δὲν εἶνε σὰν τίς εἰδή­σεις ποὺ ἀκού­γον­ται καθη­με­ρι­νὰ ἀπὸ τὸ ραδιό­φω­νο. Περί­ερ­γο καὶ ἀχόρ­τα­γο τὸ πνεῦ­μα τοῦ ἀνθρώ­που, ὅλο καὶ θέλει ν’ ἀκούῃ και­νούρ­γιες εἰδή­σεις, ποὺ ἀμέ­σως παλιώ­νουν. Ἀλλ’ ἡ εἴδη­σι, ποὺ ἀκού­στη­κε τὸ πρωὶ τῆς «μιᾶς τῶν σαβ­βά­των», δηλα­δὴ τὸ πρωὶ τῆς Κυρια­κῆς, εἶνε μιὰ εἴδη­σι πού, ἂν καὶ πέρα­σαν ἀπὸ τότε 19 καὶ πλέ­ον αἰῶ­νες, δὲν ἔχει παλιώ­σει. Οὔτε θὰ παλιώ­σῃ ποτέ. Πάν­το­τε θὰ ἀκού­γε­ται σὰν μιὰ νέα εἴδη­σι, καὶ ἀνα­ρίθ­μη­τα στό­μα­τα θὰ ἐπα­να­λαμ­βά­νουν τὴν εἴδη­σι, ποὺ γιὰ πρώ­τη φορὰ ἀκού­στη­κε ἐκεῖ, ποὺ ἦταν μαζε­μέ­νοι οἱ μαθη­ταὶ «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰου­δαί­ων» (Ἰωάν. 20, 19).

Γυναῖ­κα εἶνε ὁ πρῶ­τος ἀγγε­λιο­φό­ρος. Μαρία Μαγδα­λη­νὴ τὸ ὄνο­μά της. Αὐτὴ ἔρχε­ται πρώ­τη καὶ φέρ­νει τὴν εἴδη­ση «Ἀνέ­στῃ ὁ Κύριος» (βλ. Ἰωάν. 20, 18). Καὶ δὲν εἶνε μόνο ἡ Μαρία, ποὺ ἔφε­ρε τὴν εἴδη­ση αὐτή. Ὅλη τὴ μέρα τῆς Κυρια­κῆς, κλει­σμέ­νοι μέσ’ στὸ σπί­τι, ἀκοῦ­νε τὴν εἴδη­ση αὐτή. «Ἀνέ­στῃ ὁ Κύριος», τὸ εἶπαν καὶ οἱ ἄλλες μυρο­φό­ρες γυναῖ­κες (βλ. Ματθ. 28, 7–10). «Ἀνέ­στῃ ὁ Κύριος», τὸ εἶπαν καὶ ὁ Λου­κᾶς καὶ ὁ Κλε­ό­πας (βλ. Λουκ. 24, 34), ποὺ εἶχαν τὴν εὐτυ­χία τὸ ἀπό­γευ­μα τῆς ἴδιας μέρας νὰ περ­πα­τή­σουν μαζὶ καὶ νὰ καθή­σουν στὸ ἴδιο τρα­πέ­ζι. «Ἀνέ­στῃ ὁ Κύριος», τὸ εἶπε νωρί­τε­ρα ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάν­νης, ποὺ ἔτρε­ξαν στὸ μνῆ­μα καὶ δια­πί­στω­σαν, ὅτι ὁ τάφος εἶνε ἀδεια­νὸς (βλ. Ἰωάν. 20, 8). «Ἀνέ­στῃ ὁ Κύριος», τὸ φώνα­ζαν καὶ οἱ ἄγγε­λοι (βλ. Ματθ. 28, 6).

«Ἀνέ­στῃ ὁ Κύριος». Τί συν­τα­ρα­κτι­κή, ἀλλὰ καὶ τί χαρ­μό­συ­νη εἴδη­σι! Μοιά­ζει μὲ τὴν εἴδη­σι, ποὺ ἔρχε­ται σὲ και­ρὸ πολέ­μου ἀπὸ τὸ μέτω­πο, ὅπου ἠρω­ϊ­κὰ παι­διὰ τῆς πατρί­δος πολε­μοῦν τὸν ἐχθρό. Νίκη­σαν! ἀκού­γε­ται ἡ χαρ­μό­συ­νη εἴδη­σι. Ὁ ἐχθρὸς φεύ­γει. Αἰχ­μά­λω­τοι πολ­λοί. Λάφυ­ρα ἄφθο­να… Πόση χαρὰ αἰσθα­νό­μα­σταν οἱ παλαιό­τε­ροι, ὅταν στὴν ἐπο­χὴ τοῦ ἑλλη­νοϊ­τα­λι­κοῦ πολέ­μου ἀνοί­γα­με τὰ ραδιό­φω­να καὶ ἀκού­γα­με, ὅτι ὁ στρα­τός μας νικᾷ τὸν ἐχθρό, ποὺ ἤθε­λε νὰ ὑπο­δου­λώ­σῃ τὴν πατρί­δα! Δάκρυα ἔτρε­χαν ἀπὸ τὴ βαθειὰ συγ­κί­νη­σι.

Ἀλλὰ ἀσυγ­κρί­τως πιὸ μεγά­λη χαρὰ πρέ­πει νὰ αἰσθα­νό­μα­στε, ὅταν ἀκοῦ­με τίς ἅγιες αὐτὲς μέρες το «Χρι­στὸς ἀνέ­στῃ». Για­τί ὁ Χρι­στός ἔδω­σε τὴν πιὸ σκλη­ρὴ ἀπὸ τίς μάχες, ποὺ ἔδω­σαν ποτὲ βασι­λιᾶ­δες καὶ στρα­τη­γοὶ τῆς γῆς. Ὁ Χρι­στὸς πάλε­ψε μὲ τὸν πιὸ φοβε­ρὸ ἐχθρὸ τῆς ἀνθρω­πό­τη­τος, τὸν ἐχθρὸ ποὺ λέγε­ται θάνα­τος. Ποιός μπό­ρε­σε νὰ νική­σῃ ποτὲ τὸ θάνα­το; Ὁ θάνα­τος, τερά­στιο θηρίο, ἀνοί­γει τὸ πελώ­ριο στό­μα του καὶ κατα­πί­νει ὅλους. Τὸ θάνα­το μόνο ὁ Χρι­στὸς νίκη­σε. Ὁ «Χρι­στὸς ἀνέ­στῃ». Ἀπί­στευ­το σοῦ φαί­νε­ται; Ἄκου­σε τότε καὶ κάποιον, ποὺ σὰν κ’ ἐσέ­να δὲν πίστευε ὅτι ἀνα­στή­θη­κε ὁ Χρι­στός. Eἶνε ὁ Θωμᾶς. Ἀνέ­στῃ! τοῦ φώνα­ζαν οἱ μαθη­ταὶ ποὺ Τὸν εἶδαν μὲ τὰ μάτια τους τὸ βρά­δι τῆς Κυρια­κῆς νὰ περ­νάη ἀπὸ κλει­στὲς πόρ­τες, νὰ στέ­κε­ται μπρο­στά τους καὶ νὰ τοὺς λέη «Εἰρή­νη ὑμῖν». Δὲν τὸ πιστεύω, ἔλε­γε ὁ Θωμᾶς. Θέλω νὰ τὸν δῶ μὲ τὰ δικά μου μάτια, νὰ τὸν ἀκού­σω μὲ τὰ δικά μου αὐτιά, νὰ τὸν ἀγγί­ξω μὲ τὰ δικά μου δάχτυ­λα. Ἀκοῦ­τε; Θέλω ἀπο­δεί­ξεις ἀτράν­τα­χτες. Ἔτσι μόνο θὰ πει­σθῶ, ὅτι πράγ­μα­τι ἀνα­στή­θη­κε.

Καὶ ὁ Χρι­στός, ποὺ ἀκού­ει τίς ἀντιρ­ρή­σεις τοῦ Θωμᾶ, δὲν ὀργί­ζε­ται. Σὰν πατέ­ρας γεμᾶ­τος στορ­γή, ποὺ ἀγα­πά­ει ὅλα του τὰ παι­διά, κι αὐτὰ ἀκό­μη τὰ πιὸ δύστρο­πα, συγ­κα­τα­βαί­νει στὴν ἀδυ­να­μία τοῦ Θωμᾶ. Καὶ νὰ ὁ Χρι­στός, σὰν σήμε­ρα, ἐπι­σκέ­πτε­ται καὶ πάλι τοὺς μαθη­τάς. Eἶνε τώρα μαζὶ καὶ ὁ Θωμᾶς. Τὸν προ­σκα­λεῖ ὁ Χρι­στὸς νὰ τὸν πλη­σιά­σῃ καὶ νὰ τὸν ἐξε­τά­σῃ νά τον ψηλα­φή­σῃ. Νὰ βάλῃ τὸ δάχτυ­λό του στὰ σημά­δια, ποὺ ἄφη­σαν τὰ καρ­φιὰ στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια τοῦ Χρι­στοῦ. Νὰ βάλῃ τὸ χέρι του στὸ σημά­δι, ποὺ ἄφη­σε στὴν πλευ­ρά του ἡ λόγ­χη, ὅταν ὁ Ρωμαῖ­ος στρα­τιώ­της τὸν ἐκέν­τη­σε καὶ ἔτρε­ξε αἷμα καὶ νερό. Καὶ ὁ Θωμᾶς μετὰ ἀπὸ αὐτὸ πίστευ­σε, ὅτι ὁ Χρι­στὸς ἀνέ­στῃ, καὶ βεβαί­ω­σε τὸ γεγο­νὸς μὲ τὴ φωνή του: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου».

Ἀγα­πη­τοί μου! Πόσοι καὶ σήμε­ρα βρί­σκον­ται στὴν ψυχο­λο­γι­κὴ κατά­στα­ση ποὺ βρι­σκό­ταν τότε ὁ Θωμᾶς! Τοὺς μιλᾷς γιὰ τὸ Χρι­στό, κι αὐτοί, σὰν τὸ Θωμᾶ, δὲν θέλουν νὰ πιστέ­ψουν στὶς δικές σου μαρ­τυ­ρί­ες. Θέλουν νὰ ἔχουν δικές τους ἀπο­δεί­ξεις γιὰ τὴ θεό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ. Πολὺ καλά. Ἀφοῦ θέλουν ἔρευ­να, μπο­ροῦν νὰ τὴν ἔχουν. «Ἐρευ­νᾶ­τε…», λέει ὁ Κύριος (Ἰωάν. 5, 39). Ἄς ἐρευ­νή­σουν κι αὐτοὶ τὴν ἁγία Γρα­φή, ἂς ἐρευ­νή­σουν τὴν ἱστο­ρία, ἂς ἐξε­τά­σουν τὰ πράγ­μα­τα ὅσο θέλουν. Ἐὰν εἶνε εἰλι­κρι­νεῖς καὶ ἀγα­ποῦν τὴν ἀλή­θεια, στὸ τέλος ἡ πίστι θὰ νική­σῃ τὴν ἀπι­στία τους. Καὶ νικη­μέ­νοι ἀπὸ τὸν Ἀνί­κη­το, θὰ πέσουν μπρο­στὰ στὰ πόδια του καὶ θὰ φωνά­ξουν κι αὐτοὶ μαζὶ μέ το Θωμᾶ: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου».

Ναί! Ὁ Χρι­στὸς δὲν εἶνε πεθα­μέ­νος. Ὁ Χρι­στὸς ζῆ, νικᾷ καὶ βασι­λεύ­ει στοὺς αἰῶ­νες. «Χρι­στὸς ἀνέ­στῃ!».

Διαβάστε επίσης και τα εξής:

elGreek